Η μικρή καμαριέρα των δεκάξι χρονών είχε συζήτηση το μεσημέρι, την ώρα του φαγιού, με τη νεοφερμένη μαγείρισσα των είκοσι δύο χρονών. Η προηγούμενη τής είχε μάθει πολλά πολλά... Την εξέταζε λοιπόν και τούτη και της φαινότανε κουτή κι αγαθή, κι απ' αυτή όμως κάτι θα είχε να μάθει.
Αλλά η Κούλα, η νέα μαγείρισσα, είχε το λογισμό της στην παλιά της κυρία και της το 'λεγε της καμαριέρας κάθε φορά που έτρωγαν:
«Αν και παράξενη, νευρική, η κυρία μου, μ' αγαπούσε όμως. Με λέγανε στην πατρίδα μου Κυριακούλα, αλλά εκείνη μ' έβγαλε απάνω στις βαριές δουλειές Κούλα. “Κουράγιο Κούλα, μπράβο Κούλα!” και μου 'μεινε Κούλα».
Όταν τελείωνε το φαΐ της η Κούλα, έκανε το σταυρό της, αναστέναζε από ευγνωμοσύνη, δίπλωνε την πετσέτα της και, σέρνοντας τα πόδια της από κούραση και κάτι έννοιες δικές της, πήγαινε στο νεροχύτη ν' αρχίσει τα πιάτα της. Κι όταν τ' απόγεμα τελείωνε τις δουλειές, να διαβάσει δεν ήξερε ούτε να ράψει, έφερνε στο νου της πάλι την πρώτη της κυρία με τους δυο σκύλους που είχε, το Μπούμπη και τη Λούλα, κι έλεγε στην καμαριερίτσα σα να εξακολουθούσε μια συζήτηση που είχαν διακόψει.
«Είχαν φέρει απ' το Παρίσι και χαρίσει στην κυρία μου τον Μπούμπη. Τον κλείναμε όλο μέσα για να μην ξεπορτίσει και τον χάσουμε. Απ' την πολλή κλεισούρα κατάντησε κι αυτός όλο να νυστάζει και να κοιμάται στον καναπέ! Μια μέρα όμως βρίσκει την εξώπορτα ανοιχτή, βγαίνει έξω και τόνε χάσαμε... Ειδοποίησε η κυρία μου την αστυνομία, το γράφει στις εφημερίδες αμέσως, αλλ' αυτός ο πονηρός σε δυο μέρες ήρθε κι έκλαιγε κάτω απ' τα παράθυρα του σπιτιού. Τον άκουσα και τρέχω και τ' ανοίγω. Τον ακολουθούσε μια σκυλίτσα μαύρη όπως αυτός. Τρέχει, λαχανιάζει κι ανεβαίνει τις σκάλες ίσα στην κάμαρα της κυρίας. Από πίσω η σκυλίτσα. Τα 'χασε η κυρία, άμα τον είδε κι έτσι χαρούμενο. “Μπούμπη, πού ήσουνα;” τον ρωτάει. “Και τ' άλλο, τι σκυλί είν' αυτό;” Το εξετάζει... Ήταν θηλυκό. “Βρε Μπούμπη, νύφη μου έφερες;”»
Τρελάθηκε στα γέλια η καμαριερίτσα:
«Αχ, τι ωραία, τι ωραία! Πες κι άλλα Κούλα!»
«Τι να πω; Να αυτά...»
Και μια νύχτα στο κρεβάτι τους πεσμένες, είπε η Κούλα στην καμαριέρα πριν σβήσουν το φως:
«Είμαι αρραβωνιασμένη».
«Μπα;»
«Ναι, μ' έναν υδραυλικό».
«Πού τον γνώρισες; Λέγε, λέγε!»
«Στάσου ντε! Θα σου πω... Τόνε γνώρισα στο δρόμο, μόνη μου. Η κυρία μου έφευγε όλο τ' απόγεμα. Πήγαινε περίπατο, στον κινηματογράφο, στα εμπορικά, στις φίλες της. Μόλις έφευγε μ' έπιανε μια κούραση!... Άφηνα τα πιάτα να στραγγίζουν στο νεροχύτη κι έβγαινα στο παράθυρο. Βλέπεις εκεί τέσσερα χρόνια ήμουνα μόνη, συγύριζα έξι κάμαρες, το φαΐ, την πλύση κι όλες τις άλλες δουλειές. Δε μ' ένοιαζαν αυτά, όσο που δεν είχα κανέναν να μιλήσω. Στο τραπέζι που σέρβιρα έκανα να πω τίποτα, “μην έχεις εδώ το νου σου”, μου 'λεγε η κυρία μου, “στη δουλειά σου! Να βάζεις νερό στα ποτήρια όταν αδειάζουν, να κόβεις ψωμί όταν χρειάζεται, να σηκώνεις τα λερωμένα πιάτα και να βάζεις καθαρά”. Έπρεπε λοιπόν να στέκομαι ορθή, σοβαρή, και ν' ακούω ακόμα τ' αστεία που έλεγε ο κύριος, κάνοντας την κουφή. Ένα απόγεμα, που έφυγε πάλι η κυρία μου, ήμουνα σα λυπημένη, σα στενοχωρημένη, σαν ανήμπορη, χωρίς αιτία. Μου 'ρχότανε να βάλω φωνές και να τραβάω τα μαλλιά μου. Αφήνω τις δουλειές στην μπάντα, πλένουμαι, συγυρίζομαι και βγαίνω στο παράθυρο. Κάθισα ως μία ώρα έτσι κι έβλεπα. Εκεί που κοίταζα, βλέπω ένα νέο χωρίς σακάκι και με τα μανίκια του πουκάμισου ανασηκωμένα να 'ρχεται από μακριά. Κρατούσε στο 'να χέρι τρεις βρύσες του νερού μπρούτζινες και τρεις απ' τ' άλλο. Σαν περνούσε κάτω απ' το παράθυρό μου, τον κοίταξα και με κοίταξε. Προχώρησε όμως κι όταν ήτανε να στρίψει στο στενό, η φωνή μου βγήκε μόνη από το στόμα και φωνάζω: “Ψιτ, ψιτ! Παλικάρι με τις βρύσες!” Κοντοστάθηκε, με είδε και νόμισε πως τον κοροϊδεύω. Σταμάτησε σκεφτικός και ύστερα σιγά ήρθε κοντά μου. “Με γνωρίζεις;” μου κάνει. “Όχι...” “Γιατί τότε με φωνάζεις;” “Έτσι! Έτσι!...” Πιάσαμε λοιπόν κουβέντα και μου είπε το μαγαζί που δούλευε, κάπου εκεί κοντά. Σαν έφυγε πήγα στην κουζίνα, τελείωσα τις δουλειές μου που 'χα αφήσει στη μέση, κι όταν κάθισα ήμουνα ξεκούραστη κι ευχαριστημένη. Την άλλη μέρα από νωρίς βγήκα στο παράθυρο. Δε φάνηκε... Περνάνε μια, δυο, τρεις, τέσσερις μέρες, τίποτα!... Ξεβουλώνω κι εγώ το νεροχύτη και χώνω μια πατσαβούρα βαθιά, βαθιά. Τον ξαναβουλώνω και τρέχω στην κυρία: “Κυρία, ο νεροχύτης πλημμύρισε, βούλωσε!” “Να ρίξεις βραστό νερό με ποτάσα”. “Από ώρες είναι που ρίχνω”. “Τότε να φωνάξεις έναν υδραυλικό”. Περίμενα να φύγει, συγυρίστηκα αμέσως και τρέχω στο μαγαζί του. “Μας βούλωσε ο νεροχύτης”, του λέω. “Θα 'ρθω σε λιγάκι”. Όταν ήρθε, άνοιξε το νεροχύτη κι έβγαλε με το σύρμα την πατσαβούρα. Με κοίταξε λοξά και χαμογέλασε. Ύστερα κάτι μου 'πε, κάτι του 'πα και στο τέλος με ρώτησε: “Τι λες, πάμε την Κυριακή κανέναν περίπατο;” “Ναι...” Συμφωνήσαμε για όλα. Την Κυριακή είπα στην κυρία μου πως θα πάω σε μια ξαδέρφη μου που ήταν υπηρέτρια σε κάποιο σπίτι. Συναντηθήκαμε μ' αυτόν στην πλατεία Κάνιγγος, πήραμε τ' αυτοκίνητο και βγήκαμε στο Μαρούσι. Από 'κει αφού με τράταρε λουκούμι και νερό, τραβήξαμε για την Κηφισιά. Σ' όλο το δρόμο τρώγαμε στραγάλια και φιστίκια αράπικα. Με κρατούσε από το χέρι. Νόμιζα πως είχ' αφήσει τον κόσμο, πως είχα πεθάνει και βρισκόμουν στον παράδεισο... Στην Κηφισιά καθίσαμε σε μια μπιραρία και πριν σηκωθούμε να φύγουμε, γιατ' είχε νυχτώσει, μου λέει: “Βρε, Κούλα, το πιστεύεις; Ως σήμερα δεν το 'χα καταλάβει πως είμαι φτωχός... Ήθελα να είμαι πλούσιος”. “Και τι θα 'κανες;” “Θα 'πιανα μια κάμαρα να σε βάλω μέσα, γιατί τώρα όπως είμαι δεν μπορώ. Έχω μητέρα και τρεις αδερφές που περιμένουν από μένα”. Και μόλις φτάσαμε στην Αθήνα έξω απ' το σταθμό Λαυρίου με ρωτάει: “Θέλεις να φύγεις απ' την κυρά σου να πιάσουμε κάμαρα, να πας να εργαστείς σε ζαχαροπλαστείο, να καθαρίζεις φρούτα;” “Ναι...” Σε δέκα μέρες έπιασε κάμαρα κι έφυγα απ' την κυρία μου κρυφά. Όταν κουβάλησα το μπαούλο μου και μπήκα μέσα, άρχισα τα κλάματα... Τρεις μέρες και τρεις νύχτες θυμόμουν τις συμβουλές της μάνας μου και τον έσπρωχνα. Μα υστερότερα όμως, σε ρωτάω, πες μου, πώς έζησα; Όλο τραγουδούσα! Συγύριζα, έπλενα, μαγέρευα και τον περίμενα να γυρίσει απ' τη δουλειά. Αλλά δεν τον βάραινα σε τίποτα, εγώ πλήρωνα το νοίκι, εγώ ξόδευα όλο απ' τα χρήματά μου. Έξι μήνες πέρασα έτσι ευχάριστα. Σα να είχα διορία! Απάνω στους έξι μήνες ένα πρωί, μόλις είχε φύγει, ακούω την πόρτα δυνατά νταπ ντουπ, και κάτι στριγκλιές και βρισιές μαζί: “Άνοιξε μωρή!” Θα στα πω όμως καμιά άλλη ώρα κορακίστικα γιατί ντρέπομαι τώρα. Ανοίγω και πριν προφτάσω να καταλάβω, μια μισόγρια με πιάνει απ' τα μαλλιά και με τις μπουνιές με σακατεύει. “Ποια είσαι, καλέ, τι ζητάς από μένα;” τη ρωτάω. “Μου πήρες το γιο μου, το καμάρι μου!” Και πάλι άλλες βρισιές, χειρότερες. Κατάφερα να βγει έξω και κλειδώνω την κάμαρά μου και τον περίμενα. Το μεσημέρι δεν ήρθε, ούτε το βράδυ, ούτε τη νύχτα. Το πρωί πρωί σηκώνομαι και πάω στο μαγαζί του. Τ' αφεντικό του μ' έδιωξε. Πάω τότε κατ' ευθείαν στο σπίτι του. “Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει”, συλλογιζόμουνα στο δρόμο. Σαν τις λάμιες παρουσιάστηκαν να με πνίξουν οι αδερφές του άμα με είδαν. Αλλά νάτος κι έρχεται. “Τι είν' αυτά που παθαίνω;” τον ρωτάω. “Τι παθαίνεις; Εγώ τράβηξα κλήρο. Θα πάω τη Δευτέρα στρατιώτης. Εσύ όμορφα όμορφα θα γυρίσεις στην πατρίδα σου”».
«Και τα λεφτά σου;» ρώτησε μ' ενδιαφέρον η καμαριέρα και με φωνή αλλαγμένη από τη συγκίνηση.
«Να ήταν κι άλλα! Εφτά χιλιάδες. Όταν μ' άφησε, μ' εκατόν τριάντα δραχμές βρισκόμουνα».
«Σκύλα!»
«Τι τα θέλεις; Τον πόνεσα και του γράφω στη Λάρισα που είναι στρατιώτης. Το στέλνω και λίγο χαρτζιλίκι....»
Την εξέτασε τότε η καμαριέρα απ' το κεφάλι με τα μαύρα κατσαρά μαλλιά ως τα πόδια που έσερνε κι η καρδιά της μέσα φτερούγισε...
Συχνά λοιπόν ύστερ' απ' αυτή την εκμυστήρεψη έβαζε η μαγείρισσα την καμαριέρα και του έγραφε. Σπάνια λάβαινε απάντησή του. Στο τελευταίο του γράμμα, λιγόλογο, έγραφε κατά λέξη: «Τώρα μη ρωτάς τα χάλια μου και την απενταρία μου. Τη νύχτα από την έννοια ξαγρυπνάω και κάνω συντροφιά με τα ποντίκια».
Το ίδιο βράδυ κλείστηκαν στην κάμαρά τους και υπαγόρευε η μαγείρισσα αργά - αργά σμίγοντας τα φρύδια κι αναστενάζοντας. «Αν εσύ κάνεις συντροφιά με τα ποντίκια, εγώ τι να πω; Μαγερεύω για εννέα άτομα, πλένω μια ντουζίνα κατσαρόλες, κι όλο ορθή μπροστά στο τζάκι και στο νεροχύτη σε συλλογίζομαι, σε συλλογίζομαι, κάνοντας συντροφιά με τα πιάτα».
Δε μιλήσανε έπειτα καθόλου κι αφού γδυθήκανε, πριν πέσουν στο κρεβάτι, ρώτησε η καμαριερίτσα σιγά και δειλά, όπως ρωτάνε το γιατρό σε μια σοβαρή αρρώστια.
«Μα θα σε πάρει;»
Η άλλη στάθηκε. Κι αφού για λίγο σκέφτηκε, σήκωσε το βλέμμα της και το χέρι της προς τον ουρανό. Από κει περίμενε κι η ίδια προστασία και απάντηση.
Περσάκη Ιουλία
Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 795 - 796, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1930

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου