Δυο πιστολιές ακούστηκαν στο σούρουπο, και καταμεσής στη σκάλα του λιμανιού, πλημμυρισμένη από κόσμο -ότι ήταν φτασμένο το βαπόρι- ένας άνθρωπος έφερε βιαστικά την απαλάμη στο στήθος, κλονίστηκε στα πόδια του κ' έγειρε απάνω σε δυο ξένα χέρια, που απλώθηκαν να τον βαστήξουν. Ο φονιάς τού την είχε ανάψει από κοντά, στήθος με στήθος, πριν προφτάσει καλά - καλά να τον καταλάβει.
Ούτε λογοφέρανε, ούτε τίποτε! Κανένας δεν είχε νοιώσει πώς έγινε το κακό. Σαστισμένοι όλοι γύρω, ντόπιοι και νεοφερμένοι, πριν προφτάσουν ακόμα να ιδούν τον άνθρωπο που έπεφτε, και τον άνθρωπο που 'τρεχε σαν τρελός, σκίζοντας και τσαλαπατώντας τον κόσμο, αφήκανε το φονιά και χάθηκε. Όλοι μαζευτήκανε ύστερα γύρω από τον χτυπημένο, με πρόσωπα χλωμά και ξαφνιασμένα, με τις τρίχες σηκωμένες. Οι λιγοστές γυναίκες, παίρνοντας τα παιδιά τους απ' τα χέρια, τρέχανε να σωθούνε μακριά απ' το φονικό, τρέμοντας στη σάστισή τους περισσότερο τον χτυπημένο απ' το φονιά, που βρισκότανε μίλια μακριά -ποιος ξέρει πού- αυτή τη στιγμή. Ένα οργανέτο έπαιζε ακόμα μπροστά στο καφενεδάκι, τελειώνοντας βιαστικά κάποιο σκοπό παλιάς όπερας, που ξυπνούσε μέσα στο σύθαμπο του δειλινού ξεθωριασμένους πόνους.
- Κάνετε τόπο, ρε παιδιά, να σηκώσουμε τον άνθρωπο. Θα μας μείνει στα χέρια...
Ακούστηκε μια φωνή παρακαλεστική και τρομασμένη μαζί.
- Δεν είναι τίποτα. Μην κάνετε έτσι... είπε ο χτυπημένος.
Η φωνή του όμως ήτανε πνιγμένη κ' αδύνατη. Ο κόσμος παραμέρισε να κάνει τόπο στους δυο νέους, που με τα γερά τους μπράτσα σηκώσανε, στερεά και αναπαυτικά, το παραλυμένο κορμί. Δυνατά τα χέρια τους το δένανε, μα τα πόδια τους τρέμανε καθώς αργοπατούσαν και πρόβαιναν. Οι άλλοι ολόγυρα σκύβανε αλαλιασμένοι, να γνωρίσουνε τον χτυπημένο.
- Ο Γιώργης ο Πολυζώης δεν είναι;
- Ο Γιώργης ο καλαφάτης!
- Καλέ αυτός! Δεν τόνε βλέπεις;
Κάνανε το σταυρό τους.
- Πώς έγινε πάλι τούτο το κακό;
- Είχε τίποτε με κανένα; Μαλώσανε;
- Κύριε ελέησον! Ξέρω κι' εγώ τι να πω;
- Η δυστυχισμένη η γυναίκα του! Και νιόπαντροι!...
Ο χτυπημένος ανασήκωσε το κεφάλι του.
- Δεν αφήνετε, ρε παιδιά, να περάσουμε; Κάντε μας τη χάρη.
Κάνανε τόπο πάλι.
- Στη σπετσαρία! Εμπρός!
- Ο άνθρωπος έχει σπίτι. Στο σπίτι του να τον πάμε, είπε ένας απ' τα παιδιά που τον κρατούσανε.
- Όχι, ρε Μήτσο, είπε ο άλλος. Να μην τον ιδεί έτσι η γυναίκα του. Άσε να τόνε δέσουνε πρώτα οι γιατροί στη σπετσαρία.
- Στο σπίτι! Καλύτερα στο σπίτι! είπε ο χτυπημένος. Δεν έχω τίποτε. Στο σπίτι να με πάτε!
Τα μάτια του σκορπίσανε μια παράξενη λάμψη.
- Στο σπίτι σάς λέω! ξαναείπε.
- Μη συχύζεσαι, Γιώργη! είπε ο Μήτσος. Σα θέλεις στο σπίτι, στο σπίτι σε πάμε...
- Δεν πειράχτηκα! είπε ο Γιώργης με καλοσύνη τώρα. Μη με ξεσυνερίζεσθε. Στο σπίτι είπα!...
Τα λίγα λόγια που είχε πει τον κουράσανε. Έβαλε την απαλάμη στο στήθος του κ' έγειρε το κεφάλι του απάνω στο στήθος του φίλου του.
Ξεκινήσανε. Ο κόσμος πίσω μαζεμένος τώρα, συντροφιές - συντροφιές, μιλούσανε ζωηρά και λογοφέρνανε, άλλοι φεύγανε με τα κεφάλια σκυφτά, κι' άλλοι τους σταματούσανε να μάθουνε το τι έγινε. Κανένας δεν ήξερε το πώς και τι.
- Άλλο πράμα πάλι τούτο! Έτσι, χωρίς λόγο κι' αιτία!
Ο Μήτσος ο Προκίλης κι' ο Βαγγέλης ο Ζωσιμάς, τα δυο παιδιά που συντροφεύανε τον χτυπημένο, ήτανε παλιοί του φίλοι και συντεχνίτες. Όταν έπεσε η πιστολιά, καθισμένοι παράμερα σ' ένα καφενεδάκι, τρέξανε κι' αυτοί με τους άλλους να ιδούνε τι έγινε. Σα γνωρίσανε το Γιώργη τον Πολυζώη, μείνανε ξεροί. Ο Γιώργης δεν ήτανε άνθρωπος για τέτοιες δουλειές. Ήσυχος και γλυκομίλητος, με κανένα δεν είχ' έχθρητα, κι' ούτε πείραξε ποτέ κανένα στη ζωή του. Πέσανε απάνω του και τον αγκαλιάσανε.
- Βρε Γιώργη; Τ' είναι τούτο το κακό; του είπε ο Μήτσος σκύβοντας το πρόσωπό του με ψυχοπόνια.
- Γραφτό μου ήτανε! είπε ο Γιώργης.
- Έννοια σου, δεν έχεις τίποτα· κουράγιο! του ξαναείπε.
- Το βλέπω κι' εγώ. Θα με πήρε ξυστά! Δεν πονάω...
Ο Μήτσος τον έψαξε στο στήθος. Δε φαινότανε τίποτε απ' όξω. Σταλιά αίμα δεν είχε χυθεί.
- Εδώ στο βυζί με χτύπησε! ξαναείπε ο Γιώργης κρατώντας πάντα την απαλάμη του στην πληγή του.
Σήκωσε τα μάτια του κατά το Μήτσο γυρεύοντας θάρρος.
- Δεν έχεις τίποτε! Δεξιά είναι! είπ' εκείνος.
Μες στη σάστισή τους κανένας δεν τον ρώτησε ποιος τον εχτύπησε, ούτε ο ίδιος είπε τίποτε. Καθώς τον ανασηκώνανε, ο Βαγγέλης τον ρώτησε:
- Τον είδες; Τον πήρε το μάτι σου; Ποιος σε βάρεσε, ρε Γιώργη;
- Τον είδα! είπε ξερά ο Γιώργης.
- Ποιος ήτανε; Μίλα, μωρέ!
- Αυτός!... Ο ψιλικατζής!...
Δεν είπε τ' όνομά του. Έκανε μοναχά ένα πικρό χαμόγελο.
- Του λόγου του! ξαναείπε. Ας είναι! Δίκιο είχε...
Δε μιλήσανε πλια. Σηκώσανε πιο γερά το φίλο τους και ανηφορίσανε στο καλντερίμι.
Ο ψιλικατζής! Ο Σταύρος ο Γιαννακός! Ποιος άλλος να ήτανε; Και να μη τους το 'λεγε, θα το καταλαβαίνανε. Θυμηθήκανε αμέσως τα χτεσινοβραδινά στην ταβέρνα του Σωφρόνη. Σκολάζοντας απ' τη δουλειά τους ο Γιώργης και οι δυο τους, κάτσανε να πιούνε ένα κρασί για ορεχτικό. Ο Γιώργης μάλιστα δεν ήθελε να κάτσει. Ήτανε από μέρες συλλογισμένος κι' ήθελε και τώρα να πάει στο σπίτι του.
- Καθίστε εσείς, ρε παιδιά. Εγώ θα πάω στο σπίτι. Δεν είμαι τόσο καλά, δεν είμαι στα σύγκαλά μου τούτες τις μέρες.
Εκείνοι τον βιάσανε να κάτσει. Ίσια - ίσια για να τ' αλλάξουνε λιγάκι το κακό κέφι. Ήπιανε ένα κρασί στα βουβά. Ο Γιώργης δε μιλούσε καθόλου. Εκεί που στρίβανε από 'να τσιγάρο, τους ζύγωσε ο Σταύρος ο Γιαννακός!
- Γεια σας!
- Γεια σου! του είπαν οι άλλοι δύο. Ο Γιώργης έσκυψε και σάλιωσε το τσιγάρο του δίχως να τον καλησπερίσει.
- Στο χωριό σου δεν καλησπερίζουνε; του είπε προκλητικά ο Σταύρος.
- Άσε με ήσυχο! έκανε ο Γιώργης. Δεν έχω όρεξη για κουβέντες...
Ο Σταύρος τον κοίταξε λοξά, έστριψε το μουστάκι του, ξερόβηξε και, κάνοντας ένα γέλιο παράξενο, βγήκε απ' την ταβέρνα σφυρίζοντας χωρίς να χαιρετίσει κανένα.
- Έχετε τίποτε; ρώτησε ο Μήτσος σε λίγο.
- Τι να 'χουμε; είπε ο Γιώργης. Στο σπίτι του μέσα δεν είναι αφέντης κανένας;
- Θέλει και ρώτημα;
- Θέλω να πω, στο σπίτι του μέσα δεν ορίζει κανείς ποιον να βάλει και ποιον να διώξει; Ε, λοιπόν δεν τον ήθελα στο σπίτι μου. Όχι πως μου 'κανε τίποτε ο άνθρωπος, μα δεν τον έκανα γούστο... Αυτό ήτανε!
- Τον έδιωξες; ρώτησε ο Βαγγέλης.
- Κι' αν τον έδιωχνα δηλαδή, τι ήτανε; Δεν ορίζω;...
- Όχι! Ρωτάω δηλαδή...
- Τον έδιωξα. Βέβαια τον έδιωξα. Σαν δεν ήθελε να το καταλάβει μοναχός του. Δεν το 'βλεπε τάχα; Άμα γίνεσαι βάρος σ' ένα σπίτι, δεν το καταλαβαίνεις; Του 'δωκα να καταλάβει πως οι συχνοβίζιτες δεν μ' αρέσουνε. Αυτός τίποτε. Πού τον έχανες, πού τον εύρισκες, στο σπίτι μου. Επιτέλους, ανθρώποι είμαστε, θέλει να πει κανείς κ' ένα λόγο με τη γυναίκα του. Ο ξένος πάντα ξένος είναι. Μια μέρα τ' αποφάσισα και του μίλησα. «Άκου, Σταύρο», του είπα...
- Δε βαριέσαι! τον έκοψε ο Μήτσος. Λόγο θα δώσεις; Δεν τον ήθελες, τελείωσε...
- Όχι, έχω να σου πω, ξαναείπε ο Γιώργης, για να καταλάβετε τι άνθρωποι είναι στον κόσμο. «Άκου Σταύρο», του λέω λοιπόν, «πόσο σε θέλουμε στο σπίτι μας, το ξέρεις. Κανένα παράπονο δεν έχω μαθές. Μα ο κόσμος είναι κακός. Το πολύ έμπα - έβγα σ' ένα σπίτι, καταλαβαίνεις... Πώς να στο πω; Οι γειτόνοι, ο κόσμος... Δεν είπα να κόψουμε τις φιλίες, μα μια φορά και τόσο όπως έρχονται κ' οι άλλοι φίλοι, να 'ρχεσαι να μας βλέπεις. Μην το πάρεις αλλιώς... Με συμπαθάς μάλιστα...» Αυτά του είπα.
- Μωρέ, τέτοια γαϊδούρια σαν κι' αυτόν, έκανε ο Μήτσος, με το γλυκό θέλουνε, ή να πάρεις το στυλιάρι του μποτζαργάτη!
- Και να τους γκρεμίσεις απ' τη σκάλα! αποτέλειωσε ο Βαγγέλης.
- Δεν το 'κανα, είπε ο Γιώργης. Είμαι μαλακός, βλέπεις...
- Αυτός τι σου 'πε; ρώτησε πάλι ο Μήτσος.
- Τι να μου πει; Σηκώθηκε, πήρε τη σκούφια του και κίνησε να φύγει, δίχως να καλονυχτίσει. Και στην πόρτα κοντοστάθηκε και μου 'πε: «Τι να σου κάνω, κακομοίρη; Ήξερα να σου μιλήσω σαν πρόστυχος που είσαι και φαίνεσαι. Μα, ας έχεις χάρη, που είναι μπροστά η γυναίκα σου». Και φεύγοντας μουρμούρισε: «... που δεν σου 'πρεπε, κακομοίρη...» Είπα να σηκωθώ να τον γκρεμίσω, μα βαστήχτηκα πάλι. Ας πάει στο διάολο, είπα μια φορά κι' ας μείνω με τα λόγια του. Έφυγε.
- Κ' είχε μούτρα να σε ζυγώσει σήμερα! είπε ο Βαγγέλης. Χαρά στην αδιαντροπιά!
- Τον είδατε! Τι να σας πω...
- Ας τον να κουρεύεται! είπε ο Μήτσος. Την κουβέντα του θα 'χουμε τώρα; Πολύ του πάει.
Πρόσταξε ένα εκατοστάρι ακόμα. Το ήπιανε και σηκωθήκανε να φύγουν. Αυτό ήταν όλο! Σαν έγινε το κακό, οι δυο φίλοι θυμηθήκανε τα χτεσινά.
- Δε στο 'λεγα εγώ, Γιώργη μου; Καλύτερα να σε πηγαίναμε στη σπετσαρία. Τα βλέπεις τώρα; είπε ο Βαγγέλης, καθώς απιθώσανε, με τα πολλά τα βάσανα, τον χτυπημένο στο κρεβάτι, και κοίταζαν να τον συγυρίσουν. Ήθελε να πει ο Βαγγέλης για την Ασημίνα τη γυναίκα του, που λιγοθυμισμένη στο πάτωμα γυρεύανε να τη συνεφέρουνε οι γειτόνισσες. Καθώς είδε τον άντρα της να τον φέρνουνε στα χέρια, έμπηξε μια ψιλή φωνή και σωριάστηκε χάμω. Ανασηκώθηκε μια στιγμή, φώναξε, δάρθηκε, έκανε να πέσει απάνω του, μα πάλι ξανασωριάστηκε στο πάτωμα, με μικρά πνιγμένα βογγητά. Μέσα στη στενή καμαρούλα, γεμάτη από γυναίκες και παιδιά, με τον χτυπημένο απ' τη μια μεριά, με τη λιγοθυμισμένη απεκεί, ένα σάστισμα είχε χυθεί ολόγυρα, με ξεφωνητά, τρεξίματα κι' αντάρα.
- Δε στο 'λεγα εγώ, Γιώργη μου, ξαναείπε ο Βαγγέλης πασκίζοντας να ξεκουμπώσει τον χτυπημένο. Στη σπετσαρία έπρεπε να σε πάμε...
- Δεν πειράζει, έκανε ο Γιώργης, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στη γυναίκα του, που κοίτουνταν κατάχαμα. Καλύτερα εδώ... Καλύτερα που με φέρατε εδώ...
Ένα χαμόγελο, σα χαρούμενο και κακό μαζί, χάραξε στα χείλια του και γύρεψε ένα ποτήρι νερό. Στην ώρα έφτασε κι' ο γιατρός. Έσκισε τον κόσμο βιαστικός και πέρασε ως το κρεβάτι του λαβωμένου.
- Έννοια σου, παιδί μου, είπε λαχανιασμένος ο αγαθός γέροντας, σκύβοντας απάνω του. Έννοια σου, και θα σε κάνω καλά εγώ. Κουράγιο μόνο! Να ιδούμε τώρα τη λαβωματιά σου.
Του σήκωσε τα ρούχα του, πήρε απ' τα χέρια του παιδιού της σπετσαρίας που ήρθε κοντά του τα χρειαζούμενα, κι' άρχισε να πλένει και να καθαρίζει την πληγή.
- Αίμα σου ήρθε απ' το στόμα; τον ρώτησε.
- Όχι! είπε ο Γιώργης.
Κάτι πήγε να πει ακόμα, μα ο γιατρός του 'γνεψε να σωπάσει.
- Εσύ να μη μιλάς. Ν' ακούς μονάχα. Ό,τι θέλεις, με τα νοήματα να το γυρεύεις.
- Γιατρέ μου, δεν κοιτάς από 'δω και τη γυναίκα; Θα μας μείνει στα χέρια! ξεφώνισε μια γυναικούλα.
- Δεν έχουν ανάγκη οι γυναίκες! έκανε ο γιατρός. Να κάνουμε τη δουλειά μας πρώτα.
Κ' έσκυψε πάλι απάνω στον χτυπημένο. Έπλυνε καλά τις πληγές, τις καθάρισε, συγύρισε τον άρρωστο κ' ύστερα τον χάιδεψε στις πλάτες.
- Ησυχία τώρα, είπε. Ούτε να μιλάς, ούτε να κουνιέσαι πολύ. Εσύ, παλικάρι μου, είπε πάλι στο Βαγγέλη, να κάτσεις εδώ να τον προσέχεις και να κάνεις τα όσα θα σου πω.
Τον πήρε παρά πέρα και τον ορμήνεψε.
- Τα κρύα πάντα ταχτικά θα του τ' αλλάζεις, το γιατρικό στις ώρες του θα του δίνεις και θα 'χεις το νου σου να μην πατάει κανείς εδώ εξόν απ' τη γυναίκα του. Και λίγα λόγια. Άκουσες, παιδί μου; Ο άνθρωπος είναι βαριά. Απ' τη λάτρα που θα του κάνεις κρέμεται να τη γλιτώσει. Και πάλι ο Θεός ξέρει. Από στιγμή σε στιγμή τι μας παρουσιάζεται δεν το ξέρουμε.
Στην ώρα είχε συνεφέρει κ' η γυναίκα του. Παραπατώντας και γατζώνοντας απάνω στις γυναίκες που την κρατούσανε, σίμωσε το γιατρό.
- Γιατρέ μου, πώς τόνε βλέπεις; Μίλα μου, γιατρέ μου...
Κ' έμπηξε ένα ξεφωνητό πάλι.
- Ήσυχα, είπαμε, γιατί θα σε βγάλω και σένα όξω, είπε αυστηρά ο γέροντας. Να μη μας χαλάς ό,τι φτιάνουμε.
Κατάκατσε λιγάκι και ξαναρώτησε σιγά:
- Πώς τονέ βλέπεις, γιατρέ μου;
- Θα γίνει καλά! είπε μασημένα ο γιατρός. Λάτρα μονάχα θέλει και προσοχή μεγάλη. Εγώ θα ξαναρθώ το βράδυ.
Πήρε το καπέλο του και το μπαστούνι με το κοκκαλένιο χερούλι, χάιδεψε πάλι τον άρρωστό του στις πλάτες, έγνεψε κάτι στο Βαγγέλη, που καθότανε δίπλα του και φεύγοντας παράγγειλε στις γυναίκες ν' αδειάσουνε τον τόπο. Εκείνες φύγανε μουρμουρίζοντας κι' από πίσω τους ο γιατρός. Η Ασημίνα, σφίγγοντας το κεφάλι της με τα δυο της τα χέρια, σαν να 'θελε να κρατήσει τα συλλογικά της, προχώρησε κατά το κρεβάτι του ανδρός της, κάθησε δίπλα του στο σκαμνί κι' ακούμπησε το πρόσωπό της απάνω στα γόνατά του, πιάνοντάς του το χέρι.
Εκείνος της το τράβηξε απρόσεχτα. Ύστερα ανασηκώνοντας το κεφάλι της και κοιτάζοντας τον άντρα με μια σβησμένη ματιά, αναστέναξε.
- Τι ήτανε πάλι τούτο, Γιώργη μου;
- Τι να 'τανε! είπ' εκείνος ξερά και πάσχισε να χαμογελάσει. Μα το χαμόγελο ανακατώθηκε μ' ένα ζάρωμα πόνου ολόγυρα στα μάτια του.
- Πώς καταλαβαίνεις τον εαυτό σου τώρα; ξαναείπε εκείνη δειλά, πασκίζοντας να του πάρει ένα λόγο, σαν να τον ήθελε για παρηγοριά.
Εκείνος έκλεισε τα μάτια του.
- Δε μου μιλάς, Γιώργη μου;
- Καλά! είπ' εκείνος και γύρισε το κεφάλι του απ' την άλλη μεριά.
Ο Βαγγέλης έσκυψε και του άλλαξε τα βρεμμένα πανιά. Η Ασημίνα έγειρε πάλι το πρόσωπό της απάνω στα γόνατά του και το σώμα της ανεβοκατέβαινε από κάποια βουβά αναφιλητά. Άλλος δεν ήτανε γύρω απ' τον άρρωστο παρά οι δυο τους και η Ελιά, η σκύλα του, κουλουριασμένη στα πόδια του κρεβατιού, κρατώντας κι' αυτή την ανάσα της, μέσα στη θλιβερή σιγαλιά, σαν να καταλάβαινε το μεγάλο κακό, που 'χε πλακώσει το σπίτι.
Ο Γιώργης εβάρυνε... Τρία μερόνυχτα τον έδερνε η θέρμη, το πλάκωμα, η στενοχώρια. Ο γιατρός ερχότανε κ' έφευγε κουνώντας το κεφάλι του. Ο Βαγγέλης απ' τη μια μεριά του κρεβατιού, η γυναίκα του από την άλλη, πάντα οι ίδιοι, σκυφτοί κι' αμίλητοι.
- Πέσε, κυρά Ασημίνα, να ξεκουραστείς λιγάκι κ' εγώ τον παραστέκω. Θ' αρρωστήσεις και συ. Πήγαινε, πέσε.
Ντυμένη έγερνε λιγάκι στον καναπέ η γυναίκα του. Σηκωνότανε, κ' έπεφτε ο Βαγγέλης. Αυτό γινότανε τρεις μέρες τώρα.
- Θέλεις τίποτε, Γιώργη μου; Λίγο νεράκι να βρέξεις τ' αχείλι σου; Πες μου, Γιώργη μου.
- Τίποτα! Άσε με να ησυχάσω...
Έκλεινε τα μάτια του κ' έπεφτε σε βύθος.
Το στήθος του τότε ανεβοκατέβαινε σαν φυσαρμόνικα, το κορμί του σπαραζότανε, τα χέρια του τινάζονταν όξω απ' τα παπλώματα. Έπειτα τον έπιανε το παραμιλητό. Λόγια, ονόματα, φωνές χωρίς νόημα. Η Ασημίνα έσκυβε απάνω του, πασκίζοντας να βρει άκρη μέσα στ' αταίριαστα λόγια. Κάτι την έτρωγε να καταλάβει τι γινότανε μέσα στο παραζαλισμένο κεφάλι του αντρός της. Είχε τάχα κανένα παράπονο μαζί της; Ήξερε τίποτε, που δεν της το 'χε πει στα καλά του; Γιατί πάντα τα λόγια του λίγα ήτανε σαν μπερδεμένα τώρα τελευταία και τα παράπονά του πάντα τα 'πνιγε μέσα του, περήφανος κι' ακατάδεχτος στον πόνο του. Τρεις μέρες άρρωστος κι' απ' την πρώτη αρχή, που ήτανε καλύτερα ακόμα, δεν είχε βγάλει λέξη ούτε για τον φονιά, ούτε για τα όσα τρέξανε τον τελευταίο καιρό στο σπίτι του, ούτε για τίποτε. Τάχα την είχε αποσιχαθεί τόσο πολύ, τάχα την εχθρευότανε από μέσα του, τάχα του 'χανε σφυρίξει τίποτε στ' αυτιά; Μα πάλι, γιατί, όταν τον χτυπήσανε, γύρευε και καλά να τον φέρουν αμέσως, στη στιγμή, στο σπίτι του; Ήθελε τώρα η Ασημίνα την αγάπη του και της έκανε κακό να συλλογίζεται πως φεύγει απ' τον κόσμο ο άντρας της μ' ένα παράπονο και πως την καταριέται ίσως, χαροπαλεύοντας, η ψυχή του. Η ιδέα τούτη την τρόμαζε κ' ένιωθε μέσα της τη λαχτάρα του φονιά κ' ένα σύγκρυο της περνούσε τα κόκκαλά της. Και γυρεύοντας να λυτρωθεί απ' το σαράκι που την έτρωγε, παρακαλούσε από μέσα της να ησυχάσει μίαν ώρα αρχήτερα, να κλείσει τα μάτια του και να πάρει μαζί του αυτό που την τάραζε και την αγρίευε. Έτσι της φαινότανε πως εύρισκε το λυτρωμό της. Ύστερα πάλι έφευγε ο νους της κ' η φαντασία της αλαφροπατούσε δειλά και φοβισμένα, σαν γυναίκα κυνηγημένη, στον άλλον, σ' εκείνον, στο φονιά του αντρός της. Τάχα πού είναι κρυμμένος; Τάχα τον πιάσανε; Τάχα...; Αχ! Θεέ μου!
- Ασημίνα! φώναξε, με ένα τίναγμα στο βύθος του ο άρρωστος.
- Εδώ είμαι, Γιώργη μου, τι θέλεις, παιδί μου;
Άνοιξε τα μάτια του τρομαγμένα και κοίταξε γύρω του εκείνος. Ύστερα τα ξανάκλεισε πάλι.
- Τίποτε. Δε σε φώναξα...
Η Ασημίνα ένιωθε πως δεν μπορούσε να βαστάξει πια. Έχανε τον κόσμο. Σηκώθηκε σιγά - σιγά, σκούντηξε το Βαγγέλη να σηκωθεί κ' έπεσε στον καναπέ. Ο Βαγγέλης σηκώθηκε και τρίβοντας τα μάτια του πήγε κ' έκατσε κοντά στον άρρωστο.
- Εσύ 'σαι, Βαγγέλη;
- Εγώ, Γιώργη.
- Να βρέξω το στόμα μου... λίγο νεράκι...
Πήγε και του 'φερε νερό, του ανασήκωσε το κεφάλι του κ' εκείνος το ρούφηξε με λαχτάρα σαν τη διψασμένη γη.
- Δεν κοιμήθηκες ακόμη, Βαγγέλη; Βασανίζεσαι, καϋμένε... είπε αναστενάζοντας με καλοσύνη.
- Δεν έχω τίποτε. Κοιμήθηκα! Εσύ να γίνεις καλά! του αποκρίθηκε ο Βαγγέλης καταπίνοντας τα δάκρυά του.
Ένα χαμόγελο χάραξε μια στιγμή κ' έσβησε γρήγορα στα χείλια του αρρώστου.
- Θα γίνω!... είπε και ξανάκλεισε τα μάτια του.
Ο Βαγγέλης καθότανε και τον κοίταζε. Μια στιγμή δεν του φάνηκε διόλου καλά. «Αγγελοκρούζεται», είπε μέσα του. Σηκώθηκε και ζύγωσε στη γυναίκα με τρομάρα.
- Κυρά Ασημίνα... καλέ, κοιμάσαι, καλέ;
- Τι είναι; έκανε κείνη ξαφνιασμένη και τινάχτηκ' επάνω.
- Δεν τονέ βλέπω καλά. Τον χάνουμε. Κουράγιο τώρα. Να σύρω να μιλήσω στη γειτόνισσα...
Πήγε να μπήξει τις φωνές εκείνη. Ο Βαγγέλης τής έφραξε το στόμα με το χέρι, μα έτρεμε ολόσωμος κ' εκείνος. Δεν τον περιμένανε τόσο γρήγορα.
- Τι κάνεις εκεί; Για το Θεό! Τσιμουδιά!
Ζυγώσανε κ' οι δυο στο κρεβάτι. Ο άρρωστος άνοιξε τα μάτια του θολά και σαστισμένα σαν να μην ήξερε πού βρίσκεται.
- Δε γνωρίζει!... Άσπρισε το μάτι του!...
- Αλίμονο! Δυστυχία μου!
Κάτι πήγε να πει ο άρρωστος, μα δε μπορέσανε να ξεχωρίσουνε τι έλεγε.
Η Ασημίνα έκανε να μπήξει πάλι τις φωνές. Την έσφιξε απ' το χέρι ο Βαγγέλης. Ο άρρωστος άπλωσε άξαφνα τα χέρια του με δύναμη σαν ν' αντρειεύτηκε, άρπαξε τον Βαγγέλη απ' τον ώμο, τινάχτηκε απάνω κι' ακούμπησε πάλι στα στήθια του φίλου του, του 'γνεφε πως θέλει αέρα, άνοιξε το στόμα του ν' ανασάνει βαθειά, μα ο αέρας του 'λειπε, κι' ανεβοκατέβαζε τα σαγόνια του με λαχτάρα.
Η Ασημίνα τον βαστούσε από τις πλάτες αλαφιασμένη, τα δόντια της χτυπούσανε από το σύγκρυο.
Ύστερα ησύχασε πάλι μια στιγμή. Το σώμα έγειρε απάνω στα χέρια που τον κρατούσανε.
- Μη φοβάσαι, Γιώργη! Θα περάσει! Εδώ είμαστε! Κ' η Ασημίνα κ' εγώ... Κουράγιο!...
Τα λόγια του Βαγγέλη βγαίνανε τρεμουλιαστά, κομμένα, μισά. Ο άρρωστος γύρισε το κεφάλι του με κόπο, σαν να γύρευε κάποιον.
- Εσένα γυρεύει! φώναξε ο Βαγγέλης στην Ασημίνα.
Εκείνη έσκυψε μπροστά του πασκίζοντας να χαμογελάσει.
- Τι θέλεις, Γιώργη μου;
Μα τα μάτια εκεινού ήτανε καρφωμένα στο πάωμα, δίπλα στο τραπέζι που κοίτουνταν κουλουριασμένη η Ελιά. Έκανε να παίξει τα χείλια του σαν να 'θελε να της φωνάξει. Ύστερα γύρισε κατά το Βαγγέλη:
- Κανένα κόκκαλο! είπε τραυλίζοντας. Είναι νηστικό το κακόμ...
- Ωχ! Παραμιλάει! είπε η Ασημίνα.
- Το κακόμοιρο! απόσωσε το λόγο του ο Γιώργης.
Τινάχτηκε πάλι και άπλωσε τα χέρια του σα γάντζους.
Και μονομιάς έγειρε το κεφάλι του στον ώμο του Βαγγέλη και τα χέρια του πέσανε ξερά απάνω στο στρώμα...
- Συχωρέθηκε! είπε ο Βαγγέλης, κ' έβαλε τα δάχτυλα να του κλείσει τα μάτια.
Η Ασημίνα έμπηξε λεύτερα τώρα τα ξεφωνητά...
Νιρβάνας Παύλος
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΣΚΟΚΟΥ
ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου