Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΓΙΑ ΠΕΤΡΕΣ

   
   Από τα χαράματα ο αέρας ήταν αποπνικτικός και αργότερα, λίγο πριν από το μεσημέρι, η σκύλα άρχισε να γαβγίζει χωρίς λόγο και δε σταμάτησε μέχρι που ο παπα-Γεράσιμος την πήρε με τις πέτρες. Δεν μπορούσε να φανταστεί εκείνη τη στιγμή πως το κακόμοιρο το ζώο προσπαθούσε απλά να τον προειδοποιήσει. Γιατί με το που έπλυνε το πιάτο του, έριξε τα αποφάγια στις κότες και κάθισε στη βεράντα να πιει ένα ποτήρι κρασί, ένα βουητό σαν ηχώ σε τεράστιο κάδο αντήχησε σε όλο το χωριό. Ο παπα-Γεράσιμος κοίταξε σαστισμένος το ποτήρι του να αναποδογυρίζει και το κόκκινο κρασί να χύνεται στο τραπέζι.
   «Γαμώτο!» φώναξε. «Ήρθε η Δευτέρα Παρουσία».
   Στα δέντρα τα κοράκια πέταξαν ξαφνικά σαν να είχε πέσει τουφεκιά. Λίγο πιο πέρα ένα κοπάδι πρόβατα μαζεύτηκαν κοντά κι άρχισαν να βελάζουν. Ο παπα-Γεράσιμος έκανε το σταυρό του. Η πρώτη δόνηση ήταν ανεπαίσθητη -σαν τις εκρήξεις του δυναμίτη που έφταναν στο χωριό από το λατομείο των φυλακών. Τα καλώδια του ηλεκτρικού άρχισαν να λικνίζονται και μες στο κλουβί το καναρίνι χτύπησε τα φτερά του στα κάγκελα. Ένα σύννεφο πέρασε μπροστά από τον ήλιο κι έριξε για λίγο τη σκιά του πάνω στο ταπεινό σπίτι του παπα-Γεράσιμου, αυξάνοντας τον τρόμο του. Όταν η πόρτα της βεράντας έτριξε στους μεντεσέδες, ο παπάς ρίγησε, όπως τη φορά που είχε ακούσει το σφύριγμα του δαίμονα, στη διάρκεια ενός από τους αποτυχημένους εξορκισμούς του.
   «Κύριε, ελέησόν με!» αναφώνησε κλαίγοντας  κι έπιασε το σταυρό στο στήθος του, φέρνοντας στο νου τις ιερατικές του αποτυχίες. «Το λάθος δεν είναι δικό μου. Έκανα ό,τι μπορούσα. Αλλά αυτοί οι άπιστοι έχουν μουλαρίσιο κεφάλι».
   Δεν είχε τελειώσει ακόμα την προσευχή του, όταν η βεράντα από μπετόν άρχισε να σείεται σαν θαλάσσια εξέδρα. Οι λαστιχένιες γαλότσες στη γωνία που ο παπάς φορούσε το χειμώνα, περπατώντας τα λίγα μέτρα από το σπίτι στην εκκλησία, άρχισαν να πηδούν πάνω-κάτω. Η λάμπα θυέλλης στον τοίχο αναποδογύρισε χύνοντας παραφίνη στο ξεφτισμένο του ράσο, αλλά τέτοιος ήταν ο τρόμος του που ο παπα-Γεράσιμος έμεινε ακίνητος.
   Εκείνη τη στιγμή ο σεισμός σταμάτησε όσο απότομα είχε αρχίσει. Για λίγο, όλα ήταν ήσυχα, εκτός απ' το θόρυβο των κεραμιδιών που έσπαγαν πέφτοντας απ' τις στέγες. Τα πουλιά επέστρεψαν στα δέντρα, ενώ μέσα στο κλουβί το καναρίνι ζάρωσε στην κούνια του. Από κάθε κατεύθυνση, ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται στην πλατεία, μπροστά απ' την εκκλησία, σαν κυνηγημένο κοπάδι. Μαζί τους κουβαλούσαν ό,τι αντικείμενα είχαν καταφέρει να περισσώσουν από τα σπίτια τους: πιάτα από φτηνή πορσελάνη, ένα δίκαννο, ένα ρολόι τοίχου χωρίς κούκο στο ελατήριο, τα χρήματα κάτω απ' το στρώμα, ένα ρώσικο σαμοβάρι που ακόμα άχνιζε. Μια μελλόνυμφη κρατούσε το νοικιασμένο νυφικό της από τούλι, ο δήμαρχος τη μαντεμένια γραφομηχανή που αγόρασε με χρήματα του δήμου, ενώ κάποιος άλλος έσπρωχνε το κρεβάτι όπου ακόμα ήταν ξαπλωμένοι οι άρρωστοι παππούδες του.
   «Η μάχη του Αρμαγεδδώνος έχει αρχίσει!» φώναξε όχι χωρίς κακία ο παπα-Γεράσιμος απ' τη βεράντα. «Τώρα είναι πολύ αργά να μετανοήσετε».
   Οι άνθρωποι τον κοίταξαν με ντροπή.
   «Και μην πείτε ότι δε σας προειδοποίησα», πρόσθεσε.
   Ο κόσμος ήταν ακόμα στην πλατεία,  συζητώντας τι να κάνουν, όταν ο τρόμος επέστρεψε. Ο σεισμός ανακοίνωσε τη δεύτερή του επίθεση, χτυπώντας τις καμπάνες της εκκλησίας. Αν και το καμπαναριό κουνήθηκε σαν καλάμι, άντεξε τελικά την υπόγεια βία. Όμως, ο ευαίσθητος μηχανισμός του ρολογιού του καταστράφηκε και οι μεταλλικοί του δείκτες σταμάτησαν στην ώρα της δυστυχίας. Το μόνο που οι χωρικοί μπορούσαν να κάνουν όση ώρα το έδαφος κάτω απ' τα πόδια τους έτρεμε και τα κυπαρίσσια τούς έραιναν με κουκουνάρια ήταν να κοιτάζουν. Ο σοβάς με τις αγιογραφίες στην εκκλησία έσπασε σε κομμάτια και σε λίγα λεπτά τα μεγάλα μπλε γράμματα πάνω από την πόρτα του δημαρχείου έπεσαν το ένα μετά το άλλο. Αμέσως μετά γλίστρησε και το μπαλκόνι απ' τα δοκάρια και προσγειώθηκε μονοκόμματο στο έδαφος: η βάση, τα κάγκελα, το κοντάρι της σημαίας κι η πάνινη πολυθρόνα στην οποία ο δήμαρχος συνήθιζε να παίρνει τον απογευματινό του ύπνο.
   Η καταστροφή συνεχίστηκε μαζί με τους θρήνους των χωρικών. Όσα σπίτια βρέθηκαν στην πορεία του σεισμού υπέκυψαν στη δύναμή του: στέγες κατέρρευσαν, σωριασμένες καμινάδες έκλεισαν τους δρόμους, πλίνθινες καλύβες διαλύθηκαν σε σωρούς από σκόνη και άχυρα. Οι χωρικοί δεν είχαν χρόνο να θρηνήσουν την καταστροφή της περιουσίας τους. Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος από πέτρες και ξύλα που έσπαγαν και στη συνέχεια σηκώθηκε ένα σύννεφο σκόνης, απ' όπου ξεπρόβαλαν τα κέρατα ενός αφηνιασμένου κοπαδιού βοδιών.
   Οι άνθρωποι έτρεξαν να κρυφτούν στην εκκλησία του Αγίου Τιμοθέου. Μια οικογένεια Ιεχωβάδων που ο παπα-Γεράσιμος δεν άφησε να μπουν σκαρφάλωσαν όσο πιο ψηλά μπορούσαν στα κυπαρίσσια της αυλής και προσευχήθηκαν με τα χέρια διπλωμένα στα πυκνά κλαδιά, καθώς τα βόδια περνούσαν με κατεύθυνση το άλλο άκρο του χωριού. Όταν το κοπάδι χάθηκε, ο παπα-Γεράσιμος κράτησε την ανάσα του και διαπίστωσε πως ο σεισμός είχε κοπάσει. Άνοιξε τις πόρτες της εκκλησίας, κοίταξε αριστερά και δεξιά και αναστέναξε.
   «Αυτός ο τόπος τραβάει τη συμφορά όπως η φλόγα την πεταλούδα».
   Μετρήθηκαν τρεις φορές για να σιγουρευτούν πως δεν έλειπε κανένας και αμέσως μετά οι χωρικοί στρώθηκαν στη δουλειά. Ο σιδεράς εκτίμησε τη ζημιά του ρολογιού της εκκλησίας και ανακοίνωσε πως για να δουλέψει ξανά έπρεπε, απλά, να ισιώσουν το ελατήριο και τα γρανάζια. Όμως το χωριό ψήφισε ομόφωνα να το αφήσουν όπως ήταν, για να τους θυμίζει πάντα την καταστροφή. Στη συνέχεια, κάποιοι άντρες ακολούθησαν τον κουρέα. Στο μαγαζί του καθάρισαν τη σκόνη με ένα φυσερό του σιδηρουργείου, πάτησαν πάνω στα πεσμένα δοκάρια, παραμέρισαν τη δερμάτινη πολυθρόνα και σήκωσαν το βαρύ ξυλόγλυπτο με τα χερουβείμ που είχε ξεκολλήσει από τον τοίχο, βέβαιοι για το τι θα ανακαλύψουν από κάτω. Από τον αριστουργηματικό καθρέφτη, που ο κουρέας είχε αγοράσει φτηνά από μια ξεθωριασμένη καλλονή της πόλης με τη μανία να μετρά τις ρυτίδες της, είχε απομείνει ένας σωρός κοφτερά, γυαλιστερά κομμάτια.
   Τίποτα όμως δε λύπησε τους άντρες περισσότερο απ' τα νέα που άκουσαν στην συνέχεια. Το σπίτι της Ζαφείρας, στην άκρη του χωριού, με τους ασπροσοβατισμένους τοίχους και τα βαθυκόκκινα παντζούρια, τις γλάστρες με βασιλικό και δεντρολίβανο  και τη μισάνοιχτη πόρτα με το καρφωμένο αλογοπέταλο, είχε μετατραπεί σε μια πυραμίδα από πολύχρωμα μπάζα. Μόνο ο παπα-Γεράσιμος ήταν ευχαριστημένος.
   «Επιτέλους!» αναφώνησε. «Ο οίκος της αμαρτίας επήγε στην Κόλαση».
   Είχε βραδιάσει όταν ο αέρας άλλαξε κατεύθυνση και ακούστηκαν τελικά οι κραυγές των παγονιών που ζούσαν στο νεκροταφείο. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται εκεί. Αφού έβγαλαν την στραπατσαρισμένη καγκελόπορτα απ' τους μεντεσέδες και μπήκαν στο νεκροταφείο, ανακάλυψαν ότι το πέρασμα του σεισμού όχι μόνο είχε ανοίξει αμέτρητα αυλάκια στο έδαφος, αλλά είχε κομματιάσει και τις ταφόπλακες, είχε διαλύσει τα γυάλινα εικονοστάσια με τ' άδεια για χρόνια καντήλια και τα βάζα με τους ξεραμένους αμάραντους που δεν είχαν ποτιστεί ποτέ και -το χειρότερο- είχε ξεθάψει τα φέρετρα των προγόνων τους.
   Μάταια προσπάθησαν να σπρώξουν τα φέρετρα μέσα στους τάφους. Μόλις άγγιζαν τις φαγωμένες απ' τα σκουλήκια σανίδες, αυτές διαλύονταν. Έτσι αποφάσισαν να φτιάξουν νέα φέρετρα. Οι άντρες εργάστηκαν όλη τη νύχτα στο φως των φαναριών κι όλη την επόμενη μέρα, ενώ οι γυναίκες ανέλαβαν να βγάλουν τα οστά και να τα σημαδέψουν ώστε να μην μπερδευτούν. Τότε ήταν που έπεσαν πάνω σ' ένα φέρετρο γεμάτο με βιβλία κι ο παπα-Γεράσιμος έσπευσε να εξηγήσει ντροπιασμένος πως δεν ήταν παρά ένας σωρός  από άχρηστα χαρτιά γεμάτα με τα ψέματα  βλάσφημων κι αγράμματων αιρετικών. Αλλά έκαναν κι άλλες ανακαλύψεις. Μέσα σ' ένα άλλο φέρετρο βρήκαν έναν ολόκληρο τηλέγραφο δίπλα στα λείψανα ενός άντρα που φοβόταν μήπως θαφτεί ζωντανός και σ' ένα τρίτο αντίκρισαν ξαφνιασμένοι ένα συκώτι σε τέλεια κατάσταση κάτω από τ' ασπρισμένα οστά ενός διαβόητου μέθυσου. Ο γιατρός εξήγησε ότι ήταν το οινόπνευμα που το είχε διατηρήσει ανέπαφο. 
   Είχαν σχεδόν μαζέψει όλα τα ξεθαμμένα φέρετρα,  όταν το μάτι του παπα-Γεράσιμου έπεσε πάνω σ' ένα φέρετρο ιδιαίτερα μικρό. Δεν ήταν το μέγεθος που του κίνησε την περιέργεια -αφού ήξερε ότι ο θάνατος ενέδιδε συχνά στον πειρασμό των ανυπεράσπιστων παιδιών του χωριού- αλλά αυτό που ανακάλυψε κάτω απ' την ξεφλουδισμένη επίστρωση της μπογιάς: το φέρετρο ήταν στην πραγματικότητα μια παλιά κάσα για παστωμένα ψάρια. Μια ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη τον περίμενε όταν έσπασε τα σκουριασμένα καρφιά με το φτυάρι, άνοιξε το καπάκι και γονάτισε να δει. Αντί για παιδικά λείψανα, η ευτελής ξύλινη κάσα περιείχε δεκαοκτώ βαριές πέτρες, καθεμιά λαξευμένη και γυαλισμένη στο σχήμα μιας ανθρώπινης καρδιάς.
 
   Χρειάστηκαν δύο μέρες για να φτιαχτούν τα νέα φέρετρα και την τρίτη οι χωρικοί, φορώντας πένθος από γυναικείες καλτσοδέτες, παρακολούθησαν υπό τον ήχο των τζιτζικιών τη λειτουργία για την ανάπαυση των ψυχών. Μόλις ο παπα-Γεράσιμος είπε το «Χους ει και εις χουν απελεύσει», όλοι πήραν το δρόμο για τα σπίτια τους, αφήνοντάς τον μόνο στο νεκροταφείο με το νεκροθάφτη που άρχισε να σκεπάζει τους τάφους. Μπροστά στην κάσα με τις πέτρες ο παπάς ένιωσε απέραντη θλίψη. Κανείς δεν είχε καταφέρει να θυμηθεί πού ακριβώς είχε βρεθεί το κουτί -ή δεν ήθελαν να του πουν. Ο παπα-Γεράσιμος έδωσε μια κλοτσιά στην κάσα.
   «Μία αμαρτία έχει διαπραχθεί. Πριν από χρόνια έψαλα τη νεκρώσιμη ακολουθία σε μια στοίβα πέτρες».
   Το νεκροταφείο ήταν στην κορυφή ενός λόφου, αντικριστά στο χωριό. Οι ταφόπλακες που είχε καταστρέψει ο σεισμός ήταν στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη και τη θέση τους είχαν τώρα πάρει λιτοί ξύλινοι σταυροί. Ο παπα-Γεράσιμος έριξε στο ζευγάρι των παγονιών καλαμπόκι και μπαγιάτικο ψωμί, πριν μαζέψει τα πεσμένα φτερά τους με τα οποία στόλιζε την Αγία Τράπεζα. Ο καιρός ήταν καθαρός κι ευχάριστος. Από τη μέρα του σεισμού ο παπάς δεν είχε πάψει να σκέφτεται τη μυστηριώδη ανακάλυψη. Τα δύο προηγούμενα βράδια είχε ξυπνήσει τρομαγμένος, γεμάτος δάκρυα. Είδε στον ύπνο του την καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, από την πύρινη βροχή και το σεισμό, ενώ το πρωί της νεκρώσιμης ακολουθίας άκουσε θόρυβο απ' τη ντουλάπα που κρεμούσε τα άμφιά του. Την άνοιξε κρατώντας το σταυρό στο τρεμάμενο χέρι του και ψιθυρίζοντας την προσευχή του εξορκισμού κι αμέσως πετάχτηκε έξω ένας τεράστιος ποντικός. 
   Όλα αυτά τα θεώρησε ραδιουργίες του Διαβόλου κι έπεισε τον εαυτό του ότι ο σεισμός ήταν σταλμένος απ' το Θεό, για να ανακαλύψει ο ιερέας του την κάσα. Επομένως, σκέφτηκε, η λύση του μυστηρίου θα ήταν η αρχή στο μακρύ δρόμο της σωτηρίας του χωριού. Με αυτές τις σκέψεις, έφτασε λίγο αργότερα στο σταθμό της χωροφυλακής.
   «Χάνεις τον καιρό σου, πάτερ», είπε ο ενωμοτάρχης μόλις τον είδε. «Και το σπουδαιότερο, το δικό μου».
   «Έχει διαπραχθεί αμάρτημα», θέλησε να εξηγήσει ο παπα-Γεράσιμος.
   «Αυτό είναι δική σου αρμοδιότητα, πάτερ».
   «Ίσως να εμπλέκεται κι έγκλημα. Η τυπική αστυνομική διαδικασία...»
   «Θα το εξετάσω όταν τελειώσω με αυτά», τον διέκοψε ο χωροφύλακας, ακουμπώντας την παλάμη σε μια στοίβα από μηνύσεις που αφορούσαν τις λεηλασίες μετά το σεισμό. Και πρόσθεσε ειρωνικά: «Στο μεταξύ, φύλαξε τις πέτρες, πάτερ. Είναι κρίσιμα ιατροδικαστικά πειστήρια».
   Ο παπα-Γεράσιμος κοκκίνισε από θυμό.
   «Ήταν αμάρτημα», επανέλαβε με πείσμα.
   Δεν ήταν άνθρωπος που εγκατέλειπε εύκολα: αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος τις έρευνες. Μην ξέροντας όμως από πού να ξεκινήσει, περιπλανήθηκε για ώρες στους δρόμους, βυθισμένος σε σκέψεις. Όποιον συναντούσε τον ρωτούσε για τις ζημιές στην περιουσία του, αλλά ήταν τόσο αφηρημένος ώστε αν λίγο αργότερα τον ξανασυναντούσε, τον ρωτούσε τα ίδια πράγματα και του εξέφραζε πάλι τη λύπη του.
   Τα περισσότερα σπίτια του χωριού είχαν μετατραπεί σε ερείπια. Στο δρόμο για την πλατεία ο παπα-Γεράσιμος χρειάστηκε να σκαρφαλώσει σ' ένα σωρό από πέτρες που πριν από το σεισμό ήταν διώροφο σπίτι μ' ένα τζάκι σε κάθε πάτωμα. Αν και θαμμένο κάτω από πολλά στρώματα τούβλων, σοβάδων και καδρονιών, ένα γιασεμί ανέδινε ακόμα τη μνήμη από το άρωμά του. Όχι πολύ μακριά από εκεί, ο σεισμός είχε δείξει έλεος σ' ένα στάβλο. Γαϊδούρια και μουλάρια ήταν δεμένα απ' έξω, ώστε οι ιδιοκτήτες τους να πάρουν το κατάλυμά τους. Ο παπάς σταμάτησε στο κουρείο όπου ο κουρέας, πεσμένος στα τέσσερα, συναρμολογούσε τον καθρέφτη.
   «Πρόσεξε μην πατήσεις τα γυαλιά, πάτερ», τον προειδοποίησε ο κουρέας μ' ένα κουτί κόλλα στο χέρι. «Εκτός κι αν είσαι τόσο ελαφρός που μπορείς να βαδίσεις κι επί των υδάτων».
   Ο παπα-Γεράσιμος υπάκουσε. Σήκωσε μια καρέκλα που ήταν αναποδογυρισμένη στο πάτωμα, σκούπισε το κάθισμα με το μανίκι του ράσου του και κάθισε. Το μικρό μαγαζί ήταν σε κακή κατάσταση: βαθιές ρωγμές είχαν ανοίξει στους τοίχους και μια μεγάλη τρύπα είχε σχηματιστεί στη σκεπή. Σε μια γωνία, πάνω στο σωρό απ' τα σπασμένα κρύσταλλά του, ένας πολυέλαιος με πέντε λάμπες έδωσε στον παπά την εντύπωση ενός ψόφιου κύκνου.
   «Ξέρεις τίποτε για τις πέτρες στο φέρετρο;» ρώτησε.
   «Δεν έχω ιδέα, πάτερ», απάντησε βιαστικά ο κουρέας.
   Ήταν ακόμα σκυμμένος πάνω απ' τον καθρέφτη, αλλά σιγά σιγά γύρισε την πλάτη του στον παπά. Εκείνος τον παρακολουθούσε σιωπηλά. Έξω στο δρόμο, γυναίκες και παιδιά κουβαλούσαν κουβάδες με ασβέστη. Ο κουρέας άρχισε να μουρμουρίζει ένα σκοπό.
   «Έχεις σκεφτεί ποτέ να ξυρίσεις τα γένια σου, πάτερ;» αστειεύτηκε ύστερα από λίγο. «Θα σου κάνω καλή τιμή».
   Ο παπάς αγνόησε το αστείο. Κατάλαβε πως ο κουρέας προσπαθούσε να αποφύγει τις ερωτήσεις του.
   «Παράξενο», επέμεινε ο παπα-Γεράσιμος, χαϊδεύοντας τα γένια του. «Οι άντρες λένε στον κουρέα τους πράγματα που δε θα έλεγαν ούτε στη γυναίκα τους».
   «Όχι σ' εμένα, πάτερ. Λένε πως είμαι χειρότερος στο να κρατάω μυστικά κι από τον κουρέα του Μίδα».
   Ο παπάς δεν τον πίστεψε. Ήξερε όμως πως θα ήταν λάθος τακτική να δείξει την καχυποψία του από τα πρώτα στάδια της έρευνάς του.
   «Έτοιμος», είπε ο κουρέας ύστερα από λίγο. Σηκώθηκε και σκούπισε τα χέρια του στα μπατζάκια του. «Θα βάλεις ένα χέρι, πάτερ;»
   Ο παπα-Γεράσιμος τον βοήθησε να κρεμάσει το βαρύ καθρέφτη στον τοίχο. Όταν τελείωσαν ο κουρέας ρώτησε:
   «Πώς σου φαίνεται;»
   Ο παπάς κοίταξε το τζάμι: ήταν σα ψηφιδωτό φτιαγμένο από ερασιτέχνη. Ανάμεσα στα κολλημένα κομμάτια υπήρχαν κενά και το είδωλό του ήταν παραμορφωμένο που το πρόσωπό του έμοιαζε μουλαρίσιο.
   «Αυτό το πράγμα κάνει μόνο για το λαβύρινθο με τους καθρέφτες του λούνα παρκ», απάντησε με πίκρα. Και μην μπορώντας να συγκρατήσει πια τα αισθήματά του πρόσθεσε: «Κουρέα, είσαι τόσο καλός να επισκευάζεις καθρέφτες όσο και να λες ψέματα».
   Εκείνη τη νύχτα οι εφιάλτες του επέστρεψαν. Ο παπα-Γεράσιμος καταράστηκε κι αναστέναξε για πολλή ώρα πριν παραδεχτεί ήττα στις προσπάθειές του να κοιμηθεί. Σηκώθηκε απ' το κρεβάτι και κοίταξε έξω απ' το παράθυρο. Θα περνούσαν αρκετές ώρες μέχρι την αυγή. Το σπίτι είχε μόνο ένα δωμάτιο: κρεβατοκάμαρα, γραφείο και κουζίνα μαζί. Έβαλε στο μπρίκι τόσο ρεβίθι όσο και καφέ λόγω της εύθραυστης οικονομικής τους κατάστασης, πρόσθεσε και λίγη ζάχαρη κι έβρασε το μείγμα στο καμινέτο. Τυλίχτηκε στο ράσο του και κάθισε στην ίδια καρέκλα, στη βεράντα, απ' όπου είχε παρακολουθήσει το ξέσπασμα του σεισμού πριν από τρεις μέρες. Ήπιε τον καφέ όσο ήταν ακόμα καυτός, με το βλέμμα του κολλημένο στον ορίζοντα, όπου το περίγραμμα των λόφων ήταν αδιόρατο. Όταν άδειασε το φλιτζάνι έψησε κι άλλο καφέ και επέστρεψε στη βεράντα, όπου παρέμεινε σε βαθιά σκέψη μέχρι που οι λόφοι πήραν το χρώμα του μελιού. Μόνο όταν λάλησαν οι πετεινοί, θυμήθηκε πως ήταν η ώρα του όρθρου και βιάστηκε να ντυθεί  μουρμουρίζοντας:
   «Συγχώρα με, Κύριε. Ακόμα κι εγώ Σε απαρνήθηκα».
   Η λειτουργία είχε τόσο λίγο κόσμο που η μελαγχολία του μεγάλωσε. Δυο φορές έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται την αμαρτωλή ταφή ενώ καθαγίαζε τον άρτο και τον οίνο της μετάληψης. Πρόσφερε τη θεία κοινωνία βιαστικά και είπε το «Πάτερ Ημών» πιο γρήγορα απ' ό,τι συνήθως. Ξύπνησε τις γριές που πάντα τις έπαιρνε ο ύπνος κατά τη διάρκεια της λειτουργίας κι όταν όλοι είχαν φύγει, έβγαλε τα άμφια και φόρεσε ξανά το λεκιασμένο του ράσο. Ήταν έτοιμος για άλλη μια μέρα ερευνών.
   Στο καφενείο ο καφετζής ξαφνιάστηκε βλέποντάς τον τόσο νωρίς.
   «Η μόνη φορά που σε θυμάμαι να 'ρχεσαι στο μαγαζί τέτοια ώρα, πάτερ, ήταν όταν σου σώθηκε ο οίνος της μετάληψης», σχολίασε πίσω απ' τον πάγκο.
   Ο παπα-Γεράσιμος τον συμπαθούσε. O καφετζής ήταν ένας γίγαντας που όταν περπατούσε πάνω - κάτω στο μαγαζί, θύμιζε υπερωκεάνιο που προσπαθεί να δέσει χωρίς ρυμουλκό. Οι ευγενικοί του τρόποι είχαν πείσει τον παπά πως ήταν ο πιο ειλικρινής και καλόκαρδος άνθρωπος στο χωριό. Ο καφετζής έφερε στον παπα-Γεράσιμο τον καφέ του.
   «Τότε ήταν μεγάλη ανάγκη», δικαιολογήθηκε ο παπάς και θυμήθηκε το περιστατικό ντροπιασμένος αλλά και με παιδιάστικη πονηριά. «Βγήκα κρυφά απ' την πίσω πόρτα κι ούτε ο ψάλτης δε με πήρε χαμπάρι». Συγκράτησε το γέλιο του και πρόσθεσε σεμνά: «Ελπίζω ο Κύριος να με συγχωρέσει που πρόσφερα κονιάκ εκείνη τη μέρα».
   «Είμαι βέβαιος, πάτερ. Αν θυμάσαι, το κονιάκ ήταν εκατόν εξήντα βαθμών. Το φύλαγα για το γάμο της αδελφής μου».
   «Και σου είμαι αιώνια ευγνώμων, τέκνον μου», τον ευχαρίστησε ο παπα-Γεράσιμος.
   Καθόταν σ' ένα τραπέζι δίπλα στον πάγκο. Στον τοίχο υπήρχε ένας κύκλος από σκόνη, εκεί όπου κάποτε κρεμόταν το ρολόι -είχε σχήμα καπακιού από μπουκάλι, με τη μάρκα μιας δημοφιλούς μπίρας πάνω και δινόταν δωρεάν σε κάθε λιανοπωλητή με ετήσιες πωλήσεις πάνω από πέντε χιλιάδες καφάσια.
   «Κρίμα για το ρολόι», είπε ο παπα-Γεράσιμος.
   Ο καφετζής κοίταξε λυπημένος το σημάδι στον τοίχο.
   «Ήταν καλό ρολόι».
   «Ελβετικό;»
   «Ο μηχανισμός ναι. Επτά ρουμπίνια».
   Παρατήρησαν και οι δύο σιωπηλά το λεκιασμένο σημάδι στον τοίχο. Ο καφετζής είπε:
   «Έχανε μόνο ένα λεπτό το μήνα».
   «Αλήθεια;» Ο παπάς κούνησε το κεφάλι του με θαυμασμό και άλλαξε συζήτηση. «Σήμερα χρειάζομαι τη βοήθειά σου ξανά, τέκνον μου, αλλά για ένα άλλο ζήτημα».
   Εκτός από το ρολόι, η άλλη ζημιά που είχε υποστεί το καφενείο στο σεισμό ήταν ένα κομμάτι σοβάς που έπεσε απ' το ταβάνι στη γυάλινη βιτρίνα του ψυγείου. Μέσα από το σπασμένο γυαλί, ο παπάς παρακολούθησε τον καφετζή που έπλενε τα ποτήρια και τα φλιτζάνια.
   «Τη βοήθειά μου, πάτερ;»
   «Ναι. Τι ξέρεις να μου πεις για τις πέτρες;»
   «Τις πέτρες;» 
   «Τις πέτρες στο φέρετρο».
   «Ποιο... φέρετρο;»
   Ο παπα-Γεράσιμος έριξε το βλέμμα του στα χέρια του γίγαντα με καχυποψία. Εκείνο το πρωί είχαν πολύ λίγη από τη συνηθισμένη τους επιδεξιότητα -για την ακρίβεια, έτρεμαν. Επίσης παρατήρησε πως μόλις ο καφετζής έπλυνε όλα τα ποτήρια και τα φλιτζάνια, τα ξανάβαλε στη σαπουνάδα κι άρχισε να τα τρίβει πάλι με το σφουγγάρι.
   «Δεν ήσουν στο νεκροταφείο όταν ανακάλυψα την ψαροκασέλα;» ρώτησε ο παπάς.
   Ο άλλος σκούπισε το μέτωπό του με την ανάστροφη του χεριού.
   «Α, εκείνο το φέρετρο... ναι», απάντησε σκύβοντας πάνω στο νεροχύτη· τα φρύδια του είχαν σαπουνάδα.
   «Λοιπόν;» 
   «Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω, πάτερ. Αλλά όταν οι πελάτες μου μιλούν με ειλικρίνεια είναι τόσο μεθυσμένοι ώστε δεν καταλαβαίνω τι λένε. Είναι πρόβλημα».
   Ο παπα-Γεράσιμος ένιωσε προδομένος. Μια εβδομάδα νωρίτερα είχε δώσει σ' αυτό τον άνθρωπο άφεση αμαρτιών επειδή νόθευσε τα ποτά με νερό. Τώρα εκείνος τον ξεπλήρωνε μ' ένα ψέμα. Ο θυμός του άρχισε να τον πνίγει και τελείωσε τον καφέ του με αποφασιστικότητα.
   «Το πραγματικό πρόβλημα, τέκνον μου», είπε σηκώνοντας το δάχτυλό του, «είναι ότι συναναστρέφεσαι απίστους εδώ και πολύ καιρό».
   Δεν περίμενε να ακούσει τις δικαιολογίες του άλλου, ούτε πλήρωσε τον καφέ του.
 
   Εκείνο το απόγευμα ο παπα-Γεράσιμος κατάφερε να κοιμηθεί μια ώρα πριν τον ξυπνήσει η σκύλα του κλαίγοντας. Αφού την τάισε, έπλυνε το πρόσωπό του στο νεροχύτη, στέγνωσε τα γένια του στην πετσέτα για τα πιάτα και πήγε στο σταθμό του τρένου. Ο πλαϊνός τοίχος του εκδοτηρίου εισιτηρίων είχε γκρεμιστεί και υπήρχαν τούβλα και σοβάδες στα έπιπλα και στο δάπεδο. Το γκισέ του τηλεγραφείου είχε γείρει και στην αίθουσα αναμονής τα τζάμια ήταν σπασμένα. Ο παπάς βρήκε το σταθμάρχη να κάθεται σε μια κουνιστή καρέκλα στην αποβάθρα, καθαρίζοντας με το ξεσκονιστήρι μια στοίβα από κορνιζαρισμένες αφίσες. Φορούσε τη στολή του κι είχε το καπέλο ριγμένο προς τα πίσω. Ο παπα-Γεράσιμος τον χαιρέτησε.
   «Καλησπέρα, πάτερ», αντιχαιρέτησε ο σταθμάρχης χωρίς να γυρίσει. «Δε θα 'χει δρομολόγια για λίγο καιρό».
   Κατέβασε το καπέλο χαμηλότερα κι άρχισε να κουνιέται στην καρέκλα.
   «Για ποιο λόγο;»
   «Οι ράγες έχουν στραβώσει», απάντησε ο σταθμάρχης, δείχνοντας τη γραμμή σε κάποια απόσταση. «Δε βλέπεις τις σπασμένες τραβέρσες;»
   Ο παπάς κούνησε καταφατικά το κεφάλι, αν και δε μπορούσε να δει τόσο μακριά.
   «Η δυστυχία χτυπάει τους πλούσιους με το σφυράκι της δημοπρασίας και τους φτωχούς με τη βαριά του λατομείου», μίλησε αποκαρδιωμένος.
   Ο σταθμάρχης συμφώνησε και συνέχισε να ξεσκονίζει τις παλιές αφίσες.
   «Όταν διορθώσω τον τηλέγραφο θα ενημερώσω τον Οργανισμό».
   «Γαμώτο...» μουρμούρισε ο παπάς κι αμέσως δάγκωσε το χείλος του.
   «Σχεδιάζεις κανένα ταξίδι, πάτερ;»
   «Εγώ; Εγώ δεν έχω ταξιδέψει εδώ κι είκοσι τρία χρόνια, τέκνον μου. Ακόμα κι αν γινόταν ξανά ο Κατακλυσμός δε θα μπορούσα να κάνω ούτε βήμα».
   Ήταν μόνο η μισή αλήθεια. Είχε έρθει στο σταθμό με σκοπό να στείλει τηλεγραφήματα στο αρχηγείο της χωροφυλακής, στο νομάρχη και το δεσπότη, για να τους ενημερώσει σχετικά με την κάσα και τις πέτρινες καρδιές. Σκέφτηκε ακόμα να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα του νομού ο ίδιος, αλλά μόνο με το τρένο -το ταξίδι με λεωφορείο ήταν αδύνατον, εξαιτίας της γεροντικής του ανάγκης για συχνή ούρηση. Τώρα που και τα δυο του σχέδια είχαν αποτύχει, ο παπα-Γεράσιμος ένιωσε την ανάγκη να καθίσει κι έσυρε μια καρέκλα από την αίθουσα αναμονής.
   «Μερικές φορές αισθάνομαι πως κουβαλάω τον ουρανό στην πλάτη», αναστέναξε.
   Ο σταθμάρχης τελείωσε το ξεσκόνισμα κι άναψε τσιγάρο.
   «Σε καταλαβαίνω απόλυτα», είπε κοιτάζοντας τον ορίζοντα βαριεστημένα. «Έχω τσακίσει την πλάτη μου να κουβαλάω βαλίτσες».
   Αν υπήρχε τουλάχιστον κάποια ηθική ανταμοιβή, αναλογίστηκε ο παπα-Γεράσιμος.
   «Η εκφόρτωση αποσκευών δεν είναι δική μου δουλειά», συνέχισε ο σταθμάρχης. «Αλλά υπάρχει έλλειψη προσωπικού». 
   Ο παπάς ήταν έτοιμος να κλάψει.
   «Κι όλη αυτή η μοναξιά. Ω, Θεέ μου, αυτή τη μοναξιά δεν την αντέχω!»
   «Μερικές φορές πρέπει κάποιος να δέχεται τα πράγματα όπως έρχονται, πάτερ».
   Ήταν αυτά τα λόγια που ξύπνησαν τον παπα-Γεράσιμο από τη νάρκη της απογοήτευσής του. Όλη του τη ζωή θαύμαζε τους χριστιανούς ασκητές για τα βάσανα που είχαν υποφέρει με τη θέλησή τους. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως κάθε ήττα, κάθε λεπτό μοναξιάς και κάθε σταγόνα ιδρώτα στο μέτωπό του αντιπροσώπευε ένα ακόμα βήμα προς τον Παράδεισο.
   «Ποτέ!» αναφώνησε περιφρονητικά και πηδώντας από το κάθισμά του άρπαξε το σταθμάρχη από το γιακά.
   «Τι στην οργή, πάτερ;»
   Το τσιγάρο έπεσε από το χέρι του σταθμάρχη.
   «Πες μου τι ξέρεις για τις πέτρες».
   Ο σταθμάρχης προσπάθησε ν' απελευθερωθεί, φωνάζοντας:
   «Είμαι δημόσιος υπάλληλος. Δε μπορείς να με αγγίξεις!»
    Ο παπα-Γεράσιμος όμως έσφιξε το χέρι του με μια δύναμη που εντυπωσίασε ακόμα και τον ίδιο. Ο εκνευρισμός του, που μεγάλωνε από τη μέρα της ανακάλυψης, βρήκε το θύμα του στο πρόσωπο του σταθμάρχη, που, παρεμπιπτόντως, ήταν και βολικά μικρόσωμος. Ύστερα από αρκετά λεπτά στα χέρια του παπά και με την κουνιστή του καρέκλα σ' επικίνδυνη ισορροπία, ο σταθμάρχης παρέδωσε τα όπλα.
   «Ρώτα τη γυναίκα μου», ψιθύρισε. «Αυτή θα σ' τα πει όλα».
   Ο παπα-Γεράσιμος τον άφησε. Τρέμοντας, ο σταθμάρχης έψαξε στο πάτωμα για το τσιγάρο του.
   Αυτός κι η γυναίκα του ζούσαν στο μικρό σπίτι δίπλα στη διάβαση. Χτισμένο από τους μηχανικούς του σιδηροδρόμου, το σπίτι έμοιαζε με στρατιωτικό φυλάκιο. Λόγω των τοίχων και του πατώματος από μπετόν, είχε μείνει ανέπαφο από το σεισμό. Τις ώρες που ο σταθμάρχης βρισκόταν στο σταθμό η γυναίκα του ήταν υπεύθυνη για το κατέβασμα της μπάρας όποτε περνούσε τρένο. Το σπουδαιότερο όμως ήταν πως η γυναίκα ήταν για πολλά χρόνια η μαία του χωριού. Ο παπα-Γεράσιμος χτύπησε την πόρτα και μπήκε χωρίς να περιμένει απάντηση. Βρήκε τη μαία να κάθεται στο τραπέζι και να διαβάζει ένα ερωτικό μυθιστόρημα, που στο εξώφυλλό του είχε μια γυναίκα με εφαρμοστό φόρεμα κι αποκαλυπτικό ντεκολτέ. Μόλις τον είδε, η γυναίκα κοκκίνισε κι έβαλε το βιβλίο σ' ένα συρτάρι.
   «Βρίσκομαι εδώ για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα», ανακοίνωσε ο παπάς.
   Η γυναίκα κατάλαβε αμέσως τι ήθελε. Τον βοήθησε να καθίσει και καθώς πήγαινε να φτιάξει καφέ εκείνος τη διέταξε να γυρίσει πίσω. Η μαία ήταν παχουλή, μικρής ηλικίας, χωρίς παιδιά, που φορούσε μαντίλι στο κεφάλι ακόμα και μέσα στο σπίτι. Ο παπα-Γεράσιμος τη θυμόταν σαν ένα όμορφο παιδί γεμάτο ζωντάνια. Τώρα είχε ένα μουστάκι που δεν ήταν πολύ μικρότερο από του άντρα της. Ο παπάς τέντωσε τα χέρια στο τραπέζι. Η γυναίκα τα κοίταξε με περιέργεια: δεν είχαν τρίχες κι ήταν σκελετωμένα, με μακριά δάχτυλα, άκοπα νύχια και κόκκινα εξανθήματα.
   «Τα χέρια σου μοιάζουν με καβούρια, πάτερ», είπε με καλή διάθεση.
   Ο παπα-Γεράσιμος τής αρνήθηκε το αστείο και τη ρώτησε αμέσως:
   «Ποιος το 'κανε;»
   «Δε θα έπρεπε να ρωτάς ποιος, αλλά γιατί, πάτερ».
   «Θα ρωτήσω τον υπαίτιο γι' αυτό».
   Ο παπα-Γεράσιμος ακούμπησε πίσω κι η καρέκλα έτριξε από το βάρος του. Μια μυρωδιά σκόρδου ερχόταν απ' το ξύλινο γουδί πάνω στο ντουλάπι. Ο παπάς σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος κι έπαιξε τα δάχτυλα στο τραπέζι.
   Έπειτα από λίγο η μαία είπε:
   «Η μητέρα πέθανε αμέσως μετά τη γέννα. Εσύ λειτούργησες στην κηδεία». Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε: «Και σου 'παν πως ήταν νεκρογέννηση. Το μωρό θάφτηκε δίπλα στη μάνα... η κάσα».
   «Η κάσα με τις δεκαοχτώ πέτρινες καρδιές», συμπέρανε ο παπάς.
   «Μία για κάθε χρόνο της ζωής της».
   «Ώστε το μωρό έζησε».
   «Και τα δύο. Ήταν δίδυμα».
   «Ο πατέρας ήταν που σκαρφίστηκε το ψέμα;»
   «Φυσικά», απάντησε η γυναίκα ξερά.
   Ο παπάς τέντωσε το δάχτυλό του απειλητικά.
   «Θέλω τ' όνομά του!»
   Με το που τον κοίταξε στα μάτια, η γυναίκα κατάλαβε πως κάθε αντίσταση θα ήταν μάταιη. Του το είπε.
   «Τώρα θυμάμαι την ταφή», είπε ο παπα-Γεράσιμος κουνώντας το κεφάλι. «Τα δύο φέρετρα, μάλιστα». Ξανάφερε στη μνήμη του το μικρό φτηνό φρεσκοβαμμένο βρεφικό φέρετρο που είχε παραμείνει σφραγισμένο σε όλη τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. «Πες μου τα πάντα, γυναίκα», απαίτησε. «Είναι η τελευταία σου ελπίδα να σώσεις την ψυχή σου!»
 
   Ο ήλιος βρισκόταν πίσω από τους λόφους και το χωριό βυθιζόταν αργά σ' ένα σκυθρωπό σκοτάδι: κατά τη διάρκεια του σεισμού ο υποσταθμός του ηλεκτρικού είχε καταρρεύσει και τα μηχανήματα είχαν καταστραφεί. Όταν ο παπα-Γεράσιμος έφυγε από το σπίτι με τη λάμπα θυέλλης στο χέρι, μπορούσε να δει μόνο το Σείριο, αλλά έπειτα από περπάτημα μίας ώρας ο ουρανός ήταν αρκετά σκοτεινός για να μπορέσει να διακρίνει όλους τους αστερισμούς. Κάθισε σ' ένα βράχο στην άκρη του χωματόδρομου, παρατηρώντας τα αστέρια -ήταν μια συνήθεια που είχε από παιδί. Όταν ένιωσε ικανοποίηση για τις αστρονομικές του γνώσεις, άναψε τη λάμπα της παραφίνης και ξεκίνησε πάλι.
   Δε φοβόταν το σκοτάδι -τη σκύλα την είχε πάρει μαζί του για συντροφιά. Άκουγε το κουδούνι της καθώς έτρεχε μπροστά του, έμενε πίσω ή έφευγε από το δρόμο -ίσως για να κυνηγήσει κάποιο κουνέλι. Πού και πού τριβόταν στο πόδι του κι αυτός την άφηνε να του γλείψει το χέρι.
   Μόνο οι άνθρωποι να υπάκουγαν το Θεό καλόβολα, όπως τα σκυλιά υπακούν εμάς, συλλογίστηκε ο παπα-Γεράσιμος.
   Ο προορισμός του ήταν ένα σπίτι στην αντίθετη μεριά του νεκροταφείου, εκεί όπου έμενε ο χήρος. Ο παπα-Γεράσιμος δεν τον είχε δει στην εκκλησία για αρκετά χρόνια. Η αλήθεια ήταν πως ο άνθρωπος αυτός δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ πια στο χωριό· μόνο για να αγοράσει προμήθειες από το μπακάλη. Ο παπάς θυμήθηκε την πρώτη φορά μετά το θάνατο της γυναίκας του που τον είχε ξαναδεί. Εμφανίστηκε μετά το σούρουπο, φορώντας το καπέλο του σαν μάσκα, ένα παλιό στρατιωτικό χιτώνιο χωρίς γαλόνια κι ένα ζευγάρι μπότες ιππασίας, που μάλλον είχε αγοράσει στο παζάρι, στην πρωτεύουσα του νομού. Η μυστικότητα στον τρόπο που περπατούσε είχε σχεδόν πείσει τον παπά πως ήταν το φάντασμα ενός στρατιώτη που είχε σκοτωθεί στον πόλεμο.
   Ο παπα-Γεράσιμος είδε το σπίτι από μακριά. Ο σεισμός το είχε τσακίσει. Οι εξωτερικοί τοίχοι στέκονταν ακόμη, αλλά όλοι οι εσωτερικοί κι η στέγη είχαν καταρρεύσει. Τα συντρίμμια παρέμεναν όπου είχαν πέσει. Το φως του φεγγαριού έλαμπε μέσα απ' τα σπασμένα παράθυρα και στην αυλή η μνημειώδης καπνοδόχος είχε σωριαστεί πάνω στο ξύλινο αποχωρητήριο. Ο παπα-Γεράσιμος αισθάνθηκε σαν να είχε αντικρίσει το σάπιο πτώμα ενός ζώου -και όχι μόνο εξαιτίας της αθλιότητας. Η οσμή από περιττώματα ήταν παντού. Πίσω του η σκύλα γρύλισε. Όταν ο παπάς πλησίασε τη βεράντα και σήκωσε τη λάμπα, το φως έπεσε απροσδόκητα πάνω σ' ένα ζευγάρι κίτρινα μάτια.
   «Κύριε Ιησού Χριστέ!» αναφώνησε.
   Η λάμπα έπεσε από το χέρι του κι η φλόγα έσβησε.
   Μες στο σκοτάδι, ακούστηκε μια τεμπέλικη φωνή:
   «Σε περίμενα, παπά».
   Τα λόγια ακούστηκαν σαν να έρχονταν από την άλλη άκρη ενός τούνελ. Ο παπα-Γεράσιμος έψαξε μέσα στο σκοτάδι για τη λάμπα. Όταν την άναψε ξανά και τα μάτια του συνήθισαν στο φως, είδε το περίγραμμα ενός άντρα. Ήταν ξαπλωμένος σ' ένα ράντσο, σκεπασμένος με κουβέρτες μέχρι το λαιμό και κάτω από τις κουβέρτες πρόβαλε η κάννη ενός δίκαννου. Ο παπάς σήκωσε τη λάμπα και κοίταξε ψηλά, εκεί που κάποτε ήταν η σκεπή του σπιτιού.
   «Είσαι τυχερός που ζεις ακόμα», είπε.
   «Πάντα κοιμάμαι έξω τα καλοκαίρια. Εκείνο το απόγευμα, μάλιστα, ξύπνησα αφότου πέρασε ο σεισμός». 
   Ο παπάς κούνησε το κεφάλι.
   «Κοιμάσαι καλά αν κι αμαρτωλός, Νικηφόρε».
   «Η μόνη αμαρτία που ξέρω είναι ο θάνατος της γυναίκας μου».
   Φαινόταν θυμωμένος. Ο παπα-Γεράσιμος έριξε μια ματιά στο δίκαννο κι άλλαξε αμέσως τακτική. Ένα άγριο ζώο μπορείς να το δαμάσεις με φαγητό, σκέφτηκε. Έναν επικίνδυνο άνθρωπο με τα κατάλληλα λόγια. Έδειξε το δίκαννο με το δάχτυλο.
   «Γιατί το 'χεις αυτό;»
   «Πουλιά».
   «Πρέπει να βάλεις μπροστά τη σκεπή», συνέχισε ο παπάς ήρεμα. «Πριν πιάσουν οι βροχές».
   Ο άντρας έβηξε και μετακινήθηκε κάτω από τις κουβέρτες.
   «Μπορεί να περιμένει».
   Ο παπα-Γεράσιμος ανέβηκε τα σκαλοπάτια κι έριξε το φως της λάμπας στον άντρα. Πάνω στις κουβέρτες υπήρχαν τα άσχημα νέα της φυματίωσης: έβηχε κι έφτυνε αίμα. Η σκύλα μύρισε την αρρώστια και κάθισε μακριά, αλλά η περιέργεια του παπά τον έσπρωχνε κοντύτερα. Κάτω από το κρεβάτι υπήρχαν ποντίκια κι έτρεξαν να κρυφτούν.
   «Έπρεπε να 'σαι στο σανατόριο, Νικηφόρε».
   «Μια χαρά είμαι εδώ, παπά. Τα ιδρύματα είναι ξενοδοχεία για ποιητές».
   Κάποτε μια πέργκολα σκέπαζε τη βεράντα, αλλά τώρα ένας μόνο στύλος της παρέμενε όρθιος. Ο παπα-Γεράσιμος έγειρε πάνω του κι ακούμπησε τη λάμπα στο πάτωμα, όπου τα σπασμένα κλαδιά της κληματαριάς κείτονταν σαν νεκρά φίδια. Από αυτή την απόσταση κανένας από τους δύο δε μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπο του άλλου. Ο παπάς μίλησε πρώτος.
   «Βρήκα μια θαμμένη ψαροκασέλα, Νικηφόρε».
   Ο άντρας σάλεψε κάτω από την κουβέρτα.
   «Ναι, το άκουσα».
   Ο παπα-Γεράσιμος ξαφνιάστηκε.
   «Πώς κι έτσι;»
   «Όταν ο αέρας φυσάει από το χωριό μπορώ να ακούσω ακόμα κι εσένα να παίζεις κομπολόι».
   «Μάλιστα... Πιστεύω πως ξέρεις τι υπήρχε μέσα στην κάσα».
   Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί όσο ο άντρας πήρε ένα πακέτο τσιγάρα από το πάτωμα κι ένα πανάρχαιο τσακμάκι. Άναψε ένα τσιγάρο με αργές κινήσεις.
   «Γνώρισα τη γυναίκα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ακόμα την αγαπώ». Μιλούσε σαν υπνωτισμένος. «Ο γάμος μας δεν ήταν συνοικέσιο. Γνωριστήκαμε στο παζάρι».
   Είπε πως εκείνη τη μέρα η γυναίκα είχε πάει στο παζάρι σταλμένη από τη μάνα της, για να αγοράσει καλαμπόκι. Ήταν η παραμονή των δέκατων έβδομων γενεθλίων της. Είχε κατάμαυρες πλεξούδες και φορούσε ένα φόρεμα με χελιδόνια. Μην έχοντας δουλειά, ο Νικηφόρος είχε απλωθεί σε μια καρέκλα κάτω από την τέντα του πάγκου του και λάδωνε το δίκαννό του για να περάσει η ώρα.
   «Μάνα μου!» αναφώνησε τη στιγμή που την είδε. «Αυτά τα χελιδόνια έφεραν την άνοιξη φέτος μια ώρα αρχύτερα». Ήταν πραγματικά κεραυνοβόλος έρωτας. Αμέσως πετάχτηκε μπροστά από τον πάγκο κι έτρεξε πίσω της με μια αγκαλιά φρούτα. «Σας παρακαλώ, πάρτε αυτά τα ροδάκινα. Είναι δική μου παραγωγή. Τα κουκούτσια τους είναι αληθινά ρουμπίνια».
   Τον αγνόησε χωρίς έλεος. 
   «Μόνο η γάτα της μάνας μου γρατσουνίζει το χέρι που θέλει να την ταΐσει», είπε ο Νικηφόρος προσβεβλημένος. «Ίσως νομίζει πως είναι λεοπάρδαλη».
   Η απροσδόκητη ευθύτητά του έκαμψε την άμυνα της νεαρής γυναίκας.
   «Με συγχωρείτε, δε σας άκουσα», δικαιολογήθηκε. «Το σπίτι μας είναι δίπλα στην εκκλησία κι η καμπάνα έχει πειράξει τα τύμπανα των αυτιών μου».
   Ο Νικηφόρος αντέδρασε ιπποτικά.
   «Είμαι ο καλύτερος σκοπευτής σε όλη την κοιλάδα», καυχήθηκε. Εκείνη τη μέρα ο πάγκος του στην πλατεία δεν ήταν μακριά απ' την εκκλησία. «Για σας θα γκρεμίσω το καμπαναριό».
   Σήκωσε το δίκαννο να το αποδείξει, αλλά η γυναίκα τον σταμάτησε.
   Τη στιγμή που ακούμπησε την κάννη αισθάνθηκε τις σπίθες του έρωτα στις άκρες των δαχτύλων της κι έσκουξε.
   «Μη φοβάστε», της εξήγησε ο Νικηφόρος. «Είναι στατικός ηλεκτρισμός από το γυάλισμα με το μάλλινο πανί».
   Δεν τον πίστεψε, προτιμώντας τη θεωρία της, πως το στιγμιαίο τίναγμα ήταν ένδειξη της αμοιβαίας κι αναπότρεπτης έλξης τους.
   Ο παπα-Γεράσιμος χασμουρήθηκε. Ήταν κι αυτός χήρος, αλλά κατά τη διάρκεια της δικής του έγγαμης ζωής περισσότερο είχε ταλαιπωρηθεί από τις εκδηλώσεις και τις αποδείξεις αγάπης παρά είχε νιώσει ικανοποίηση.
   «Προσωπικά προτιμώ τη λατρεία του Θεού», είπε. «Αλλά καταλαβαίνω πώς πρέπει να ένιωσες».
   «Δεν έχεις ιδέα, παπά».
   «Αγάπη είναι το επάγγελμα που επέλεξα, Νικηφόρε».
   «Η δική σου αγάπη έχει περισσότερη σχέση με τις υπηρεσίες της Ζαφείρας παρά με αυτό που εννοώ εγώ».
   Ο παπα-Γεράσιμος έχασε την ψυχραιμία του.
   «Βλαστήμα όσο θέλεις. Το γεγονός είναι ότι το καζάνι σου έχει ήδη αρχίσει να βράζει στην Κόλαση».
   Ο άντρας άρχισε να βήχει.
   «Πάντα λυπόμουν για λογαριασμό σου, Νικηφόρε. Μόνο ο Θεός ξέρει πόσο βαρύς ήταν ο σταυρός σου. Αλλά...»
   «Στο κελάρι», τον διέκοψε ο άντρας, σκουπίζοντας το αίμα από το στόμα του. «Εκεί τα 'χα κλεισμένα. Έλα να σου δείξω».
   Έσπρωξε τις κουβέρτες πέρα και προσπάθησε να σηκωθεί στηριζόμενος στο δίκαννο. Φορούσε το ίδιο αμπέχονο που θυμόταν ο παπα-Γεράσιμος, αλλά τώρα ένα μεγάλο μέρος του ήταν φαγωμένο από τα ποντίκια.
 
   Οι πόνοι της γυναίκας του είχαν αρχίσει ένα απόγευμα βιβλικής βροχής, τη στιγμή που ο Νικηφόρος καθόταν στην ψάθινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο, με την αθλητική εφημερίδα κι ένα φλιτζάνι φασκόμηλο. Συνέρχονταν κι οι δυο τους από ένα αυτοκρατορικό γεύμα. Τους προηγούμενους μήνες, η μια μετά την άλλη, όλες οι κότες είχαν σφαχτεί για να ικανοποιήσουν τη βουλιμία της Ολυμπίας κι ο Νικηφόρος δεν έβλεπε το λόγο γιατί να ανέχεται πλέον το σπαραξικάρδιο λάλημα του ορφανεμένου πετεινού: εκείνη τη μέρα τον είχε τελικά μαγειρέψει με βραστές πατάτες και τον έφαγαν με τη συνοδεία πρόβειου τυριού, φρεσκοζυμωμένου ψωμιού και ρετσίνας.
   «Αισθάνομαι σαν να με πλακώνει ταφόπλακα», είπε η γυναίκα δυσοίωνα όταν είχαν τελειώσει. «Βοήθα με να πάω στο κρεβάτι». 
   Ο Νικηφόρος κουβάλησε την Ολυμπία στην κρεβατοκάμαρα, έλυσε το σκοινί που της είχε βάλει όταν η κοιλιά της παραμεγάλωσε για το κορδόνι της ρόμπας και τακτοποίησε ό,τι περίσσεψε από το μεσημεριανό στο φανάρι που κρεμόταν απ' τη μαρκίζα στη βεράντα. Αυτή κι όλες τις άλλες δουλειές του σπιτιού τις έκανε με μηχανικές κινήσεις και νυσταλέα μάτια που ούτε οι ατμοί του φασκόμηλου δε μπορούσαν να αναστήσουν. Τόση ήταν η νάρκη του από τη μαγειρική περιπέτεια εκείνης της μέρας που όταν άκουσε τις κραυγές της Ολυμπίας, υπέθεσε πως είχε δει κι άλλο ποντίκι στην κρεβατοκάμαρα. Έκανε λάθος.
   «Σταμάτα να τρέχεις με το σκουπόξυλο σαν τρελός και πήγαινε να φέρεις τη μαία!» τον διέταξε η γυναίκα του.
   Ο Νικηφόρος πήρε το ποδήλατο, αλλά δεν υπολόγισε τη βροχή. Λιγότερο από δύο χιλιόμετρα απ' το σπίτι, έπεσε σ' ένα λάκκο με πηχτή λάσπη, απ' όπου δεν μπόρεσε να βγάλει το βαρύ σιδερένιο ποδήλατο κι αναγκάστηκε να συνεχίσει με τα πόδια. Κάθε φορά που ο αέρας άλλαζε κατεύθυνση κι η βροχή τον χτυπούσε στο πρόσωπο περπατούσε με τα μάτια κλειστά κι αργά ή γρήγορα  έπεφτε σε μια απ' τις παγίδες της λάσπης, όπου έπρεπε, αφού έβγαζε τα πόδια του από τις γαλότσες, να τις ξεθάψει καθεμιά με τα χέρια. Τελικά έφτασε στο σπίτι της μαίας. Ο σταθμάρχης άνοιξε την πόρτα τρίβοντας τα μάτια του απ' τον ύπνο. Ο Νικηφόρος εξήγησε τη σοβαρότητα της κατάστασης.
   «Γιατί πρέπει να πληρώνω εγώ την ανοησία των άλλων;» ρώτησε ο σταθμάρχης δύστροπα. «Ο σεβασμός μου για τον ύπνο ήταν ακριβώς ο λόγος που ποτέ δεν ήθελα παιδιά».
   Μουσκεμένος μέχρι το κόκαλο, ο Νικηφόρος τον παρακάλεσε να ξυπνήσει τη γυναίκα του.
   «Υπάρχουν ήδη  περισσότερες ψυχές στον κόσμο απ' όσες χρειάζονται», επέμεινε ο σταθμάρχης. «Και σε ρωτώ, φίλε μου: γιατί στην ευχή συνεχίζουμε να γεννάμε σαν κουνέλια;»
   Χάνοντας την υπομονή του, ο Νικηφόρος έσπρωξε το σταθμάρχη στην άκρη. Η μαία ήταν στο κρεβάτι με το φιλέ και τα μπικουτί στα μαλλιά, έχοντας αποκοιμηθεί διαβάζοντας ένα πειρατικό μυθιστόρημα. Τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια κι είδε από πάνω της τον άντρα με το λασπωμένο πρόσωπο, τον πέρασε για Βερβερίνο. Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να την ηρεμήσει ο σύζυγός της.
   Όταν ο Νικηφόρος επέστρεψε σπίτι τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη: η Ολυμπία δεν ήταν στο κρεβάτι αλλά στην κουζίνα και ζέσταινε στο τηγάνι ό,τι είχε απομείνει απ' το μεσημεριανό φαγητό. Ο Νικηφόρος κι η μαία κοίταξαν την έγκυο άφωνοι. Με το ξεφτισμένο νυχτικό της κι ένα σάλι τυλιγμένο γύρω στη φουσκωμένη της κοιλιά, θύμισε στον Νικηφόρο το αερόστατο που είχε προσγειωθεί σ' ένα χωράφι με καλαμπόκι έξω απ' το χωριό, όταν ένας ανίδεος αγρότης το είχε πυροβολήσει.
   «Καθίστε», ακούστηκε η φωνή της Ολυμπίας με φυσικότητα. «Το βραδινό είναι σχεδόν έτοιμο».
   Αλλά το σώμα της απλά ξαπόσταινε στο μάτι του κυκλώνα του, γιατί με το που κάθισαν οι τρεις τους στο τραπέζι οι πόνοι επέστρεψαν κι αυτή τη φορά ήταν χειρότεροι. Σύντομα οι συστολές έγιναν τόσο αφόρητες που η Ολυμπία, σε μια ακαταλόγιστη αντίδραση, ξεβίδωσε το μύλο του πιπεριού και απείλησε να καταπιεί μια θανατηφόρα δόση μπαχαρικού.
   «Πρώτα θα σκοτώσω το μπάσταρδό σου κι ύστερα εσένα!» φώναξε στον άντρα της. «Αυτός ο αρουραίος μου σταυρώνει τα σωθικά».
   Ενώ η μαία την καλόπιανε να μην το κάνει, έσπασαν τα νερά κι η Ολυμπία σωριάστηκε στο πάτωμα. Ήταν η ευκαιρία που περίμενε ο Νικηφόρος: τη μετέφερε βιαστικά στο κρεβάτι κι έδεσε τα χέρια και τα πόδια της στα σιδερένια κάγκελα με τα γκέμια για το μουλάρι πριν η γυναίκα ανακτήσει τις αισθήσεις της.
   «Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», παραδέχτηκε ο Νικηφόρος με τρόμο. «Είναι δαιμονισμένη».
   «Τίποτα περισσότερο απ' ό,τι εμείς οι γυναίκες πρέπει να υποφέρουμε στους αιώνες των αιώνων», απάντησε η μαία ψύχραιμα. «Και για ποιο λόγο; Επειδή κάποια από μας μίλησε σ' ένα φίδι κι έφαγε ένα καταραμένο φρούτο».
   Ούτε κι αυτή όμως δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή, όταν το αίμα άρχισε να στάζει απ' το στρώμα και να απλώνεται πάνω στις απλάνιστες σανίδες του πατώματος.
   «Βράσε κι άλλο νερό!» διέταξε αμέσως τον Νικηφόρο. «Μετά κόψε ένα καθαρό σεντόνι σε λωρίδες και μούσκεψέ τες με οινόπνευμα».
   Ο καιρός είχε χειροτερέψει. Ο αέρας γύρισε σε έναν ασυγκράτητο βοριά που έστειλε τον ανεμοδείκτη πετώντας στην κοιλάδα και μετά άρχισε να χτυπά τα παντζούρια, να σκάβει το σοβά των εξωτερικών τοίχων και να ρίχνει τη βροχή μέσα στην καπνοδόχο, με μια δύναμη που απειλούσε να σβήσει τη φωτιά. Αρκετές φορές ο Νικηφόρος άφησε το ψαλίδι και το σεντόνι κι έτρεξε να ζωντανέψει τη χόβολη με κομμάτια στουπί ποτισμένα με νέφτι. Την ίδια στιγμή, κρυμμένη απ' τα μάτια του ανήσυχου συζύγου, η μαία προσπαθούσε κάτω απ' τις κουβέρτες να σταματήσει την αιμορραγία. Δεν τα είχε καταφέρει όταν εμφανίστηκε το κεφάλι του μωρού.
   «Έρχεται!» φώναξε με αγωνία. «Ας ελπίσουμε πως η πίτα σου είναι καλοψημένη, Νικηφόρε». Και γυρίζοντας στην Ολυμπία την παρακίνησε: «Σπρώξε, γυναίκα. Σαν να 'σουν βεγγαλικό που πήρε φωτιά».
   Ήταν κορίτσι. Όταν τελείωσε ο τοκετός έβαλαν όλοι τα κλάματα και φιλήθηκαν, παίρνοντας μέρος σε μια γιορτή που σύντομα αποδείχτηκε πρόωρη. Μια γρήγορη ματιά ήταν αρκετή για να το καταλάβει η μαία.
   «Να 'μαστε πάλι», είπε. «Μου φαίνεται, Νικηφόρε, πως πήρες και το μερίδιο κάποιου άλλου».
   Το δεύτερο κορίτσι ήρθε με λιγότερο πόνο. Η μαία έκοψε τους ομφάλιους λώρους και καθάρισε τα μωρά πριν τα τυλίξει σε ζεστά σεντόνια. Μες στη χαρά των γεννήσεων ακόμα κι αυτή είχε ξεχάσει τη θανάσιμη αιμορραγία. Όταν τελικά η προσοχή της στράφηκε στην Ολυμπία κατάλαβε πως ήταν ήδη πολύ αργά. Ενώ ο Νικηφόρος ήταν απασχολημένος με τα μωρά, η μαία έπιασε το σφυγμό της γυναίκας για να σιγουρευτεί και μετά, ψιθυρίζοντας τα λόγια μιας σύντομης προσευχής, σκέπασε απαλά το πτώμα με την κουβέρτα.
   «Είναι καλλονές όπως η μάνα τους», θαύμασε ο Νικηφόρος με τα δίδυμα στην αγκαλιά. «Μην την αφήσεις να αποκοιμηθεί. Θέλω να της τις δείξω».
   Η μαία πήρε τα μωρά κι έβαλε το ένα στην κούνια και το άλλο σ' ένα καφάσι που είχε φέρει ο Νικηφόρος βιαστικά.
   «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, φτωχέ μου φίλε», είπε με την πλάτη γυρισμένη. «Καλύτερα να πας για το νεκροθάφτη».
 
   Το σπίτι ήταν ένα πανδοχείο εγκαταλειμμένο για αρκετά χρόνια πριν το πάρει ο Νικηφόρος. Μια τολμηρή αγορά, γιατί το είχε εξοφλήσει πουλώντας το τρακτέρ του και θα έπρεπε να οργώνει πλέον με το μουλάρι. Ήταν το καλύτερο σπίτι που μπορούσε να είχε αγοράσει, έχοντας αποκλείσει όλα τα άλλα λέγοντας: «Δεν πρόκειται να βάλω τη γυναίκα μου να ζει σ' ένα στάβλο που και τα γουρούνια θα προτιμούσαν να κοιμούνται απόξω». Οι ογκώδεις τοίχοι είχαν αντέξει πολλές φορές ήδη την οργή της φύσης και του πολέμου, αλλά το υπόλοιπο κτίριο ταίριαζε απόλυτα στο εκατονταετές παρελθόν του. Στο κάτω πάτωμα υπήρχε μια κουζίνα μετρίου μεγέθους κι ένα ατέλειωτο δωμάτιο, όπου τον παλιό καιρό σερβίρονταν τα γεύματα, με ένα πέτρινο τζάκι στη μια γωνία, αρκετά μεγάλο ώστε να χωρέσει ένα διπλό κρεβάτι. Στο επάνω πάτωμα υπήρχαν άλλα δύο δωμάτια: το ένα ήταν το παλιό υπνοδωμάτιο του πανδοχέα, ενώ στο άλλο κοιμόνταν οι ταξιδιώτες όλοι μαζί, με την πλάτη στον τοίχο, σε ασκέπαστα στρώματα, που το ζευγάρι είχε βρει φαγωμένα από τα ποντίκια όταν μετακόμισε. Ο Νικηφόρος τα είχε κάψει σε μια μεγάλη φωτιά στην αυλή, το ίδιο απόγευμα, μαζί με τα σαρακοφαγωμένα έπιπλα. Εκτός από το πέτρινο τζάκι, το σπίτι ήταν μοναδικό για το σπηλαιώδες κελάρι του -αλλά αυτή ήταν μια πολυτέλεια που το ταπεινό νοικοκυριό δε χρειαζόταν κι έτσι έμεινε στα ποντίκια και στις αράχνες χωρίς δεύτερη σκέψη. Και το κελάρι παρέμεινε έτσι μέχρις ότου ο Νικηφόρος βρήκε τελικά μια χρήση γι' αυτό.
   Ήταν η μέρα της κηδείας της Ολυμπίας. Μόλις ο Νικηφόρος γύρισε σπίτι πήγε στην κουζίνα, έσπρωξε στην άκρη το τραπέζι, τα μαξιλάρια και το ντιβάνι και σήκωσε το αραβικό χαλί που ο μακαρίτης πεθερός του είχε φέρει απ' το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Από κάτω υπήρχε  η ξεχασμένη καταπακτή. Ο Νικηφόρος, μ' ένα κερί στο χέρι, κατέβηκε στο κελάρι. Αφού επιθεώρησε κάθε γωνία της σκοτεινής κι ανάερης κατακόμβης, κούνησε το κεφάλι του με ικανοποίηση.
   «Τέλειο. Σ' ένα έγκλημα αρμόζει η κατάλληλη τιμωρία. Και δεν υπάρχει πιο αποτρόπαιο έγκλημα απ' τη μητροκτονία».
   Ένα αδιάλλακτο μίσος είχε επισκιάσει για πάντα τη λάμψη των ματιών του. Την ίδια μέρα προσέλαβε και μια γυναίκα που είχε γεννήσει πρόσφατα για να θηλάζει τα δίδυμα, αλλά τη διέταξε όχι μόνο να μην τα μάθει ούτε μια λέξη, αλλά ούτε καν να ψιθυρίζει όταν τα μωρά ήταν μπροστά. Όταν τον ρώτησε γιατί, εκείνος απάντησε:
   «Γιατί τα σκυλιά δε μιλάνε».
   Είχε συλλάβει το σχέδιό του λίγες ώρες μετά τον τραγικό θάνατο της Ολυμπίας, στο μακρύ δρόμο για το χωριό, πηγαίνοντας στο νεκροθάφτη: για το υπόλοιπο της ζωής του θα έδειχνε στα παιδιά του τόση στοργή όση έδειχνε και στα ζώα του.
   Πράγματι, ούτε μια φορά δεν υπέκυψε στα πατρικά του ένστικτα. Μόλις τα κορίτσια σταμάτησαν να θηλάζουν, ο Νικηφόρος τα μετέφερε απ' την κουζίνα στο κελάρι. Εκεί συνήθισαν να κοιμούνται γυμνά στο πλακόστρωτο δάπεδο, αγκαλιασμένα για να ζεσταίνονται, κι έμαθαν να δέχονται τη ματαιότητα του κλάματός τους: ακόμα κι όταν ο Νικηφόρος τα άκουγε μέσ' απ' την κλειδωμένη καταπακτή, αγνοούσε τα γρυλίσματα της ικεσίας τους σαν να ήταν τα σκουξίματα ενός σκύλου. Μια φορά τη μέρα τούς πετούσε τα αποφάγια του, γέμιζε τις γαβάθες τους με νερό και τα έδερνε ώστε να μάθουν υπακοή από μικρή ηλικία.
   Η ύπαρξή τους ήταν ένα σκοτεινό, αλλά και διασκεδαστικό μυστικό που μοιράζονταν όλοι στο χωριό, εκτός απ' τον παπά, το γιατρό και το χωροφύλακα. Σχεδόν κάθε μέρα κάποιος θα έπαιρνε το δρόμο για το παλιό πανδοχείο, για να πάει στο χήρο -που αρνιόταν πεισματικά να ξαναπαντρευτεί- ένα μπούτι χοιρινό, ένα πιάτο σπιτικές τηγανίτες ή ένα καλάθι αυγά. Τα δώρα ήταν προφανείς δικαιολογίες: ο πραγματικός λόγος για τις επισκέψεις ήταν το ασίγαστο ενδιαφέρον των χωρικών για τα δίδυμα. Ο Νικηφόρος ποτέ δεν απογοήτευε τους απρόσκλητους επισκέπτες του. Έβγαζε τα παιδιά από το κελάρι με κολάρο και λουρί και τα έβαζε να κάνουν κόλπα σαν πίθηκοι. Πάντα κατάφερναν να ικανοποιήσουν τους θεατές τους.
   Οι επισκέπτες ρωτούσαν:
   «Πώς έμαθαν τέτοια ακροβατικά, Νικηφόρε;»
   «Είμαστε όλοι απόγονοι πιθήκων, φίλοι μου», απαντούσε ο πατέρας και τραβούσε τα λουριά για να ενθαρρύνει μια πιο ζωντανή παράσταση. «Δεν έχετε ιδέα τι θα μπορούσαμε να καταφέρουμε εμείς οι άνθρωποι αν δε μας βάραιναν τα ρούχα».
   Κάθονταν στη βεράντα.
   «Φέρ' τα στο μαντρί, Νικηφόρε. Έχει περισσότερο χώρο εκεί».
   «Αποκλείεται. Θα μου τρομάξουν τα πρόβατα».
   Αλλά ο Νικηφόρος έπρεπε να είναι προσεκτικός και για έναν άλλο λόγο. Είχε ξεφύγει παρά τρίχα κάποτε, όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα. Είχε πάει να δει ποιος ήταν.
   «Σήμερα ο κάθε φουκαράς έχει αξία», είπε εύθυμα ο άγνωστος με το κοστούμι και το μαυρισμένο μάτι.
   Ήταν ένας δημόσιος υπάλληλος. Ο Νικηφόρος είχε ξεχάσει τελείως την απογραφή. Κλείδωσε αμέσως την καταπακτή, έστρωσε το χαλί από πάνω και κάλεσε τον άνθρωπο μέσα. Έψησε καφέ πριν καθίσει για να απαντήσει στις ερωτήσεις του.
   «Είμαι ευγνώμων για τη φιλοξενία σας», συνέχισε ο υπάλληλος. «Ο περισσότερος κόσμος μού λέει να πάω στο διάβολο και πολλές φορές πρέπει να κρυφοκοιτάζω απ' τα κλειστά παντζούρια για να κάνω τη δουλειά μου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις, όπως καταλαβαίνετε». Έδειξε το μαυρισμένο του μάτι κάτω από τα γυαλιά του, που ήταν από εκείνα που στερεώνονται στη μύτη, και ρούφηξε τον καφέ του με θόρυβο. «Εν πάση περιπτώσει, προσθέτουμε ένα δέκα τοις εκατό στα νούμερά μας, για να καλύψουμε αυτούς που ταξιδεύουν και τα λοιπά κατά τη διάρκεια της απογραφής».
   «Κατάλαβα».
   «Kαι αν ο δήμαρχος έχει τα μέσα», τόνισε κλείνοντας το μάτι, «έχουμε και λίστες πεθαμένων που είναι διαθέσιμοι για ανάσταση».
   «Για ποιο λόγο;»
   Ο υπάλληλος ύψωσε το δάχτυλο.
   «Οι αριθμοί είναι δύναμη, αγαπητέ. Ιδιαίτερα σε μικρούς δήμους όπως ο δικός σας. Σύζυγος;» 
   «Απεβίωσε», απάντησε ο Νικηφόρος σοβαρά.
   «Προστατευόμενα μέλη;»
   «Μόνο πρόβατα, γουρούνια και κότες».
   Ο υπάλληλος κούνησε το κεφάλι.
   «Παρακαλώ, υπογράψτε εδώ».
   Έδωσε στον Νικηφόρο το στυλογράφο. Ξαφνικά θόρυβος ακούστηκε κάτω απ' τις σανίδες του πατώματος.
   «Δεν είναι τίποτα», βιάστηκε να πει ο Νικηφόρος. «Τα ποντίκια στο κελάρι».
   Αν τα δίδυμα μπορούσαν να μιλήσουν το μυστικό του θα είχε αποκαλυφθεί εκείνη τη στιγμή. Ο άντρας τον ευχαρίστησε κι έφυγε.
   Ωστόσο, ήταν ένα άλλο ολίσθημα των συνθηκών κράτησης που έφερε το τέλος στο οικογενειακό του καθεστώς. Μια μέρα, όταν τα κορίτσια ήταν έντεκα χρονών, ο Νικηφόρος είχε υποκύψει σε μια απροσδόκητη κρίση διάρροιας κι αναγκάστηκε να τα αφήσει δεμένα στα κάγκελα της βεράντας, αλλά αφύλακτα. Όταν επέστρεψε από το αποχωρητήριο ανακάλυψε με τρόμο πως τα δίδυμα είχαν κόψει τα δερμάτινα χαλινάρια τους με τα δόντια, είχαν τσαλαπατήσει τους αγαπημένους του πανσέδες με επιμελές μίσος, είχαν κλέψει τις ωμές μπριζόλες απ' το φανάρι κι είχαν εξαφανιστεί.
   Απ' τη μέρα της τραγικής τους γέννησης τα κορίτσια είχαν στερηθεί τα συστατικά της ανθρώπινης φύσης τους. Κανένας δεν τους έμαθε τις βασικές αρχές της γλώσσας και -έχοντας ζήσει την περισσότερη ζωή τους σ' έναν κόσμο σιωπής, όπως είχε διατάξει ο Νικηφόρος- είχαν απομνημονεύσει ελάχιστες λέξεις. Η μόνη φορά που είχαν ακούσει μουσική ήταν όταν ένα φορτηγό με Τσιγγάνους πέρασε στο χωματόδρομο με τη συνοδεία των κρότων της εξάτμισής του. Ήταν ένα φευγαλέο περιστατικό, αλλά αρκετό για να τις γοητεύσει. Είχαν γυρίσει τα αυτιά τους στην κατεύθυνση του αέρα, προσπαθώντας μάταια να επαναλάβουν τη μελωδία.
   «Ανόητες», γέλασε πικρόχολα ο πατέρας τους. «Κάνετε σαν χαλασμένο τρυπάνι».
   Είχαν κρατηθεί επίσης μακριά απ' τις απολαύσεις γλυκών και παιχνιδιών. Κάθε φορά που ανακάλυπταν λίγη ζάχαρη χυμένη στο τραπέζι της κουζίνας την έγλειφαν με τέτοια απελπισμένη ευχαρίστηση που οι γλώσσες τους μάτωναν απ' τις αγκίδες του ξύλου. Και το μόνο παιχνίδι που μπορούσαν να βρουν ήταν το κουβάρι του σπάγκου για το οποίο έπρεπε να δώσουν μάχη με τη γάτα. Αλλά τίποτα δε μαρτυρούσε την αθλιότητά τους περισσότερο από εκείνη τη φορά που ο Νικηφόρος, μην μπορώντας να αντέξει την αποπνικτική βρόμα που είχαν κολλήσει κάνοντας παρέα με τα γουρούνια, τους έκανε μπάνιο για πρώτη και τελευταία φορά σε ηλικία δέκα χρονών. Τη στιγμή που είδαν την αχνισμένη μπανιέρα πρέπει να υπέθεσαν πως ο γονέας τους σκόπευε να τις βράσει σαν πατάτες, γιατί πάλεψαν τόσο άγρια που ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να δέσει  πέτρες στα χέρια και τα πόδια τους, για να μείνουν βυθισμένες στο νερό.
   Σε αυτόν τον δαιμονισμένο κόσμο τα δίδυμα ανέπτυξαν έναν δεσμό μεταξύ τους που δεν μπορούσε να εξηγηθεί απλά από το γεγονός πως μοιράζονταν το ίδιο αίμα. Δεν επικοινωνούσαν ούτε με ήχους ούτε με χειρονομίες, αλλά με μια σχεδόν αδιόρατη κίνηση των ματιών: κάθε φορά που η μία  στραμπουλούσε έναν αστράγαλο ή έκαιγε ένα δάχτυλο τον πόνο τον ένιωθε κι η άλλη. Ήταν μια υπερφυσική ικανότητα.
   «Θα τις βρω ακόμα κι αν χρειαστεί να περπατήσω μέχρι την άκρη του κόσμου», ορκίστηκε ο Νικηφόρος μες στο άδειο σπίτι, όταν ανακάλυψε την απουσία τους. Κάθισε δίπλα στη σόμπα με το δίκαννο στα γόνατα κι άρχισε να το λύνει. Στο τραπέζι ήταν το λαδωτήρι, η βέργα για τον καθαρισμό της κάννης με τη συρμάτινη βούρτσα στο ένα άκρο και την τσόχινη στο άλλο, ένα κουτί κενά χαρτονένια φυσίγγια, ένα μεγάλο σακούλι με μπαρούτι και το κουτί από μπισκότα όπου φύλαγε τα σκάγια. (Το δίκαννο ήταν το ίδιο όπλο που κρατούσε στα χέρια του τη μέρα που πρωτογνώρισε τη γυναίκα του. Το είχε κληρονομήσει απ' τον πατέρα του, ο οποίος το χρησιμοποίησε μόνο μια φορά -αρκετή για να ανακαλύψει πως έτρεφε περισσότερο σεβασμό προς τη ζωή απ' ό,τι όρεξη για κρέας κυνηγιού).
   Ο Νικηφόρος εργάστηκε με την αυτοσυγκέντρωση ενός ρολογά. Οι κινήσεις του επιβεβαίωναν πως, σε αντίθεση με τον πατέρα του, αυτός δεν ήταν μόνο ένας έμπειρος κυνηγός αλλά κι ένας άκαρδος κι επίμονος άντρας. Όταν τελείωσε το καθάρισμα του δίκαννου, έφτιαξε αρκετά φυσίγγια. Έξω είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Δεν ανησυχούσε. Θα ξεκινούσε το επόμενο πρωί απ' το χωριό, όπου κάποιος έπρεπε να είχε προσέξει κάτι. Δυστυχώς δεν είχε σκυλί, αλλά αν έβρισκε βοήθεια ήταν σίγουρος πως θα ανακάλυπτε τις κόρες του σύντομα. Πριν πέσει για ύπνο άναψε το καντήλι στο εικονοστάσι της κρεβατοκάμαρας και προσευχήθηκε. Κοίταξε τη φωτογραφία της γυναίκας του, ανάμεσα στις εικόνες των αγίων.
   «Έχε μου εμπιστοσύνη, αγάπη μου. Δεν υπάρχουν αρκετές τρύπες στη γη για να μου κρυφτούν αυτοί οι αρουραίοι».
   Δεδομένης της σοβαρότητας της κατάστασης, ο Νικηφόρος κοιμήθηκε πολύ ήσυχα. Δεν ξύπνησε ούτε απ' τον μονόλογο των ανέμων της κοιλάδας ούτε απ' το κρύο. Ήταν ένας ύπουλος Οκτώβριος. Πριν πάει για ύπνο ο Νικηφόρος είχε ξεχάσει να ανάψει τη σόμπα με τα ξύλα δίπλα στο κρεβάτι, κι έτσι όταν άνοιξε τα μάτια του το πρωί δεν του έκανε εντύπωση που άκουγε τα δόντια του να κροταλίζουν.
   «Άτιμος μήνας», μονολόγησε.  «Όπως ακριβώς κι εκείνοι οι δύο γόνοι του Διαβόλου».
   Το παγωμένο δωμάτιο δεν άλλαξε την καλή διάθεση που ένιωθε πριν από κάθε κυνήγι. Μια ώρα αργότερα, έχοντας γεμίσει τη φυσιγγιοθήκη και αφού ήπιε ένα φλιτζάνι καυτό καφέ, κρέμασε το δίκαννο στον ώμο και ξεκίνησε σφυρίζοντας για το χωριό. Σύντομα συνάντησε κάποιον που τραβούσε ένα μουλάρι. 
   «Καλημέρα, Φανούρη».
   Ο γέρος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό σηκώνοντας τη σκονισμένη του τραγιάσκα, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να πάρει ανάσα.
   «Ο δρόμος για το σπίτι σου μακραίνει με τη μέρα, Νικηφόρε», αναστέναξε.
   «Γιατί δεν πας καβάλα, Φανούρη;»
   Το μουλάρι φορούσε ένα ψάθινο καπέλο με τρύπες για να βγαίνουν τ' αυτιά. Ο γέρος χάιδεψε το τσουλούφι στο μέτωπο του ζώου κι εκείνο τον κοίταξε με λυπημένο βλέμμα.
   «Η Ματίλντα έχει λουμπάγκο, φίλε μου. Τώρα πια την παίρνω μαζί μου μόνο για παρέα».
   «Ερχόσουν να με δεις, Φανούρη;»
   Ο γέρος συγκατένευσε.
   «Ναι. Ήθελα να σου φέρω λίγη κολοκυθόπιτα. Και... με την ευκαιρία να δείξω στη Ματίλντα τα δίδυμα».
   Μόλις ο Νικηφόρος τού είπε τα νέα, το μουλάρι έσκυψε το κεφάλι και γκάριξε.
   «Άσχημο αυτό. Η Ματίλντα είναι πολύ απογοητευμένη», είπε ο γέρος και σήκωσε τους ώμους. «Ελπίζω να τα φέρεις πίσω σύντομα».
   «Θα τις βρω ακόμα κι αν βγάλουν φτερά», υποσχέθηκε ο Νικηφόρος. «Χρειάζομαι απλά βοήθεια».
   Ο γέρος ξερόβηξε.
   «Ευχαρίστως. Αλλά η Ματίλντα, όπως είπα νωρίτερα...»
   Ο Νικηφόρος αρνήθηκε την πίτα και συνέχισε το δρόμο του. Είχε τα μάτια του ανοιχτά για οποιαδήποτε ένδειξη που θα μαρτυρούσε το πέρασμα των κοριτσιών, αλλά δεν ανακάλυψε τίποτα. Όταν έφτασε στο χωριό πήγε κατευθείαν στο καφενείο. Βρήκε μόνο τον καφετζή και το γιατρό Πανταλέοντα που έλυνε το σταυρόλεξο στην εφημερίδα.
   «Θέλεις να ακούσεις ένα ωραίο;» είπε ο καφετζής. «Ο παπα-Γεράσιμος ξέμεινε σήμερα από κρασί».
   Ο Νικηφόρος ακούμπησε το δίκαννο στον τοίχο, έλυσε τη φυσιγγιοθήκη και κάθισε σ' ένα τραπέζι αναστενάζοντας.
   «Πώς το ξέρεις;» ρώτησε. «Ακόμα κι ο Εωσφόρος πάει πιο συχνά στη λειτουργία από σένα».
   «Ε-ω-σφό-ρος», μέτρησε ο γιατρός στο άλλο τραπέζι και συμπλήρωσε αργά το σταυρόλεξο με το μολύβι. «Μα, φυσικά».
   «Το ξέρω γιατί μου ζήτησε να του δανείσω λίγο κονιάκ», απάντησε ο καφετζής. Κοίταξε το δίκαννο και τη γεμάτη ζώνη με περιέργεια. «Έχεις αργήσει, Νικηφόρε. Μέχρι να φτάσεις στο βουνό η βροχή θα 'χει στείλει τους λαγούς στις τρύπες τους».
   «Όχι εκείνους που κυνηγάω εγώ, φίλε».
   Ο γιατρός σήκωσε το κεφάλι απ' την εφημερίδα κι ο Νικηφόρος δαγκώθηκε. Προς στιγμήν είχε ξεχάσει ότι ο γιατρός δεν ήξερε για τις δίδυμες -αλλιώς θα είχε σίγουρα ειδοποιήσει τη χωροφυλακή. Ο Νικηφόρος έκλεισε συνωμοτικά το μάτι στον καφετζή κι ήρθε πίσω από τον πάγκο.
   «Τις έχασα», ψιθύρισε.
   Ο καφετζής ένιωσε σαν να δέχτηκε μια ξαφνική γροθιά. Σήκωσε το χέρι στο μάγουλο με μια ενστικτώδη κίνηση.
   «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» ψιθύρισε κι αυτός.
   Ο Νικηφόρος τού έκανε νόημα να σωπάσει. Τον ρώτησε:
   «Ποια είναι τα τελευταία νέα;»
   Ο καφετζής προσπάθησε να σκεφτεί: ο αγωγός του υδραγωγείου είχε σπάσει και το χωριό έμεινε δύο μέρες τώρα χωρίς τρεχούμενο νερό... Είχαν αναδειχτεί οι υποψήφιοι για τη μεταφορά των λειψάνων στη λιτανεία του Αγίου Τιμοθέου... Και φυσικά, υπήρχαν και τα νέα της άφιξης εκείνο το πρωί του πρώτου λεωφορείου απ' την πρωτεύουσα του νομού μετά την επέκταση του δρομολογίου.
   «Κοστίζει διπλάσια απ' το τρένο», κατέληξε ο καφετζής. «Αλλά κάνει το μισό χρόνο, γιατί για κάποιο λόγο δε σταματάει να βάλει νερό».
   Τίποτα σχετικά με τις δίδυμες. Ο Νικηφόρος έσκυψε πιο κοντά.
   «Θα χρειαστώ βοήθεια», ακούστηκε ήρεμος. «Δύο ή τρεις από μας θα μπορούσαν...» 
   Ο καφετζής έκρυψε τα χέρια του κάτω απ' την ποδιά και κοίταξε αλλού.
   «Αδύνατον να κλείσω το μαγαζί. Έχω τρία γραμμάτια να καλύψω μέχρι το τέλος του χρόνου», δικαιολογήθηκε.
   Ο Νικηφόρος παράγγειλε μπίρα και γύρισε στο τραπέζι απογοητευμένος. Στο άλλο άκρο του μαγαζιού, ο γιατρός είχε ξαναπιάσει το σταυρόλεξο. Ο φθινοπωρινός αέρας κούνησε τα φύλλα του πλάτανου στην πλατεία κι ένα ήσυχο, θλιμμένο ψιλοβρόχι άρχισε. Πάνω στην τσίγκινη στέγη του καφενείου η βροχή ακουγόταν σαν βρύση που στάζει. Σιγά σιγά, μια οσμή φρέσκιας λάσπης απλώθηκε παντού. Για πρώτη φορά από την εξαφάνιση των κοριτσιών ο Νικηφόρος ένιωσε άσχημα. Αλλά όχι για πολύ. Με το που έφερε την μπίρα, ο καφετζής σήκωσε τα χέρια και κροτάλισε τα δάχτυλά του στον αέρα.
   «Α, ναι!» συμπλήρωσε. «Και νωρίς σήμερα η μαία κατάγγειλε μια μικροκλοπή».
   Δέκα λεπτά αργότερα ο Νικηφόρος χτυπούσε την πόρτα της. Όταν απάντησε ο σταθμάρχης, ο Νικηφόρος ξαφνιάστηκε βλέποντάς τον να κλαίει.
   «Καταστροφή, φίλε μου. Καταστροφή».
   Μια πετσέτα ήταν τυλιγμένη γύρω απ' το λαιμό του κι η αναπνοή του μύριζε κρεμμύδι. Αν και ηλικιωμένος, τα κοντά μανίκια της στολής του, οι τρύπες κάτω από τις μασχάλες και το λεκιασμένο κολάρο τού έδιναν τον αέρα άτακτου μαθητή. Αυτός κι ο Νικηφόρος είχαν γίνει φίλοι επειδή ο σταθμάρχης -κρυφά από τη γυναίκα του- επισκεπτόταν το παλιό πανδοχείο τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα για να παρακολουθεί τα ζωώδη κόλπα των διδύμων. Ο Νικηφόρος ξαφνιάστηκε που τα νέα της εξαφάνισης είχαν διαδοθεί τόσο γρήγορα.
   «Εσύ πώς το ξέρεις;» ρώτησε.
   Ο σταθμάρχης σκούπισε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού του.
   «Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Το κοντέρ φτάνει μέχρι τα εκατό. Έχει ραδιόφωνο. Τα παράθυρα έχουν κουρτίνες. Τα καθίσματα έχουν σούστες». Αναστέναξε. «Η μοίρα της βοϊδάμαξας περιμένει και το τρένο, αγαπητέ. Σύντομα όλοι θα ταξιδεύουν με το λεωφορείο».
   Ο Νικηφόρος τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
   «Μην ανησυχείς. Οι άνθρωποι θα χρειάζονται πάντα μια δικαιολογία για να αργήσουν. Που 'ναι η γυναίκα σου;»  
   Η μαία εμφανίστηκε προτού ακόμα ο άντρας της τη φωνάξει. Κοίταξε το χήρο με μοχθηρό βλέμμα. Όλη εκείνη την ώρα στεκόταν πίσω απ' την πόρτα. Αν και ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους στο χωριό που κατέκριναν τη συμπεριφορά του Νικηφόρου, είχε κι αυτή, όπως κι οι άλλοι, υποταχτεί στο νόμο της σιωπής χωρίς αντίσταση. Στην ποδιά της ήταν κολλημένα τα υπολείμματα ενός κρεμμυδιού και στο χέρι της κρατούσε ένα μαχαίρι. 
   «Τι θέλεις, Σατανά;» ρώτησε απότομα.
   «Κατάγγειλες μια κλοπή».
   Η γυναίκα συνοφρυώθηκε.
   «Δεν είναι δική σου δουλειά».
   Ο σταθμάρχης μπήκε στη μέση.
   «Δύο φορέματα απ' το σκοινί της μπουγάδας, φίλε μου. Γιατί;»
   Ο Νικηφόρος τού εξήγησε. Ενώ ακόμα μιλούσε, ο σταθμάρχης κοκκίνισε κι άρχισε να τρέμει.
   «Ποτέ δεν έπαψα να προειδοποιώ όλους εσάς τους νέους. Και στην περίπτωσή σου, Νικηφόρε...» Σταμάτησε για έμφαση. «Διπλή γέννα, διπλός ο μπελάς!»
   Αντίθετα, η γυναίκα του αντέδρασε στο νέο πιάνοντας τα χέρια της και σηκώνοντάς τα στον ουρανό με θεατρικό τρόπο.
   «Δόξα σοι ο Θεός», ξέσπασε. «Επιτέλους, οι σκλάβες έσπασαν τα δεσμά τους!»
   Ο Νικηφόρος απευθύνθηκε στο σταθμάρχη.
   «Με λίγη βοήθεια θα τις φέρω πίσω πριν από το ηλιοβασίλεμα».
   Η μαία έριξε στον άντρα της μια απειλητική ματιά.
   «Καλή τύχη», είπε ο σταθμάρχης δειλά. «Αλλά δε θα έπρεπε να χάνεις το χρόνο σου ζητώντας βοήθεια. Δεν έχουμε πολλούς νόμους σε αυτή τη χώρα, αλλά νομίζω πως υπάρχει ακόμα ένας που μπορεί να βάλει θηλιά σε λαιμούς για ένα έγκλημα σαν και το δικό σου».
   Και πριν ο Νικηφόρος προλάβει να απαντήσει, η μαία τράβηξε τον άντρα της μέσα, κλείνοντάς του την πόρτα κατάμουτρα.
   Πράγματι, όπου κι αν πήγε ο Νικηφόρος συνάντησε μόνο οχυρά από αρνήσεις κι απειλές. Στο τέλος ξεκίνησε με τα πόδια, μόνος του. Του πήρε μια εβδομάδα να διασχίσει την κοιλάδα, απ' το βορρά στο νότο κι από την ανατολή στη δύση. Έψαξε κάθε μονοπάτι και κάθε βάλτο για ίχνη, αλλά τους μόνους που συνάντησε ήταν μια παρέα τουρίστες που είχαν χαθεί και υπέφεραν από ηλίαση. Ο Νικηφόρος τούς λυπήθηκε και τους έδειξε το δρόμο για το χωριό πριν συνεχίσει την πορεία του. Το βράδυ της έβδομης μέρας της αναζήτησης κάθισε σ' ένα βράχο και σκούπισε το σβέρκο του με το μαντίλι. Για τις δίδυμες δεν είχε δει, ακούσει ή μυρίσει απολύτως τίποτα. Την προηγούμενη μέρα, μάλιστα, είχε ξεμείνει από φαγητό και τώρα ήπιε τις τελευταίες σταγόνες απ' το φλασκί του. Ο φθινοπωρινός ήλιος κύλισε πίσω απ' τους λόφους κι η κοιλάδα άλλαξε χρώμα από πράσινο σε κίτρινο και μετά κόκκινο. Για μια στιγμή ο Νικηφόρος θαύμασε τη θέα και τους παράξενους σχηματισμούς ενός σμήνους πουλιών που πετούσαν προς το νότο. Στάθηκε στα πόδια του με τη βοήθεια του δίκαννου, το κρέμασε στον ώμο και καθάρισε το λαρύγγι του που ήταν ήδη στεγνό.
   «Τελικά, ίσως αυτές οι σκύλες να έβγαλαν πράγματι φτερά. Στο διάβολο. Θα αφήσω τη δουλειά στα τσακάλια», μονολόγησε. 
   Και με αυτά τα λόγια πήρε το στενό μονοπάτι προς το χωριό, χωρίς να νιώθει κανένα απολύτως βάρος στη συνείδησή του.
 
   Όταν κατάφεραν τελικά να κόψουν με τα δόντια το δέρμα απ' τα λουριά τους και να απελευθερωθούν, τα κορίτσια άκουσαν τις κραυγές αγωνίας του πατέρα τους στο αποχωρητήριο και κατάλαβαν πως είχαν πολύ λίγο χρόνο. Η αιχμαλωσία τούς είχε κοστίσει πολλές δυστυχίες, αλλά ευτυχώς τούς δώρισε ένα ζωώδες ένστικτο στο οποίο μπορούσαν να βασιστούν αυτή ακριβώς τη στιγμή. Βρήκαν το φαγητό στο φανάρι μυρίζοντας τον αέρα, ήπιαν νερό απ' το πηγάδι και στη συνέχεια έφυγαν βιαστικά, όχι απ' το δρόμο αλλά μέσα απ' τα χωράφια και προς την κατεύθυνση του χωριού. Ήταν γυμνές. Από τη μέρα του θανάτου της γυναίκας του ο Νικηφόρος είχε εξορίσει όλα τα ρούχα σ' ένα ναυτικό μπαούλο με σιδερένια λουκέτα στη σοφίτα, εκτός από ένα πένθιμο κοστούμι που φορούσε ο ίδιος καθημερινά. Όταν οι δίδυμες έφτασαν στο χωριό έγιναν αντιληπτές μόνο απ' τα σκυλιά κι αυτά τα σώπασαν εύκολα με το κρέας που κουβαλούσαν μαζί τους. Και τότε, σ' ένα τσιμεντένιο σπίτι δίπλα στις γραμμές του τρένου, πρόσεξαν τη μπουγάδα στο σκοινί.
   Ήταν τυχερές αφού η γυναίκα που σήκωσε το κεφάλι αφηρημένα στο παράθυρο της κουζίνας και τις κοίταξε στα μάτια ήταν η μαία. Ξαφνιάστηκε, αλλά δάγκωσε τα χείλη ώστε να μη φωνάξει κι ανησυχήσει τον άντρα της. Αν και κατάφερε να παραμείνει σιωπηλή όσο οι φυγάδες φορούσαν τα ρούχα της με απελπισμένη βιασύνη, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της χαράς της, κι αφού τα κορίτσια έφυγαν και πήγε και κάθισε απέναντι στον άντρα της στην τραπεζαρία, ήταν αρκετό γι' αυτόν να σηκώσει τα μάτια του απ' την εφημερίδα για να δει πως η γυναίκα του ήταν βουρκωμένη. Ζάρωσε τα φρύδια πίσω από τα γυαλιά του.
   «Τι τρέχει πάλι, γυναίκα;» ρώτησε εκνευρισμένος.
   Εκείνη σκαρφίστηκε μια από τις απίστευτες δικαιολογίες της που πάντοτε κατάφερναν να τον εκνευρίζουν.
   «Πόσες φορές σού έχω πει να μην αγοράζεις κρεμμύδια από εκείνο τον πλανόδιο μανάβη; Τα φυτεύει στον κάμπο που έγινε παλιά η μάχη κι είναι γεμάτα δάκρυα».
   Αλλά η τύχη θα έκανε άλλη μια εξυπηρέτηση στις δίδυμες εκείνο το απόγευμα.
   Ακόμα κι από μακριά ήταν φανερό πως το φορτηγό που είδαν είχε αναστηθεί απ' τη χωματερή ήδη πολλές φορές. Απ' την καμπίνα του έλειπαν και οι δύο πόρτες, περισσότερος καπνός έβγαινε απ' τη μηχανή απ' ό,τι η σκόνη που σηκωνόταν στο δρόμο με τις λακκούβες, η σκεπή ήταν φτιαγμένη από ξερά καλάμια και άχυρα κι επίσης μια σημαία υπήρχε δεμένη σ' ένα μακρύ σωλήνα προσαρμοσμένο στον πίσω προφυλακτήρα. Αν κάποιος πρόσεχε καλύτερα, θα έβλεπε πως το καπό ήταν ένα άτεχνο υποκατάστατο, φτιαγμένο από γκαζοτενεκέδες, κομμένους, λυγισμένους κι οξυγονοκολλημένους μαζί, ενώ αντί για κάθισμα υπήρχε ένα ξεκοιλιασμένος καναπές, βιδωμένος στο πάτωμα. Η οδηγός ήταν μια άφοβη γυναίκα με μπράτσα λιμενεργάτη χαραγμένα με τατουάζ, παράξενα δαχτυλίδια με πολύτιμους λίθους σε κάθε δάχτυλο κι ατίθασα μαλλιά με μακριές μπούκλες που τυλίγονταν γύρω στο λαιμό της. Έχοντας ταξιδέψει για περισσότερες από επτά ώρες, είχε αρχίσει να την παίρνει ο ύπνος, όταν είδε τα δύο κορίτσια στη μέση του δρόμου. Αμέσως πάτησε φρένο. Μόλις διαλύθηκε η σκόνη, εκείνες βρίσκονταν στην ίδια θέση και την κοιτούσαν. Έσκυψε έξω απ' την καμπίνα χωρίς πόρτες.
   «Φύγετε από τη μέση του δρόμου, ανόητες!» φώναξε.
   Οι δίδυμες στέκονταν αμίλητες και ξυπόλυτες.
   «Άντε χαθείτε, με ακούτε;»
   Αλλά και πάλι αυτές δεν κουνήθηκαν. Η γυναίκα κατέβηκε απ' το φορτηγό εξαγριωμένη.
   «Είπα φύγετε. Ξουτ! Σπίτι!»
   «Σπίτι», είπαν οι δίδυμες μαζί. Ήταν μια απ' τις λίγες λέξεις που είχαν μάθει. «Όχι σπίτι».
   Η γυναίκα έκανε ένα βήμα πίσω κι έξυσε το τριχωτό της πιγούνι. Λίγο λίγο, της πέρασε ο θυμός.
   «Θέλετε να πείτε πως δεν έχετε μόνιμη κατοικία, κυρίες μου;» ρώτησε ευγενικά.
   Τα κορίτσια έδειξαν την κουρελιασμένη σημαία που ανέμιζε στη σκεπή του φορτηγού.
   «Ρούχα!»
   Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια παραξενεμένη.
   «Αυτή είναι η εθνική μας σημαία, παιδιά μου. Την έχω βάλει για να μη με μπερδεύουν με τους Τσιγγάνους».
   «Τσιγγάνους», επανέλαβαν τα κορίτσια.
   Η γυναίκα τις κοίταξε τώρα με δυσπιστία.
   «Ναι, Τσιγγάνους», εξήγησε αργά. «Άνθρωποι σαν κι εμάς αλλά με οπλές αντί για δάχτυλα στα πόδια». 
   «Ο - πλές!»
   Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι πέρα - δώθε και κοίταξε τον ουρανό.
  «Καλά να πάθω, Κύριε», αναστέναξε. «Προσεύχομαι για βοήθεια κι Εσύ μού στέλνεις της αμαρτωλής δυο ηλίθιες του χωριού». Έφτυσε στο χώμα και περιεργάστηκε τα κορίτσια σιωπηλά. Τα μαλλιά τους ούτε είχαν πλυθεί ούτε χτένα είχε περάσει από πάνω τους για εβδομάδες. Η μία ήταν ντυμένη  με το φτηνό φόρεμα κάποιας γυναίκας κι η άλλη με μια νυχτικιά, ενώ κι οι δύο, όλως περιέργως, φορούσαν από ένα χοντρό δερμάτινο κολάρο σκύλου στο λαιμό. «Τουλάχιστον δεν είστε αρσενικά», είπε στο τέλος. «Το οποίον είναι καλύτερο απ' το να ήσασταν απόγονοι της αρχαιότερης δυναστείας».
   «Δυνα...»
   «Ω, πάψτε πια!»
   Τους έκανε νόημα να την ακολουθήσουν και ξανασκαρφάλωσε στο φορτηγό. Οι δίδυμες υπάκουσαν σαν πιστά κατοικίδια. Δεν είχαν προλάβει να καθίσουν στις θέσεις τους, όταν η μηχανή έσβησε κι άκουσαν ένα πανδαιμόνιο από κελαηδήματα. Έμειναν με το στόμα ανοιχτό από τη χαρούμενη έκπληξη.
   «Μην ανησυχείτε γι' αυτά», είπε η γυναίκα. «Ύστερα από λίγο θα πάψετε να τους δίνετε σημασία».
   Το φορτηγό ήταν φορτωμένο με κλουβιά σκεπασμένα με χοντρό μουσαμά, κάτω από τον οποίο πουλιά με σπάνια χρώματα φτερούγιζαν, κελαηδούσαν και τσιμπούσαν τα συρμάτινα κάγκελα. Τα κορίτσια γοητεύτηκαν.
   «Προσέχετε όμως πού πατάτε. Τα αναθεματισμένα χέζουν περισσότερο κι από αγελάδες», εξήγησε η γυναίκα. «Πάμε τώρα».
   Οι δίδυμες κούνησαν το κεφάλι αρνητικά.
   «Καλά, αλλά μόνο ένα λεπτό ακόμα», συνέχισε εκείνη, κοιτάζοντας το δρόμο πάνω - κάτω. «Γιατί μετά θα αρχίσουν να παθαίνουν τρακ».
   Ήταν έμπορος πουλιών. Μες στα κλουβιά υπήρχαν εξωτικά πουλιά που είχε αγοράσει φτηνά από ζωολογικούς κήπους και πτηνοτροφεία βοτανικών κήπων, γιατί είτε δεν τραγουδούσαν καθόλου είτε δε σταματούσαν να τραγουδούν, είτε γιατί τσιμπούσαν τα δάχτυλα των παιδιών, είτε γιατί είχαν μια αδιάντροπη ερωτική διάθεση που έκανε και τους φύλακες να κοκκινίζουν.
   Τα κορίτσια παρέμειναν στις θέσεις τους όσο η έμπορος έβαζε μπρος τη μηχανή με τη μανιβέλα. Όταν ξανακάθισε στο τιμόνι οι δίδυμες είπαν:
   «Ταξίδι».
  «Ναι», αποκρίθηκε εκείνη κι έδειξε με τον αρματωμένο με τρία δαχτυλίδια δείκτη του χεριού της ένα σμήνος πουλιών στον ουρανό. «Ακολουθούμε τους κορυδαλλούς».
   Το πρώτο πράγμα που τους έμαθε ήταν πώς να βάζουν μπρος τη μηχανή χωρίς η μανιβέλα να πληγώνει τους καρπούς των χεριών τους. Μετά τους έδειξε πώς να κατασκευάζουν παγίδες από δίχτυ ψαρέματος και χαρτοκιβώτια, πώς να κρατούν το σπάγκο ακίνητο και τεντωμένο όταν οι κορυδαλλοί πλησίαζαν την παγίδα, δολωμένη με σπόρους σουσαμιού, και πώς να κρατούν τα απελπισμένα πουλιά στις χούφτες τους ώστε να μη σπάνε τα φτερά τους.
   «Να θυμάστε πως τα κόκαλά τους είναι φτιαγμένα από γυαλί, κορίτσια. Να φέρεστε στα κακόμοιρα με αγάπη».
   Ο προορισμός τους ήταν μια ακτή στο νότο με ατέλειωτους αμμόλοφους, ένα παράξενο τοπίο που έμοιαζε με έρημο, όπου τα πουλιά του βορρά έρχονταν κάθε χρόνο για να περάσουν το χειμώνα. Όταν έφτασαν, η γυναίκα σήκωσε το χέρι στο μέτωπο ώστε ο ήλιος να μην της πέφτει στα μάτια και παρατήρησε το τοπίο που ήταν στρωμένο με χιλιάδες πουλιά.
   «Είναι σαν να κλέβεις το πορτοφόλι από έναν τυφλό», είπε με ικανοποίηση.
   Τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στην άμμο και ξεκουράζονταν απ' τις δυσκολίες του μακρινού ταξιδιού τους. Η έμπορος πρόσεξε τη θλίψη στα μάτια των κοριτσιών.
   «Μην είστε τόσο συναισθηματικές», συνέχισε έχοντας ήδη αρχίσει να στήνει τις παγίδες. «Δεν τα πειράζει να τα βάζουν στο κλουβί. Ακούστε».
   Τα πουλιά στο φορτηγό τιτίβιζαν.
  «Κατά βάθος, δε διαφέρουν σε τίποτε από οποιονδήποτε καλλιτέχνη. Τραγουδούν καλύτερα στο κλουβί».
   Ποτέ δεν κατάφερε να πείσει τις δίδυμες πως το επάγγελμά της ήταν τίμιο και αναγκαίο αλλά... Παρ' όλα αυτά τα δύο κορίτσια έμειναν μαζί της όχι απλά επειδή δεν είχαν πουθενά αλλού να πάνε αλλά και χάρη στο ταλέντο της: η γυναίκα τραγουδούσε πιο ωραία κι απ' τα πουλιά. Κάτω απ' το μοναδικό για χιλιόμετρα δέντρο -ένα μεγάλο πεύκο με κλαδιά καρβουνιασμένα απ' τις αστραπές και μ' έναν κορμό γερμένο κι απολιθωμένο απ' το αλάτι των θαλάσσιων ανέμων- οι δίδυμες άκουγαν κάθε βράδυ πριν παραδοθούν στον ύπνο μελωδίες σε άγνωστες γλώσσες και σε ρυθμούς μαθηματικά περίπλοκους.
   «Έχει ζωή ακόμα μέσα της η γριά σειρήνα», έλεγε συχνά η γυναίκα για τον εαυτό της, βάζοντας κι άλλα ξύλα στη φωτιά.
   Ήταν επαγγελματίας τραγουδίστρια μέχρι τη στιγμή που η φωνή της, πληγωμένη απ' την τιμωρία των καθημερινών παραστάσεων, τελικά ράγισε. Δεν ένιωθε καμιά πίκρα γι' αυτό, επειδή λάτρευε το νέο επάγγελμά της.
   «Άλλωστε», συνήθιζε να λέει, «τα πουλιά είναι σαν τους τραγουδιστές. Χωρίς ίσως τόσο πολλή εγωπάθεια».
   Δεν της πήρε πολύ να ανακαλύψει ότι οι δίδυμες δεν ήταν λειψές στο μυαλό αλλά απλά αγράμματες. Τότε οδήγησε στην πλησιέστερη πόλη και τους αγόρασε βιβλία γραμματικής κι ανθολογίες  απ' τα παιδιά του τοπικού σχολείου, που πλήρωσε με κοκκινολαίμηδες και καναρίνια. Έπειτα άρχισε να κάνει μάθημα στις δίδυμες κάθε μέρα. Ήταν μια αργή διαδικασία, αλλά τα κορίτσια τη δέχτηκαν με πάθος νεοφώτιστου. Κάθε φορά που κατάφερναν να συντάξουν μια πλήρη πρόταση η γυναίκα τις επιβράβευε μ' ένα τραγούδι. Μάλιστα, η πρώτη ερώτηση που της έκαναν ήταν:
   «Πού τραγουδούσες;»
   Η έμπορος των πουλιών αναστέναξε.
   «Στην εποχή μου, αγάπες μου, μια γυναίκα πληρωνόταν για τραγούδια είτε στην όπερα είτε στο μπορντέλο. Και δυστυχώς, η φωνή μου δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει τις ψηλές νότες μιας άριας».
   Μαγεμένα τα κορίτσια, απαιτούσαν να μάθουν κι αυτές να τραγουδούν με τέτοια μουλαρίσια επιμονή που η γυναίκα δεν μπόρεσε παρά να συμφωνήσει. Ήταν τυχερή που θυμήθηκε ότι είχε χρησιμοποιήσει παρτιτούρες κάποτε για να στρώσει κάποια κλουβιά και το επόμενο πρωί οι δίδυμες ξεκίνησαν σολφέζ, με την πρόσθετη δυσκολία να διακρίνουν εάν τα σημάδια στο πεντάγραμμο ήταν νότες ή ξεραμένες κουτσουλιές. Σύντομα κατάφεραν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σ' ένα δημοτικό τραγούδι κι ένα βαλς και να γυρίσουν στη μέση του τραγουδιού από μαδριγάλι σε βαρκαρόλα και στη συνέχεια σε καντσονέτα. Αλλά και τα κορίτσια,  με τη σειρά τους, έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους στη δασκάλα τους, πιάνοντας τα πιο σπάνια πουλιά που ξεχείμαζαν στην ακτή και μην ξεχνώντας να απολυμαίνουν με τον καπνό το ζευγάρι των παγονιών που βασανιζόταν μόνιμα από ψείρες.
   Χρόνια πέρασαν με τη συντροφιά των βιβλίων και των τραγουδιών και στην ίδια ρουτίνα: το φθινόπωρο η έμπορος των πουλιών και οι βοηθοί της οδηγούσαν στις θερμές ακτές του νότου, όπου έπιαναν όσα πουλιά μπορούσαν να φορτώσουν στο παλιό φορτηγό, ενώ όταν τα πουλιά επέστρεφαν την άνοιξη στο βορρά οι γυναίκες ξέσκαβαν τις ρόδες που είχε θάψει ο αέρας στην άμμο και ξανάπαιρναν το δρόμο. Όλο το καλοκαίρι ταξίδευαν από πόλη σε πόλη, διαλαλώντας το πιο όμορφο και μελωδικό εμπόρευμα του κόσμου με τη βοήθεια ενός ηλεκτρικού μεγαφώνου.
   Με το κύρος μιας μητέρας αλλά όχι τις αναπόφευκτες γκρίνιες της, η γυναίκα ήταν η τέλεια κηδεμόνας. Το πρώτο βράδυ που πέρασαν σε πόλη κι όχι στην άκρη του δρόμου είχε συμβουλέψει τα κορίτσια πριν τις αφήσει να βγουν μόνες τους βόλτα:
   «Κάνετε μ' έναν άντρα ό,τι σας κάνει κέφι. Αλλά μη δείξετε ποτέ σε κανέναν απ' αυτούς τους κόκορες πως το απολαμβάνετε. Αν ήξεραν πως μας αρέσει όσο και σε αυτούς θα ξανάρχιζαν να το κάνουν μόνο με τα πρόβατά τους».
   Δε χρειαζόταν να τις προειδοποιήσει. Οι δοκιμασίες της παιδικής ηλικίας είχαν προκαλέσει στις δίδυμες ανεπανόρθωτη ζημιά: η αγάπη τους είχε εξαντληθεί στην έμπορο των πουλιών και φέρονταν στους άλλους με το φόβο και τη δυσπιστία πληγωμένου ζώου. Η  γυναίκα ενέκρινε αυτή τη συμπεριφορά τους.
   «Σίγουρα θα υπάρχουν κάποιοι που δεν έχουν σκοπό να σας δέσουν κονσερβοκούτια στην ουρά», έλεγε. «Αλλά είναι καλό να πιστεύετε πως όλοι θέλουν να το κάνουν».
   Ταξιδεύοντας σε μια ερημωμένη και δυστυχισμένη χώρα όπου φυσικές και τεχνητές συμφορές ήταν συχνότερες κι απ' τις βροχές, είχαν αποδεχτεί τη δική τους δυστυχία σαν μια αυστηρή αλλά αναμενόμενη ετυμηγορία της μοίρας. Ως τη μέρα που σκότωσαν το φίδι.
   Είχαν σταματήσει σ' ένα πηγάδι, στην άκρη του δρόμου, για να γεμίσουν το ψυγείο του φορτηγού. Ήταν ένα απαίσιο κατασκεύασμα από τσιμέντο, ασοβάτιστο, και γύρω γύρω οι οδηγοί είχαν αφήσει τα σημάδια τους: αποτσίγαρα, φλούδες από φρούτα, παλιές εφημερίδες. Το βαρούλκο είχε σκοινί αλλά όχι κουβά. Πότε πότε, ένας ελαφρός αέρας έσπρωχνε τη βαριά μεταλλική του μανιβέλα που γύριζε τρίζοντας.
   «Χρησιμοποιήστε τα μπιτόνια», είπε η γυναίκα.
   Καθόταν στο τιμόνι κάνοντας αέρα μ' ένα κομμάτι χαρτόνι και διώχνοντας τις μύγες που μύριζαν τα περιττώματα των πουλιών. Δύο μπιτόνια ήταν δεμένα στο πλάι του φορτηγού και τα κορίτσια τα πήραν στα χέρια. Φορώντας φούστες κι ανδρικά παπούτσια χωρίς κάλτσες που είχαν αγοράσει στο παζάρι, περπάτησαν προς το πηγάδι σφυρίζοντας.
   «Κάντε διπλό τον κόμπο», τις συμβούλεψε η γυναίκα. «Αλλιώς μπορεί να χάσετε τα μπιτόνια».
   Υπάκουσαν. Τα μπιτόνια έπεσαν στο νερό με θορυβώδη ηχώ. Περιμένοντας να γεμίσουν, οι δίδυμες έπαιξαν μ' ένα στραβωμένο τάσι που είχε φύγει από ένα περαστικό αυτοκίνητο. Σήκωσαν τα μπιτόνια γυρίζοντας το βαρούλκο κι οι δυο μαζί. Συνειδητοποίησαν πόσο βαριά ήταν μόνο όταν άφησαν τη μανιβέλα. Τα μπιτόνια έπεσαν στο έδαφος, έκαναν το μπετόν να σειστεί και τρόμαξαν μια γκρίζα οχιά με μαργαριταρένια μάτια που ήταν κρυμμένη στη σκιά. Αμέσως το φίδι ξεκουλουριάστηκε, τίναξε το σώμα του σαν σαΐτα ανάμεσα στα πόδια του ενός κοριτσιού και δάγκωσε το άλλο πάνω απ' τον αστράγαλο.
   Οι δίδυμες αντέδρασαν ενστικτωδώς. Με τα μπιτόνια στρίμωξαν το φίδι στον τοίχο του πηγαδιού κι άρχισαν να το χτυπούν μέχρι που η έμπορος των πουλιών τούς άρπαξε τα δοχεία απ' τα χέρια. Κοίταξε με θλίψη το άψυχο σώμα  με τις εξαιρετικές μαύρες ραβδώσεις.
   «Το δηλητήριό του δε θα σας σκότωνε. Θα σας μάθαινε όμως να προσέχετε πού πατάτε».
   Καθάρισε την πληγή με σαπούνι, έχυσε κονιάκ από μια κρυστάλλινη καράφα που φύλαγε στο κάθισμα του οδηγού κι έκοψε ένα απ' τα καθαρά εσώρουχά της για να το χρησιμοποιήσει σαν επίδεσμο.
   Το επεισόδιο ήταν καταλυτικό στη συμπεριφορά των διδύμων, γιατί εκείνη τη μέρα ανακάλυψαν επιτέλους ένα τελείως ανθρώπινο συναίσθημα που μέχρι τότε τους διέφευγε: την αγνή απόλαυση της εκδίκησης. Ήταν αναπόφευκτο πως το πρωτόφαντο αίσθημά τους θα τους αποκάλυπτε και το πιο αντάξιο θύμα του. Πράγματι, εκείνο το απόγευμα πάνω από τη νεκρή οχιά οι δίδυμες ορκίστηκαν να μην ησυχάσουν μέχρις ότου τιμωρήσουν τον πατέρα τους. Αλλά έπρεπε να βρουν πρώτα την ευκαιρία.
 
   Ήταν μια ατέλειωτη μέρα του Αυγούστου με μια βάναυση ζέστη. Ένας αέρας σαν της ερήμου είχε αρχίσει να σκεπάζει τους δρόμους, τα αγροτόσπιτα και τα ζώα μ' ένα λαμπερό στρώμα άμμου. Το φορτηγό προχωρούσε αργά σε έναν άδειο δρόμο μέσα απ' τα χωράφια με το ξεραμένο καλαμπόκι. Κάθε τόσο σταματούσαν και μια απ' τις δίδυμες πηδούσε έξω με το μπιτόνι στο χέρι και γέμιζε το ψυγείο που έχανε νερό. Στην καρότσα, ανάμεσα στα κλουβιά, η έμπορος των πουλιών κοιμόταν με ένα ροχαλητό πιο δυνατό κι από το θόρυβο της μηχανής. Την προηγούμενη μέρα είχαν σταματήσει σε μια πόλη μεταλλωρύχων εκατόν πενήντα χιλιόμετρα πιο πίσω, όπου πούλησαν όλα τα καναρίνια. Ήταν κι οι τρεις εξαντλημένες. Όταν η γυναίκα ξύπνησε τελικά κατά το μεσημέρι τούς ζήτησε να σταματήσουν. Με το που φρενάρισαν στην άκρη του δρόμου η μηχανή έσβησε μ' ένα κελάρυσμα. Οι δίδυμες άκουσαν τα τζιτζίκια απ' έξω να συνοδεύουν εκείνα τα λίγα πουλιά του φορτηγού που δεν είχαν ζαλιστεί  απ' τη ζέστη. Τα κορίτσια γύρισαν στο πίσω μέρος του φορτηγού και είδαν τη γυναίκα να κρατά ένα μαντίλι στο στόμα της. Σήκωσε την αχυρένια σκεπή του φορτηγού και κοίταξε έξω. Στο χωράφι με το καλαμπόκι  κουρούνες καβγάδιζαν πάνω στο πτώμα ενός αρουραίου. Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι θλιμμένα.
   «Κορίτσια, αισθάνομαι σαν να έχω καταπιεί ένα ποτήρι με σπασμένα γυαλιά», ανακοίνωσε. Έβηξε με δυσκολία. «Νομίζω πως ξέρω τι είναι».
   Ήταν φυματίωση.
   «Κάνεις λάθος!» αντέδρασαν οι δίδυμες και τα δάκρυά τους ανακατεύτηκαν με τον ιδρώτα. «Είναι γρίπη επειδή όλο κοιμάσαι έξω».
   Η γυναίκα σχεδόν χαμογέλασε.
   «Είναι Αύγουστος. Η μόνη αρρώστια που μπορεί να πάθει κάποιος όταν ξαπλώνει στον ήλιο τέτοια εποχή είναι αφυδάτωση».
   Τα κορίτσια άρχισαν να κλαίνε.
   «Μακάρι να μπορούσα να σας πω πως υπάρχει ελπίδα», συνέχισε η γυναίκα. «Αλλά θα ήταν πιο εύκολο να ξεφύγω απ' τη σκιά μου παρά απ' αυτή την κατάρα».
   Εκείνο το βράδυ κατασκήνωσαν σ' ένα χωράφι όχι μακριά απ' το δρόμο, ανάμεσα στις θημωνιές και σε μια σκουριασμένη θεριστική μηχανή με καμένα λάστιχα. Καμιά τους δεν πεινούσε. Οι δίδυμες άναψαν τους προβολείς του φορτηγού καθώς η γυναίκα έστρωνε το κρεβάτι της σε κάποια απόσταση από εκεί όπου ετοιμάζονταν να κοιμηθούν τα κορίτσια -ήταν μια αναγκαία προφύλαξη εξαιτίας της αρρώστιας της.
   «Σβήστε τα φώτα», είπε. «Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε σε αυτή την ερημιά είναι να αδειάσει η μπαταρία».
   Η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να τη δουν να τρέμει από φόβο για τον πόνο που ήταν σίγουρο πως θα ερχόταν. Πέρασαν το βράδυ κάτω απ' τα αστέρια και το πρωί η γυναίκα άνοιξε τα μάτια και είδε τις δίδυμες να κάθονται σταυροπόδι δίπλα της.
   «Σας είπα, όχι τόσο κοντά, ξεροκέφαλα μουλάρια!» τις κατσάδιασε και ξανασκεπάστηκε με την κουβέρτα. «Θέλετε να μου κάνετε παρέα στην Κόλαση;»
   Την περίμεναν να ξυπνήσει.
   «Θέλουμε να σου ζητήσουμε μια χάρη, μητέρα», είπαν δειλά.
   Ήταν η πρώτη φορά που την προσφωνούσαν έτσι κι η γυναίκα συγκινήθηκε τόσο που δάκρυσε.
   «Η επιχείρησή μου είναι δική σας, φυσικά», εξήγησε γνωρίζοντας πολύ καλά πως δεν ήταν αυτό που ήθελαν να της ζητήσουν.
   «Ευχαριστούμε. Όχι αυτό». 
   «Τότε τι; Πείτε μου, παιδιά», τις ενθάρρυνε υποφέροντας περισσότερο από περιέργεια παρά απ' τον πόνο της αρρώστιας της. «Πριν τα κακαρώσω».
   Εκείνο το πρωινό του Αυγούστου τής είπαν τελικά το οδυνηρό μυστικό του παρελθόντος τους. Για τον άκαρδο άντρα που όταν μεγάλωσαν κατάλαβαν πως ήταν ο πατέρας τους, για το κελάρι χωρίς παράθυρα και για τα χαλινάρια. Η γυναίκα άκουγε και το πρόσωπό της γέμισε δάκρυα.
   «Φτωχά μου μωρά. Μακάρι να μπορούσα να σας πάρω στην αγκαλιά μου. Αλλά η αρρώστια μου είναι πιο θανατηφόρα και από λέπρα».
   Οι δίδυμες την κοίταξαν με μάτια σαν χάντρες.
   «Γι' αυτό θέλαμε να σου μιλήσουμε, μητέρα».
 
   Ο κουρέας είχε πελάτη εκείνο το πρωί.
   «... και να κοντύνεις τις φαβορίτες δύο εκατοστά, κουρέα», απαίτησε ο άντρας στην πολυθρόνα. «Ακριβώς». 
   Ο κουρέας έβγαλε απ' την κωλότσεπη ένα ξύλινο υποδεκάμετρο και το ακούμπησε στο μάγουλο του πελάτη του.
   «Πόσο είναι αυτό σε ίντσες, φίλε μου;» τον ρώτησε.
   Είχε τη μηχανή του κουρέματος στο σβέρκο του πελάτη όταν άκουσε το φορτηγό.
   «Έρχονται οι Τσιγγάνοι», ανακοίνωσε αδιάφορα. Αλλά, στη συνέχεια, σήκωσε τα μάτια κι είδε τη σημαία στη σκεπή του φορτηγού. «Όχι», διόρθωσε. «Είναι εκείνη η γυρολόγος με τα πουλιά που δε χωνεύει τους άντρες».
   «Έχει να φανεί πολύ καιρό στα μέρη μας», σχολίασε ο πελάτης, διαβάζοντας την εφημερίδα.
   Για την ακρίβεια, είχαν περάσει επτά συναπτά χρόνια. Η έμπορος των πουλιών δεν είχε επιστρέψει στο χωριό από τότε που έπεσε πάνω στις δίδυμες, σε περίπτωση που κάποιος τις αναζητούσε.
   Τη μέρα που είχε ομολογήσει τη θανάσιμη αρρώστια της επέμεινε να σηκώσουν στο κοντάρι του φορτηγού την κίτρινη σημαία με τον μαύρο κύκλο, για να προστατεύσουν αυτούς που προσπερνούσαν στο δρόμο απ' τη μόλυνση. Αλλά όταν φάνηκε το χωριό στον ορίζοντα, την αντικατέστησαν και πάλι με την εθνική σημαία: ήταν μέρος του σχεδίου.
   Μόλις στάθμευσαν στην πλατεία, ο κουρέας εγκατέλειψε τον πελάτη του και πήγε βιαστικά προς το φορτηγό. Αλλά πάγωσε στη μέση του δρόμου όταν στα μπροστινά καθίσματα αντί για τη γριά έμπορο είδε δύο νέες γυναίκες. Μια φωνή ακούστηκε απ' την καρότσα. Εκεί βρήκε τη γριά γυναίκα να κάθεται στο πάτωμα. Του εξήγησε πως υπέφερε από ιλίγγους κι ότι τα κορίτσια ήταν οι βοηθοί της.
   «Είναι πολύ όμορφες», παραδέχτηκε ο κουρέας και τις κρυφοκοίταξε μέσα απ' το διαχωριστικό μεταξύ καρότσας και οδηγού. «Δε θα μου έκανε εντύπωση αν είχαν φτερά κάτω απ' τα φορέματά τους. Μοιάζουν με αγγέλους»
   Οι δίδυμες δε θα μπορούσαν να ήταν πιο διαφορετικές απ' τα γυμνά αγρίμια με τα κοφτερά νύχια, τα λαδωμένα μαλλιά, το δέρμα τυλιγμένο στα περιττώματα. Τώρα ήταν γυναίκες που μύριζαν σαπούνι και ροδόνερο, με μακριά μαλλιά αλειμμένα με πομάδα και άσπρα φορέματα από μουσελίνα, που θα μπορούσαν να είχαν αγοράσει μόνο στην πρωτεύουσα. Θα ήταν αδύνατον να τις αναγνωρίσει πλέον κάποιος στην ιδιαίτερη πατρίδα τους.
   «Είναι πολύ μικρές για σένα, κουρέα», είπε η έμπορος. «Τι θέλεις;»
   Ο κουρέας έριξε άλλη μια ματιά στις δίδυμες. Είχαν κληρονομήσει την άφθονη ομορφιά και τη θριαμβευτική πόζα της μητέρας τους. Επιπλέον, είχαν την ίδια ηλικία με εκείνη όταν πέθανε.
   «Για κάποιο λόγο μού φαίνονται οικείες», σχολίασε ο κουρέας.
   Η γυναίκα γύρισε αλλού κι έβηξε στο μαντίλι της.
   «Φυσικά. Τις βλέπεις κάθε βράδυ στα όνειρά σου».
   Ο άντρας δάγκωσε τα χείλη.
   «Ο κύκνος που μου πούλησες ψόφησε πέρσι το χειμώνα. Αναρωτιέμαι αν...»
   Ήταν ένας αμετανόητος λάτρης των πουλιών. Η γυναίκα ανέβηκε στην καρότσα και βρήκε το φακό της μες στο σκοτάδι.
   «Ρίξε μια ματιά», είπε ανυπόμονα.
   Δυσκολευόταν να συγκρατήσει τον πόνο της, καθώς προσποιόταν πως είχε έρθει στο χωριό για δουλειά. Ο κουρέας έβαλε τη μηχανή του κουρέματος στην τσέπη κι άρχισε να σηκώνει κλουβιά.
   «Ο κύκνος είχε ένα λαιμό σαν μάνικα, αλλά τη μόνη φορά που τον άκουσα να τραγουδάει ήταν στο νεκρικό του κρεβάτι», παραπονέθηκε. Τελικά διάλεξε ένα μαύρο πουλί με κίτρινο ράμφος. «Αυτό κελαηδάει;» ρώτησε.
   «Κάτι καλύτερο. Μιλάει. Για την ακρίβεια, έχει δώσει διαλέξεις στην Ακαδημία Αθηνών».
   Ο κουρέας γοητεύτηκε απ' τη μάινα. Έψαξε τις τσέπες του για το πορτοφόλι  και μέτρησε τα χρήματα στο πάτωμα του φορτηγού. Πριν δώσει τα χαρτονομίσματα τα κοίταξε μια τελευταία φορά σαν να ήταν οικογενειακές φωτογραφίες.
   «Με τα λεφτά που δίνω για πουλιά θα μπορούσα να είχα πάρει μαθήματα τραγουδιού εγώ ο ίδιος».
   Για να βρουν το παλιό τους σπίτι, οι δίδυμες έπρεπε να πάρουν αντίστροφα το δρόμο της φυγής τους πριν από χρόνια. Αλλά και πάλι δεν μπόρεσαν να θυμηθούν, μέχρι που ξαφνικά αναγνώρισαν το σπίτι από τσιμέντο με τα μικρά παράθυρα, δίπλα στις γραμμές του τρένου. Η πόρτα άνοιξε και κάποιος μίλησε.
   «Δείξτε μου τα πρόσωπά σας».
   Ήταν η μαία -αλλά για τις δίδυμες ήταν μια άγνωστη. Τραβήχτηκαν πίσω σαν παγιδευμένα ζώα.
   «Μη φοβάστε», τις καθησύχασε η γυναίκα. «Εγώ είμαι εκείνη που σας έδεσε τον αφαλό».
   Αλλά ακόμα δεν την εμπιστεύονταν.
   «Τι κάνετε εδώ;» Η μαία δεν πήρε απάντηση. «Μάλιστα», συνέχισε καταλαβαίνοντας το λόγο της επίσκεψής τους. «Αφήστε με να σας πω αυτά που πρέπει να ξέρετε και μετά θα σας δείξω πού μένει».
   Έμαθαν τα πάντα για τη μητέρα τους, για το τραγικό της τέλος και πήγαν και στον τάφο της. Τα κορίτσια, με τη σειρά τους, διηγήθηκαν στη μαία πώς δραπέτευσαν και πώς βρήκαν την καλή τους τύχη, ακολουθώντας την έμπορο των πουλιών. Στη συνέχεια της αποκάλυψαν το σχέδιό τους. Εκείνη έγνεψε με ικανοποίηση πριν τους δείξει το δρόμο για το παλιό πανδοχείο. Τους ευχήθηκε καλή επιτυχία κι άγγιξε τα πρόσωπά τους, λέγοντας με περηφάνια:
   «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν υπάρχει τίποτα πάνω σας πλέον που να θυμίζει τα αγρίμια που υπήρξατε κάποτε».
   Το πρώτο πράγμα που είδαν ήταν η τεράστια καμινάδα που ξεχώριζε στην πλατιά κοιλάδα και στη συνέχεια το υπόλοιπο οίκημα: τη σκεπή με τα κεραμίδια και τα παράθυρα στη σοφίτα, τους πέτρινους τοίχους με τα αποφασιστικά αντερείσματα, με την τσιμεντένια βεράντα που είχε κατακτήσει η ακλάδευτη κληματαριά,  όπου οι δίδυμες κάποτε έδιναν παράσταση για τους επισκέπτες. Όταν το φορτηγό πλησίασε, η γυναίκα είδε έκπληκτη ότι τα τζάμια ήταν βαμμένα με μαύρη μπογιά. 
   «Ήταν πάντοτε έτσι», είπαν τα κορίτσια.
   Σταμάτησαν έξω απ' την αυλόπορτα και στην καρότσα του φορτηγού η γυναίκα άνοιξε τη βαλίτσα της. Μέσα υπήρχε ένας καθρέφτης χειρός, ένα τενεκεδάκι με ξεραμένη πούδρα, μια σκληρή βούρτσα, αρκετά στεγνά κραγιόν και μια σκοροφαγωμένη σακούλα με μάσκαρα.
   «Έχω σχεδόν ξεχάσει πώς τα χρησιμοποιούν αυτά», παραδέχτηκε ξύνοντας το κεφάλι.
   Έβαλε όμως τα δυνατά της να κρύψει τα σημάδια της αρρώστιας της κάτω απ' τις αρωματικές κρέμες και τα μείγματα κι ύστερα κατέβασε μονορούφι ένα μπουκάλι λάβδανο, έκανε το σταυρό της και πήδηξε απ' το φορτηγό.
   Πέρασε την αυλόπορτα και περπάτησε προς το σπίτι, με μια ζαλάδα σαν να ήταν στο κατάστρωμα  ενός καραβιού. Είχε σχεδόν ανέβει τα σκαλιά της βεράντας, όταν ξαφνικά έχασε την ισορροπία της και θα είχε σωριαστεί κάτω αν δεν ήταν τα κάγκελα. Είχε κλονιστεί όχι απ' τον ίλιγγο της αρρώστιας της, αλλά απ' το φοβερό θέαμα που την περίμενε εκεί: το τσιμεντένιο πάτωμα ήταν καλυμμένο με πτώματα χελιδονιών σε αποσύνθεση. Ένιωσε περισσότερο πόνο απ' όσο αν είχε κοπεί με μαχαίρι.
   Ένας άντρας ήταν στημένος αποφασιστικά έξω απ' την πόρτα. Η γυναίκα προσπάθησε να μιλήσει, αλλά η μακάβρια έκπληξη είχε κλέψει τα σύμφωνα της φωνής της. Ο χήρος την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω για αρκετή ώρα.
   «Είναι οι δαίμονές μου», είπε τελικά, αναφερόμενος στα ψόφια πουλιά.
   Εξήγησε ότι όταν ανακάλυψε πως τα χελιδόνια είχαν μια ακόρεστη όρεξη για σταφύλια, άρχισε να ψεκάζει την κληματαριά με δηλητήριο.
   «Δεν μπορείς να πιστέψεις πόσο πολύ τιτιβίζουν», συνέχισε. «Αρκετά για να σου ανοίξουν τρύπα στο μυαλό». Μπήκε στο σπίτι και γύρισε με τη σκούπα. «Τι μπορώ να κάνω για σένα, κυρία μου;» ρώτησε σκουπίζοντας τα χελιδόνια απ' τη βεράντα.
   Σιγά σιγά, η γυναίκα ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της. Άνοιξε την τσάντα της με χέρια που έτρεμαν από οργή.
   «Τα αναγνωρίζεις αυτά;» 
   Κρατούσε τα κολάρα που φορούσαν οι δίδυμες πριν από χρόνια, όταν τις είχε συναντήσει στην άκρη του δρόμου. Μια ματιά ήταν αρκετή για να δει ο χήρος μέσα απ' τους ιστούς που είχαν πλέξει οι αράχνες της μνήμης του.
   «Πού τα βρήκες;» απαίτησε να μάθει.
   «Δώσε μου κάτι να πιω».
   Ο χήρος δεν κουνήθηκε, αλλά μισόκλεισε τα μάτια.
   «Από πότε τα 'χεις αυτά;»
   «Επτά χρόνια.  Τα είχα ξεχάσει, αλλά άκουσα κάποιον στο χωριό να διηγείται μια ιστορία».
   Ο άντρας χτύπησε τη γροθιά του στην πόρτα.
   «Ηλίθιοι!» αγανάκτησε. «Δε μπορούν να ελέγξουν τα στόματά τους περισσότερο απ' τους κώλους τους».
   Την οδήγησε μέσα στο σπίτι, όπου η γυναίκα χρειάστηκε δύο ποτήρια νερό για να σβήσει το βήχα της. Αναμμένα κεριά ήταν παντού: τα μαυρισμένα τζάμια δεν άφηναν το φως να μπει στο σπίτι. Η γυναίκα ζήτησε να μάθει το λόγο. Ο άντρας τής απάντησε βιαστικά:
   «Δεν υπάρχει τίποτα που να μ' ενδιαφέρει εκεί έξω. Τώρα, πες μου για τα κολάρα».
   Το σχέδιο είχε πετύχει. Η γυναίκα κάθισε δίπλα του και κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της τον έσπρωχνε ένα βήμα πιο κοντά στη μοίρα του: η φωνή της έβγαζε το θάνατο απ' το στήθος της. Με λίγη τύχη θα τον μόλυνε.
   «Βρήκα τα πτώματά τους στην πλαγιά των λόφων. Φαγωμένα απ' τα τσακάλια».
   Ο χήρος έτριψε τα χέρια με αγαλλίαση.
   «Το ήξερα. Τι τα έκανες;»
   «Τα έθαψα εκεί πέρα. Δε μπορώ να θυμηθώ πού ακριβώς».
   «Έπρεπε να τις αφήσεις στα κοράκια, γυναίκα».
   Ήταν το μίσος του που της έφερνε εμετό, όχι το αίμα στους πνεύμονές της. Μίλησε ήρεμα:
   «Η αρρώστια σου είναι σπάνια».
   «Κανείς δεν έχει αγαπήσει όπως εγώ, γυναίκα».
   Εκείνη προσπάθησε να κρατηθεί, αλλά δεν μπόρεσε.
   «Το πρόβλημά σου είναι πως τα 'παιξες όλα σε μια ζαριά». Ήθελε να πει κι άλλα, αλλά ένιωσε το βήχα της να επιστρέφει. Χρησιμοποίησε το μαντίλι που κρατούσε κάτω από το τραπέζι για να κρύψει το αίμα. «Τώρα εγώ πάω». Σηκώθηκε κι έσκυψε πάνω στο χήρο. «Θυμήσου. Έχεις ακόμα καιρό να μετανοήσεις πριν φύγεις».
   «Δε σχεδιάζω κανένα ταξίδι, γυναίκα». 
   Πίσω στο φορτηγό οι δίδυμες περίμεναν.
   «Πάμε», ακούστηκε η γυναίκα εξαντλημένη. «Μόνο ο Θεός μπορεί να πάρει αυτή την απόφαση. Κι ελπίζω με όλη μου την καρδιά να συμφωνήσει μαζί μας».
   Πρέπει να συμφώνησε, γιατί μέσα σε μερικές εβδομάδες ο χήρος άρχισε να βήχει και να ξυπνά κάθε πρωί σε σεντόνια μουσκεμένα στον ιδρώτα. Έχασε τόσο πολύ βάρος που ήταν πεπεισμένος πως τα κόκαλά του συρρικνώνονταν καθώς καιγόταν συνεχώς με ψηλό πυρετό. Η γυναίκα άκουσε τα νέα ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι στην πανσιόν του χωριού. Χαμογέλασε για πρώτη και τελευταία φορά τους τελευταίους μήνες.
   «Μπορείτε να είστε ικανοποιημένες τώρα, αγάπες μου», είπε στις δίδυμες, σίγουρη ότι ο πατέρας τους θα πέθαινε. «Αυτός ο εγκληματίας θα πνιγεί στο αίμα της δυστυχίας σας».
   Σε λιγότερο από ένα μήνα, οι δίδυμες πούλησαν το φορτηγό για να πληρώσουν την κηδεία της, και την έθαψαν κοντά στη μητέρα που δε γνώρισαν ποτέ. Μετά, γυρίζοντας απ' τη λειτουργία, συνάντησαν μια ορχήστρα  που είχε παίξει σ' ένα γάμο την προηγούμενη μέρα. Φορώντας ακόμα τα σκονισμένα μαύρα κοστούμια και τα μπαλωμένα πουκάμισά τους, οι μουσικοί πήγαιναν στο σταθμό του τρένου.
   «Θέλουμε να 'ρθουμε μαζί σας», είπαν τα κορίτσια.
   Ο μαέστρος τις κοίταξε απ' την κορφή ως τα νύχια και παρεξήγησε την αυτοπεποίθησή τους.
   «Θα χάσετε το χρόνο σας, κορίτσια. Δεν πρόκειται να περάσουμε από πολλούς στρατώνες».
   Εκείνες κοκκίνισαν από θυμό.  
   «Είμαστε τραγουδίστριες», δήλωσαν περήφανα.
   Ο άντρας αμέσως έδειξε τα δόντια του μ' ένα χαμόγελο αυθάδειας.
   «Σας ζητώ συγγνώμη, κυρίες μου. Είμαστε στο δρόμο τόσο καιρό που δε μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προβατίνα απ' το κριάρι. Παρακαλώ, τραγουδήστε μας κάτι».
   Ο μαέστρος έβγαλε ένα ακορντεόν απ' τη βαλίτσα του και συνόδευσε το τραγούδι τους με επαγγελματική ευκολία. Η υπόλοιπη ορχήστρα άκουγε και κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι.
   «Κυρίες μου», ανακοίνωσε ο μαέστρος όταν τελείωσαν. «Είστε ευπρόσδεκτες εφόσον μπορείτε να πληρώσετε το εισιτήριό σας».
   Ωστόσο, υπήρχε ένα τελευταίο ζήτημα που έπρεπε να τακτοποιήσουν οι δίδυμες. Εκείνο το απόγευμα ελευθέρωσαν τα πουλιά: την κουκουβάγια, που δεν είχε ζήσει ποτέ έξω απ' το κλουβί, τους σπάνιους παπαγάλους, που, έχοντας συνηθίσει τόσο πολύ τη φυλακή τους, δάγκωσαν τα χέρια που τους ελευθέρωσαν, τους κορυδαλλούς, που ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως για το νότο αφού ήταν ήδη φθινόπωρο. Αργότερα, όταν έσπαγαν τα κλουβιά σε κομμάτια, τα κορίτσια είχαν την ιδέα να πάνε τα δύο παγόνια στο νεκροταφείο. Εκείνα έζησαν εκεί από τότε, ξύνοντας τις ιριδίζουσες ουρές τους στις ταφόπλακες, στους πλίνθινους σταυρούς και στους κορμούς των ψηλών κυπαρισσιών.
   Είχε βραδιάσει όταν τα κορίτσια φίλησαν τη μαία στα μάγουλα κι επιβιβάστηκαν στο τρένο μαζί με τους μουσικούς. Κι όταν η ατμομηχανή τελικά σφύριξε και μια έκρηξη καπνού απλώθηκε στην αποβάθρα, κατέβασαν το παραβάν του παραθύρου κι ορκίστηκαν να μην ξαναδούν ποτέ στη ζωή τους το χωριό της συμφοράς τους.
 
   Καθισμένος στη βεράντα του χήρου, ο παπα - Γεράσιμος φύσηξε τη μύτη του στο μαντίλι και τέντωσε το λαιμό προς τα αστέρια.
   «Θα καείς σίγουρα στην Κόλαση, Νικηφόρε», είπε. «Το μόνο που λυπάμαι είναι πως δε θα είμαι εκεί να το δω». 
   «Αν αυτό σε παρηγορεί, παπά, σου λέω πως νιώθω τα πνευμόνια μου σαν αναμμένα κάρβουνα».
   «Ο θάνατος της γυναίκας σου ήταν μια θεόσταλτη δυστυχία. Έπρεπε να την είχες δεχτεί με καρτερία. Αντίθετα...»
   «Ήταν η τιμωρία τους. Τη σκότωσαν».
   «Είναι παιδιά του Θεού».
   «Όχι. Ήταν μια ντροπή», τσίριξε ο χήρος. «Κάποτε προσπάθησα να τις πουλήσω στο τσίρκο, αλλά ο ιμπρεσάριος τις γύρισε πίσω, όταν ανακάλυψε πως είχαν μεγαλύτερη όρεξη κι απ' τις τίγρεις του». 
   Ο παπα - Γεράσιμος έβγαλε το καλυμμαύχι κι έξυσε το κεφάλι.
  «Είναι ένα καταχθόνιο θαύμα πώς η χωροφυλακή δεν ανακάλυψε τίποτα, ποτέ».
   «Αυτοί δε μπορούν να ξεχωρίσουν το φεγγάρι απ' τα αστέρια, παπά». Σταύρωσε τα χέρια κάτω απ' τις κουβέρτες και περίμενε να περάσει άλλη μια κρίση βήχα. Μετά πλατάγισε τα χείλη του. «Λοιπόν, δε μπορείς να κάνεις τίποτα τώρα πια, παπά. Τις έφαγαν τα τσακάλια».
   Χωρίς να σηκωθεί, ο παπα - Γεράσιμος  χρησιμοποίησε μια βέργα για να φέρει πιο κοντά το πακέτο με τα τσιγάρα του αρρώστου. Καθισμένος στα σκαλιά της βεράντας άναψε ένα στη λάμπα θυέλλης. Είχε να καπνίσει απ' τον καιρό που πήγαινε στην ιερατική σχολή. Στις τσέπες του ήταν το επιτραχήλιο διπλωμένο προσεκτικά, ένας σταυρός από ασήμι  κι αρωματικό ξύλο και μια δερματόδετη Βίβλος. Ήταν καθήκον του  να πει λίγες λέξεις για την ψυχή του Νικηφόρου, όταν θα ερχόταν η ώρα του -αλλά δε θα του έδινε άφεση αμαρτιών ακόμα κι αν τον πλήρωνε. Ετοιμαζόταν να πει στον Νικηφόρο αυτά που είχε μάθει απ' τη μαία, όταν ο χήρος μίλησε ξανά.
   «Δε θα χρειαστώ τις υπηρεσίες σου, παπά. Για την ακρίβεια, σχεδιάζω να κλάψω στη δική σου κηδεία. Ο γιατρός Παντελέων λέει πως το χειρότερο πέρασε».
   Ο παπα - Γεράσιμος δάγκωσε νευρικά το τσιγάρο του.
  «Θαυμάζω το κουράγιο σου, Νικηφόρε. Είναι καλό που δεν παραδίνεσαι στον πόνο σου».
   «Όχι. Είναι το καινούργιο φάρμακο», απάντησε ο άλλος. Σταμάτησε κι έξυσε το πιγούνι του, προσπαθώντας να θυμηθεί. «Το αντιβιωτικό».
   Ο παπάς ένιωσε την απογοήτευση να τον κυριεύει.
   «Ανοησίες», ξεστόμισε.
   «Στο λέω, παπά, πάω καλύτερα».
   Ο παπα - Γεράσιμος αισθάνθηκε ότι η πίστη του ήταν ένας σκύλος που τάιζε για χρόνια μόνο και μόνο για να τον δει στο τέλος να τον εγκαταλείπει. Τράβηξε αρκετές ρουφηξιές απ' το τσιγάρο, πασχίζοντας να επιβληθεί στις αμφιβολίες του.
   «Επιστήμη... Γιατί πρέπει να ανακατεύεται στη δουλειά του Θεού;»
   Ο χήρος δεν του έδωσε σημασία. Κάτι άλλο είχε στο μυαλό του.
   «Πάντα αναρωτιόμουν, παπά».
   «Τι;»
   «Οι δαίμονες».
   Ο παπα - Γεράσιμος στράβωσε τα χείλη.
   «Και λοιπόν;»
   «Με τι μοιάζουν;»
   Ο παπάς έξυσε το κεφάλι. Δε μπορούσε να θυμηθεί αν κάποια απ' τις οικουμενικές συνόδους είχε ποτέ ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα.
   «Επειδή οι δικοί μου δαίμονες έχουν φτερά, παπά», συνέχισε ο χήρος. «Τους ονειρεύομαι όλη την ώρα».
   «Κανονικά μοιάζουν με δίποδους τράγους κι έχουν μυτερές ουρές», εξήγησε ο παπάς. «Αλλά το Κακό μπορεί να πάρει πολλές μορφές, φυσικά».
   «Τους φοβάσαι;»
  «Εγώ; Και φυσικά όχι. Ο Θεός είναι παντοδύναμος. Είναι οι αγνωστικιστές κι οι αμαρτωλοί που πρέπει ν' ανησυχούν».
   Ο Νικηφόρος έβηξε ξανά. Η σκύλα πλησίασε και κάθισε στα πόδια του παπα - Γεράσιμου. Τη χάιδεψε κι άρχισε να καπνίζει κι άλλο τσιγάρο. Καθισμένη στα χαλάσματα της γκρεμισμένης καμινάδας, μια κουκουβάγια έκραξε και πέταξε σιωπηλά προς την κοιλάδα. Ο παπάς έκοψε την καύτρα, έβαλε το σβησμένο τσιγάρο στην τσέπη και τύλιξε τα μπράτσα γύρω απ' το σώμα του. Στα καλά καθούμενα είχε αρχίσει να κρυώνει.
 
Καρνέζης Πάνος
Μικρές Ατιμίες
 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Αθήνα 2003