«Θα στο ρημάξουν το τσαρδί κι εσύ θα κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου, καημένη μου», μουρμούρισε η Φρόσω όταν αντίκρισε το κλειδί στην εξώπορτα.
Έτσι την έλεγαν αναμεταξύ τους την γκαρσονιέρα: τσαρδί. Στην πραγματικότητα περισσότερο με ξέφωτο έμοιαζε: είκοσι δύο τετραγωνικά όλα κι όλα, καταμεσής θεόρατων δέντρων που φύτρωναν σύρριζα στο πάτωμα κι ορθώνονταν ίσαμε το ταβάνι. Μια όμοια ταπετσαρία είχε η Ζώγια και στο μπορντέλο της οδού Φυλής, αλλά εκείνη κάλυπτε μονάχα τον τοίχο αντίκρυ στο διπλό κρεβάτι.
«Εδωνά τη θέλω απ' άκρη σ' άκρη», παρήγγειλε στον Αλβανό. «Και στον απόπατο...» διευκρίνισε. «Να μη μείνει ούτε χιλιοστό στον τοίχο ακάλυπτο!» Στην οδό Πίνδου όλ' αυτά. Στον τρίτο όροφο. Από το ασανσέρ δεξιά, δεύτερη πόρτα, στη γωνία. Αγορά ακινήτου κατά τη συνταξιοδότησή της, προ ολίγων μηνών, έπειτα από ευδόκιμη υπηρεσία τεσσάρων και βάλε δεκαετιών στην «καύλα του κάθε ξέμπαρκου», όπως συνήθιζε να λέει σαρκαστικά. Αρχικά ως ιερόδουλη κι ύστερα ως «τσατσά επί των τιμών» -κι αυτό δικό της.
«Μια σταλιά διαμέρισμα είναι... Τ' αξίζει άραγε τόσα λεφτά;» πήγε να λυγίσει λίγο προτού υπογράψει το συμφωνητικό.
«Τ' αξίζει. Να 'χεις ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι σου στα γεράματα», τη συμβούλεψε η Φρόσω, που είχε καταπιεί τη ζωή αμάσητη και κάτι ήξερε παραπάνω. «Μην την πάθεις όπως οι άλλες, που τους τα φάγανε οι αγαπητικοί και πέθαναν στην ψάθα».
«Μ' αρέσει που 'ναι στην Πίνδου», ψιθύρισε η Ζώγια, σαν να 'τρεχε το μυαλό της αλλού. «Πίνδος ήτανε το παρανόμι του πατέρα μου στο Βουνό, ό...» έκανε να συνεχίσει, αλλά, προτού προλάβει να αποτελειώσει τη φράση της, κι ενώ το δεύτερο όμικρον μετεωριζόταν ακόμα στον αέρα, βυθίστηκε σ' έναν πηχτό ύπνο.
Έτσι την είχε βρει η Φρόσω και τότε. Σαράντα οχτώ ολόκληρα χρόνια πριν, Νοέμβριο του 1971, σ' ένα κράσπεδο της οδού Σατωβριάνδου. Ένα αδύνατο κορίτσι, σαν σαμιαμίδι, κουλουριασμένο στο πεζοδρόμιο. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το πρόσωπό της έδειχνε γαλήνιο. Δίπλα της έστεκε μια βαλιτσούλα και στο χέρι κρατούσε μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα. Οι περαστικοί την προσπερνούσαν βιαστικοί, σαν να φοβόντουσαν να διαπιστώσουν αν ζει ή αν πέθανε. Σαν να μη θέλουν να μπλέξουν... σκέφτηκε η Φρόσω καθώς έσκυβε από πάνω της. Ήταν ύποπτοι οι καιροί τότε και διπλοκοσκίνιζαν τη συμπόνια τους οι άνθρωποι... Την ανασήκωσε ελαφρά και είδε ότι ανάσαινε. Ήσυχα, αλλά ανάσαινε. Δίπλωσε πρόχειρα τη ζακέτα της κι ακούμπησε στοργικά το κεφάλι του κοριτσιού. Πόσο να 'ναι; Δεκαεφτά, άντε βία δεκαοχτώ, σκέφτηκε.
«Δεκαεννιά!» της απάντησε λίγο αργότερα η άγνωστη. Είχε συνέλθει, έτσι ξαφνικά, και της χαμογελούσε. «Κοιμόμουνα...» είπε, σαν να 'τανε αυτό το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Να κοιμάται του καλού καιρού άκρη άκρη στο πεζοδρόμιο της Σατωβριάνδου. «Ευχαριστώ, κυρία», συμπλήρωσε ευθύς, κάπως συνεσταλμένα.
Κυρία; Στο άκουσμα της λέξης, η Φρόσω γέλασε αυθόρμητα. Ούτε που θυμόταν πότε την είχαν αποκαλέσει τελευταία φορά κυρία. «Πάμε να σε κεράσω κάτι ζεστό», είπε στη μικρή, αν και στην πραγματικότητα μόλις δέκα χρόνια τις χώριζαν. «... Οι καταστάσεις όμως με μεγάλωσαν πρόωρα, κοριτσάκι», της είπε αινιγματικά, όταν έφτασαν, αχνιστά, τ' αφεψήματα. Έξω έκανε ψοφόκρυο, λες κι ήτανε Φλεβάρης μήνας.
«Μεγάλο σχολείο η πουτάνα η ζωή...» φιλοσόφησε η Φρόσω. Και μέσα σ' ένα τέταρτο της τα εξομολογήθηκε όλα. Για έναν αλήτη Πειραιώτη, ονόματι Θωμά, που την έβγαλε στο κλαρί από τα δεκάξι της. Για τον καβγά με κάτι ρεμπεσκέδες του λιμανιού, όπου πήγε κι έμπλεξε. Και πώς κατέληξε αυτός, δυο μέτρα άντρας, μαχαιρωμένος μέσα σε μια λίμνη αίμα.
Δεν τον έκλαψε η Φρόσω. «Τον νταβά δεν τόνε κλαις, απλώς τον αλλάζεις», της είπε μια Σμυρνιά αμανετζού στο μαγέρικο όπου σύχναζαν για πατσά το ξημέρωμα. «Τράβα και φύγε όσο είναι ακόμα καιρός», την ορμήνεψε. Κι αυτή την άκουσε. Το ίδιο πρωί πήγε στο δωμάτιο του Θωμά και το έκανε άνω κάτω, ώσπου βρήκε την κρυψώνα με τα λεφτά. Τα έχωσε σ' ένα σάκο και τράβηξε για την Αθήνα.
«Άνοιξα το σπίτι στην οδό Φυλής και δεν ήξερα την τύφλα μου. Μάζεψα απ' τον δρόμο και μιαν αδέσποτη, απ' τις παλιές της Τρούμπας, που τις άφησε ο Σκυλίτσης με το βρακί που φοράγανε, και λέω ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Αρκεί να μην έχω κανέναν κερατά πάνω απ' το κεφάλι μου...» Έλεγε, έλεγε και σταματημό δεν είχε. Το κορίτσι την άκουγε σιωπηλό. «Καλέ, ντροπή μου! Με την πολυλογία μου ούτε τ' όνομά σου δεν ρώτησα», έκανε ξαφνικά.
«Ζώγια».
«Σαν να λέμε;»
«Ζωή».
«Και σε φωνάζουν Ζώγια;»
«Ο πατέρας μου το διάλεξε. Από τη Ζώγια Κοσμοντεμιάσκαγια», της απάντησε όλο περηφάνια εκείνη.
«Με το κλειδί στην πόρτα, θα το φας καμιά μέρα το κεφάλι σου. Δεν είναι πια όπως τον καιρό μας, πριγκιπέσα! Τώρα πια... όποιος νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί. Γιόμισε ο τόπος πρεζόνια...» μονολογούσε η Φρόσω ενώ έπλενε ένα πιάτο που είχε ξεμείνει στο νεροχύτη. «Εσύ κοιμάσαι και θαρρείς ότι η τύχη σου δουλεύει. Έτσι όμως αγαθή ήσουν από μικρή, μωρή Ζώγια... Η ωραία κοιμωμένη! Τι σκατά κάνει και σέρνει ολάκερο καράβι; γκρίνιαζαν οι άλλες. Εμ, εδώ είναι το θέμα. Που δεν κάνει τίποτα!» ύψωσε τη φωνή της ενώ άνοιγε το παράθυρο για να μπει καθαρός αέρας. Και γέλασε δυνατά.
Ωραία χρόνια... Αν και στην αρχή η καινούργια παραξένεψε τους πελάτες. Δεν ήτανε άλλωστε κι ό,τι πιο συνηθισμένο, ενώ εκείνοι αγκομαχούσαν από πάνω της, αυτή ξαφνικά ν' αποκοιμιέται. Ξενέρωναν οι επί χρήμασι εραστές και τ' άκουγε στην τελική η Φρόσω.
«Αρρώστια είναι, μην την ξεσυνερίζεστε...» προσπαθούσε να τη δικαιολογήσει.
«Τι αρρώστια και μαλακίες μάς τσαμπουνάς;» πήγε ν' αγριέψει ένας γουνέμπορος, από τους σταθερούς και χουβαρντάδες πελάτες του σπιτιού της οδού Φυλής.
«Ναρκοληψία λέγεται, πασά μου. Έρχεται ο ύπνος απρόσκλητος και παίρνει το κορίτσι, τι νομίζεις...»
Γρήγορα κυκλοφόρησαν τα νέα στην πιάτσα. Και λίγο η περιέργεια, λίγο που κάποιοι έβρισκαν ερεθιστικό να χώνουν το μαρκούτσι τους στο άψητο ζυμάρι ενώ κοιμόταν, η φήμη της ωραίας κοιμωμένης απλώθηκε στα υπόγεια της Αθήνας.
«Εσύ τι νιώθεις;» τη ρώτησε η Φρόσω ένα βράδυ, όταν επιτέλους κλείδωσαν την πόρτα κι έμειναν οι δυο τους. «Όταν συμβαίνει αυτό, εννοώ...» συμπλήρωσε μουδιασμένα.
Η Ζώγια έμεινε για λίγο σιωπηλή. Το πρόσωπό της έμοιαζε απροσπέλαστο. Το βάρος όλων εκείνων των γυμνών σωμάτων χωρίς όνομα, που όργωναν τα νιάτα της, ήταν σαν να της έκρυβε τη θέα. «Δεν αισθάνομαι», ψιθύρισε διστακτικά. Κι έπειτα χαμογέλασε αχνά. «Είναι σαν να μπαίνω σε μια σήραγγα που με βγάζει καταμεσής του δάσους. Εκεί όπου με πήγαινε ο πατέρας μου μικρή. Βγαίναμε από το χωριό, περνάγαμε από το διάσελο κι ύστερα χωνόμασταν στην κοιλιά του βουνού. Τον κράταγα από το χέρι κι εκείνος άνοιγε δρόμο μέσ' απ' τους θάμνους. Τα δέντρα κρύβανε τον ουρανό. Ο ήλιος, θυμάμαι, χυνόταν σαν σκόνη από χρυσάφι ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Όταν κουραζόμουνα, σαν να το καταλάβαινε ο μπαμπάς κι ας μην έλεγα κάτι, με ανέβαζε στους ώμους του. Κι εγώ γινόμουν τότε ξωτικό, που χανόταν στου λόγγου τις κρυψώνες. Το ξέφωτο πρόβαλλε ξαφνικά μπροστά μας. Τόσο φωτεινό, που μου έκοβε κάθε φορά την ανάσα. Τα φύλλα, κάτω, έμοιαζαν με παχύ, μαλακό στρώμα. Άλλοτε πράσινο, άλλοτε κίτρινο κι άλλοτε καφέ, της σκουριάς το χρώμα. Έβγαζε το αμπέχονό του ο μπαμπάς και το άπλωνε για να καθίσω. Ύστερα έλυνε μια πετσέτα, όπου η μάνα μάς είχε βάλει τυρί και ζυμωτό ψωμί. “Φάε να στυλωθείς”, μου 'λεγε. Πιο νόστιμο φαΐ δεν έχω φάει...» Η τελευταία φράση της ακούστηκε σαν ψέλλισμα, πνιγμένη απ' τον αξεδιάλυτο κόμπο των αναμνήσεων.
Δεκαοχτώ χρόνων παλικαράκι ήταν ο Θόδωρος όταν τον πήραν στο Αλβανικό. Κι ύστερα, εικοσάρης πια, κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ. Μα έτσι όπως μικρόδειχνε, η αλήθεια είναι πως στην αρχή δεν πολυγέμισε το μάτι των καπεταναίων. Ώσπου τον είδαν να ρίχνεται ατρόμητος στη μάχη και να ψηλώνει το μπόι του ίσαμε τα βουνά του τόπου του, το Πάικο και την Τζένα. Από τότε Βουνό τον φώναζαν οι αντάρτες. Κι όταν κατάφερε να ρίξει στο κρεβάτι του την πιο όμορφη ανταρτοπούλα, μια Μηλίτσα γλυκιά σαν μέλι, το βουνό έγινε Πίνδος, παρανόμι που κράτησε σαν παράσημο σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Έτσι θυμάται η Ζώγια να τον φωνάζουν στο χωριό, κι ας ξεθύμαινε σιγά σιγά το ηρωικό παρελθόν καθώς πέρναγαν τα χρόνια. Λίγα ήτανε τα λόγια στο στρατόπεδο των ηττημένων. Λίγα και μετρημένα. Μονάχα όταν ανέβαιναν πατέρας και κόρη στο βουνό, θυμόταν ο Πίνδος τις ιστορίες από τα παλιά. Η Ζώγια δεν χόρταινε ν' ακούει τα κατορθώματα της συνονόματής της, «της ηρωίδας της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών Ζώγιας Κοσμοντεμιάσκαγια», όπως κραύγαζε ο πατέρας της. Εκεί, στο ξέφωτο, ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα, τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να σιγάσει τη φωνή του.
Ποιος του το παραλάλησε του Πίνδου πως θα κατάπινε μονομιάς όλα τα σύμφωνα και τα φωνήεντα και τις ψηλές και τις δασείες -... όλα, γαμώ την επανάστασή μου, σπάραζε μέσα του- από της Ζώγιας τις ντροπές. Δεκαπέντε χρόνων την έπιασαν στα πράσα με τον Θαλή, πατέρα τριών παιδιών και με τα διπλάσια από τα δικά της χρόνια. Μαζεύτηκαν οι χωριανοί στην πλατεία και ζήτησαν την παραδειγματική τιμωρία της ξετσίπωτης που παρέσυρε οικογενειάρχη άνθρωπο στην αμαρτία.
Ο Πίνδος δεν μίλησε. Κιχ δεν βγήκε από το στόμα του. Η γυναίκα του ολοφυρόταν κλεισμένη στο σπίτι, εκείνος όμως παρέμεινε με το πρόσωπο ανέκφραστο. Έτσι αμίλητος οδήγησε το σαράβαλό του, με τη Ζώγια στο πλάι του, μέχρι τη Θεσσαλονίκη.
«Η Ερατώ είναι ξαδέρφη μου. Άκληρη. Της μίλησα και θα σε κρατήσει κοντά της». Αυτά ήτανε τα τελευταία του λόγια. Δίχως να την κοιτάζει στα μάτια.
Αμίλητη τον ακολούθησε η Ζώγια στην οικία Τσαμπούκου, όπου τους υποδέχτηκε η Ερατώ μ' έναν βαθύ αναστεναγμό, σαν να 'χανε κηδεία. Κάθισαν γύρω από το τραπέζι -ο Πίνδος, η ξαδέρφη και ο σύζυγος- και τα συμφώνησαν: «Το οικόπεδο στην Αριδαία θα το γράψω στ' όνομά σου, Ερατώ, αρκεί να κρατήσετε τη μικρή ώσπου να ξεσκολίσει». Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, άχρηστο ήτανε το προικώον της θυγατέρας του σκεφτόταν ο Πίνδος καθώς έβγαινε από το σπίτι το ίδιο σκυθρωπός όπως μπήκε.
Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που είχε η Ζώγια από τον πατέρα της ενώ βάραιναν τα βλέφαρά της. Κι ας ήτανε μέρα μεσημέρι...
«Έτσι ξαφνικά συνέβηκε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει η Φρόσω, παρόλο που είχε ακούσει την ιστορία ουκ ολίγες φορές.
«Έτσι. Τρία χρόνια πέρασα σ' εκείνο το σπίτι και οι Τσαμπούκοι έλεγαν πάντα πως ήμουν ματιασμένη».
«Και πώς έμαθες τα περί ναρκοληψίας, κοκόνα μου;»
«Από έναν γιατρουδάκο που με ζαχάρωνε. Καλό παιδί, αλλά εγώ βιαζόμουνα να φύγω...»
Ανήμερα των δέκατων όγδοων γενεθλίων της, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1969, μπήκε στο τρένο με προορισμό τον Σταθμό Λαρίσης, στην Αθήνα. Με ένα βαλιτσάκι και όσα λεφτά χρειαζόταν ίσα ίσα για να πιάσει δωμάτιο σ' ένα φτηνό ξενοδοχείο. Ώσπου να βρει δουλειά. Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να έκανε εκείνη κουμάντο του εαυτού της.
«Ένας Βούλγαρος ζητάει το σπίτι, για ν' ανοίξει μπαρ, λέει. Να σου πω την αλήθεια, αυτή τη φορά ψήνομαι... Να το δώσω το ρημάδι, να ησυχάσω...» μουρμούρισε η Φρόσω, αλλά ήταν φανερό πως πιο πολύ τα 'λεγε μπας και πειστεί η ίδια. «Μωρή, κοιμάσαι ακόμα;» φώναξε από το μπάνιο, καθώς προσπαθούσε να βολέψει τα ενενήντα τόσα κιλά της πάνω στη λεκάνη της τουαλέτας.
Δεν την ένοιαζε που δεν της απαντούσε η Ζώγια. Από τότε που την περιμάζεψε άλλωστε από τον δρόμο, αυτό συνέβαινε. Μα ήξερε η Φρόσω από αδέσποτα... Σκυλιά, γατιά, πουτάνες... το σπίτι της οδού Φυλής είχε μια θέση για όλους.
Η ιστορία της μικρής δεν την εντυπωσίασε. Τόσα χρόνια στην πιάτσα, είχε ακούσει πολύ χειρότερες. Αλλά, πάλι, δεν μπορούσε ν' αντισταθεί σε τούτο το παιδί που έδειχνε τόσο απροστάτευτο... Παιδί είναι, κι ας νομίζει πως καβάλησε τη ζωή, το καημένο... σκεφτόταν ενώ της έστρωνε το ντιβάνι στο δωμάτιο που είχε για αποθήκη.
Η Ζώγια αισθανόταν ευγνωμοσύνη γι' αυτή τη γυναίκα που τη βοήθησε να σταθεί ξανά στα πόδια της. Από τότε που είχε αφήσει το χωριό, όλοι κάτι ζήταγαν από κείνην. Η Ερατώ κι ο σύζυγος την ήθελαν για παραδουλεύτρα, ο γιατρουδάκος για άνευ όρων ερωμένη και οι επαρχιώτες πελάτες του ξενοδοχείου να τη χουφτώνουν, μπας και τους χαμογελάσει η τύχη μακριά από τη συζυγική εστία.
«Εγώ όμως δεν τα γούσταρα αυτά. Καλύτερα καμαριέρα με τρεις κι εξήντα, παρά να με βρουν μπλεξίματα...» εξομολογήθηκε στη Φρόσω το πρώτο κιόλας βράδυ που τη γνώρισε.
«Αλλά τότε πώς έγινε η μανούρα;»
Νέος ήτανε ο Μανώλης. Πάνω κάτω στην ηλικία της. Κι όμορφος. Είχε κατέβει με τον πατέρα του από τα Γιάννενα στην Αθήνα για δουλειές κι έπιασαν δωμάτιο στο ξενοδοχείο. Σωκράτους και Βερανζέρου γωνία. Η Ζώγια ενέδωσε στο φλερτ του γιατί της άρεσε. Πού να φανταστεί πως ο πατέρας του θα την κατηγορούσε για ένα ρολόι που έλειπε απ' το δωμάτιο; «Δώρο στη σύζυγο, κύριε διευθυντά. Μόλις το αγόρασα...» ωρυόταν ενώπιον του προσωπικού και των λιγοστών πελατών του ξενοδοχείου. «Να ψάξετε τη μικρή!» είπε δαχτολοδείχνοντας τη Ζώγια. Τίποτα δεν βρήκαν πάνω της, βέβαια. Ούτε και στο δωματιάκι που της είχαν παραχωρήσει «έναντι ευτελούς ποσού, δεσποινίς, το οποίο θα αποκόπτουμε από τον μισθό σας». Η «δεσποινίς», αν και αθώα, δεν είχε πια θέση στο ξενοδοχείο.
Πήρε το βαλιτσάκι της, λοιπόν, και βγήκε στο δρόμο. Αγόρασε μια τυρόπιτα, όχι γιατί πείναγε, αλλά επειδή το μάσημα τη βοηθούσε να ηρεμήσει. «Το υπερβολικό άγχος προκαλεί τη ναρκοληψία», της είχε πει ένας γιατρός· κανονικός γιατρός αυτός, πίσω από το Χίλτον, που πήγε να τον δει λίγο αφότου βρήκε δουλειά στην Αθήνα. Αυτή τη φορά, όμως, δεν βοήθησε το φαγητό. Καθώς περπάταγε στη Σατωβριάνδου, ένιωσε να χάνεται και... ετούτη είναι οξιά κι ετούτος δρυς, έλεγες. Αχ, μπαμπάκα μου! Σκαρφαλωμένη είμαι στους ώμους σου καθώς ροβολάμε τις ρεματιές και τα φαράγγια. Και να οι σημύδες και τα δασόπευκα... Και οι βαλανιδιές και τα πουρνάρια και τα έλατα. Πετάω, μπαμπά! Πουλί' μ, μύρισε την ομορφιά ν' ανθίσει μέσα σου... Έτσι μου 'λεγες. Κι εγώ να γίνομαι χρυσαετός και να βυθίζομαι στη σκοτεινιά του δάσους. Πράσινο, βαθύ πράσινο, τόσο πηχτό πράσινο, σαν μαύρο. Κι ύστερα, με μιαν ανάσα, να βγαίνω στο φως το γαλανό, μπαμπάκα...
«Ζώγια;» Έτρεμε σύγκορμη η Φρόσω. Σειόταν ολόκληρη, ενώ μέσα της ανάβλυζαν ορμητικοί όλοι οι κρυφοί της φόβοι. «Ζώγια;» επανέλαβε κι άγγιξε απαλά τις ζάρες στο λαιμό της φίλης της. «Ξύπνα! Ξύπνα, ωραία κοιμωμένη μου...» μουρμούρισε τρυφερά καθώς την ανασήκωνε μαλακά και ακουμπούσε το κεφάλι της πάνω στο λουλουδάτο φουστάνι της.
«Δεν ταιριάζουν τα εμπριμέ στην ηλικία μας», την είχε αποπάρει η Ζώγια όταν το αγόρασε. «Τι θες, δηλαδή, με τις ροζ μπιγκόνιες; Να μοιάζουμε με γριές πουτάνες;»
«Μα είμαστε γριές πουτάνες, Ζωή...»
«Ξέρεις πως δεν μ' αρέσει άμα με λες Ζωή. Ζώγια με βάφτισε ο Πίνδος...»
«Πεθαμένες ιστορίες του βουνού και του λόγγου».
«Γιατί γίνεσαι κακιά;»
Δεν είχε απάντηση η Φρόσω. Ειδικά όταν την κοίταζε η φιλενάδα της μ' εκείνα τα κουρασμένα μάτια που ξεχείλιζαν λύπη. Γιατί κάποτε πρέπει να συνέλθεις, ήθελε να της πει. Να ξυπνήσεις, γαμώτο...
«Και γιατί να ξυπνήσω;» Αυτό τη ρώτησε η Ζώγια μια φορά, όταν ακόμα δούλευαν το μπορντέλο μαζί. «Για να δω τι όταν ξυπνήσω, Φρόσω; Και τι να καταλάβω; Τρία δωμάτια, δυο Ουκρανές και μια Ρωσίδα που τάχαμου τη λένε Φιλιώ. Καμιά Ρωσίδα δεν τη λένε Φιλιώ. Καμιά! Πώς αντέχεται τόσο ψέμα, μου λες; Μετράω τα λεφτά και τα χώνω στον κόρφο μου, όπως τα έχουμε συμφωνήσει. Το βράδυ θα γίνει ο λογαριασμός. Τόσα για τα κορίτσια, τόσα για μένα, τόσα του σπιτιού. Τέλος. Να ξυπνήσω; Μα αφού ακόμα με ζητάνε, Φρόσω. Σπανίως, βέβαια, αλλά με ζητάνε κάτι γέρικα σκαριά, σκοροφαγωμένα, που ερεθίζονται να πλατσουρίζουν στις σάρκες μου, κι ας πλαδάρεψαν πια. Αυτό να δω; Άσε με, καλύτερα... Τουλάχιστον, όταν κλείνουν τα μάτια μου, μεθάω με τις μυρουδιές του πεύκου. Και λέω ας γινότανε να έμενα για πάντα έτσι, η ωραία κοιμωμένη όπως με λες περιπαιχτικά, ξαπλωμένη στο ξέφωτο. Πάνω στο νωπό χώμα. Να με τυλίγει η πάχνη κι εγώ να περιμένω υπομονετικά -μέρες, μήνες, χρόνια ολάκερα- να 'ρθει να με ξυπνήσει ένα παλικάρι καβάλα στο λευκό του άτι. Και μ' ένα φιλί του να καρπίσει η φύση, να κελαηδήσουν τα πουλιά και να τρέξουν γάργαρα τα νερά στου βουνού τα ποτάμια...»
«Η ζωή όμως δεν είναι παραμύθι, Ζώγια...» ψιθύρισε η Φρόσω και χάιδεψε το παγωμένο πρόσωπο της γυναίκας.
Έπειτα σηκώθηκε με κόπο και στάθηκε καταμεσής του πλακωστρωμένου ξέφωτου. Σαν να φωτίστηκε αίφνης ο ουρανός και γιόμισε με ένα γαλακτερό φως το δωμάτιο. Άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό κι ένιωσε το ρίγος να τη διαπερνά. Μια στιγμιαία ανατριχίλα. Κι ύστερα φύσηξε ο άνεμος δυνατά και κούνησε πέρα δώθε τα κλαδιά των δέντρων. Το βουητό του δάσους ακούστηκε τρομακτικό, σαν να θρηνούσε την ωραία πεθαμένη.
Κύλησε ένα δάκρυ. Κι άλλο ένα... Έκλαιγε η Φρόσω με λυγμούς και γύρω της αντάριαζε ο τόπος. Όλα τα φθινόπωρα και οι χειμώνες -της ζωής της, της Ζωής, της ζωής τους...- πώς χώρεσαν μέσα σε είκοσι δύο τετραγωνικά, αλήθεια; Και γέλασε. Γιατί αυτό θα ήθελε η Ζώγια. Κι έλαμψε ο ήλιος ανάμεσα απ' τους κορμούς και τις φυλλωσιές των δέντρων. Ακόμα και η ηρωίδα της ΕΣΣΔ Ζώγια Κοσμοντεμιάσκαγια, πάντοτε σοβαρή και αφοσιωμένη στο καθήκον, σ' εκείνο το κακοτυπωμένο απόκομμα εφημερίδας στην ασημένια κορνίζα, τώρα χαμογελούσε.
Μονάχα όταν κόπασε η θύελλα μέσα στα σωθικά της βρήκε τη δύναμη η Φρόσω να πιάσει το τηλέφωνο. Λίγο αργότερα, δυο νεαρά αγόρια, με χτυπημένα τατουάζ όπου ξεπρόβαλε γυμνή σάρκα, φόρτωναν τη νεκρή σ' ένα φορείο. «Σταθείτε!» τους φώναξε η Φρόσω κι αυτοί καρφώθηκαν στη θέση τους. Σαν να ντράπηκαν που βιάστηκαν να μετακινήσουν τη σορό, δίχως να περιμένουν το τελικό σινιάλο.
Τους πλησίασε η Φρόσω κι έπιασε τον έναν από το μπράτσο. Μπλεγμένα κλαδιά ξεπρόβαλλαν κάτω από το πουκάμισό του, αγκαλιάζοντας τον τρικέφαλο. Όσο κατέβαιναν προς τον καρπό τόσο αραίωναν, ώσπου άνθιζαν στις παρυφές των δαχτύλων. Χάιδεψε τον νεαρό άντρα με τη συστολή κοριτσιού που μαθαίνει ψαχουλευτά τον κόσμο κι ένιωσε τους χυμούς της ζωής να της μουσκεύουν την παλάμη.
«Φευγάτε τώρα!» είπε, λίγο πιο απότομα απ' όσο ήθελε. Και τους γύρισε την πλάτη.
Όταν έμεινε μόνη, σκούπισε τα μάτια της κι έπιασε να συγυρίζει το δωμάτιο. Έστρωσε το κρεβάτι, έβαλε το πλυμένο πιάτο στο ντουλάπι της κουζίνας κι έριξε μια τελευταία ματιά τριγύρω. Ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της κι έσυρε αργά τα πόδια της προς τον ανελκυστήρα.
Κοντοστάθηκε προς στιγμήν, κοιτώντας επίμονα το κομβίον. Δεν κατάλαβε πόση ώρα έμεινε έτσι, με καρφωμένα τα πόδια στο πολυκαιρισμένο μωσαϊκό του διαδρόμου. Δευτερόλεπτα ίσως, μπορεί και αιώνα. Καμιά σημασία δεν είχε πια. Μετά, τίναξε αποφασιστικά το κεφάλι της και στράφηκε προς τα πίσω. Το κλειδί ήταν ακόμα στην εξώπορτα. Το έβγαλε και το 'χωσε βαθιά στην τσέπη του φουστανιού της, ανάμεσα στις ροζ μπιγκόνιες.
«Κοιμήσου ήσυχη, πριγκιπέσα μου...» μουρμούρισε. «Κανείς πια δεν μας περιμένει».
Χριστοδούλου Σταύρος
Στη βοή των νερών (Διηγήματα)
Περιοδική έκδοση του Φεστιβάλ Βωβούσας
Διάσελο 4, Καλοκαίρι 2022

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου