Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΆΡΓΟΥΣ

   
   Πέρα απ' το κάστρο των Μυκηνών, σε μια ακρογιαλιά του Αργολικού, ζούσε πριν από λίγα χρόνια μια μητέρα με δυο γιους και με μια κόρη. Ζούσαν τη δύσκολη ζωή της πατρίδας μας, τη ζωή των βουνών και των θαλασσών μας. Ο ένας γιος ψάρευε, ο άλλος δούλευε τη γη. Μονάχες οι δυο γυναίκες τούς περίμεναν κάθε βράδυ να γυρίσουν. Η κόρη έλεγε:
   «Όλη τη μέρα μας λείπουν οι άντρες του σπιτιού μας. Κι εμείς όλες τις μέρες τους περιμένουμε. Είναι πικρό να είμαστε όλες τις μέρες έρημες».
   «Έτσι είναι η μοίρα μας», έλεγε η μητέρα της. «Να τους περιμένουμε. Μα δεν είναι πικρό, κόρη μου, να 'χεις να περιμένεις. Το κακό είναι να μην έχεις να περιμένεις. Ας μας φυλάξει ο Θεός από τέτοια πίκρα».
   Έτσι περνούσε ο καιρός, όταν κακά μηνύματα ήρθαν μια μέρα στην ακρογιαλιά του Αργολικού. Ήρθε το μήνυμα πως τα μεγάλα έθνη του κόσμου μπήκαν πάλι σε πόλεμο. 
   «Τώρα κάμε το σταυρό σου», είπε στην κόρη η μητέρα της. «Παρακάλεσε να μη φτάσει το κακό ίσαμε τον τόπο μας. Πριν από χρόνους το κακό πήρε τον πατέρα σου κι ορφανέψατε. Κάμε το σταυρό σου και παρακάλεσε για όλες τις γυναίκες και τις κόρες του κόσμου. Γιατί η μεγάλη πίκρα αρχίζει πάλι».  
   Πέρασε ο καιρός, και πάλι μια μέρα ήρθαν μηνύματα στην ακρογιαλιά του Αργολικού. Μαντατοφόρος ήταν, κι έλεγε πως οι εχτροί πατούνε τη γη μας, και πως όλοι οι άντρες, από στεριά και θάλασσα, τρέχουν να την υπερασπίσουνε.
   Ο μεγάλος γιος φίλησε τη μάνα, φίλησε την αδερφή του, κι είπε στον μικρό του αδερφό που δούλευε στη θάλασσα:
   «Τώρα θα είσαι μοναχός. Κοίταξε να τις προστατέψεις. Τώρα εσύ θα 'σαι η κορόνα του σπιτιού μας. Κοίταξε να μη ρημάξει το σπιτικό μας».
   Πήρε το δισάκι στον ώμο του, έριξε στερνή ματιά  πίσω στη γη που κάποτε τη δούλεψε ο πατέρας του κι ο πάππος του, και τράβηξε στα βουνά των συνόρων. Πίσω, στο καλύβι της ακρογιαλιάς, οι γυναίκες κι ο μικρός γιος περίμεναν. Άκουγαν τον άνεμο να σφυρίζει, επειδή ο χειμώνας είχε έρθει πολύ βαρύς, κι ο νους τους ταξίδευε πέρα απ' τα μικρά βουνά της πατρίδας τους, στα μεγάλα τ' άγρια βουνά του πολέμου. Όταν οι άλλοι αποκοιμιούνταν στο καλύβι, η μάνα μοναχή της ξαγρυπνούσε. Τότε της μιλούσε σιγανά και την ικέτευε, σαν μητέρα σε μητέρα:
   «Προστάτεψέ το», της έλεγε. «Είσαι μάνα και καταλαβαίνεις. Προστάτεψέ το, Παναγία, εσύ που ξέρεις...»
   Μα δεν πέρασε πολύς καιρός κι ήρθε μήνυμα πως ο γιος σκοτώθηκε στα ψηλά βουνά. Στο καλύβι της ακρογιαλιάς τον κλάψανε, βάλανε μαύρα ρούχα, κι ήταν απαρηγόρητοι. Πάλι πρώτη η μάνα σήκωσε το κεφάλι.
   «Έτσι ήταν γραφτό», είπε. «Να φύγει νιος, σαν τον πατέρα του. Βλογημένο τ' όνομα του Κυρίου. Δεν πρέπει να μας καταπάρει ο θάνατος. Τώρα μείναμε τρεις και θα 'χουμε να κάνουμε και τη δουλειά που έκανε εκείνος. Σφογγίστε τα μάτια σας»
   Πέρασε ο καιρός και πάλι ήρθαν μηνύματα. Ο εχτρός, φουσάτα - φουσάτα, κατέβαινε, ρήμαζε την Ελλάδα. Ήρθαν οι Ιταλοί, ήρθαν οι Γερμανοί. Ήρθε η πείνα, ο κατατρεγμός, το έθνος πήγαινε ν' αφανιστεί. Στα κρυφά οι Έλληνες μιλούσαν για πατρίδα και ελευθερία. Ο άνεμος φύσησε ίσαμε τ' ακρογιάλι του Αργολικού, κι ο μικρός γιος είπε μια μέρα τον μεγάλο λόγο.
   «Θα φύγω, μάνα».
   Εκείνη που το 'ξερε, που το περίμενε, έκαμε το σταυρό της, τον βλόγησε:
   «Φυλάξου, γιε μου», είπε μονάχα. «Τώρα μας έμεινες μοναχά εσύ».
   Και πάλι μείνανε οι δυο γυναίκες έρημες. Και πάλι ό,τι περίμεναν ήταν, πού και πού, κανένα μήνυμα απ' τον μικρό τους το γιο που πολεμούσε τους Γερμανούς.
   Αραιά και πού έρχονταν τα μηνύματα. Ώσπου ήρθε το τελευταίο:
   «Οι Γερμανοί τον πιάσανε», έλεγε το μήνυμα, «τον μικρό το γιο. Τον βασανίσανε και τον σκοτώσαν».  
   Πάλι έπεσε θρήνος στο καλύβι του Αργολικού. Μα σαν πέρασαν οι μέρες πάλι η μάνα σήκωσε πρώτη το κεφάλι.
   «Τώρα μένεις εσύ», είπε στην κόρη. «Σαν τελειώσει τούτο το κακό θα παντρευτείς και θα κάνεις παιδιά. Δεν πρέπει να μας καταπάρει ο θάνατος. Σφόγγισε τα μάτια σου».
   Σφόγγισαν τα μάτια τους κι άρχισαν να παλεύουν για να ζήσουν. Τέλειωναν πια και οι μέρες της σκλαβιάς, και μια μέρα ήρθε το μήνυμα πως οι Γερμανοί, νικημένοι, φεύγαν απ' τον τόπο.
   Οι δυο γυναίκες κοίταξαν τι έμενε πίσω τους, την ορφάνια τους, και τους καταράστηκαν πικρά. Και πάλι πέσαν στη δουλειά να ζήσουν. Μα η ζωή ήταν δύσκολη, πεινούσαν κι υπόφερναν, γιατί ο τόπος ήταν ρημαγμένος. Κάμποσοι απ' τα γειτονικά καλύβια, για να τα βγάλουν πέρα, άρχισαν να κάνουν δουλειά δύσκολη, γεμάτη κίνδυνο: Μαζεύαν τις νάρκες που 'χαν σκορπίσει στην ακρογιαλιά οι Γερμανοί, βγάζαν το δυναμίτη και τον πουλούσαν στους λατόμους και στους ψαράδες. Ένα δυο είχαν κιόλας σκοτωθεί. Μα η δουλειά έδινε ψωμί.
   «Θα το κάμουμε κι αυτό», είπε η μάνα στην κόρη.
   Άρχισαν τη δουλειά με το δυναμίτη. Και μια μέρα που η κόρη άνοιγε τη νάρκη, δεν κοίταξε καλά, η νάρκη πήρε φωτιά και τη σκότωσε. Απ' το τυραννισμένο της πρόσωπο δεν έμεινε τίποτα.
   Τότε το πένθος έγινε αβάσταχτο στο καλύβι του Αργολικού.
   «Γιατί, Θε μου;» έλεγε η έρημη μάνα. «Γιατί με χτύπησες τόσο; Γιατί μας χτύπησες τόσο;» 
   Κοίταξε γύρω της, άκουσε τη σιωπή.
   «Πού να 'σαι, κόρη μου;» μουρμούρισε. «Να δεις τούτη την ερημιά... Να δεις τι θα πει ερημιά, να μην έχεις τίποτα να περιμένεις...»
   Τους έφερε όλους έναν έναν στο νου της, τον άντρα και τα παιδιά της -που τους είχε πάρει όλους ο πόλεμος. Όλη τη νύχτα τους συλλογίστηκε. Την βρήκε η αυγή. Βγήκε έξω στη μέρα, έκαμε το σταυρό της. Τότε άκουσε φωνές στο πλαϊνό καλύβι. Ήταν κι εκεί μια μάνα και είχε τρία μικρά παιδιά που ορφάνεψαν στον πόλεμο, και δεν είχε να τα ζήσει, και πεινούσαν και φώναζαν.
   «Τι να τα κάνω, Θε μου; Τι να τα κάνω;»
   «Ήρθα να σε βοηθήσω», λέει η έρημη μητέρα του καλυβιού στην άλλη. «Να πάρω τον Κωνσταντή, τον πιο μικρό, να σ' αλαφρώσω; Θέλεις να μείνεις, Κωσταντή, μαζί μου;» 
   Πήρε το ξένο παιδί απ' το χέρι, το 'φερε στο καλύβι της, το 'βαλε να φάει από το ψωμί της, το συγύρισε. Τη νύχτα το έβαλε να κοιμηθεί, το σκέπασε. Έμεινε πάλι ξάγρυπνη. Άκουε την ανασαιμιά του. Τότε, σιγά - σιγά, πάλι έγιναν όλα ήρεμα στο καλύβι, ήταν σα να 'ρχιζε με το ξένο τούτο παιδί η ελπίδα κι η πίστη. Ταπεινά έκαμε το σταυρό της, και δεν ήξερε τίποτα άλλο να πει.
   «Ευχαριστώ», είπε μόνο.
   Και ήταν μες στην καρτερία της, η καρτερία των μητέρων μας, η καρτερία του κόσμου.
 
Βενέζης Ηλίας
Αρχιπέλαγος, Διηγήματα
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου και ΣΙΑ Α.Ε.
Αθήνα 1991

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου