Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

ΈΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΈΡΩΤΑΣ

 ... Στην αφετηρία...

    Μια γλυκόπικρη ιστορία, όπως οι περισσότερες που συμβαίνουν στη ζωή των αληθινών ανθρώπων, αφηγείται η Ελένη Χωρεάνθη στο διήγημα «Ένας μεγάλος έρωτας» από τη συλλογή διηγημάτων Ένα μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ (Εκδόσεις Φιλιππότη, Έλληνες συγγραφείς 105, Αθήνα 2003). Πρόκειται για την ιστορία ενός προξενιού στην Αμερική, το οποίο όμως δεν ευοδώθηκε, γιατί η μοίρα θέλησε να ανατρέψει τα δεδομένα και να το αντικαταστήσει μ' έναν «μεγάλο έρωτα». Βέβαια, ο τίτλος κρύβει και μια μικρή μομφή, αφού μόνο ένας πραγματικά «μεγάλος έρωτας» μπορεί να δικαιολογήσει μια αδελφική «προδοσία». Ο πλούσιος Ελληνοαμερικανός Κωστής, λοιπόν, σχεδιάζει να παντρευτεί μια νύφη από την πατρίδα, το προξενιό με την υποψήφια νύφη, την Αννιώ, κανονίζεται δι' αλληλογραφίας και ο Κωστής στέλνει στην Ελλάδα τον μικρότερό του αδελφό, τον Θανασάκη να γνωριστεί με τη νύφη και τους συγγενείς και να κανονίσει τα διαδικαστικά για τον γάμο. Και εδώ παρεμβαίνει η μοίρα, αφού ο Θανασάκης ερωτεύεται την νύφη του αδελφού του και φυσικά τον ερωτεύεται κι αυτή. Όλος ο περίγυρος της μικρής τοπικής κοινωνίας αντιλαμβάνεται το «απαγορευμένο» αίσθημα ανάμεσα στους δύο νέους. Κι επειδή τα πράγματα δε μένουν κρυφά για πολύ καιρό ο Θανασάκης γράφει μια επιστολή στον αδελφό του, στην οποία αναφέρει τα καθέκαστα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίδραση του Κωστή, ο οποίος πιο πολύ νιώθει πειραγμένος από την αδελφική «προδοσία» παρά από την απώλεια της νύφης. Εξάλλου δεν τη γνώριζε, ούτε είχε προλάβει να την αγαπήσει μέσα από φωτογραφίες ή περιγραφές. Έτσι, θα αποδεχτεί το πεπρωμένο και θα δεχτεί να στηρίξει οικονομικά τον αδελφό του για τον γάμο. Οι χιουμοριστικές πινελιές στην αφήγηση «μαλακώνουν» αρκετά μια ιστορία που θα μπορούσε να εξελιχθεί με αρκετά δυσάρεστο τρόπο.

 
 
 
   Δεν ήταν απλώς ένας έρωτας μεγάλος. Ο έρωτας της Αννιώς και του Θανασάκη της Αξανέμαινας ήταν Έρωντας. Ήταν σαν εκείνους που γράφουν τα βιβλία και μας φαίνονται απίστευτοι.
   Η Αννιώ ήταν μοναχοκόρη και πανέμορφη. Κι ο πατέρας της την είχε «μη στάξει και μη βρέξει», που λέει ο λόγος. Κανένας από τους γαμπρούς που τη γυρεύανε  δεν ήτανε της αρεσκείας του. Η Αννιώ μεγάλωνε κι ομόρφαινε, θαρρείς και περίμενε το προξενειό, που ήρθε γυρεύοντας από την Αμερική με τον Θανάση της Αξανέμαινας.
   Πήγε κι ήρθε από το ένα σούρουπο στο άλλο η προξενήτρα, η θεια το Μαρουσώ, πήγαν κι ήρθαν οι ενδιαφερόμενοι κι έδεσε το πράγμα στον καιρό του. Την αυγή που έφεξε ο καλός Θεός για όλο τον απάνω κόσμο, διαδόθηκε ο αρραβώνας της Αννιώς με τον Κωστή, τον Αμερικάνο, τον μεγαλύτερο γιο της χήρας Αξανέμαινας. Ο Κωστής είχε στείλει τον μικρό του αδερφό να βρει μια νύφη ομορφονιά για την πάρτη του. 
   «Μπίζνεσμαν ο Κωστής, δεν μπορεί να έρθει Ελλάδα, πολλά μπίζνες, δουλειές! Ντόλαρς, πολλά ντόλαρς Κωστής! Πλούσιος, πλούσιος, βέρι πλούσιος μάι μπράδερ... Ντου γιου καταλαβαίνετε;» εξηγήθηκε σοβαρά κι ελληνοαμερικάνικα ο απεσταλμένος του γαμπρού, το κουνιαδάκι κι όλοι οι συγγενείς κι οι χωριανοί έμειναν κατάπληκτοι με το λέγειν  του Θανασάκη.
   «Αυτά είναι τυχερά!»
   Συμπέρανε κι ο πρόεδρος, ως ο πλέον ειδήμων του χωριού.
   Το προξενειό στεριώθηκε σε πολύ γερές βάσεις. Πήγαν κι ήρθαν οι φωτογραφίες, έτσι για να γνωριστούν καλύτερα οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Όλα καλά κι άξια. Με το άλλο ταχυδρομείο ήρθαν και τα ντόλαρς. Ο Θανασάκης, μιας και η νύφη δεν είχε αδερφό, πήρε την Αννιώ αλαμπράτσα, όπως συμβαίνει στο Νιου Γιορκ, μαζί κι ο Γιώργης κι η Γιώργαινα, και πήγαν στην πόλη ν' αγοράσουν ό,τι ήθελε η ψυχή της Αννιώς.
   Ντύθηκε και στολίστηκε η Αννιώ στο χρυσό και στο μετάξι. Φάνταξε σαν νιόβγαλτο τριαντάφυλλο στον ανοιξιάτικο ήλιο. Στηρίχτηκε με όλο της το νάζι στο μπράτσο που της πρότεινε ο κουνιάδος και βγήκαν ζευγαράκι ταιριαστό κι αγαπημένο και πήγαν στην εκκλησία ν' αναστήσουν.
   «Κάτι δεν πάει καλά. Ο Θεός να με βγάλει ψεύτρα! Ανατρίχιασα, παπά μου», ψέλλισε μουδιασμένα η παπαδιά. «Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα. Πίσω μου σ' έχω, σατανά...»
   Κούνησε το κεφάλι και σταυροκοπήθηκε ο παπάς.
   «Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου», ψέλλισε με σύνεση ο άνθρωπος του Θεού. 
   «Εμένα η δουλειά μου τελείωσε. Ως εδώ ήταν. Ας κάμουν ο κόσμος όπως των αρέζει», απαντούσε η προξενήτρα σ' όποιον ρωτούσε από περιέργεια πώς πάει ο αρραβώνας της Αννιώς.
   Ο αρραβώνας στέριωσε. Γράμματα και ντόλαρς από την Αμερική ο Κωστής, γλέντια, χαρές και ξεφαντώματα το κουνιαδάκι με την Αννιώ στο χωριό. Περίμεναν να ετοιμαστούν τα απαραίτητα χαρτιά  για τον πηγαιμό και το γάμο της Αννιώς με τον Κωστή στο Νιου Γιορκ.
   «Τέτοια τύχη, να 'χει και κουνιάδο να τη γνοιάζεται τόσο πολύ, είναι σπάνιο, σπανιότατο!» αποφάνθηκε ο γραμματέας της κοινότητας, σαν πιο μυαλωμένος. Αλλά κανένας δεν έδωσε σημασία στο υπονοούμενο, φανερά τουλάχιστο.
   Ο Θανασάκης οργάνωσε καλά τη σκέψη του κι έγραψε στον αδερφό του:
   «Πολυαγαπημένε, ανεκτίμητε αδερφέ Κόστας., κάνε ακόμα λίγη υπομονή να ετοιμαστούν τα χαρτιά της Αννιώς...»
   Υπομόνευε ο Κωστής κι έστελνε αγάντα ντόλαρς και παραγγελιές να στολιστεί η Αννιώ μ' όλα τα μαλάματα και τα χρυσαφικά. Κι έκανε όνειρα μεγάλα κι επέκτεινε, εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, όσο μπορούσε περισσότερο τις μπίζνες του ο άνθρωπος.  
   «Όπως τα λες, είναι να σ' ευγνωμονώ, πολυαγαπημένε μου αδερφέ», έγραψε στο απαντητικό γράμμα του ο Κωστής, «αλλά συντόμεψε αυτές τις διαδικασίες, φλέγομαι από την περιέργεια...»
   «Εγώ να ιδείς τι φλόγα κι αναβρασμό έχω μέσα μου», απαντούσε ο Θανασάκης.
  Υπομόνευε, αδημονούσε ο Κωστής, ώσπου μια μέρα του έστειλαν το αναμενόμενο γράμμα με τα χαρτιά, που καρτερούσε και με... τις άδειες του γάμου... της Αννιώς με το Θανάση!
   «Έγνοια σου, αδερφέ, και μην κοψοχολιάζεις. Εμάς εδώ, πώς να στο πω για να με καταλάβεις, μάς ήρθαν βολικά. Τα βρήκαμε, ταιριάξαμε. Αλλά να, πώς να στο πω, δεν βρίσκω λόγια να σου περιγράψω πώς έδεσε το πράμα με μας εδώ... Εκεί με τα χαρτιά, κάπως έτσι, πού να στα λέω! Με το μπες βγες, με τα πολλά σούρτα φέρτα, η πολλή εμπιστοσύνη, τα νιάτα, ξέρω κι εγώ, αγαπηθήκαμε, μάι μπράδερ! Κι ύστερα... τι εσύ, τι εγώ, το ίδιο κάνει, εμείς εδώ κι οι δυο μας αποφασίσαμε να παντρευτούμε, μιας κι ήρθαν έτσι τα πράγματα... Θέλω να πω και να με καταλάβεις, με τα πέρα δώθε, μάι μπράδερ, έτσι τα 'φερε η τύχη. Μη χολοσκάς! Το αδερφάκι σου την παίρνει, δεν πάει σε ξένα χέρια. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, μάι Κόστας...
   »Εσύ και καλόγνωμος και λογικός και καλοστεκούμενος, μπίζνεζμαν είσαι. Εμένα γνώρισε η Αννιώ, εμένα αγάπησε. Εσένα πού σε είδε, πού σε ξέρει; Μόνο από τη φωτογραφία, από το χαρτί. Χάρτινο γαμπρό, ένα φάντασμα γνώρισε. Αυτό είναι όλο! Τώρα δεν μένει, αδερφέ, παρά να κουβεντιάσουμε για τα υπόλοιπα. Μιας και δεν έστερξε το πράγμα με σένα, δεν απομένει παρά να θελήσεις να στείλεις τα στεφανωτικά, καθότι εγώ, άνεργος εδώ, αδυνατώ να τα βγάλω πέρα χωρίς την υποστήριξή σου, αγαπημένε μου αδερφέ. Λείπει το ρευστό την σήμερον ημέραν άνευ ντόλαρς οφ γιου... Προς το παρόν. Κι όταν δυνηθώ, θα ξεπληρώσω το χρέος μου. Μόνο στείλε τώρα τα στεφανωτικά κι έχει ο Θεός...»
   Ο Κωστής δεν πίστευε στα μάτια του. Κουβάριασε το γράμμα στην πρώτη αντίδραση. Ύστερα προσπάθησε να το ισιώσει. Έριξε μερικές γρήγορες ματιές ξανά και ξανά στις σελίδες. Το κράτησε αμήχανα λίγες στιγμές στα χέρια του. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω στα αντικείμενα του σπιτιού, στο χρηματοκιβώτιο με τα ντόλαρς. Του ήρθε να κλάψει, να γελάσει, να καγχάσει με τις παραξενιές της μοίρας. Προτίμησε όμως να χαμογελάσει με συγκατάβαση. Ξαναδίπλωσε προσεκτικά το γράμμα. Το έβαλε μέσα σ' ένα μεγαλύτερο φάκελο. Σάλιωσε το μέρος του φακέλου με την κόλλα. Το έκλεισε. Σύνταξε μια επιταγή. Ντύθηκε γρήγορα και τράβηξε για το ταχυδρομείο. Ταχυδρόμησε το γράμμα. Έγραψε πάνω στην επιταγή την ένδειξη: «Εστάλη αυθημερόν» και την έδωσε στον υπάλληλο.
   «Τι είχα, τι έχασα! Γιατί να γίνω εγώ κακός; Ό,τι ήταν γραφτό να γίνει, έγινε, τώρα δεν ξεγίνεται! Όμως, φίλε, εξκιούσμι, κάνε μπράδερ να δεις καλό. Ας δώσει ο Θεός να ευτυχήσουν. Ας πάνε και τα ντόλαρς!» είπε. Και φασκέλωσε με τα δυο του χέρια το πρόσωπό του.
   Τον κοίταξε αιφνιδιασμένος ο υπάλληλος.
   «Τι συμβαίνει, πατριώτη; Εγώ ντοντ αντερστάντ!»
   «Κάμε αδερφό να δεις καλό, μάι φρεντ!» 
   «Τα καταραμένα τα ντόλαρς φταίνε, πατριώτη. Αυτά...», ψέλλισε ο υπάλληλος.
   «Νέβερ μάιντ, δεν έχει σημασία πατριώτη» Χαμογέλασε πικρά κι ο Κωστής και βγήκε ξαλαφρωμένος από το ταχυδρομείο.
 

Χωρεάνθη Ελένη
FRACTAL

Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ Ή ΤΟ ΈΓΚΛΗΜΑ

...Στην αφετηρία...
 
    Η «Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ είναι ένα από τα λυρικά πεζά κείμενα της συλλογής «Φωτιές». Εδώ η Κλυταιμνήστρα απολογείται σε πρώτο πρόσωπο ενώπιον κάποιου δικαστηρίου για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα και εκφράζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τα βάσανα και τα κίνητρα που την οδήγησαν στο έγκλημα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για έναν μονόλογο, όπου η τραγική μορφή του μύθου έρχεται πιο κοντά στον αναγνώστη με τρόπο ειλικρινή και απολογητικό, ως μια ταλαιπωρημένη μέσα σ' έναν ανδρικό κόσμο γυναίκα. Η κατάθεση ψυχής της ηρωίδας, όχι μόνο ενώπιον των δικαστών της αλλά και των αναγνωστών, αποσκοπεί στη δικαιολόγηση της πράξης της και στην αφύπνιση συναισθημάτων κατανόησης και συμπόνιας για το πρόσωπό της. Η Κλυταιμνήστρα της Γιουρσενάρ απομακρύνεται ως ένα σημείο από την ηρωίδα της τραγωδίας, τα συναισθήματά της παρουσιάζονται αρκετά διαφοροποιημένα και η εικόνα που μας δίνει είναι αυτής μιας γυναίκας ανθρώπινης και όχι αρχετυπικής που παραπαίει ανάμεσα σε συναισθήματα χαράς, ευτυχίας, αγωνίας, αναμονής, θλίψης, ζήλιας και οργής. Προβάλλει τη φωνή της γυναίκας, μητέρας και ερωμένης που υπερβαίνει τα χωροχρονικά πλαίσια του αρχαίου μύθου και εμφανίζεται διαχρονικά, αγωνιζόμενη ενάντια στην πατριαρχία και διεκδικώντας το δίκαιο και την ισότητα  στην κοινωνία. Το ανθρώπινο αυτό πρόσωπο της Κλυταιμνήστρας εκφράζει τη συγγραφέα και τις φεμινιστικές της ιδέες, ενώ διαβλέπει σ' αυτή μία μεταμέλεια ή ένα βαθύ ερωτικό κίνητρο, κάτι που εμπνέει τη συμπάθεια του αναγνώστη.

 

   Θα σας εξηγήσω, κύριοι δικαστές... Έχω μπροστά μου αμέτρητες κόγχες ματιών, κυκλικές γραμμές χεριών που ακουμπάνε πάνω στα γόνατα, πόδια γυμνά πάνω στις πέτρες, ακίνητες κόρες απ' όπου φεύγει η ματιά, στόματα κλειστά όπου η σιωπή προετοιμάζει μια κρίση. Έχω μπροστά μου θεμέλια από πέτρα. Σκότωσα αυτόν τον άντρα μ' ένα μαχαίρι, μέσα στο μπάνιο, με τη βοήθεια του αξιολύπητου εραστή μου, που δεν άξιζε ούτε τα πόδια να του πιάσει. Γνωρίζετε την ιστορία μου: δεν υπάρχει κανείς από σας που να μην την έχει επαναλάβει είκοσι φορές στο τέλος μακροσκελών γευμάτων, ενώ γύρω του οι υπηρέτες χασμουριούνται, αλλά κι ούτε μια απ' τις γυναίκες σας  που να μην έχει ονειρευτεί μια νύχτα της ζωής της να ήταν Κλυταιμνήστρα. Οι δολοφονικές σας σκέψεις, οι ανομολόγητες επιθυμίες σας  διασχίζουν τρέχοντας το μήκος των σκαλοπατιών και γέρνουν προς τα μένα έτσι, που κάτι τρομερό που κινείται εδώ μέσα να δημιουργεί από σας τη δική μου συνείδηση κι από μένα τη δική σας κραυγή. Ήλθατε εδώ με το σκοπό να επαναληφθεί η σκηνή του φόνου μπρος στα μάτια σας πιο γρήγορα απ' ότι στην πραγματικότητα, γιατί καλεσμένοι στην τραπεζαρία για το βραδινό φαγητό μπορείτε ν' αφιερώσετε το πολύ μερικές ώρες για να μ' ακούσετε να κλαίω. Και μέσα σ' αυτό το ελάχιστο διάστημα πρέπει επιπλέον να εκθέσω ανοιχτά όχι μόνο τις πράξεις μου αλλά και τα αίτιά τους, τα αίτια αυτά που για να τα επιβεβαιώσω χρειάστηκαν σαράντα χρόνια. Περίμενα αυτόν τον άντρα πριν ακόμα υπάρξει σαν όνομα, σαν πρόσωπο, αφότου δεν ήταν παρά η μακρινή μου δυστυχία. Έψαξα μέσα στο πλήθος των ζωντανών αυτή την ύπαρξη, την αναγκαία για τις μελλοντικές μου απολαύσεις: δεν κοίταξα τους άντρες παρά όπως παρατηρεί κανείς με προσοχή τους περαστικούς μπρος στο τζάμι του σταθμού, ώστε να βεβαιωθεί καλά ότι δε βρίσκεται ανάμεσά τους αυτός που περιμένει. Ήταν γι' αυτόν που η μαμμή με τράβηξε να βγω απ' την κοιλιά της μάνας μου· για να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου σπιτικού του έμαθα αρίθμηση στο αβάκιο του σχολείου. Ύφανα σημαίες και χρυσά λάβαρα για να στολίσω τους δρόμους που πιθανόν ν' ακούμπαγε το πόδι αυτού του άγνωστου, που θα μ' έκανε δούλα του· πολύ προσεχτικά άφησα να πέσουν 'δω και 'κει πάνω στ' απαλό ύφασμα μερικές σταγόνες απ' το αίμα μου. Οι γονείς μου τον διάλεξαν για μένα: και παρόλο που χωρίς να το ξέρουν ήμουν ήδη κυριευμένη απ' αυτόν, υπάκουα ακόμα στις επιθυμίες τους, γιατί οι επιλογές μου προέρχονταν απ' αυτούς, κι ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι πάντα αυτός που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν. Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις ανθρώπινες φιλοδοξίες του: ούτε καν έκλαψα όταν πέθανε η κόρη μου. Συγκατατέθηκα να χαθώ μες στη μοίρα μου, όπως το φρούτο σ' ένα στόμα, για να του φέρω μια αίσθηση γλυκύτητας. Κύριοι δικαστές, δεν τον γνωρίσατε παρά παχύ απ' τη δόξα και γερασμένο απ' τα δέκα χρόνια πόλεμο, κάτι σαν τεράστιο είδωλο, φθαρμένο  απ' τα χάδια των γυναικών της Ασίας, στιγματισμένο απ' τη λάσπη των τάφρων. Μόνο εγώ τον συναναστράφηκα στη θεϊκή εποχή του. Μου ήταν ευχάριστο να του φέρνω σε μεγάλο χάλκινο δίσκο το ποτήρι με το νερό που θα σκόρπιζε μέσα του αποθέματα δροσιάς· μ' ευχαριστούσε, μες στη ζεστή κουζίνα, να ετοιμάζω τα φαγητά που χόρταιναν την πείνα του και τον πληρούσαν μ' αίμα. Μ' ευχαριστούσε, κουρασμένη απ' το βάρος του ανθρώπινου σπόρου, ν' ακουμπώ τα χέρια στη φουσκωμένη μου κοιλιά που βλάσταιναν τα παιδιά μου. Το βράδυ, όταν γύριζε απ' το κυνήγι, ριχνόμουν με χαρά στο χρυσαφένιο στήθος του. Αλλά οι άντρες δεν είναι φτιαγμένοι για να περνάνε όλη τους τη ζωή ζεσταίνοντας τα χέρια τους στη φωτιά απ' το ίδιο τζάκι: έφυγε για καινούργιες κατακτήσεις, και μ' άφησε σαν ένα μεγάλο άδειο σπίτι πλημμυρισμένο απ' τα χτυπήματα ενός άχρηστου ρολογιού. Ο καιρός που περνούσε μακρυά του κυλούσε χωρίς χρησιμότητα, σταγόνα - σταγόνα ή σε κύματα, σα χαμένο αίμα, αφήνοντάς με κάθε μέρα πιο φτωχή από μέλλον. Μεθυσμένοι μαντατοφόροι μού διηγούνταν τη ζωή του στα στρατόπεδα: ο στρατός της Ανατολής κυριαρχούνταν από γυναίκες: Ιουδαίες της Θεσσαλονίκης, Αρμένιες απ' την Τυφλίδα, που τα μπλε μάτια τους κάτω από σκούρα βλέφαρα σ' έκαναν να σκέφτεσαι τις πηγές σε βαθιές σκοτεινές σπηλιές, Τουρκάλες βαριές και γλυκιές, όπως τα γλυκίσματά τους τα φορτωμένα μέλι. Έπαιρνα γράμματα τις μέρες των γιορτών· η ζωή μου περνούσε παραφυλώντας στο δρόμο το κουτσό βήμα του ταχυδρόμου. Τη μέρα πάλευα ενάντια στην απελπισία, τη νύχτα ενάντια στην επιθυμία, χωρίς σταματημό ενάντια στο κενό, αυτή τη θαμπή μορφή της δυστυχίας. Τα χρόνια διαδέχονταν το 'να τ' άλλο στη σειρά, σαν πομπή μοναχικών γυναικών· το χωριό ήταν μαύρο από γυναίκες σε πένθος. Ζήλευα  αυτές τις δυστυχισμένες που είχαν σαν αντίζηλο τη γη μονάχα και που ήξεραν τουλάχιστον ότι ο άντρας τους κοιμάται μόνος. Επέβλεπα εκ μέρους του τις εργασίες στους αγρούς και τους θαλάσσιους δρόμους· συγκέντρωνα τις συγκομιδές· διέταζα να καρφώνουν τα κεφάλια των ληστών στον πάσσαλο της αγοράς· χρησιμοποιούσα τ' όπλο του για να ρίχνω στις κουρούνες· χτυπούσα τα πλευρά της κυνηγετικής του φοράδας με τις γκέτες μου από σκούρο μουσαμά. Λίγο - λίγο αντικαθιστούσα τον άντρα που μου έλειπε και που τον είχα συνηθίσει. Έφτανα να κοιτώ με το δικό του βλέμμα το λευκό περιλαίμιο των υπηρετών. Ο Αίγισθος κάλπαζε δίπλα μου στη χέρσα γη· η εφηβεία του συνέπεσε με τον καιρό της δικιάς μου χηρείας· βρισκόταν σχεδόν σε ηλικία να ενωθεί με τους άλλους άντρες· με πήγε πίσω, στην εποχή των φιλημάτων που ανταλλάσσαμε με τα ξαδέλφια μες στο δάσος τον καιρό των μεγάλων διακοπών. Τον έβλεπα λιγότερο σαν εραστή και περισσότερο σαν ένα παιδί, που μου έλειπε· πλήρωνα τους λογαριασμούς του για σαμάρια και γι' αγορές αλόγων. Δεν ήμουν μόνο άπιστη στον άλλο άντρα, τον αντέγραφα επιπλέον: ο Αίγισθος δεν ήταν για μένα παρά τ' αντίστοιχο των γυναικών της Ασίας. Κύριοι δικαστές, δεν υπάρχει παρά ένας άντρας στον κόσμο: οι άλλοι για κάθε γυναίκα δεν είναι παρά ένα λάθος ή ένα θλιβερό υποκατάστατο. Κι η μοιχεία δεν είναι συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. Αν εξαπάτησα κάποιον, αυτός είναι βέβαια ο φτωχός Αίγισθος. Τον είχα ανάγκη για να ξέρω ως ποιο σημείο αυτός που αγαπούσα ήταν αναντικατάστατος. Κουρασμένη να τον χαϊδεύω, ανέβαινα στον πύργο να μοιραστώ την αϋπνία του παρατηρητή. Κάποια νύχτα, ο ορίζοντας της Ανατολής φλογίστηκε, τρεις ώρες πριν απ' την αυγή. Η Τροία καιγόταν: ο άνεμος που ερχόταν απ' την Ασία έφερνε μαζί του, περνώντας πάνω απ' τη θάλασσα, σπίθες και σύννεφα στάχτης· φωτιές χαράς απ' τους φρουρούς άναψαν στις βουνοκορφές: ο Άθως κι ο Όλυμπος, η Πίνδος κι ο Ερύμανθος φλογίστηκαν σαν πυρές καταδίκων· η τελευταία γλώσσα της φωτιάς στάθηκε απέναντί μου, στο μικρό λόφο που για εικοσιπέντε χρόνια μού έφραζε τον ορίζοντα. Έβλεπα το κρανοφόρο κεφάλι του παρατηρητή να χύνεται μπροστά για ν' ακούσει τον ψίθυρο των κυμάτων: σε κάποιο μέρος της θάλασσας, ένας άντρας χρυσοστολισμένος ακουμπούσε στην πλώρη κι άφηνε κάθε γύρισμα του έλικα να τον φέρνει πιο κοντά στη γυναίκα του και το μακρινό σπιτικό του. Κατεβαίνοντας τον πύργο οπλίστηκα μ' ένα μαχαίρι. Ήθελα να σκοτώσω τον Αίγισθο, να βάλω να πλύνουν το ξύλο του κρεβατιού και τις πλάκες του δωματίου, να βγάλω απ' το βάθος του μπαούλου το ρούχο που φορούσα τη στιγμή του χωρισμού, να εξαλείψω με κάθε τρόπο αυτά τα δέκα χρόνια, σαν να 'ταν ένα τίποτα μέσα στο σύνολο των ημερών της ζωής μου. Περνώντας μπροστά απ' τον καθρέφτη σταμάτησα για να χαμογελάσω: ξαφνικά είδα τον εαυτό μου· κι η θέα του μου θύμισε πως είχα γκρίζα μαλλιά. Κύριοι δικαστές, δέκα χρόνια είναι κάτι: είναι πιο πολύ απ' την απόσταση που χωρίζει την πόλη της Τροίας απ' τ' ανάκτορο των Μυκηνών· όταν μάλιστα οι στιγμές του παρελθόντος στέκονται πιο ψηλά απ' το μέρος που βρισκόμαστε, γιατί δε μπορούμε παρά να κατρακυλάμε κι όχι να σκαρφαλώνουμε στο Χρόνο. Είναι όπως στους εφιάλτες: κάθε βήμα που κάνουμε μάς απομακρύνει απ' το κέντρο, αντί να μας φέρνει κοντά του. Στη θέση της νεαρής γυναίκας του ο βασιλιάς θα 'βρισκε στο κατώφλι κάποια που θα 'μοιαζε με παχύσαρκη μαγείρισσα· θα τη συνέχαιρε για την καλή κατάσταση του ορνιθώνα και των αποθηκών· δεν είχα να περιμένω πια για μένα παρά μερικά παγωμένα φιλιά. Αν είχα το θάρρος, θα είχα σκοτωθεί πριν την επιστροφή του, για να μη διαβάσω στο πρόσωπό του την απογοήτευσή του να με βρει μαραμένη. Αλλά ήθελα τουλάχιστο να τον ξαναδώ προτού πεθάνω. Ο Αίγισθος έκλαιγε στο κρεβάτι μου φοβισμένος, σαν ένοχο παιδί που αισθάνεται πως πλησιάζει η τιμωρία του πατέρα· τον πλησίασα· φόρεσα την πιο γλυκά απατηλή φωνή μου για να του πω πως τίποτα δε θα γινόταν γνωστό απ' τις νυχτερινές μας συναντήσεις και πως ο θείος του δεν είχε λόγους για να πάψει να τον αγαπά. Όμως αντίθετα, έλπιζα ότι εκείνος τα ήξερε ήδη όλα και πως ο θυμός κι η επιθυμία του να εκδικηθεί θα μου έδιναν επιτέλους μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη ασφάλεια, έβαλα στο ταχυδρομείο που τον περίμενε ένα ανώνυμο γράμμα που υπερέβαλλε τα σφάλματά μου: ακόνιζα το μαχαίρι που όφειλε να μου ξεσκίσει την καρδιά. Υπολόγιζα πως για να με στραγγαλίσει θα χρησιμοποιούσε μάλλον τα δυο του χέρια, τα τόσο αγαπημένα. Τουλάχιστο θα πέθαινα μέσα σε μια μορφή αγκαλιάσματος. Ηρθ' επιτέλους η μέρα που το πολεμικό πλοίο άραξε στο λιμάνι του Ναυπλίου μέσα σ' ένα χαλασμό από ζητωκραυγές και σαλπίσματα· οι κατηφοριές, σκεπασμένες με κατακόκκινες παπαρούνες, έμοιαζαν σημαιοστολισμένες κατά διαταγή του καλοκαιριού· ο δάσκαλος χάρισε μια μέρα αργίας στα παιδιά του χωριού· οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν. Περίμενα στην Πύλη των Λεόντων· μια κόκκινη ομπρέλα έδινε χρώμα στη χλωμάδα μου. Οι ρόδες τ' αμαξιού έτριζαν στην απότομη πλαγιά· οι χωρικοί ζεύτηκαν τις καρότσες για ν' ανακουφίσουν τ' άλογα. Στη στροφή του δρόμου είδα επιτέλους την κορφή τ' αμαξιού να ξεπερνά το ύψος ενός πυκνού φράχτη και τότε πρόσεξα πως ο άντρας μου δεν ήταν μόνος. Είχε δίπλα του μια γυναίκα που θύμιζε τουρκάλα μάγισσα, διαλεγμένη για μερίδα του απ' τα λάφυρα, παρόλο που δεν είχε μεγάλη υπόληψη ανάμεσα στους στρατιώτες. Ήταν σχεδόν παιδί· είχε όμορφα σκούρα μάτια σ' ένα πρόσωπο ωχρό, σημαδεμένο από χτυπήματα· του χάιδεψε το χέρι για να προλάβει το κλάμα του. Τη βοήθησε να κατεβεί απ' την καρότσα· μ' αγκάλιασε παγωμένα και μου είπε πως υπολόγιζε στη μεγαλοψυχία μου για να περιποιηθώ αυτό το νεαρό κορίτσι, που η μάνα κι ο πατέρας του είχαν σκοτωθεί· έσφιξε το χέρι του Αίγισθου. Κι εκείνος είχε αλλάξει. Περπατούσε σφυρίζοντας· ο τεράστιος κοκκινωπός λαιμός του ξεχείλιζε απ' το κολάρο του πουκαμίσου του· η πυρόχρωμη γενειάδα του χανόταν στις δίπλες του στήθους του. Παρ' όλα αυτά ήταν ωραίος, αλλά ωραίος σαν ταύρος, ενώ θα 'πρεπε να 'ναι σα θεός. Ανέβηκε μαζί μας τα σκαλιά του προθάλαμου που είχα βάψει ελαφρά πορφυρά, όπως τη μέρα των γάμων μας, για να μη φανεί το αίμα. Μόλις που με κοιτούσε· στο δείπνο δεν πήρε είδηση ότι είχα διατάξει να ετοιμάσουν τ' αγαπημένα του φαγητά· ήπιε δυο - τρία ποτήρια κρασί· ο σκισμένος φάκελλος του ανώνυμου γράμματος πρόβαλλε από μια απ' τις τσέπες του· έκλεινε κοροϊδευτικά το μάτι στον Αίγισθο απέναντί του· μετά το φαγητό τραύλισε αστεία μεθυσμένου για τις γυναίκες που 'χε παρηγορήσει. Το βράδυ, υπερβολικά μεγάλο, σύρθηκε στο δώμα που λυμαίνονταν κουνούπια· μιλούσε τούρκικα με τη σύντροφό του· έδειχνε να 'ναι κόρη φυλάρχου· από μια κίνηση που έκανε κατάλαβα πως περίμενε παιδί. Ήταν ίσως απ' αυτόν ή από κάποιον απ' τους στρατιώτες που την είχαν τραβήξει γελώντας έξω απ' το πατρικό στρατόπεδο και, μαστιγώνοντάς την, την είχαν κυνηγήσει προς τη δικιά μας την πλευρά. Φαινόταν να 'χει το χάρισμα  να προβλέπει το μέλλον: για να μας διασκεδάσει διάβασε τα χέρια μας. Τότε χλώμιασε και τα δόντια της χτύπησαν. Κι εγώ, κύριοι δικαστές, γνώριζα το μέλλον. Όλες οι γυναίκες το ξέρουν: περιμένουν πάντα πως όλα θα τελειώσουν άσχημα. Εκείνος είχε τη συνήθεια να κάνει ένα ζεστό μπάνιο πριν πάει να κοιμηθεί. Ανέβηκα για να το ετοιμάσω: ο θόρυβος του νερού που έτρεχε, μου επέτρεπε να κλαίω δυνατά με λυγμούς. Το μπάνιο θερμαινόταν με ξύλα. Μια αξίνα, που χρησίμευε να σκορπίζουμε τις στάχτες, σερνόταν στο πάτωμα· δεν ξέρω γιατί, αλλά την έκρυψα πίσω απ' τις πετσέτες. Για μια στιγμή ένοιωσα την ανάγκη να δώσω τα πάντα για ένα ατύχημα που δε θ' άφηνε ίχνη, έτσι που η λάμπα του πετρελαίου θα ήταν ο μόνος κατηγορούμενος. Αλλά ήθελα τουλάχιστον πεθαίνοντας να τον υποχρεώσω να με κοιτάξει στο πρόσωπο: δεν τον σκότωνα παρά γι' αυτό, για να τον αναγκάσω να καταλάβει πως δεν ήμουν ένα πράγμα χωρίς σημασία, που μπορείς να τ' αφήσεις να πέσει ή να το παραχωρήσεις στον πρώτο τυχόντα. Κάλεσα ήρεμα τον Αίγισθο· έγινε κάτωχρος με το που άνοιξα το στόμα μου: τον διέταξα να περιμένει στο κεφαλόσκαλο. Ο άλλος ανέβαινε βαριά τις σκάλες· έβγαλε το πουκάμισό του· το δέρμα του μέσα στο ζεστό νερό έγινε εντελώς βιολετί. Του σαπούνισα το λαιμό: έτρεμα τόσο πολύ που το σαπούνι κυλούσε διαρκώς απ' τα χέρια μου. Ταράχτηκε λίγο· με πρόσταξε άγαρμπα ν' ανοίξω το παράθυρο, που όμως βρισκόταν πολύ ψηλά για μένα· φώναξα τον Αίγισθο να έλθει να με βοηθήσει. Μόλις μπήκε, έκλεισα την πόρτα με το κλειδί. Ο άλλος δε μ' έβλεπε, γιατί μας είχε γυρισμένη την πλάτη. Έδωσα αδέξια ένα πρώτο χτύπημα, που δεν πέτυχε παρά να του σκίσει τον ώμο· σηκώθηκε ίσια μπρος· το φουσκωμένο πρόσωπό του αντανακλούσε μαύρα στίγματα· μούγκρισε σα βόδι· ο Αίγισθος τρομαγμένος του άρπαξε τα γόνατα, ίσως για να του ζητήσει συγγνώμη. Εκείνος έχασε την ισορροπία στο γλιστερό πυθμένα της μπανιέρας κι έπεσε σα μια μάζα, με το πρόσωπο στο νερό κι ένα γουργουρητό που έμοιαζε με ρόγχο. Τότε ήταν που κατάφερα το δεύτερο χτύπημα που του χάραξε την όψη. Αλλά είμαι σίγουρη πως ήταν ήδη νεκρός: ένα μαλακό και ζεστό ράκος. Μίλησαν για κόκκινους ποταμούς: στην πραγματικότητα πολύ λίγο μάτωσε. Εγώ έχυσα περισσότερο αίμα γεννώντας το παιδί του. Μετά το θάνατό του σκοτώσαμε την ερωμένη του: ήταν μια πράξη γενναιοδωρίας, αν πραγματικά τον αγαπούσε. Οι χωρικοί πήραν το μέρος μας: δε μίλησαν. Ο γιος μας ήταν υπερβολικά μικρός για να μπορέσει να ελευθερώσει το μίσος του ενάντια στον Αίγισθο. Μερικές βδομάδες έχουν περάσει· θα 'πρεπε να αισθάνομαι ήρεμη, όμως ξέρετε, κύριοι δικαστές, πως τίποτα δεν ξεπερνιέται κι όλα επανέρχονται. Ανέλαβα να τον περιμένω: λοιπόν εκείνος γύρισε. Μην κουνάτε το κεφάλι: σας λέω ότι γύρισε. Αυτός, που για δέκα χρόνια δεν έλαβε τον κόπο να πάρει οχτώ μέρες άδεια για να 'ρθει απ' την Τροία, γύρισε απ' το θάνατο. Βρήκα ωραία την ιδέα να του κόψω τα πόδια, για να τον εμποδίσω να βγει απ' το νεκροταφείο· όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να τρυπώσει στο σπίτι μου τ' απόγεμα, κρατώντας τα πόδια του κάτω απ' το μπράτσο του, όπως οι διαρρήκτες τα παπούτσια τους  για να μην κάνουν θόρυβο. Με σκέπαζε με τον ίσκιο του· δεν έδειχνε καν να καταλαβαίνει πως ο Αίγισθος ήταν εκεί. Ύστερα ο γιος μου με κατήγγειλε στην αστυνομία· όμως ο γιος μου είναι ακόμη το φάντασμά του, το σάρκινο φάσμα του.  Πίστευα πως στη φυλακή θα ήμουν τουλάχιστον ήρεμη· όμως έρχεται κι εκεί: θα 'λεγε κανείς ότι προτιμά το κελί μου απ' τον τάφο του. Ξέρω πως το κεφάλι μου θα βρει τέλος πέφτοντας στην πλατεία του χωριού κι ότι ο Αίγισθος θα περάσει κάτω απ' το ίδιο μαχαίρι. Είναι αστείο, κύριοι δικαστές: μπορώ να πω πως ήδη μ' έχετε καταδικάσει αμέτρητες φορές. Όμως εγώ πληρώθηκα για να μάθω πως οι νεκροί δε μένουν σε ησυχία: θ' αναστηθώ, σέρνοντας τον Αίγισθο απ' τις φτέρνες του σα θλιμμένο κυνηγόσκυλο. Θα διασχίσω νύχτα τους δρόμους αναζητώντας τη Δικαιοσύνη του Θεού. Θα ξαναβρώ αυτόν τον άντρα σε κάποια γωνιά της κόλασής μου: και θα κλάψω πάλι από χαρά στα πρώτα του φιλιά. Ύστερα θα μ' εγκαταλείψει· θα πάει να κατακτήσει μια επαρχία του θανάτου. Αφού ο Χρόνος είναι από αίμα ζωντανών, η Αιωνιότητα πρέπει να τρέφεται από αίμα φαντασμάτων. Η αιωνιότητα για μένα θα χαθεί περιμένοντας το γυρισμό του, έτσι που σε λίγο θα είμαι το πιο ωχρό απ' τα φαντάσματα. Λοιπόν, εκείνος θα γυρίσει για να με περιφρονήσει: θα χαϊδέψει μπροστά μου την άχρωμη τουρκάλα μάγισσά του, που 'ναι συνηθισμένη να παίζει με τα κόκαλα απ' τους τάφους. Τι θα κάνω τότε; Δε μπορείς βέβαια να σκοτώσεις πάλι ένα νεκρό. 


Γιουρσενάρ Μαργκερίτ
(Μετφ. Μαρία Φωστιέρη)
«Η ΛΕΞΗ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

... Στην αφετηρία...   
 
   Το διήγημα «Ο γυρισμός», μολονότι γράφτηκε από μια ποιήτρια και πεζογράφο της εποχής του Μεσοπολέμου, την Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου, φέρνει μια αύρα που θυμίζει τα ηθογραφικά διηγήματα του Κρυστάλλη, του Χρηστοβασίλη και του Παπαδιαμάντη, ενώ σε κάποια άλλα σημεία θυμίζει τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτειάς. Αυτά, βέβαια, σ' ένα πρώτο επίπεδο. Αν το δούμε, όμως, βαθύτερα, θα διαπιστώσουμε τη γυναικοκεντρική οπτική της συγγραφέως, όπως αυτή αποτυπώνεται στις δύο κεντρικές γυναικείες μορφές του διηγήματος, τη Γαληνή, την εγκαταλελειμμένη από τον ξενιτεμένο σύζυγο γυναίκα, και τη Σμαραγδή, τη μητέρα της. Οπωσδήποτε και οι δύο γυναίκες -υποθέτουμε από τα συμφραζόμενα ότι ο ιστορικός χρόνος, στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία του διηγήματος, είναι τα τέλη του 19ου αιώνα- είναι απόλυτα υποταγμένες στα πλαίσια των κοινωνικών ρόλων που ορίζει η εποχή και το περιβάλλον τους. Αποδέχονται τη μοίρα τους και συμβιβάζονται μ' αυτή. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σ' αυτό το ασφυκτικά δομημένο από τις κοινωνικές συμβάσεις περιβάλλον και τις επιταγές της επιβαλλόμενης ηθικής, η κεντρική ηρωίδα, η Γαληνή, τολμά να εκφράζει τις σκέψεις της, να αμφισβητεί, να καταριέται, να δυσανασχετεί γι' αυτόν τον άντρα – σύζυγο, που τής «στέρησε», εγκαταλείποντάς τη, τη ζωή, καταδικάζοντάς τη στη μοναξιά και στον αδιάκοπο αγώνα για την επιβίωση. Από την άλλη, στο διήγημα, καταρρίπτεται το στερεότυπο του «αγαθού ξενιτεμένου», που λαχταρά κάποτε να επιστρέψει στο σπίτι και στην οικογένειά του. Εδώ ο ξενιτεμένος που επιστρέφει -όταν πια έχουν σχεδόν λησμονήσει την ύπαρξή του κι αναγκάζονται να τον δεχθούν μόνο και μόνο για να υπηρετήσουν τις κοινωνικές συμβάσεις της τοπικής κοινωνίας- καθόλου συμπαθητικά δεν περιγράφεται. Η φθορά της εικόνας του ξενιτεμένου Λάμπη, που θυμίζει στη Γαληνή τη φθορά και της δικής της νιότης, λειτουργεί ως επιβεβαίωση της γενικότερης φθοράς του γάμου, του έρωτα και των όποιων αισθημάτων υπήρχαν ανάμεσα στο ζευγάρι. Αξίζει ν' αναφερθεί, τέλος, ότι ακόμη και ο γιος της Γαληνής, ο Μανωλάκης, ο οποίος «γεννήθηκε ορφανός» μετά το φευγιό του πατέρα του, θεωρείται από την ηρωίδα αποκλειστικά δικό της παιδί και τα συναισθήματα για τον πατέρα που δε γνώρισε είναι υποτονικά και εξαναγκαστικά επιφανειακά.
    Συμπερασματικά, η συγγραφέας, μολονότι ξεκινά και αναπτύσσει την ιστορία της μέσα σ' ένα τυπικά ηθογραφικό πλαίσιο, καταλήγει σ' έναν στέρεο ρεαλισμό. Η ηρωίδα της είναι βαθιά ψυχογραφημένη, αυτή η αδικημένη από τον άντρα της αλλά κι από το κοινωνικό σύνολο που την «υποχρεώνει» να τον υποδεχτεί με όλα τα τυπικά της υποδοχής, μια κατάσταση, βέβαια, που την «πλακώνει» και την κάνει να ασφυκτιά. Κι αυτά τα συναισθήματα και οι σκέψεις της ηρωίδας είναι μια λανθάνουσα έκφραση των φεμινιστικών αντιλήψεων της συγγραφέως.
 
❈ 
 
 
    Τα ορθά βουνά κατέβαζαν τις τραχιές πλαγιές τους ως των ανθρώπων τις φωλιές. Η πρωινή χειμωνιάτικη πάχνα είχε τυλιγμένα τα ψηλά και τα χαμηλά, τα έλατα και τα σπιτόπουλα του χωριού.
   Η Γαληνή, σκύβοντας ανάμεσα στις βραγιές του μικρού περβολιού της, διάλεγε με κοκκαλωμένα χέρια τα λιγοστά τα λάχανα.
   Ένα γύρο, ως πάρα κάτω, ανάμεσα απ' τις θεοκοτρώνες, πρασίνιζαν φτωχά και τ' άλλα μποστάνια των χωριανών. Κι' όλα τα κηπαρέλια αυτά, αναστημένα ήτανε από των γυναικών τα χέρια. Γιατί στα χωριά τούτα της Ήπειρος, στα τραχιά Ζαγόρια, βάσταγε παλιά συνήθεια, από παππούλη σε προσπάππο, να ξενιτεύονται οι άντρες για χρόνια. Και πάγαιναν σε μέρη αλαργινά, γυρεύοντας την τύχη την καλύτερη.
   Έτσι, το χωριό απόμενε με τις γυναίκες, τα παιδιά τα λιγοστά -πού οι άντρες να τα σπείρουνε;- και κανένα γεροντάκι που βαρέθηκε τις ξενιτιές.
   Κάτι σα μαράζωμα θανατερό πλανιούνταν στον αέρα του χωριού, έτσι καθώς οι λιγνές γυναίκες πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους βαρετές. Τι τις βίαζε; Η χαρά τ' αντρός που θα 'ρθεί στην ώρα του να κάτσει και να γευτεί με το φαμίλιο του; Ο άντρας έλειπε. Γι' αυτό οι γυναίκες δε βιάζονταν. Κουβεντιάζανε, μαγερεύανε, γνέθανε, φαίνανε όλο ανόρεχτα, σαν κάτι φυτά που στέκονται κιτρινιάρικα χρόνια, δεν πάνε ποτές ούτε μπρος, ούτε πίσω,  και σε κάνουν να λες: Σα δε ζωντανεύουν, δεν πεθαίνουν ολότελα;
   Έτσι ανόρεχτα κ' η Γαληνή γνοιάζονταν σήμερα για το σπίτι της. Μα δεν ήτανε το ίδιο τον καιρό που παντρεύτηκε. Είκοσι χρονώ κοπέλα τότε κι' απάνω στις χαρές της, δεν έβανε με το νου της πως κι' ο άντρας της θα 'φευγε για τα ξένα. Τότε ο Λάμπης ό,τι είχε γυρίσει στο χωριό, απολυμένος από στρατιώτης. Είχε γυρίσει για να ιδεί τη γριά τη μάνα του και να φύγει πάλι. Θα πήγαινε κι' αυτός  να δουλέψει στα ξένα. Μα τότες είδε τη Γαληνή, κοπέλα γινωμένη απάνω στα καλά της, κ' η ομορφάδα της τον ζούρλανε. Οι μέρες πέρναγαν κι' αυτός δεν είχε ξεκολλημούς απ' το χωριό. Έστειλε λοιπόν συμπεθεριό και τη γύρεψε.
   Μα η μάνα της Γαληνής ήτανε καμένη απ' το δικό της το παράδειγμα. Μη δεν είχε περάσει ολάκερη ζωή μακριά απ' τον άντρα της; Γι' αυτό, μήνυσε στο γαμπρό το μεγάλο φόβο της: Σκιάζεται τις ξενιτιές. Κι' ο Λάμπης θα μισέψει με το δίχως άλλο.
   Τυφλωμένος ο νέος απ' τον πόθο του, της παράγγειλε τα ενάντια: Όχι! Δε θα πάει πουθενά. Θα πιάσει δουλειά στη χώρα.
   Έτσι γίνηκε ο γάμος, έτσι ο γαμπρός νοίκιασε ένα φτωχόσπιτο στα Γιάννενα, κ' έπιασε δουλειά σ' ένα φούρνο. Η νιόνυφη πέταγε στον ουρανό απ' τη χαρά της. Είχε τον άντρα της κοντά. Δεν ήτανε σαν τις άλλες γυναίκες του χωριού της, που μαραζώνουν σα χήρες οι ανέραστες. Και πεταχτή, συγύριζε το μονοκάμαρο σπιτόπουλο, μαγέρευε τραγουδώντας, κ' ύστερα περίμενε τον άντρα της ακουμπισμένη στον παραστάτη της οξώπορτας, ίδιος άγγελος ζωγραφιστός.
   Τον πρώτο χρόνο, μέσα στην αγκαλιά της γυναίκας του, ο Λάμπης είχε λησμονήσει τις ξενιτιές και τα ταξίματά τους. Πέρναγε καλά, ο μιστός τούς έφτανε. Όταν όμως τη χόρτασε κι' ο πόθος του έπιασε να γίνεται μια ξανοστημένη συνήθεια, η ξενιτιά βάλθηκε να του χαμογελάει σα μάγισσα. Τότες ο Λάμπης αρχίνησε να πετάει κανένα λόγο της Γαληνής: Αμ καλά είναι και τα ξένα! Βγαίνει παράς. Αν έφευγε κι' αυτός σαν τους άλλους; 
   Η γυναίκα, όταν το πρωτάκουσε, απόμεινε, δεν πίστευε τ' αυτιά της. Αυτά είναι λοιπόν που της έταξε; Πώς θα την αφήσει μοναχή; Δεν τη σκοτώνει καλύτερα;
   Μα ο Λάμπης τής έδινε την παρηγοριά, πως θα ξαναγυρίσει σε λίγον καιρό. Ύστερα δε θα 'ναι μοναχή της, έλεγε. Θα πάει στο χωριό, θα 'χει τη μάνα της, με λίγους μήνες θα 'χει και το μωρό τους. Έπειτα δεν έβλεπε η Γαληνή τα μεγάλα σπίτια, παλάτια σωστά, που χτίζουν στο χωριό τους όσοι προκόβουν; 
   O Λάμπης όμως δεν ανάφερε πως τους περισσότερους απ' αυτούς τους ξαναπαίρνει η ξενιτιά. Ούτε και τους άλλους τους απρόκοφτους ανάφερνε, που δεν είχανε μούτρα να ξαναπατήσουν ποτέ στον τόπο τους. 
   Κάτι παιδιά, που ήρθανε τότες απ' τη Βλαχιά στο χωριό τους και θα ματάφευγαν, τού σήκωσαν τα μυαλά ολότελα. Κι' ο Λάμπης  τ' αποφάσισε να πάει μαζί τους. Ύστερα, μια μέρα, αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και τράβηξε. Η Γαληνή έκλαψε και σκοτώθηκε. Μα φοβισμένη μην πάθει τίποτε μέσα της το παιδί, κράτησε τον εαυτό της κ' είπε:
   - Έτσι ήτανε το γραφτό μου κ' εμένα.   
   Και ξαναγύρισε στον τόπο της. Από τη μοίρα των γυναικώνε του χωριού της, δε γλίτωσε μήτε αυτή. Κλείδωσε στο σεντούκι τα σκουτιά της τα καλά, τα χρυσαφικά της, την τσίπα της την καλή. Φόρεσε ένα ντρίλινο φουστάνι, την πιο σκούρα ποδιά, κατέβασε το μαντήλι ως το ματόφρυδο και σταύρωσε τα χέρια. 
   Η μάνα της την κοίταξε και σκίστηκαν τα σπλάχνα της, ενός χρονού χήρα δίχως χηρειά. 
   - Δε φταίει άλλος, είπε η γριά Σμαραγδή, μόνε φταίμε εμείς που τους δίνουμε τις τσούπρες μας. Αχ! Αχ! Σκότωμα που 'θελε τούτο το ξερό, λέω 'γω! 
   Και τράνταξε με τις γροθιές το ψαρό κεφάλι της.
   Στην αρχή, ο Λάμπης τράβηξε πολλά ως που να βρει δουλειά κ' έγραφε στη γυναίκα του σα μετανιωμένος. Ύστερα που στρώθηκε, έστελνε γράμματα γιομάτα ελπίδες. Έστελνε και το ταχτικό από το στέρημά του.
   -Μα λίγο θα κάτσει, έλεγε, και θα 'ρθεί. Ως που να πιάσει μια στάλα μαγιά, μια φορά και πήγε εκεί πέρα. Ύστερα, θα μουντζώσει την ξενιτιά, τις πίκρες της τις πολλές, και τα λιγοστά καλά της.
   Και η Γαληνή όλο έλπιζε. Μα με τον καιρό, όταν είδε πως στα γράμματα του Λάμπη δε γινόταν πια λόγος για γυρισμό, κατάλαβε την αλήθεια κ' έπεσε να πεθάνει.
   Έτσι πικραμένη, απόχτησε μια νύχτα το παιδί της. Μα στο σπίτι δεν ακούστηκε καμιά φωνή χαράς, κανένα γέλιο και κανένα γλυκόλογο. Το παιδί αυτό γεννήθηκε σαν ορφανό. Ο πατέρας του όμως όταν το 'μαθε, ζουρλάθηκε από τη χαρά του, έγραψε. Ήτανε βέβαια περήφανος που ο γόνος του έτσι καλά σιγούρεψε. Έστειλε μάλιστα παραπανιστά λεφτά για το καλό χαμπέρι.
   Ο παπάς έγραφε ταχτικά τα γράμματα της Γαληνής: «Ο υιός μας εν ειρήνη απολαύει παντός αγαθού».
   Η Γαληνή υπαγόρευε ακόμα με τη δικιά της γλώσσα. «Το παιδί, είσαι, Λάμπη, εσύ ο ίδιος ολόφτυστος! Αχ! Λάμπη! Τι καλά που θα πορεύαμε να 'μασταν ούλοι μαζί». Μα σ' αυτό, εκείνος δεν έδινε απάντηση καμιά.
   Ο παπάς που έβλεπε αυτή την όμορφη νέα να σώνεται απ' το μαράζι, της έδινε κουράγιο όσο μπορούσε. Και σ' αυτήν, και σ' όλες τις όμοια πικραμένες γυναίκες του χωριού. Μα τα παρηγορητικά τα λόγια πέρναγαν απάνω - απάνω στις ψυχές τους. Μέσα, βαθιά, στέκονταν πάντα το μαράζι το αξερρίζωτο. Κ' έτσι πονεμένες οι γυναίκες σπρώχνανε τον πληχτικό καιρό τους. Λιγόλογες, οκνές, μαζώνονταν τα καλοκαιριάτικα δειλινά σε κάθε γειτονιά, όξω στο δροσό. Κ' εκεί, δουλεύοντας τη ρόκα ή το ράψιμο, τα λέγανε συναμεταξύ τους. Όλο τα ίδια και τα ίδια, σαν τη ζωή τους τη μονότονη.
   Κι' ο δειλινός ουρανός κατέβαινε ολοένα πιο χαμηλά, κ' η θαμπάδα τύλιγε τα σκυφτά κεφάλια των γυναικώνε τα πικραμένα.
   Το χειμώνα πάλι, σαν τα βουνά ένα γύρο κουκούλωναν τις χιονισμένες τους κορφές στην αντάρα, κι' από ψηλά τους έπεφτε η παγωνιά κάτω στο χωριό σα σερπετό, και τα δασά τα έλατα γιόμιζαν μεγάλα χουγιατά τον αγέρα, τα σπίτια κλείνονταν. Οι γυναίκες τότε μαζώνονταν τα βράδια γύρω στη φωτιά. Μελετούσαν τους ξενιτεμένους, κουβέντιαζαν για την κακοτυχιά τους, λέγανε για φαντάσματα και για ληστές. Για τους ληστές με τα μεγάλα γένεια που, περασμένα χρόνια, πέφτανε και ρημάζανε τα χωριά, έρημα από άντρες γερούς. Όξω τώρα το βουνίσιο σκοτάδι έζωνε τα σπιτάκια με φοβέρες, ο αγέρας ούρλιαζε σα ζωντανός, και τα παιδάκια στριμώχνονταν στην αγκαλιά της μάνας της έρημης. Οι προεστοί τις κοιτάζανε με συμπόνια.
   Έτσι ο καιρός περνούσε, τα χρόνια φεύγανε. Το παιδί της Γαληνής μεγάλωνε και πήγαινε τώρα σκολειό. Μα μεγαλώνοντας, ο Μανωλάκης είχε το έξοδό του όλο και περισσότερο. Κι' ό,τι έστελνε ο πατέρας του ήτανε πάντα τόσο στερεμένο! Γι' αυτό κ' η Γαληνή σκοτώνονταν στη δουλειά. Παράδινε το σπίτι στη μάνα της, που είχε παραγεράσει πια, κι' αυτή έβγαινε όξω να δουλέψει: Να σκάψει το χωραφάκι τους, να σκαλίσει το κηπαρέλι. Αυτά τα περιορισμένα κομμάτια της γης ήτανε ωστόσο η ακριβή τους περιουσία. Περιουσία που πότε τους έδινε, πότε δεν τους έδινε κ' εκείνο το μετρημένο ψωμί.
   Έτσι η ζωή της Γαληνής, γιομάτη κόπους και βαριά από έγνοια, περιορίστηκε ανάμεσα από το σπίτι κι' από το χωράφι της. Ως τ' αυτιά της φτάνανε σαν αχολογή από κάποια αόρατη θάλασσα, τα χαμπέρια από τη ζωή στους ξένους τόπους, τα σούσουρα από τα μεγάλα πανηγύρια ολόγυρα στα χωριά, όπου αυτή, σα να 'τανε χήρα, δεν πάταγε.
   Είχε το ελάχιστο τη μάνα της συντροφιά. Κ' ήξερε πως γυρίζοντας σπίτι, αυτή και το παιδί, θα βρούνε μια ξαπόσταση από δαύτη, κ' έτοιμο κάτι να γευτούνε.
   Όμως ένα δειλινό, ηύρανε τη γριά Σμαραγδή πεσμένη κατάχαμα στο πάτωμα. Τρομαγμένη η Γαληνή, έσκυψε, την κούνησε, της μίλησε. Μα η κυρούλα είχε αναποδογυρισμένα τ' άφεγγα μάτια και δε μιλούσε. Τότε του Μανωλάκη τ' αυτιά τα ξέσκισαν τα στριγγά ξεφωνητά της μάνας του, έτσι καθώς την είδε να σωριάζεται απάνω στο λείψανο.
   Η πολύχρονη θλίψη που είχε καταροκανίσει τη νέα καρδιά της γυναίκας, ξέσπασε σε θρήνο μεγάλο. Και μέσα στην απύθμενη απελπισιά που την τρέλαινε, πόθησε μια στιγμή να πεθάνει κι αυτή.
   Η νεκρή, καθώς άκουε ασάλευτη τα κλάμματα,  θαρρούσες πως αναμετρούσε πικρά όλη τη ζωή της· από τη θλιβερή της αρχή, ίσαμε το παραπονεμένο της ξέβγαλμα.
   Ύστερα, σαν έμεινε μοναχή με το παιδί της, η Γαληνή ένιωσε διπλή την ερημιά της. Η γριά η μάνα έπιανε μεγάλο τόπο μέσα στο σπίτι κ' ήτανε σαν ίσκιος και σα ζεστασιά. Ήτανε σαν το παλιό το κούτσουρο που βαστάει τη φωτιά μέρες και νύχτες.
   Κοντά στην καινούρια λύπη της Γαληνής, έπεσε κι' άλλη παραπανιστή στενοχώρια, με την αδιαφορία του Λάμπη που όλο και περίσσευε. Αγάλια αγάλια κατάντησε να μη θυμάται τους δικούς του, παρά κατά τις μέρες τις καλές. Το ρέστο τον καιρό, ούτε που γνοιάζονταν πώς τα καταφέρνουν και ζούνε. Το αποτράβηγμά του ήτανε τώρα ολοφάνερο και τα μαντάτα του φτάσανε κάποτε στο χωριό. Ο Λάμπης ήτανε καλά και περίκαλα, λέγανε οι χωριανοί. Ο Λάμπης γλεντάει σαν κανένας τους. Έχει δυο τρία παιδιά με μια Ρουμάνα και τον τρώνε όλοι τους ως το κόκκαλο. Μα κακοφανισμένος δε βρίσκεται, καλά περνάει.
   Όλα αυτά πήγανε και στ' αυτιά της Γαληνής. Έρημη, βουτηγμένη στη φτώχεια και στην κακομοιριά, ένιωσε την καρδιά της να βράζει σαν καζάνι. Η όχτρητα που λούφαζε μέσα της, ηύρε την ώρα να φανερωθεί. Όλο το είναι της γυναίκας ορθώθηκε ενάντια στον άντρα αυτόν που τη δυστύχησε με τόσο αλαφρή καρδιά, και λόγο του ζητούσε τώρα. Δεν ήτανε αληθινά ο χαλαστής της; Αν δεν την έπαιρνε αυτός, κάποιος άλλος θα την έπαιρνε και καλύτερα ίσως θα βρίσκονταν σήμερα.
   Όταν ήτανε ακόμα όμορφη η Γαληνή κ' οι άντρες την καλοκοίταζαν, ρωτιούνταν αθέλητα, με παράπονο, γιατί αυτή έπρεπε να στέκει πιστή στον αόρατον άντρα που την παράτησε;
   Χωρίς βοήθεια και χωρίς παρηγοριά από κανένα, δέρνονταν χρόνια τώρα μοναχή της, μοναχή της πάλευε  κάθε μέρα με την ανέχεια. Όμως όλα τα υπόμενε για το παιδί.
   Ο Μανωλάκης ήτανε τώρα δέκα χρονώ και μάθαινε τέχνη στο παπουτσίδικο του χωριού. Τα λιγοστά λεφτά που έπαιρνε το Σαββατόβραδο, τα παράδινε με καμάρι στη μάνα του. Μα τι να τους κάνουν κι' αυτά; Τα ρούχα λιώσανε, τα σκεπάσματα φτενέψανε, το σπίτι με το ξυλένιο μπαλκονάκι του σαραβάλιασε, τα ράφια μένανε συχνά αδειανά από ψωμί. Έτσι ο Μανωλάκης έμαθε να κλέβει τα ξένα φρούτα, γιατί γνώρισε την πείνα που θολώνει το μάτι. Γνώρισε και τη συμπόνια του κόσμου που όσο κι' αν είναι ευγενικιά, στραπατσέρνει τόσο χεροπιαστά εκείνο το άπιαστο πράμα που το λένε ψυχή. Και το παιδί, μέσα στην τρυφερή του καρδιά, κάποιον καταδίκαζε για το τωρινό τους κατάντημα. Καταδίκαζε και δε μιλούσε.
   Η μάνα του πια, τριάντα δυο χρονώ γυναίκα, όμως στεγνή και σταφιδιασμένη σαν πολυκαιρινή γριούλα, ούτε κουβέντα δεν έκανε κ' εκείνη για τον άντρα της. Κι' αν ο Λάμπης έστελνε καμιά φορά κανένα γράμμα, δεν το 'στελνε για τους δικούς του. Έγραφε μοναχά για να πει και να ρωτήσει πώς θα μπορούσε να πουλήσει εκείνο το πατρικό του το παλιόσπιτο, που βρίσκονταν μες στην πλατεία. Να το ξεκάνει δίχως να ξοδευτεί για να 'ρθει.
   Η Γαληνή απαντούσε περιορισμένα, ξερά. Αν κάποτε ξεγελιούνταν ο Λάμπης κ' έστελνε τίποτε λεφτά, τα λεφτά χουφτώνονταν σαν σωτηρία. Το γράμμα ούτε λογαριάζονταν πια. Όμως κι' αυτό σε λίγο έλειψε ολότελα. Για τέσσερα χρόνια ύστερα, ο Λάμπης δεν ακούστηκε.
 
   Οι γυναίκες αγνάντεψαν από μακριά, στη δημοσιά, τον ταχυδρόμο να 'ρχεται απ' τη χώρα. Ο βδομαδιάτικος ερχομός του ήτανε σα μια μικρή γιορτή μέσα στην καθημερινή μονοτονία τους.
   Έμπαινε τώρα ο Στυλιανός στο χωριό, με την πετσένια σάκκα του κρεμασμένη επάνω στο στομάχι.
   Κάμποσες γυναίκες που είχανε τα σπίτια τους κοντά στη δημοσιά, αψηφώντας το κρύο, πρόβαλαν στο φρύδι του δρόμου και τον περίμεναν με ρωτήματα: Έχω τίποτε, Στυλιανέ; Τι μου φέρνεις;
   Άλλες σαν το μάθανε, παράτησαν στη μέση κάθε δουλειά, άρπαξαν τη στάμνα και τρέξανε στην πλατεία. Εκεί θα 'τανε το σταμάτημα του ταχυδρόμου.
   Βαστούσε ο Στυλιανός μέσα στην τσάντα του για μοιρασιά, μικρές και μεγάλες στενοχώριες, μικρές και μεγάλες χαρές, φερμένες από κοντινά κι' από αλαργινά μέρη. Πρώτα έδωσε στον πρόεδρο της κοινότητας ένα γράμμα από τα Γιάννινα. Ο πρόεδρος, που έπινε ξέγνοιαστος τον καφέ του μέσα στο μαγαζί, πολύ στενοχωρήθηκε. Ήξερε τι του γράφανε, το ήξερε. Του γυρεύανε πίσω κάτι δανεικά.
   Τριγυρισμένος ο Στυλιανός απ' τις γυναίκες, έβγαζε ένα ένα τα γράμματα. Εκείνη την ώρα, καταλαβαίνοντας τον εαυτό του σα μια μοίρα, φώναζε επίσημα τα ονόματα:
   - Κατίνα Στίφνου!
   «Καλώς τα δέχτηκες!» γύρισαν και τη φχήθηκαν οι γυναίκες. Η Κατίνα, μια ζαρωμένη γριούλα, δεν πίστευε την ευχάριστη αξαφνιά. Είχε γράμμα;! Γράμμα από το γιο της! Μήνες τώρα το περίμενε από την Αμερική. Δόξα να 'χει ο Ύψιστος!
   Και με τρεμουλιαστό χέρι, η γριούλα σταυροκοπήθηκε.
   - Πανωραία Γεμιτζή!
   Μια ολόδροση κοπέλα που στέκονταν λίγο παράμερα, με κοκκινάδες χαρούμενης ντροπής στο πρόσωπο το λαμπερό, άπλωσε το χέρι. Ήτανε τ' αρρεβωνιαστικού.
   Η Μαρία του Καλαντώνη έκανε λίγα πατήματα μπροστά, ρωτώντας περίλυπη, όπως κάθε φορά που έρχονταν ταχυδρομείο: «Εγώ; Εγώ; Δεν έχω εγώ ούτε σήμερα;»
   - Γαληνή Αλεπουδέλη!
   Όλες οι γυναίκες ζωηρέψανε. Η Γαληνή! Έχει γράμμα η Γαληνή; Σα να λέγανε: Πώς! Αυτή τη λησμονημένη βρέθηκε άνθρωπος και τη θυμήθηκε; Μπα! Από πού; Από πού; ρωτούσανε.
   - Από τη Βλαχία, είπε ο ταχυδρόμος.
   - Να της το πάμε, είπε μια γυναίκα.
   - Όχι, να το πάρει η ίδια.
   - Να της το πούμε λοιπόν! πετάχτηκε η Πανωραία, κ' έτρεξε κατά το σπίτι της Γαληνής. Από κοντά κι' όσα παιδάκια τύχανε εκεί. Δε μπορεί, κάτι καλό θα της γράφουν, συλλογίζονταν η κοπέλα, που μέσα στη χαρά της ήθελε κι' άλλοι να 'ναι ευχαριστημένοι σήμερα.
   Τη στιγμή εκείνη,  γύριζε κ' η Γαληνή από το περβολάκι, κρατώντας μέσα στην ποδιά της τα λάχανα που διάλεξε. Άκουσε ξαφνιασμένη το χαμπέρι και πήγε για το γράμμα. Ναι! Το γνώριζε τ' απανόγραμμα. Ήτανε από χέρι του αντρός της. Γύρισε σπίτι και τ' απίθωσε κάπου ως που να 'ρθει ο Μανωλάκης, που ήξερε γράμματα, να το διαβάσει. Εκείνος, σαν το 'μαθε, έφυγε τρεχάτος απ' το μαγαζί, και πετάχτηκε σπίτι πιο περίεργος από τη μάνα του. Τι να 'τρεχε; Τι να 'τρεχε; Άρπαξε το φάκελο, τον κουρέλιασε, κόντεψε να ξεσκίσει το γράμμα από τη βία, κι' αρχίνησε να διαβάζει.
   Λίγα τα λόγια του. Μα ό,τι λέγανε ήτανε τόσο απάντεχο! Απάντεχο δεν ήτανε να γυρίσει ο Λάμπης στον τόπο του, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια ξενιτιά κι' αδιαφορία;
   - Άκου, μωρέ, έρχεται! έκανε ο Μανωλάκης ξαφνιασμένος.
   Η μάνα του, κερωμένη, δε μίλαγε. Μοναχά το κάτω αχείλι της τρεμούλιαζε σιγανά.
   Πήγε κι' έκατσε πλάι στη γωνιά, κ' έτριβε, έτριβε νευρικά τα ροζιασμένα χέρια της, τόνα μες στ' άλλο. Το κρύο που την έδερνε δεν έρχονταν απόξω, έρχονταν ολόισα από μέσα της. Καταλάβαινε η Γαληνή γιατί αποφάσισε ο άντρας της να γυρίσει. Δεν τον ξεσήκωσε βέβαια ο καημός να ιδεί τους δικούς του, τους λησμονημένους. Έρχονταν για να ξεκάνει εκείνο το χτήμα του, να οικονομήσει τις δουλειές του. Να! Γι' αυτό.
   - Λέει πότε έρχεται; ρώτησε με σβυσμένη φωνή.
   - Την άλλη βδομάδα θα 'ναι εδώ. Είκοσι μέρες και θα φύγει, γράφει. Πώς του 'ρθε! ξανάκανε ο Μανωλάκης.
   Ο ερχομός αυτός δεν έλεγε τίποτε στην καρδιά του παιδιού. Τι να του πει, αφού δε γνώρισε από τον πατέρα αυτόν, ούτε το χάδι που δένει δυο ψυχές, το γλυκόλογο, το συνήθιο της ανταμικής ζωής της ταιριασμένης, που κάνει τις συγγένειες. Δε γνώρισε το ελάχιστο, ούτε την έγνοια ενός ανθρώπου που στέλνει από μακριά τη λαχτάρα του. Τώρα, μ' αυτόν τον ερχομό, έβλεπε έναν ξένον άντρα που πρώτη φορά θα γνώριζε, και που θα 'μπαινε δικαιωματικά στο σπίτι τους. Θα 'φερνε όμως βέβαια και τίποτε λεφτά. Ε! Αυτό πες!
   Κι' ο Μανωλάκης ξαναγύρισε στη δουλειά του.
   Η Γαληνή απόμεινε κερωμένη στη γωνιά της. Μέσα στο νου της ζωντανεύανε πικρά - πικρά όλα τα περασμένα. Το φευγιό του Λάμπη μέσα στην καλύτερη ώρα του σπιτικού τους, η ακαρδιά του τα τέσσερα ύστερα χρόνια, η βαρεμάρα του τα πρωτήτερα. Δεν της έδειξε καμιάν αγάπη, καμιά συμπόνεση. Στράγγιξε τα νιάτα της σαν το πορτοκάλι και σαν άχρηστη ύστερα την παράτησε. Ας έκανε καλά μοναχή της. Αυτός ήθελε να τραβήξει αλλού. Κι' έφκιασε μιαν άλλη ζωή καταπώς το 'θελε. Έσβυσε απ' το νου του γυναίκα και παιδί που εμπόδιο του φέρνανε. Θα 'δινε λόγο τάχατες σε κανένα; Τώρα που του κάπνισε, της κουβαλιούνταν μ' όλο το ελεύθερο, δίχως άλλο μήνυμα, δίχως μια στάλα ντροπή. Μα με τι μούτρα έρχονταν; Είχε λοιπόν πάντα του το δικαίωμα;
   Της Γαληνής η φουντωμένη καρδιά έστειλε μιαν άγρια φλόγα στα μάτια της. Της ήρθε να σηκωθεί τούτη τη στιγμή, ν' αμπαρώσει πόρτες και παράθυρα σα σε κίντυνο εχτρού, να μην τον αφήσει να περάσει το κατώφλι της. Τι να τον κάνει αυτόν τον ξένο που της έβαλε την όχτρητα  στην καρδιά; Πώς της έσπειρε το παιδί; Μα το γούστο του κοίταξε. Κι' άλλος άντρας το ίδιο μπορούσε να κάνει. Θαρρούσε μάλιστα η Γαληνή πως το παιδί αυτό που δε ένιωσε τον ίσκιο πατέρα, πως ήτανε ολότελα δικό της. Πώς να τον αντικρίσει λοιπόν σα θα σταθεί μπροστά της; Μα τι να του πει; Πώς να του δώσει το χέρι; Τη δένει τίποτε μ' αυτόν; Θα 'ρθει να οικονομήσει τις δουλειές του και να φύγει. Το 'γραψε αμέσως ο ίδιος, μην πάει και της περάσει από το νου πως έρχονταν για να ρίξει άγκυρα στην αγκαλιά της. Είναι, βλέπεις, αλλού ριζωμένος. Θα πάει πάλι στον τόπο του, στα γλέντια του, στις γυναίκες του, στ' άλλα του τα παιδιά!
   Φουντωμένη η Γαληνή νόμιζε πως έτρωγε μπάτσους από 'δω, μπάτσους από 'κει, πως τη μούντζωναν, πως την απόσπρωχναν, πως την κλωτσοπατούσανε.
   Αχ! Δε βαστάει πια! Θα βγει στη γειτονιά να φωνάξει! Να φωνάξει την έχτρα της!
   - Όχι! Όχι! Δε θα τον μπάσω αυτόν στο σπίτι μου! Ας πάει στις γυναίκες που τον κανακέψανε, ας γυρίσει απ' όπου ήρθε, ας πάει στ' ανάθεμα!
   Έτσι ξεσηκωμένη η Γαληνή, πετάχτηκε μ' ορμή ως το σαθρωμένο μπαλκόνι της.
   Δυο γυναίκες τότε πρόβαλαν απ' αντικρινά στις πόρτες τους και τη φχήθηκαν με χαρές: Καλώς τα δέχτηκες! Να τον δεχτείς με το καλό! Με το καλό!
   Κ' η Γαληνή μαρμάρωσε στον τόπο της. 
   Ήρθε ύστερα κι' ο παπάς και της είπε:
   - Ιδού όπου οι καλοί άνθρωποι αμοίβονται, είπεν ο Κύριος. Τας καλάς και εναρέτους γυναίκας ουδέποτε εγκαταλείπει ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
   Και η Γαληνή έσκυψε το κεφάλι, φίλησε το χέρι του παπά και δέχτηκε την ευλογία του.
 
   Λίγες μέρες ύστερα, με την καρδιά σφιγμένη από μιαν ανυπόφορη ταραχή, με το στόμα πικρό, η Γαληνή περίμενε από στιγμή σε στιγμή τον ερχομό του αντρός της. Είχε σφάξει τη μοναχή κότα της που ήτανε και καρπερή, και μαγέρευε ένα καλό φαΐ για κείνον. Η ορεχτικιά μυρουδιά ξελίγωνε το λιμασμένο στομάχι της γυναίκας. Τέτοια μυρουδιά είχε χρόνια να νοιωστεί στο φτωχόσπιτο. Ύστερα δανείστηκε μια χιλιάρα κρασί, έβαλε και ζεστό ψωμί απάνω στο σοφρά.
   Η ίδια στολίστηκε όπως το συνηθάνε οι γυναίκες του τόπου της, σα γυρίζουν οι άντρες τους από μακρινό χωρισμό. Τα νυφιάτικά της, κλεισμένα στην κασέλα δεκατέσσερα ολάκερα χρόνια, κλαίανε καθώς ντένανε το στεγνό της κορμί. Με τα ψεύτικα χρυσαφικά της κρεμασμένα απάνω στα χαμένα στήθια, με τα μακριά σκουλαρίκια που της τραβούσαν κάτω τ' αφανισμένο πρόσωπο, έμοιαζε ετοιμασμένη για το ξόδι της κι' όχι στολισμένη για τον καινούριο γάμο η Γαληνή.
   Κάθε τόσο πρόβαινε σε πόρτα ή σε παράθυρο,  έβανε τη στεγνή απαλάμη αντήλιο κι' αγνάντευε στη μεγάλη στράτα. Ο Μανωλάκης  είχε πάει από την αυγή στα Γιάννενα με το ζω να περιλάβει τον πατέρα του. Και κάποια στιγμή, κοιτάζοντας πέρα η Γαληνή,  μοναχά από το Μανωλάκη κατάλαβε, πως αυτός ο μεσόκοπος, ο κοιλαράς, με τα κρεμασμένα μάγουλα και το ψαρό μουστάκι που καβαλίκευε το γαϊδούρι, ήτανε ο άντρας της.
   Ένας κλονισμός, σαν κοπανιά στα έγκατά της, την τίναξε. Αυτός ήτανε ο άντρας της! Δεν έμοιαζε ολότελα με το Λάμπη το λεβέντη που εδώ και δεκατέσσερα χρόνια ξεκινούσε για την ξενιτιά, ενώ εκείνη έχωνε με παράπονο το φρέσκο προσωπάκι της μέσα στην αγκαλιά του.
   Κι' ωστόσο, γι' αυτόν τον άλλον άντρα, τον κακοφκιασμένο και τον αδιάφορο, μαράζωσε για όλη της τη ζωή, και γι' αυτόν σήμερα στολίστηκε σα νύφη στις χαρές της.
   Ο Λάμπης, ξεκαβαλικεύοντας, την κοίταξε και κείνος ξαφνιασμένος θλιβερά. Μα όχι! Δεν ήτανε η γυναίκα του αυτή η σταφιδιασμένη γριούλα, ούτε και το σπίτι του αυτό το σαράβαλο, ούτε κι' ο γιος του του 'λεγε τίποτε. Μπορούσε κ' ένα άλλο παληκαρόπουλο να του παρουσιαστεί για παιδί του, το ίδιο του 'κανε.
   Σα δυο ξύλα ανταμώθηκαν στο χαιρέτισμα, τα χέρια του αντρός και της γυναίκας, και κανένας τους δε συλλογίστηκε το αγκάλιασμα της χαράς.
   Ύστερα, καθώς ο Μανωλάκης συγύριζε το ζω, το ζευγάρι πήρε κι' ανέβηκε αργά - αργά πάνω στο σπίτι. Κάτσανε στο μακρύ σοφά σα μουδιασμένοι μουσαφίρηδες, στίβοντας το μυαλό τους για να βρούνε κάτι να πούνε. Μα η κουβέντα σκόνταφτε ολοένα απάνω σε στενοχώριες και σ' αδιαφορίες, έτσι που στέκονταν σαν ξένοι συναμεταξύ τους. Κ' η στολισμένη γυναίκα, νιώθοντας με ντροπή τον εαυτό της σα μασκαρεμένον, παρακαλούσε μ' αγωνία κάτω από τα γιορτινά χρυσαφικά της: «Αχ! Θε μου! Ας φύγει γλήγορα, να μου σηκώνει τούτο το πλάκωμα!»
 
 Δίπλα - Μαλάμου Κλεαρέτη
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.