Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

Η ΘΕΙΑ ΦΕΡΕΝΙΚΗ

   
   Τις Κυριακές και τις γιορτές, μετά την εκκλησία, ερχόταν σπίτι μας η θεία Φερενίκη που μου μάθαινε, μια σταλιά παιδί, τροπάρια:
 
Βαρβάραν τήν ἀγίαν τιμήσωμεν,
ἐχθροῦ γάρ τάς παγίδας συνέτριψεν.
 
   Ήτανε συμμαθήτριες με τη γιαγιά μου στο διδασκαλείο. Το χειμώνα καθόντανε οι δυο τους κοντά στη σόμπα κι όσο να ζεσταθεί το μπρούσικο κρασί, πίνανε τον καφέ τους.  Ύστερα βάζαν το κρασί ζεστό στα ποτήρια και το σιγοπίνανε βουτώντας πού και πού μια φέτα ψωμί. Μιλούσανε σιγά σιγά η μια στην άλλη, πάντα στην καθαρεύουσα και πάντα στον πληθυντικό. Σαράντα τόσα χρόνια φιλενάδες και πληθυντικό!
  Τις γιορτές η θεία Φερενίκη φόραγε το παράσημο. Ήταν ένας χάλκινος σταυρός μ' ένα ακτινωτό αστέρι στη μέση, που κρεμόταν από μια μπλε κι άσπρη κορδελίτσα. Το είχε πάρει τότε που υπηρετούσε δασκάλα στο Δυρράχιο, απ' τον ίδιο τον Έλληνα πρόξενο, μεγαλέμπορα του Δυρραχίου, «κατ' εντολήν του Μεγαλειοτάτου βασιλέως μας Γεωργίου του πρώτου». Την ίδια κιόλας μέρα, με νωπή τη συγκίνηση στα αμυγδαλωτά της μάτια, βγήκε φωτογραφία με το παράσημο να πετάει απάνω στ' αφράτο της στήθος. Κι ήταν να μην πιστεύεις στα ίδια σου τα μάτια, βλέποντας αυτή την καχεκτικιά ασπρομάλλα γριούλα, τη θεία Φερενίκη, και να σου λέει με πικρό χαμόγελο πως «ναι», είναι η ίδια στη φωτογραφία, πως είν' αυτή η καλλονή με τα λοξά σχιστά μάτια που φτάνανε σχεδόν μέχρι τις ρίζες των πυρόξανθων μαλλιών της, με τα ροδαλά τσιτωμένα μάγουλα, με τον περήφανο κότσο λίγο πιο πάνω απ' την κορφή και με τον τροφαντό μπούστο, όπου ήταν αδύνατο να κάνει επαφή το παράσημο.
   Και πραγματικά. Αν δεν ήταν το παράσημο, ίδιο κι απαράλλαχτο με το πραγματικό, θα 'ταν αδύνατο να πεις πως είναι η θεία Φερενίκη. Δε θα μπορούσες να εξηγήσεις πώς γίνανε αυτά τα ξεπλυμένα γαλανά ματάκια με τη θολούρα του καταρράχτη, πώς γίνανε δύο γκριζωπές γραμμές εκείνα τα σαρκώδη ηδυπαθή χείλια και προπαντός πώς γούβιασε εκείνο εκεί το στήθος. Μονάχα το παράσημο απόμεινε το ίδιο. Το παράσημο, η καθαρεύουσα, ο πληθυντικός, οι αβρές και ήρεμες κινήσεις καθώς σήκωνε το φλιτζάνι του καφέ, καθώς βουτούσε στο κρασί τη φέτα το ψωμί κι οι ευχές στη γιαγιά μου μπαίνοντας στην κάμαρα:
   «Επί έτη πολλά να εορτάζωμεν του Ευαγγελισμού, Μαριγώ μου».
   Κι η γιαγιά μου:
   «Αμήν, Φερενίκη μου, διότι τις οίδεν τι μας επιφυλλάσσει το μέλλον».
   Η γιαγιά μου ήτανε διαφορετικιά, τουλάχιστον στην εμφάνιση. Δυσκίνητη, γεμάτη υποψίες ασθενειών, είχε βολέψει διαφορετικά τη ζωή της. Είχε παντρευτεί κι είχε κάνει παιδιά κι εγγόνια. Όμως παρόλο που δεν ακούστηκε ποτέ παράπονο απ' τα χείλια της, βλέπαμε πόσο αταίριαστη ήταν με τον παππού μου. Εκείνος πάλι, κατά βάθος χρυσός άνθρωπος, λαϊκός τύπος με τα όλα του, έβλεπε πως από κάπου του περίσσευε η γιαγιά μου. Αυτό, φαίνεται, τον σκύλιαζε και το 'ριχνε στην ειρωνεία με κάτι «καλέ άντες» αντί γι' απάντηση, ή κάτι «η κυρία με τας κιμωλίας» όπως έλεγε τας καμελίας. Μα προπαντός τα 'χε με τη θεία Φερενίκη. Έφτασε κιόλας να τη συκοφαντεί πως τάχα είχε ψείρες, πράμα συχνό για κείνη την εποχή, μα αδύνατο να το πιστέψεις για κείνη την πεντακάθαρη γριούλα. Άσε πια τις άλλες τις χοντράδες που 'κανε όταν την έβρισκε στο σπίτι: Βροντούσε ασταμάτητα τις πόρτες, κυκλοφορούσε με τα μακριά του σώβρακα και τη μανικωτή φανέλα του κι έβρισκε γιορτιάτικα να βγάλει στη μέση όλα τα μερεμέτια και τα μαστορικά του, βρίζοντας τα χειρότερα όταν δεν τα πετύχαινε με  το πρώτο. Η γιαγιά μου με τη θεία Φερενίκη κάναν πως δεν άκουγαν και συνεχίζανε τα δικά τους, κι ο παππούς μου δος του χειρότερα, ώσπου η γιαγιά μου αναγκαζόταν να δικαιολογηθεί:
   «Κάμνω παν ό,τι αρέσκει εις αυτόν και υποφέρω αγογγύστως παν ό,τι δεν αρέσκει εις εμέ».
   Ο παππούς μου, που δεν καταλάβαινε γρι:
   «Ανάθεμα τη ρίζα σου», απαντούσε απ' έξω. Κι η θεία Φερενίκη:
   «Παντρευτήκατε όμως, Μαριγώ μου, έχετε τα παιδιά, τα εγγονάκια σας. Ενώ εγώ; Τίποτε. Εάν ζούσε τουλάχιστον ο Αλέξανδρος...»
   Πάντα αυτός ο Αλέξανδρος. Έτσι, σκέτος Αλέξανδρος, χωρίς επώνυμο, χωρίς άλλα στοιχεία, χωρίς τίποτε, πράμα που σιγά σιγά γίνηκε για μας, μικρά παιδιά, σωστό μυστήριο, που δε λέγαμε να το καταπιούμε. Μα όταν ρωτάγαμε τη γιαγιά μας:
   «Ο αρραβωνιαστικός της Φερενίκης που σκοτώθηκε σε δυστύχημα», μας απαντούσε αόριστα. 
   Η μητέρα μας πάλι έδειχνε πως δεν είχε ιδέα περί Αλέξανδρου, ακόμα κι ο παππούς, που αυτός θα ήξερε οπωσδήποτε.
   «Δεν ξέρω, δεν ξέρω, αφήστε με». Κι όταν δεν τον αφήναμε:
   «Ένα χαμένο ρούχο», απαντούσε, «και τίποτα παραπάνω».
   Έτσι ο Αλέξανδρος έμενε μυστήριο κι έγινε μεγαλύτερο, όταν ο πατέρας μου, σοβαρός και ταραγμένος, μας παρακάλεσε να μην ξανακάνουμε κουβέντα περί Αλέξανδρου, κι ήταν η μόνη φορά που ο πατέρας μιλούσε γι' αυτό το ζήτημα. Μα εμείς μυαλό δε βάζαμε. Μόλις ερχότανε η θεία Φερενίκη στηνόμασταν, τάχατες αδιάφοροι, μήπως γραπώσουμε καμιά κουβέντα. Όταν δεν ακούγαμε, κάναμε μικροπονηριές, ρωτώντας τάχατες αδιάφοροι τη θεία Φερενίκη για το Μεγαλέξανδρο. Κι εκείνη, τότε φαινότανε πως ήτανε δασκάλα, θαρρείς δεν ήταν πια γριά, το μάτι ζωηρό, το κορμί στητό κι η φωνή της σταθερή, εξιστορούσε για το Μεγαλέξανδρο τόσο ωραία και μεθοδικά, ώσπου μαγεμένοι αφήναμε τις πονηριές.
   Έτσι το πράμα πήρε να ξεθυμαίνει. Το ενδιαφέρον μας σιγά σιγά άρχισε να πέφτει. Εξάλλου κι η θεία Φερενίκη δεν ερχόταν πια σπίτι μας. Ο καταρράχτης την είχε σχεδόν τυφλώσει. Πήγαινε όμως η γιαγιά μου τώρα κάθε Κυριακή και την έβλεπε. Έμενε στης θείας Φραγκίσκης, ξαδέρφης πρώτης του παππού μου, απέναντι στα βαφεία, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, εκεί που άρχιζε ο ανηφορικός λιθόστρωτος που έβγαζε στην οδό Πολωνίας. Έμενε εκεί απ' ανέκαθεν, απ' το 1912, που γύρισε απ' το Δυρράχιο και μπήκε δασκάλα στην Ιωαννίδειο Σχολή εδώ. Με τον καιρό έγινε ένα με τα παιδιά και με τη θεία Φραγκίσκη, αδελφές και καλύτερες.
   Ένα απόγευμα μας ειδοποίησαν πως η θεία Φερενίκη πέθανε. Όχι πως είχε τίποτα. Ένα κρυολόγημα την έριξε κάτω κι από τότε αδύνατο να πάρει απάνω της. Η γιαγιά μου, που πρώτα σπάνια έβγαινε, πήγαινε κι ερχότανε κάθε μέρα. Ακόμα κι ο παππούς μου έβαλε κατά μέρος τις έχθρες και πήγε και την είδε μερικές φορές, κι όταν γύριζε σπίτι:
   «Βρε τη φουκαριάρα τη Φερενίκη», μουρμούριζε.
   Τότε ξαναβγάλαμε στη φόρα τον Αλέξανδρο. Κι όχι πια πονηριές, μα στα ίσια:
   «Τι ήταν ο Αλέξανδρος;» ρωτούσαμε, μα βρίσκαμε όλες τις πόρτες κλειστές. Ακόμη κι ο παππούς μας αποπήρε. Για φαντάσου!
   Η κηδεία έγινε φτωχικά. Η οικογένεια της Φραγκίσκης, εμείς και κανα δυο γειτόνισσες που μαζί με τη γιαγιά μου και τη Φραγκίσκη την ξενυχτήσανε την προηγούμενη νύχτα.
   «Έσβησε σαν πουλάκι», είπε η Φραγκίσκη. «Ούτε πρόλαβα να σε φωνάξω, Μαριγώ μου».
   Γυρίσαμε αργά το απόγεμα στο σπίτι μετά την κηδεία. Ο παππούς πηγαινοερχόταν μέσα στη σάλα και κάθε τόσο:
   «Βρε την άμοιρη τη Φερενίκη», ψιθύριζε. Κι η γιαγιά μου:
   «Ησύχασε η καημένη, Δημητρό», του απαντούσε κι η φωνή της κι η ματιά της είχε τη ζεστασιά που είχε όταν μίλαγε σε μας μονάχα.
   Ο πατέρας μου καθότανε απόμακρος και βυθισμένος ποιος ξέρει σε ποιες αναμνήσεις.
   «Ποιος ήταν ο Αλέξανδρος;» ρώτησε ήσυχα ο αδερφός μου. Η ερώτηση έπεσε κρύα ανάμεσά μας. Ο παππούς σταμάτησε απότομα να περπατάει. Ο πατέρας μου ανακάθισε αμήχανος στην πολυθρόνα. Κι οι δυο κοίταζαν τη γιαγιά μου περιμένοντας απ' αυτή ποιος ξέρει τι.
   Η γιαγιά έμενε ατάραχη στη θέση της σα να μην έβλεπε που την κοιτάγαμε όλοι, που περιμέναμε κρεμασμένοι απ' τα χείλια της. Στο τέλος:
   «Ο Αλέξανδρος Σχινάς, αυτός που σκότωσε το βασιλέα Γεώργιο τον πρώτο», αναστέναξε.
 
Καζαντζής Τόλης
Περιοδικό «Διαγώνιος»
τεύχος 11, Μάιος - Αύγουστος 1975

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου