«Πασχάλη, ήρθε η Αρίστη. Η Ρίτα μας, μωρέ Πασχάλη. Σήκω να της κάνεις αστεία, να της πεις καλαμπούρια».
Η Αρίστη ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Μικρή, πού την έχανες πού την έβρισκες μέσα σ' αυτό το σπίτι λημέριαζε, συνήθιζε να κοιμάται τα βράδια, κι ακόμα θυμόταν τι λογής ιστορίες της λέγανε. Δίπλα της είδε τον Πανάγο, το μεγάλο γιο -το ίδιο τετράγωνο σκαρί με τον πατέρα του- και τον Κώστα τον «τσατίλα», το μικρότερο, έτοιμο σχεδόν να λιγοθυμήσει. Την αγκάλιασαν όλοι με τη σειρά.
Απόθεσε τα γαρίφαλα στο στήθος του νεκρού κι έσκυψε να τον χαιρετίσει. Τα χέρια του ήταν παγωμένα και δεμένα με μια μαντήλα. Ένα ακόμη κεφαλομάντηλο έφερνε βόλτα σφιχτά το πρόσωπο και το σαγόνι του. Το στόμα του ήταν σφραγισμένο με δυο κεράκια σε σχήμα σταυρού, το πλατύ φαλακρό του μέτωπο ήταν μισοχωμένο σε μια τραγιάσκα οχτάγωνη, καφετιά, ενώ απ' τις δυο μεριές εξείχαν τ' αυτιά του σαν πτερύγια, ταπωμένα σφιχτά με βαμβάκι. Καθώς έσκυψε πάνω του, η τραγιάσκα ανάγειρε πίσω και πήρε το μάτι της μια μπλάβα φουσκωτή πληγή, σαν μπάλωμα, ψηλά στο κεφάλι του, και λίγο ξεραμένο αίμα στην άκρη της, προς τ' αριστερά. Έσιαξε την τραγιάσκα, σκουπίζοντας τα μάτια της.
Ήταν κιόλας στο πόδι απ' τα χαράματα. Μίλησε με τη νύφη της στο τηλέφωνο και της είπε να προσέξει να μην της ξεφύγει καμιά κουβέντα στη μάνα της, γιατί εκείνη, όπως έλεγε κι ο μακαρίτης ο αδερφός της, είχε την ψυχή της στο στόμα. Μετά έψαξε να βρει τη Μαργίτσα στη δουλειά της για να της προτείνει να 'ρθουν μαζί στο χωριό. Στο λεωφορείο, που γλιστρούσε ανάλαφρα μέσα από αγρούς με λιγοστό χιόνι, τους κυρίεψε μια γλυκιά νάρκη. Η Αρίστη σκεφτόταν τον θείο Πασχάλη.
Ήταν συνηθισμένο τα τελευταία χρόνια, να τον τρέχουν οι δικοί του στα νοσοκομεία. Ιδίως μετά τις γιορτές, όταν τύχαινε να την έχει τηλώσει μέχρι σκασμού. Δυο τρεις φορές κόντεψε έτσι να τα τινάξει, και μια φορά -αυτή που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο και χρειάστηκε να μείνει μια βδομάδα στο νοσοκομείο της πόλης, για εξετάσεις- ακούστηκε τελικά πως είχε στουμπώσει ο πισινός του από το πολύ καλαμπόκι. Στα ογδόντα του ο θείος Πασχάλης είχε γίνει ένα θηρίο που ζύγιζε εκατόν σαράντα κιλά. Απ' όλα άλεθε το στομάχι του, σαν καλός μύλος. Σχεδόν ποτέ όμως δεν αγόραζε ψαχνό κρέας -που το έβρισκε πολύ ακριβό- παρά μόνο λαρδί και τσιγαρίδες. Από τούτο το είδος τα κρεατικά φυλούσε πάντα γερά αποθέματα. Και δεν είχε ορισμένη ώρα, ακόμα και τα μεσάνυχτα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να ριχτεί στο φαΐ. Η θεία Δέσποινα, που είχε το ίδιο κόψιμο μ' εκείνον, δηλαδή το σουλούπι μιας καλοθρεμμένης φώκιας που έπλεε στο λίπος της, ενώ δυο λαμπερά γαλάζια μάτια ξέχυναν ένα ήμερο φως στο τεζαρισμένο δέρμα του προσώπου της κι ένα μαυριδερό μουστακάκι ίδρωνε μονίμως στο πανωχείλι της, είχε διηγηθεί κάποτε ένα σχετικό περιστατικό. Ο θείος Πασχάλης είχε σηκωθεί από το κρεβάτι του βαθιά μεσάνυχτα -κοιμόταν αντικριστά οι δυο τους, μες στην κουζίνα- και σκάλιζε ορθός μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο, με φόντο το παράθυρο πίσω του. Φορώντας το σκούφο του και το μακρύ νυχτικό του, έμοιαζε στο αχνό φέγγος που τον τύλιγε σαν χοντρό τελώνιο. Τα σαγόνια του δούλευαν με γρήγορο ρυθμό. Τότε άνοιξε τα μάτια της η θεία Δέσποινα, τον είδε ξαφνικά και πώς της παραφάνηκε μες στον ύπνο της, πάτησε μια στριγκλιά: «Όι, όι, φάντασμα!» και τραβούσε τα μαλλιά της. Αλλά ο θείος Πασχάλης, σοβαρός, χωρίς να πάψει ούτε στιγμή το μασούλημα, την καθησύχασε λέγοντας: «Εγώ είμαι, μαρή!»
Στο καφενείο, όπου οι περισσότεροι άντρες μαζεύονταν για ένα ούζο ή κανένα μεζέ, εκείνος σπάνια πατούσε το πόδι του. Κι αυτές τις ελάχιστες φορές κούρνιαζε σε μιαν άκρη, κοίταζε τους άλλους και δε ζύγωνε. Τις προάλλες, λέει, τον πέτυχε εκεί μέσα ο αδερφός της. Παρίστανε τον χορτάτο. Όπως καθόταν βαρύς, η κοιλιά του ανέβαινε ψηλά ως το λαιμό του και το σνίχι του καμπούριαζε σαν του ταύρου. «Έλα, εγώ κερνάω!» του έγνεφε τότε ο Στέφος. Ξαφνικά τα γουρουνίσια ματάκια του άστραψαν· πλησίασε και άπλωσε τη χερούκλα του στα σουβλάκια. Τα επόμενα λεπτά ακουγόταν ένας ασταμάτητος θόρυβος, λες και δούλευε κορδέλα, και σε λίγο τα ξυλάκια σχημάτισαν στοίβα στην άκρη του πιάτου του. «Σκέψου να 'ταν και νηστικός...» σφύριξε στ' αυτί του αδελφού της ο καφετζής, «θα έτρωγε κι εμάς».
Φτάσαν στις Σέρρες με αρκετή καθυστέρηση. Οι αγρότες είχαν μπλοκάρει το δρόμο σε δύο σημεία. Πήραν άλλο λεωφορείο, που δεν περνούσε μέσα από το χωριό τους, αλλά τους άφησε μερικά χιλιόμετρα απ' έξω, δίπλα στις ράγες του τρένου. Ο οδηγός τούς έκανε το χατήρι να τις πάει μέχρι τον Άνω Σταθμό, ώστε να συνεχίσουν με τα πόδια. Αλλά η Αρίστη δεν ήταν σε θέση σχεδόν να κάνει ούτε βήμα· σπάσαν και τα γαρίφαλα που κρατούσε στο χέρι της. Προχώρησε στη θαμνοτοπιά, δίπλα στο ποτάμι, κι από το καφενείο τηλεφώνησε για ταξί. Πρασίνιζαν άλλοτε τα νερά του Αγγίτη σ' αυτό το σημείο, ισκιωμένα από δεντροφυλλωσιές· τώρα ανάδιναν αδύνατες νεροφεγγιές, πλαισιωμένα τόπους τόπους από αφράτες στάμπες χιονιού. Όταν είδε ποιος κατέφτασε, στην αρχή δεν τον γνώρισε.
«Βρε Κουρελού, εσύ είσαι;» αναφώνησε μετά. Μαδημένα τα μαλλιά του και το πετσί του σούρες σούρες και στεγνό σα σταφίδα. Κάποτε είχε ένα καραβάν, παμπάλαιο, κι έστρωνε κουρελούδες στα καθίσματα· τώρα ένα μεγάλο, γιαπωνέζικο· τσίλικο. Την αναγνώρισε κι εκείνος.
«Ποπό! Ρε συ Τάκη, τι γίνεται, πού χάθηκες; Τι ωραία που περνούσαμε, θυμάσαι; Πού 'ναι το σαραβαλάκι, που έβαζες μέσα δεκαπέντε άτομα...»
Μια φορά, πηγαίνοντας σ' ένα χορό, χώθηκε μέσα όλη η παρέα και τους τσάκωσε ο τροχονόμος. «Για βγείτε έξω, ένας ένας» τους προστάζει. Βγαίνανε, βγαίνανε... «Καλά ρε, πόσους έχεις βάλει μέσα;» τον ρωτάει. Μέτρησε έντεκα, μέσα σε πνιχτά χάχανα. «Άντε μη βγάλω και τον άλλο στη φόρα!» λέει η Κουρελού, και τους πατάει κρυφά μια ματιά. Βροντάει το πορτ - μπαγκάζ ο τροχονόμος: «Βγες έξω κι εσύ, ρε». Και γυρνώντας πάλι σ' αυτόν! «Μα το Θεό, δεν είσαι στα καλά σου!... Θες να με κάψεις;» Τους έλουσε, αλλά μόνο αυτό -ήτανε φιλαράκια, βλέπεις, από το ίδιο χωριό...
Από το στόμα του μάθαν πως θα τον σηκώναν το νεκρό στις τρεισήμισι.
Φτάνοντας, είδανε κόσμο στην αυλή. Συνάμα η Αρίστη ένιωθε πως δε θ' άντεχε άλλο, έπρεπε να πάει στην τουαλέτα. Κάπως παράμερα, στη γωνιά, που ξεδίπλωνε το σκεβρωμένο σκαρί της η κρεβατίνα, πήρε το μάτι της το γαμπρό του θείου Πασχάλη. Ο «βουνίσιος» όπως τον λέγαν -επειδή ήταν αψύς και απότομος- αλλά εκείνη τον είχε βγάλει Πλιάκατα, γιατί άμα μιλούσε σε ράντιζε με τα σάλια του. Στεκόταν ξεκομμένος, με κατσούφικο ύφος και δε μίλαγε σε κανένα. Η γυναίκα του βρισκόταν μέσα, με τη θεία Δέσποινα, στο πλάι του νεκρού. Πώς να τα καταφέρει να περάσει; Πήχτρα ο κόσμος ένα γύρω στο σαλόνι, το φέρετρο έπιανε τον τόπο ως πέρα, και η μια του άκρη, κατάφορτη από λουλούδια, έφραζε την πόρτα του καμπινέ.
«Πασχάλη, δώσ' της τα χρόνια σου, αγόρι μου!» άκουσε τη φωνή της θείας της.
Έκανε να σταθεί κοντά της, αλλά της ήταν αδύνατο. Ζήτησε συγνώμη και βγήκε έξω στην αυλή.
«Με τη μάνα σου ήρθες;» την ρώτησε η Σαβατού.
«Όχι».
«Πώς όχι... αφού ανεβαίνει τα σκαλοπάτια».
Η γυναίκα του Σαβάτη είχε δίκιο. Η μάνα της ερχόταν με βήμα λικνιστό, που σκαμπανέβαζε, κρεμασμένη στο μπράτσο του αδερφού της. Εντελώς στον αέρα η ψυχούλα της.
«Θα τρελαθώ», της έκανε με θυμό. «Γιατί ήρθες, καλέ;»
«Μη χάνεις τα λόγια σου», μουρμούρισε ο Στέφος. «Γύρισα σπίτι και τη βρήκα που καθόταν στα βελόνια. Τα κατάλαβε όλα. Δεν τη γελάς αυτή, είναι διάολος».
«Τι, δε θα 'ρθω στον αδερφό μου;» στρίγκλισε λαχανιασμένη η μάνα της.
Η Σαβατού την έπιασε παραμάσχαλα και τη βοήθησε να μπει στη σάλα. Ύστερα η Αρίστη άκουσε τις τσιρίδες της, ντουέτο με τα σκουξίματα της θείας της.
«Δε μου λες», ρώτησε με φούρκα τον αδερφό της, δείχνοντας το σπίτι απέναντι -δυο δρασκέλια απόσταση- «είναι ο κουμπάρος σου μέσα τώρα;»
«Ναι, μόλις με φώναξε».
«Μόνος;»
«Έτσι νομίζω».
«Τότε δεν μπορώ να πάω», μουρμούρισε με αγωνία.
Η Φωτεινή πετάχτηκε από τη σκάλα.
«Τρέξε, η μάνα σου λιποθύμησε».
Της κόπηκαν τα γόνατα. Μ' ένα σάλτο πετάχτηκε μέσα, την βρήκε, τη σκούντηξε.
«Καλά είσαι;»
Η μάνα της ήταν εντάξει. Απλώς τη γύρευε κι ήθελε να κάτσει δίπλα της. Η Φωτεινή ήταν μισόζουρλη, όλο τέτοια σκάρωνε -της ήρθε να της αστράψει ένα γερό φούσκο. Άνοιξε χώρο η μάνα της πλάι στη Μαργίτσα, πού να κάτσει όμως, ένιωθε την κύστη της τούμπανο. Στις Σέρρες, η ξαδέρφη της είχε προλάβει να πάει στην τουαλέτα, η Αρίστη όχι, πού να έτρεχε στις τουαλέτες των Κ.Τ.Ε.Λ., ήταν και αδιάθετη, «έτσι ανοιχτή που είμαι, θ' αρπάξω σίγουρα κανένα μικρόβιο...» σκέφτηκε, και κρατήθηκε.
«Ξέρεις εσύ τι θέλω, μείνε με τη μάνα μου», έσκυψε στ' αυτί της Μαργίτσας και ξαναβγήκε.
Άκουσε τη Λένκω που τη φώναξε από το παράθυρο.
«Έρχομαι αμέσως, κουμπάρα...»
Μπαίνοντας στο σπίτι τράβηξε γραμμή για την τουαλέτα. «Στάσου μια στιγμή, γιατί θα σκάσω...» της ψιθύρισε. Πήρε όμως το μάτι της και τον άντρα της εκεί δίπλα, αραχτό στο ντιβάνι, και ντράπηκε. «Με συγχωρείς, κουμπάρε, περίμενε λίγο, έρχομαι να τα πούμε», είπε και του γέλασε νευρικά.
Τα δυο γερόντια, της είπε η Λένκω, φιλοξενούνταν τον τελευταίο καιρό στο σπίτι του γαμπρού τους, στην Κορμίστα. Ο «βουνίσιος» είχε λυσσάξει· σώνει και καλά να του γράψουν ένα ακόμη χωράφι στ' όνομά του. Ο θείος Πασχάλης αρνούνταν με πείσμα, αρκετά είχαν ήδη κάνει για την κόρη τους. Έλεγε πως είχε κι άλλα παιδιά. Όλο γκρίνια, οι σχέσεις τους χειρότερες από κάθε άλλη φορά. Στο τέλος τους ζήτησε να τα μαζέψουν και να φύγουν. «Αν δεν ξεκουμπιστείτε αμέσως», τους έτριξε τα δόντια, «θ' αρπάξω καμιά καρέκλα και θα σας τη φέρω στο κεφάλι!»
«Βρε, τον Πλιάκατα!» ξεφώνισε η Αρίστη, που τον φαντάστηκε να τα λέει αυτά, με τα σάλια να πετάγονται απ' το στόμα του.
Οι δυο τους είχαν ξαναγυρίσει μονάχοι πριν τρεις μέρες στο χωριό. Αλλά από κείνη τη μέρα ο θείος δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Ούτε αστεία να κάνει -όπως το συνήθιζε, με τον τρόπο του- ούτε στο σοκάκι να βγει κομμάτι να σεργιανίσει· είχε πέσει σε συλλογή. Αφού ένας γείτονάς τους, ο Κόπανος, το πρόσεξε αμέσως και τον ρώτησε κάμποσες φορές: «Γιατί δε λες κανένα καλαμπούρι, ρε Πασχάλη; Τι σ' έπιασε ξαφνικά, γιατί μαράθηκες;» Τι καλαμπούρι, εκείνος ζάρωνε στη γωνιά του κάτω από την κρεβατίνα, με την τραγιάσκα του κατεβασμένη μέχρι τ' αυτιά και το βλέμμα του χαμένο, και το πολύ πολύ ξεσπύριζε μονάχος μερικά λόγια, κουνώντας τα χέρια του.
Το προηγούμενο βράδυ ο θείος Πασχάλης ανακάθισε στο κρεβάτι του, στήριξε τους αγκώνες στους μηρούς του, το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του, κι έμεινε ακίνητος. Τη θεία Δέσποινα την πήρε ο ύπνος. Κατά τις δώδεκα, ξυπνάει και τον βλέπει στην ίδια θέση, μαρμαρωμένο· παραξενεύτηκε. «Καλά είσαι, Πασχάλη; Γιατί είσαι έτσι, γιατί δε με μιλάς; Πλάκα μου κάνεις πάλι;» τον ρώτησε. Εκείνος σώπαινε. «Άντε κοιμήσου εσύ», της λέει μετά, «μη στεναχωριέσαι, καλά είμαι εγώ». Έτσι που μίλαγε όμως αργά, της φάνηκε πολύ λυπημένο το πρόσωπό του. Στις τρεισήμιση άνοιξε πάλι τα μάτια της. Εκείνος την κοίταζε. «Γιατί δεν κοιμάσαι, ρε Πσχάλη;» Καμιά απόκριση αυτή τη φορά. Την ξαναπήρε ο ύπνος. Στις εξίμιση ξυπνάει πια κανονικά η θεία Δέσποινα. Στην ίδια στάση, κοκαλωμένος, ο άντρας της. Πάει κοντά του -χάραζαν τα μάτια του, αλλά δεν είχαν φως. Τον σκουντάει, έγειρε το κεφάλι στο στήθος του. «Πασχάλη μωρέ, πέθανες;» Βγήκε στο παραθύρι, «Λένκω, Λένκω», τη φώναζε. «Έλα, μωρέ, Λένκω, ο Πασχάλης, θαρρώ, πέθανε!» Δε λες, είχε αρχίσει να παγώνει κιόλας...
Σηκώθηκε στο πόδι η γειτονιά, τον ξάπλωσαν στο πάτωμα. Ο Σαβάτης και ο ταξιτζής έτρεξαν για φέρετρο στη Μπάφρα. Όταν το έφεραν, οι γυναίκες τον είχαν μισοντύσει κι ο Γιάννης ο Καρπούζας είχε ανακαλύψει σε μια κόχη κάτω απ' το κρεβάτι του, ένα παγούρι γεμάτο στριφτά πεντοχίλιαρα -γύρω στο εκατομμύριο τα λογάριαζε- που μάζευε κρυφά ο «γερο - τσιφούτης»... Μόλο που το πάλεψαν ώρα το κορμί του, σπρώξε σκούντα, αδύνατον να του φορέσουν σακάκι -μόνο το παντελόνι και το πουκάμισο. Και την τραγιάσκα του, φυσικά, που εκείνος δεν την αποχωριζόταν σχεδόν ποτέ. Στη συνέχεια τέσσερις χεροδύναμοι άντρες προσπάθησαν να τον σηκώσουν, μα στάθηκε πάλι αδύνατο. Καθώς μάλιστα, μια στιγμή, τον γραπώσανε κάπως απότομα από τις μασχάλες, και τα χέρια του δεν ήταν ακόμα δεμένα, τινάχτηκε πίσω με δύναμη το δεξί, και άστραψε μια ανάποδη μπατσιά στο μάγουλο του Καρπούζα -θαρρείς και του τη χρώσταγε- που είδε τον ουρανό με τ' άστρα κι έγινε άσπρος σαν πανί από την τρομάρα του. Και τότε κάποιος έριξε την ιδέα: «Γιατί δεν τον βάζετε μέσα σ' ένα σεντόνι;» τους είπε. Και τον τυλίξανε σ' ένα σεντόνι κι ένας βαστούσε τα πόδια του που κρέμονταν, και πάλι με το ζόρι, με ξεφυσήματα και φωνές, απόσπρωξαν το κορμί του ως το ανοιχτό φέρετρο. Και μόλις τον βάλαν μέσα, χρατς, σκίστηκε από πάνω μέχρι κάτω και το σεντόνι.
Μιλούσε ακόμα η Λένκω, όταν έφτασε ο παπάς. Η Αρίστη ξανάτρεξε γρήγορα απέναντι και στριμώχτηκε δίπλα στη μάνα της. Στη σάλα έκαιγε μια λαμπίτσα σαν καντήλι. Λέγαν πως κι αυτό ακόμα έδειχνε πόσο σφιχτοχέρης ήτανε ο θείος. Ούτε τηλέφωνο δεν ήθελε στο σπίτι, για να μην πληρώνει το πάγιο, μόλο που τα παιδιά του επέμεναν. Έτσι η θεία Δέσποινα αναγκαζόταν να πλέκει τις νύχτες στο φως της τηλεόρασης, κολλημένη σχεδόν πάνω στο γυαλί, όσο εκείνος έβλεπε τις ειδήσεις. Στο τέλος κι αυτό του φαινόταν πολύ. Έσβηνε τη συσκευή, έπαιρνε το τηλεχειριστήριο κι εξαφανιζόταν. Πηχτό σκοτάδι συνήθως επικρατούσε εκεί μέσα, και μόνο το σιωπηλό φως του φεγγαριού, που γλιστρούσε από τα παράθυρα, ερχόταν να γαλακτίσει τον άδειο χώρο γύρω τους. Ο παπάς τον διάβασε και μετά, δέκα περίπου άτομα, τον κατέβασαν με αγκομαχητά στην αυλή από τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της εξωτερικής σκάλας. Στη νεκροφόρα -ένα καρότσι σκεπαστό, με τέσσερις ρόδες, που κανονικά το έσερνε ένας- ζεύτηκαν δύο άτομα, κι οχτώ σπρώχνανε από πίσω στην ανηφοριά. Πρώτος πήγαινε ο παπάς, ακολουθούσαν τα παιδιά με τα εξαφτέρουγα και κατόπι ένας άντρας που κρατούσε όρθιο το καπάκι της κάσας.
Τον μεταφέραν στο εκκλησάκι, δίπλα στα μνήματα και τον τοποθέτησαν στη μέση. Την ώρα που έψελνε ο παπάς, η Σωτηρία, η αδελφή του Πανάγου, λιγοθύμισε. Η Αρίστη τους βοήθησε να τη βγάλουν έξω. Είδε τον «βουνίσιο» απ' αλάργα να στυλώνει στο κιγκλίδωμα ενός τάφου, μ' ένα τσιγάρο στο στόμα, και να τους ρίχνει κοφτές πλάγιες ματιές, ζαρώνοντας τα φρύδια του. Δε σάλεψε. Καταπόδι τους ερχόταν ο δεύτερος αδερφός, ο Κώστας, και πώς της πέρασε ξαφνικά η σκέψη πως θα χιμούσε σαΐτα να τον αρπάξει και να τον λιανίσει τον Πλιάκατα. Μετά μπήκανε πάλι όλοι μέσα, εκτός από κείνον. Όταν ήρθε η ώρα ν' αποχαιρετίσουν το νεκρό, ο Πανάγος έσκυψε και αγκάλιασε το ξεσκέπαστο φέρετρο. Τα πελώρια χέρια του κρεμάστηκαν ένα γύρω σαν κουπιά κι έλεγες τώρα θα το σηκώσει ψηλά να το κουβαλήσει μόνος του. Έπειτα, σκούπισε τα μάτια του και ρούφηξε τη μύτη του, κουνώντας το κεφάλι του. Ο κόσμος περνούσε μπροστά απ' το νεκρό με τη σειρά, η Αρίστη τον φίλησε στο μέτωπο και σε λίγο πήρε το μάτι της πίσω της τη Μαργίτσα, που της έγνεφε. Κάτι ήθελε επίμονα να της πει, το κατάλαβε από τα χείλη της που σάλευαν και τον τρόπο που την κοίταζαν έντονα τα μάτια της. Κάποιοι χώθηκαν ανάμεσά τους, την έσπρωξαν κι ο ψίθυρος δεν έφτασε στ' αυτιά της.
Πάνω στο χείλος του τάφου -δυο μέτρα βάθος, αλλά κάπως στενός- δόθηκε η τελευταία μεγάλη μάχη. «Θα χωρέσει;» πέταξε κάποιος. Δε βόλευε να τον κατεβάσουν. Τραβούσε ο ένας από δω, ξεφώνιζε ο άλλος από κει πολεμώντας να κάνει κουμάντο, μέχρι που τα σκοινιά τεζάρισαν και σπάσανε από τη μια μπάντα, και το φέρετρο κρεμάστηκε και μπήχτηκε με γδούπο λοξά στο λασπωμένο χώμα. Πήδηξε τότε κάτω ένας άντρας να το φέρει στα ίσια και σ' αυτόν δώσανε ρεγάλο και το ρολόι που είχε περασμένο ο θείος Πασχάλης στο χέρι του.
Κατέβηκαν στην πλατεία, στην αίθουσα δεξιώσεων, κι η θεία Δέσποινα φαινόταν απαρηγόρητη. Οι γυναίκες μοίραζαν πιάτα με καφέδες, ελίτσες και κονιάκ.
«Τι θ' απογίνω, Αρίστη; Ο Πασχάλης δε θα ξαναγυρίσει».
«Και στεναχωριέσαι εσύ, που έχεις τόσα παιδιά; Κάνε κουράγιο».
«Αχ, αλίμονό μου!»
Και στριφογύριζε το κεφάλι της, σαν να τα 'χε χαμένα.
Με τις πρώτες μαρτιάτικες λιακάδες, μαθεύτηκε πως ο θείος Πασχάλης είχε αντιμιλήσει άσχημα, για πρώτη φορά, στο γαμπρό του, όταν τους έδιωξε απ' το σπίτι του με απειλές. Αλλά τίποτα παραπάνω· όλα τ' άλλα τα σκέπαζε ένας πέπλος σιωπής. Έστω κι αυτό όμως, ακόμη κι αν υποτεθεί πως ήταν μια κουβέντα που ξέφυγε ακούσια από το στόμα κάποιου, έριχνε λίγο φως. Κι έδινε φυσικά λαβή στις δυο ξαδέρφες να μουρμουρίζουν μουλωχτά τα δικά τους. Η Μαργίτσα θυμόταν ότι ένιωσε σαστιμάρα στην αρχή και κατόπι, όταν τα κατάφερε να κάνει κάποιες σκέψεις, μια παράξενη ανατριχίλα και ταραχή. Είχε προλάβει να δει, κάτω απ' την τραγιάσκα, κι ένα κομμάτι βαμβάκι που μισοσκέπαζε την πληγή. Η Αρίστη ανέφερε την περίπτωση κάποιου -και ήταν πολύ συνηθισμένη, είπε- που, από παρόμοιο χτύπημα στο κεφάλι, έκανε αιμάτωμα, κι επειδή δεν τον είχε παρακολουθήσει κανένας γιατρός, μέσα σε σαράντα οχτώ ώρες, τελείωσε ο άνθρωπος, πέφτοντας σε κώμα.
Μια από κείνες τις νύχτες η Αρίστη είδε στον ύπνο της τον Πανάγο να τα κάνει όλα λίμπα. Της θύμισε, λέει, το περιστατικό, όταν ήταν πιο νέος, που τον πιάσαν μια μέρα τα δαιμόνιά του και ξεπάτωσε μια σιδερένια σόμπα, την άνοιξε με μια γροθιά από πάνω μέχρι κάτω, σα στουμπισμένο κρεμμύδι. Ο Πανάγος μπούκαρε μες στο καφενείο της πλατείας, όπου βρήκε τον «βουνίσιο» να παίζει μπουρλότο. Λίγο πιο πέρα, στη σκιά, ξεχώριζε η φιγούρα του θείου Πασχάλη, που καθόταν αμήχανος, ψηλαφώντας το γρομπιασμένο του κούτελο. Ο Πανάγος στάθηκε πάνω από το κεφάλι του Πλιάκατα και του έριξε ένα βλέμμα σα σουβλί. Σε λίγο, εκείνος ούρλιαξε «φύγε!», με τα χέρια του ακίνητα πάνω στο τραπέζι. Αυτό ήταν! Γιατί μονομιάς η τράπουλα σκόρπισε στον αέρα, το τραπέζι γύρισε ανάποδα κι οι καρέκλες τινάχτηκαν πέρα. Όλοι αναπήδησαν κι έκαναν πίσω, καθώς ο ξάδερφός της άρπαξε τον άλλο απ' το γιακά, τον έσυρε μανιασμένα και, στροβιλίζοντάς τον σαν σβούρα, τον πέταξε πάνω στη τζαμαρία. Και τότε, μες στην χλαπαταγή, έγιναν θρύψαλα τα τζάμια και τα αίματα έβαψαν το πεζοδρόμιο...
Κάποια μέρα ωστόσο, προτού συμπληρωθεί καλά καλά ο καιρός για τα σαράντα, έφτασε πράγματι η είδηση από το χωριό ότι «σκοτώνονται» εκεί κάτω. Μια απλή πληροφορία, χωρίς περισσότερες εξηγήσεις. Και μιας κι ο θείος Πασχάλης δεν είχε αφήσει διαθήκη, ο καθένας θα μπορούσε να συμπεράνει πως η φαγωμάρα θα γινόταν για τα κληρονομικά. Γιατί τώρα, ακόμα και η Σωτηρία -που είχε φροντίσει να τη βολέψει ο γέρος, αλλά και τ' αδέρφια της, με τον καλύτερο τρόπο- μπορούσε, αν ήθελε, να διεκδικήσει μερίδιο απ' όλα τα υπόλοιπα κτήματα, από το πατρικό σπίτι που έχτισαν με τα χέρια τους τ' αδέρφια της, από τα λεφτά που υπήρχαν στην Τράπεζα -ακόμα κι από το μασούρι με τα πεντοχίλιαρα, που βρέθηκε κάτω απ' το κρεβάτι του πατέρα της...
Η Αρίστη περίμενε τότε να βγει το όνειρό της αληθινό. Αντί γι' αυτό όμως, συνέβη κάτι άλλο. Η Σωτηρία εγκατέλειψε ξαφνικά το σπίτι της, έφυγε σαν κυνηγημένη με το τετράχρονο παιδί της, κι ήρθε να μείνει με τη μάνα της. Για τον άντρα της έλεγε πως ένιωθε αηδία και πως της είχε μαυρίσει τη ζωή, γι' αυτό και ήθελε να τον χωρίσει. Δεν άντεχε άλλο ούτε να τον βλέπει στα μάτια της.
Τα πρώτα σχόλια του κόσμου φούντωσαν. Η Αρίστη με τη Μαργίτσα, μια Κυριακή πρωί που βρέθηκαν στο χωριό, είχαν την ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν τη θεία Δέσποινα -άλλωστε οι γιοι της έρχονταν απ' την πόλη να τη δουν πιο αραιά τώρα. Ήθελαν να τη ρωτήσουν για όλα. Μόλις έφτασε όμως η κουβέντα σε κείνο το επεισόδιο του διωγμού και ανέφεραν μετά και το πρήξιμο στο κεφάλι του θείου Πασχάλη, η θεία ξεροκατάπιε, και τα μεγάλα αγαθά μάτια της βάλθηκαν να τρεμοπαίζουν ανήσυχα· έριχνε με τρόπο λοξές φοβισμένες ματιές προς τη μεριά της κόρης της και το μουστακάκι της ίδρωνε. Στην αρχή καμώθηκε πως δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσαν, καθώς όμως οι ανιψιές της επέμεναν, μουρμούρισε πως θα εννοούσαν μάλλον το χτύπημα που είχε κάνει ο θείος τους γέρνοντας απότομα το κεφάλι του, γιατί τον πήρε ο ύπνος, στην πλάτη της καρέκλας του - συνήθιζε καμιά φορά, λέει, να την καβαλάει ανάποδα, σαν να 'ταν άλογο. Όμως έτσι που το έλεγε, θα έπρεπε κανονικά το σημάδι να βρισκόταν χαμηλά στο κούτελό του, κι όχι τόσο ψηλά. Στη συνέχεια, σαν να θυμήθηκε κάτι άλλο, είπε πως την προηγούμενη του θανάτου του, το απόγευμα, ο θείος είχε βγει στην αυλή, έκοβε βόλτες πάνω κάτω αφηρημένος και μονολογούσε -απ' τα λεγόμενά του, που τ' άκουγε με μισό αυτί, της φάνηκε σαν ν' αποχαιρετούσε το σπίτι του- και σκάλωσε ξάφνου το κεφάλι του σ' ένα στριφτό κλαδί της κληματαριάς. Πρόσθεσε κομπιαστά πως δεν θα έπρεπε πάντως να τα κουβεντιάζουν τέτοια πράγματα ούτε ν' ακούνε τι λέει ο ένας και ο άλλος, γιατί έτσι μπορούσε ν' ανάψει μεγάλο κακό... Μ' αυτά που έλεγε φαινόταν να συμφωνεί και η Σωτηρία, που καθόταν σε μιαν άκρη σιωπηλή, και κουνούσε το κεφάλι της.
Ωστόσο τα σχόλια του κόσμου δεν κόπασαν, αντίθετα μέρα με τη μέρα σέρνονταν ύπουλα κι έπαιρναν μεγαλύτερες διαστάσεις. Εκείνες, μάνα και κόρη, χρειάστηκε να επαναλάβουν, μονότονα τα ίδια λόγια σε μερικούς συγγενείς. Αλλά το ζήτημα δεν ήταν πλέον αν εκείνη η επαπειλούμενη καρεκλιά είχε τελικά πέσει ή όχι. Όλοι το ξέραν πια, και με λεπτομέρειες, τι ακριβώς είχε συμβεί· ή το φαντάζονταν. Το ζήτημα ήταν που επέμεναν οι δυο τους τόσο πεισματικά να πλέκουν το δικό τους πέπλο σιωπής, σαν ένα ασφαλές κουκούλι που θα ήθελαν να κλειστούν μέσα του, τη στιγμή που σχεδόν κανένας πια δεν τις πίστευε, κι ο ίδιος ο θείος Πασχάλης που τις επισκεπτόταν τακτικά τον πρώτο καιρό στα όνειρά τους κι εμφανιζόταν, λέει, συνήθως να κάθεται στη γνώριμη γωνιά του στην αυλή, τους έστελνε μονίμως από κει ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο κι όπως πρόσθεταν χαρακτηριστικά, έμοιαζε φουσκωμένο το πρόσωπό του, να κλάψει.
Καλούτσας Τάσος
«ΤΟ ΤΡΑΜ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου