... Στην αφετηρία...
Το
διήγημα «Ο
γυρισμός»,
μολονότι γράφτηκε από μια ποιήτρια και
πεζογράφο της εποχής του Μεσοπολέμου,
την Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου, φέρνει
μια αύρα που θυμίζει τα ηθογραφικά
διηγήματα του Κρυστάλλη, του Χρηστοβασίλη
και του Παπαδιαμάντη, ενώ σε κάποια άλλα
σημεία θυμίζει τα δημοτικά τραγούδια
της ξενιτειάς. Αυτά, βέβαια, σ' ένα πρώτο
επίπεδο. Αν το δούμε, όμως, βαθύτερα, θα
διαπιστώσουμε τη
γυναικοκεντρική οπτική της συγγραφέως,
όπως αυτή αποτυπώνεται στις δύο κεντρικές
γυναικείες μορφές του διηγήματος, τη
Γαληνή, την εγκαταλελειμμένη από τον
ξενιτεμένο σύζυγο γυναίκα, και τη
Σμαραγδή, τη μητέρα της. Οπωσδήποτε και
οι δύο γυναίκες -υποθέτουμε από τα
συμφραζόμενα ότι ο ιστορικός χρόνος,
στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία
του διηγήματος, είναι τα τέλη του 19ου
αιώνα- είναι απόλυτα υποταγμένες στα
πλαίσια των κοινωνικών ρόλων που ορίζει
η εποχή και το περιβάλλον τους. Αποδέχονται
τη μοίρα τους και συμβιβάζονται μ' αυτή.
Ωστόσο, ακόμη και μέσα σ' αυτό το ασφυκτικά
δομημένο από τις κοινωνικές συμβάσεις
περιβάλλον και τις επιταγές της
επιβαλλόμενης ηθικής, η κεντρική ηρωίδα,
η Γαληνή, τολμά να εκφράζει τις σκέψεις
της, να αμφισβητεί, να καταριέται, να
δυσανασχετεί γι' αυτόν τον άντρα –
σύζυγο, που τής «στέρησε»,
εγκαταλείποντάς τη,
τη
ζωή, καταδικάζοντάς τη στη μοναξιά και
στον αδιάκοπο αγώνα για την επιβίωση.
Από την άλλη, στο διήγημα, καταρρίπτεται
το στερεότυπο του «αγαθού ξενιτεμένου»,
που λαχταρά κάποτε να επιστρέψει στο
σπίτι και στην οικογένειά του. Εδώ ο
ξενιτεμένος που επιστρέφει -όταν πια
έχουν σχεδόν λησμονήσει την ύπαρξή του
κι αναγκάζονται να τον δεχθούν μόνο και
μόνο για να υπηρετήσουν τις κοινωνικές
συμβάσεις της τοπικής κοινωνίας- καθόλου
συμπαθητικά δεν περιγράφεται. Η φθορά
της εικόνας του ξενιτεμένου Λάμπη, που
θυμίζει στη Γαληνή τη φθορά και της
δικής της νιότης, λειτουργεί ως επιβεβαίωση
της γενικότερης φθοράς του γάμου, του
έρωτα και των όποιων αισθημάτων υπήρχαν
ανάμεσα στο ζευγάρι. Αξίζει ν' αναφερθεί,
τέλος, ότι ακόμη και ο γιος της Γαληνής,
ο Μανωλάκης, ο οποίος «γεννήθηκε ορφανός»
μετά
το φευγιό του πατέρα του, θεωρείται από
την ηρωίδα αποκλειστικά δικό της παιδί
και τα συναισθήματα για τον πατέρα που
δε γνώρισε είναι υποτονικά και
εξαναγκαστικά επιφανειακά.
Συμπερασματικά,
η συγγραφέας, μολονότι ξεκινά και
αναπτύσσει την ιστορία της μέσα σ' ένα
τυπικά ηθογραφικό πλαίσιο, καταλήγει
σ' έναν στέρεο ρεαλισμό. Η ηρωίδα της
είναι βαθιά ψυχογραφημένη, αυτή η
αδικημένη από τον άντρα της αλλά κι από
το κοινωνικό σύνολο που την «υποχρεώνει»
να τον υποδεχτεί με όλα τα τυπικά της
υποδοχής, μια κατάσταση, βέβαια, που την
«πλακώνει» και την κάνει να ασφυκτιά.
Κι αυτά τα συναισθήματα και οι σκέψεις
της ηρωίδας είναι μια λανθάνουσα έκφραση
των φεμινιστικών αντιλήψεων της
συγγραφέως.
❈
Τα ορθά βουνά κατέβαζαν τις τραχιές πλαγιές τους ως των ανθρώπων τις φωλιές. Η πρωινή χειμωνιάτικη πάχνα είχε τυλιγμένα τα ψηλά και τα χαμηλά, τα έλατα και τα σπιτόπουλα του χωριού. Η Γαληνή, σκύβοντας ανάμεσα στις βραγιές του μικρού περβολιού της, διάλεγε με κοκκαλωμένα χέρια τα λιγοστά τα λάχανα.
Ένα γύρο, ως πάρα κάτω, ανάμεσα απ' τις θεοκοτρώνες, πρασίνιζαν φτωχά και τ' άλλα μποστάνια των χωριανών. Κι' όλα τα κηπαρέλια αυτά, αναστημένα ήτανε από των γυναικών τα χέρια. Γιατί στα χωριά τούτα της Ήπειρος, στα τραχιά Ζαγόρια, βάσταγε παλιά συνήθεια, από παππούλη σε προσπάππο, να ξενιτεύονται οι άντρες για χρόνια. Και πάγαιναν σε μέρη αλαργινά, γυρεύοντας την τύχη την καλύτερη.
Έτσι, το χωριό απόμενε με τις γυναίκες, τα παιδιά τα λιγοστά -πού οι άντρες να τα σπείρουνε;- και κανένα γεροντάκι που βαρέθηκε τις ξενιτιές.
Κάτι σα μαράζωμα θανατερό πλανιούνταν στον αέρα του χωριού, έτσι καθώς οι λιγνές γυναίκες πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους βαρετές. Τι τις βίαζε; Η χαρά τ' αντρός που θα 'ρθεί στην ώρα του να κάτσει και να γευτεί με το φαμίλιο του; Ο άντρας έλειπε. Γι' αυτό οι γυναίκες δε βιάζονταν. Κουβεντιάζανε, μαγερεύανε, γνέθανε, φαίνανε όλο ανόρεχτα, σαν κάτι φυτά που στέκονται κιτρινιάρικα χρόνια, δεν πάνε ποτές ούτε μπρος, ούτε πίσω, και σε κάνουν να λες: Σα δε ζωντανεύουν, δεν πεθαίνουν ολότελα;
Έτσι ανόρεχτα κ' η Γαληνή γνοιάζονταν σήμερα για το σπίτι της. Μα δεν ήτανε το ίδιο τον καιρό που παντρεύτηκε. Είκοσι χρονώ κοπέλα τότε κι' απάνω στις χαρές της, δεν έβανε με το νου της πως κι' ο άντρας της θα 'φευγε για τα ξένα. Τότε ο Λάμπης ό,τι είχε γυρίσει στο χωριό, απολυμένος από στρατιώτης. Είχε γυρίσει για να ιδεί τη γριά τη μάνα του και να φύγει πάλι. Θα πήγαινε κι' αυτός να δουλέψει στα ξένα. Μα τότες είδε τη Γαληνή, κοπέλα γινωμένη απάνω στα καλά της, κ' η ομορφάδα της τον ζούρλανε. Οι μέρες πέρναγαν κι' αυτός δεν είχε ξεκολλημούς απ' το χωριό. Έστειλε λοιπόν συμπεθεριό και τη γύρεψε.
Μα η μάνα της Γαληνής ήτανε καμένη απ' το δικό της το παράδειγμα. Μη δεν είχε περάσει ολάκερη ζωή μακριά απ' τον άντρα της; Γι' αυτό, μήνυσε στο γαμπρό το μεγάλο φόβο της: Σκιάζεται τις ξενιτιές. Κι' ο Λάμπης θα μισέψει με το δίχως άλλο.
Τυφλωμένος ο νέος απ' τον πόθο του, της παράγγειλε τα ενάντια: Όχι! Δε θα πάει πουθενά. Θα πιάσει δουλειά στη χώρα.
Έτσι γίνηκε ο γάμος, έτσι ο γαμπρός νοίκιασε ένα φτωχόσπιτο στα Γιάννενα, κ' έπιασε δουλειά σ' ένα φούρνο. Η νιόνυφη πέταγε στον ουρανό απ' τη χαρά της. Είχε τον άντρα της κοντά. Δεν ήτανε σαν τις άλλες γυναίκες του χωριού της, που μαραζώνουν σα χήρες οι ανέραστες. Και πεταχτή, συγύριζε το μονοκάμαρο σπιτόπουλο, μαγέρευε τραγουδώντας, κ' ύστερα περίμενε τον άντρα της ακουμπισμένη στον παραστάτη της οξώπορτας, ίδιος άγγελος ζωγραφιστός.
Τον πρώτο χρόνο, μέσα στην αγκαλιά της γυναίκας του, ο Λάμπης είχε λησμονήσει τις ξενιτιές και τα ταξίματά τους. Πέρναγε καλά, ο μιστός τούς έφτανε. Όταν όμως τη χόρτασε κι' ο πόθος του έπιασε να γίνεται μια ξανοστημένη συνήθεια, η ξενιτιά βάλθηκε να του χαμογελάει σα μάγισσα. Τότες ο Λάμπης αρχίνησε να πετάει κανένα λόγο της Γαληνής: Αμ καλά είναι και τα ξένα! Βγαίνει παράς. Αν έφευγε κι' αυτός σαν τους άλλους;
Η γυναίκα, όταν το πρωτάκουσε, απόμεινε, δεν πίστευε τ' αυτιά της. Αυτά είναι λοιπόν που της έταξε; Πώς θα την αφήσει μοναχή; Δεν τη σκοτώνει καλύτερα;
Μα ο Λάμπης τής έδινε την παρηγοριά, πως θα ξαναγυρίσει σε λίγον καιρό. Ύστερα δε θα 'ναι μοναχή της, έλεγε. Θα πάει στο χωριό, θα 'χει τη μάνα της, με λίγους μήνες θα 'χει και το μωρό τους. Έπειτα δεν έβλεπε η Γαληνή τα μεγάλα σπίτια, παλάτια σωστά, που χτίζουν στο χωριό τους όσοι προκόβουν;
O Λάμπης όμως δεν ανάφερε πως τους περισσότερους απ' αυτούς τους ξαναπαίρνει η ξενιτιά. Ούτε και τους άλλους τους απρόκοφτους ανάφερνε, που δεν είχανε μούτρα να ξαναπατήσουν ποτέ στον τόπο τους.
Κάτι παιδιά, που ήρθανε τότες απ' τη Βλαχιά στο χωριό τους και θα ματάφευγαν, τού σήκωσαν τα μυαλά ολότελα. Κι' ο Λάμπης τ' αποφάσισε να πάει μαζί τους. Ύστερα, μια μέρα, αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και τράβηξε. Η Γαληνή έκλαψε και σκοτώθηκε. Μα φοβισμένη μην πάθει τίποτε μέσα της το παιδί, κράτησε τον εαυτό της κ' είπε:
- Έτσι ήτανε το γραφτό μου κ' εμένα.
Και ξαναγύρισε στον τόπο της. Από τη μοίρα των γυναικώνε του χωριού της, δε γλίτωσε μήτε αυτή. Κλείδωσε στο σεντούκι τα σκουτιά της τα καλά, τα χρυσαφικά της, την τσίπα της την καλή. Φόρεσε ένα ντρίλινο φουστάνι, την πιο σκούρα ποδιά, κατέβασε το μαντήλι ως το ματόφρυδο και σταύρωσε τα χέρια.
Η μάνα της την κοίταξε και σκίστηκαν τα σπλάχνα της, ενός χρονού χήρα δίχως χηρειά.
- Δε φταίει άλλος, είπε η γριά Σμαραγδή, μόνε φταίμε εμείς που τους δίνουμε τις τσούπρες μας. Αχ! Αχ! Σκότωμα που 'θελε τούτο το ξερό, λέω 'γω!
Και τράνταξε με τις γροθιές το ψαρό κεφάλι της.
Στην αρχή, ο Λάμπης τράβηξε πολλά ως που να βρει δουλειά κ' έγραφε στη γυναίκα του σα μετανιωμένος. Ύστερα που στρώθηκε, έστελνε γράμματα γιομάτα ελπίδες. Έστελνε και το ταχτικό από το στέρημά του.
-Μα λίγο θα κάτσει, έλεγε, και θα 'ρθεί. Ως που να πιάσει μια στάλα μαγιά, μια φορά και πήγε εκεί πέρα. Ύστερα, θα μουντζώσει την ξενιτιά, τις πίκρες της τις πολλές, και τα λιγοστά καλά της.
Και η Γαληνή όλο έλπιζε. Μα με τον καιρό, όταν είδε πως στα γράμματα του Λάμπη δε γινόταν πια λόγος για γυρισμό, κατάλαβε την αλήθεια κ' έπεσε να πεθάνει.
Έτσι πικραμένη, απόχτησε μια νύχτα το παιδί της. Μα στο σπίτι δεν ακούστηκε καμιά φωνή χαράς, κανένα γέλιο και κανένα γλυκόλογο. Το παιδί αυτό γεννήθηκε σαν ορφανό. Ο πατέρας του όμως όταν το 'μαθε, ζουρλάθηκε από τη χαρά του, έγραψε. Ήτανε βέβαια περήφανος που ο γόνος του έτσι καλά σιγούρεψε. Έστειλε μάλιστα παραπανιστά λεφτά για το καλό χαμπέρι.
Ο παπάς έγραφε ταχτικά τα γράμματα της Γαληνής: «Ο υιός μας εν ειρήνη απολαύει παντός αγαθού».
Η Γαληνή υπαγόρευε ακόμα με τη δικιά της γλώσσα. «Το παιδί, είσαι, Λάμπη, εσύ ο ίδιος ολόφτυστος! Αχ! Λάμπη! Τι καλά που θα πορεύαμε να 'μασταν ούλοι μαζί». Μα σ' αυτό, εκείνος δεν έδινε απάντηση καμιά.
Ο παπάς που έβλεπε αυτή την όμορφη νέα να σώνεται απ' το μαράζι, της έδινε κουράγιο όσο μπορούσε. Και σ' αυτήν, και σ' όλες τις όμοια πικραμένες γυναίκες του χωριού. Μα τα παρηγορητικά τα λόγια πέρναγαν απάνω - απάνω στις ψυχές τους. Μέσα, βαθιά, στέκονταν πάντα το μαράζι το αξερρίζωτο. Κ' έτσι πονεμένες οι γυναίκες σπρώχνανε τον πληχτικό καιρό τους. Λιγόλογες, οκνές, μαζώνονταν τα καλοκαιριάτικα δειλινά σε κάθε γειτονιά, όξω στο δροσό. Κ' εκεί, δουλεύοντας τη ρόκα ή το ράψιμο, τα λέγανε συναμεταξύ τους. Όλο τα ίδια και τα ίδια, σαν τη ζωή τους τη μονότονη.
Κι' ο δειλινός ουρανός κατέβαινε ολοένα πιο χαμηλά, κ' η θαμπάδα τύλιγε τα σκυφτά κεφάλια των γυναικώνε τα πικραμένα.
Το χειμώνα πάλι, σαν τα βουνά ένα γύρο κουκούλωναν τις χιονισμένες τους κορφές στην αντάρα, κι' από ψηλά τους έπεφτε η παγωνιά κάτω στο χωριό σα σερπετό, και τα δασά τα έλατα γιόμιζαν μεγάλα χουγιατά τον αγέρα, τα σπίτια κλείνονταν. Οι γυναίκες τότε μαζώνονταν τα βράδια γύρω στη φωτιά. Μελετούσαν τους ξενιτεμένους, κουβέντιαζαν για την κακοτυχιά τους, λέγανε για φαντάσματα και για ληστές. Για τους ληστές με τα μεγάλα γένεια που, περασμένα χρόνια, πέφτανε και ρημάζανε τα χωριά, έρημα από άντρες γερούς. Όξω τώρα το βουνίσιο σκοτάδι έζωνε τα σπιτάκια με φοβέρες, ο αγέρας ούρλιαζε σα ζωντανός, και τα παιδάκια στριμώχνονταν στην αγκαλιά της μάνας της έρημης. Οι προεστοί τις κοιτάζανε με συμπόνια.
Έτσι ο καιρός περνούσε, τα χρόνια φεύγανε. Το παιδί της Γαληνής μεγάλωνε και πήγαινε τώρα σκολειό. Μα μεγαλώνοντας, ο Μανωλάκης είχε το έξοδό του όλο και περισσότερο. Κι' ό,τι έστελνε ο πατέρας του ήτανε πάντα τόσο στερεμένο! Γι' αυτό κ' η Γαληνή σκοτώνονταν στη δουλειά. Παράδινε το σπίτι στη μάνα της, που είχε παραγεράσει πια, κι' αυτή έβγαινε όξω να δουλέψει: Να σκάψει το χωραφάκι τους, να σκαλίσει το κηπαρέλι. Αυτά τα περιορισμένα κομμάτια της γης ήτανε ωστόσο η ακριβή τους περιουσία. Περιουσία που πότε τους έδινε, πότε δεν τους έδινε κ' εκείνο το μετρημένο ψωμί.
Έτσι η ζωή της Γαληνής, γιομάτη κόπους και βαριά από έγνοια, περιορίστηκε ανάμεσα από το σπίτι κι' από το χωράφι της. Ως τ' αυτιά της φτάνανε σαν αχολογή από κάποια αόρατη θάλασσα, τα χαμπέρια από τη ζωή στους ξένους τόπους, τα σούσουρα από τα μεγάλα πανηγύρια ολόγυρα στα χωριά, όπου αυτή, σα να 'τανε χήρα, δεν πάταγε.
Είχε το ελάχιστο τη μάνα της συντροφιά. Κ' ήξερε πως γυρίζοντας σπίτι, αυτή και το παιδί, θα βρούνε μια ξαπόσταση από δαύτη, κ' έτοιμο κάτι να γευτούνε.
Όμως ένα δειλινό, ηύρανε τη γριά Σμαραγδή πεσμένη κατάχαμα στο πάτωμα. Τρομαγμένη η Γαληνή, έσκυψε, την κούνησε, της μίλησε. Μα η κυρούλα είχε αναποδογυρισμένα τ' άφεγγα μάτια και δε μιλούσε. Τότε του Μανωλάκη τ' αυτιά τα ξέσκισαν τα στριγγά ξεφωνητά της μάνας του, έτσι καθώς την είδε να σωριάζεται απάνω στο λείψανο.
Η πολύχρονη θλίψη που είχε καταροκανίσει τη νέα καρδιά της γυναίκας, ξέσπασε σε θρήνο μεγάλο. Και μέσα στην απύθμενη απελπισιά που την τρέλαινε, πόθησε μια στιγμή να πεθάνει κι αυτή.
Η νεκρή, καθώς άκουε ασάλευτη τα κλάμματα, θαρρούσες πως αναμετρούσε πικρά όλη τη ζωή της· από τη θλιβερή της αρχή, ίσαμε το παραπονεμένο της ξέβγαλμα.
Ύστερα, σαν έμεινε μοναχή με το παιδί της, η Γαληνή ένιωσε διπλή την ερημιά της. Η γριά η μάνα έπιανε μεγάλο τόπο μέσα στο σπίτι κ' ήτανε σαν ίσκιος και σα ζεστασιά. Ήτανε σαν το παλιό το κούτσουρο που βαστάει τη φωτιά μέρες και νύχτες.
Κοντά στην καινούρια λύπη της Γαληνής, έπεσε κι' άλλη παραπανιστή στενοχώρια, με την αδιαφορία του Λάμπη που όλο και περίσσευε. Αγάλια αγάλια κατάντησε να μη θυμάται τους δικούς του, παρά κατά τις μέρες τις καλές. Το ρέστο τον καιρό, ούτε που γνοιάζονταν πώς τα καταφέρνουν και ζούνε. Το αποτράβηγμά του ήτανε τώρα ολοφάνερο και τα μαντάτα του φτάσανε κάποτε στο χωριό. Ο Λάμπης ήτανε καλά και περίκαλα, λέγανε οι χωριανοί. Ο Λάμπης γλεντάει σαν κανένας τους. Έχει δυο τρία παιδιά με μια Ρουμάνα και τον τρώνε όλοι τους ως το κόκκαλο. Μα κακοφανισμένος δε βρίσκεται, καλά περνάει.
Όλα αυτά πήγανε και στ' αυτιά της Γαληνής. Έρημη, βουτηγμένη στη φτώχεια και στην κακομοιριά, ένιωσε την καρδιά της να βράζει σαν καζάνι. Η όχτρητα που λούφαζε μέσα της, ηύρε την ώρα να φανερωθεί. Όλο το είναι της γυναίκας ορθώθηκε ενάντια στον άντρα αυτόν που τη δυστύχησε με τόσο αλαφρή καρδιά, και λόγο του ζητούσε τώρα. Δεν ήτανε αληθινά ο χαλαστής της; Αν δεν την έπαιρνε αυτός, κάποιος άλλος θα την έπαιρνε και καλύτερα ίσως θα βρίσκονταν σήμερα.
Όταν ήτανε ακόμα όμορφη η Γαληνή κ' οι άντρες την καλοκοίταζαν, ρωτιούνταν αθέλητα, με παράπονο, γιατί αυτή έπρεπε να στέκει πιστή στον αόρατον άντρα που την παράτησε;
Χωρίς βοήθεια και χωρίς παρηγοριά από κανένα, δέρνονταν χρόνια τώρα μοναχή της, μοναχή της πάλευε κάθε μέρα με την ανέχεια. Όμως όλα τα υπόμενε για το παιδί.
Ο Μανωλάκης ήτανε τώρα δέκα χρονώ και μάθαινε τέχνη στο παπουτσίδικο του χωριού. Τα λιγοστά λεφτά που έπαιρνε το Σαββατόβραδο, τα παράδινε με καμάρι στη μάνα του. Μα τι να τους κάνουν κι' αυτά; Τα ρούχα λιώσανε, τα σκεπάσματα φτενέψανε, το σπίτι με το ξυλένιο μπαλκονάκι του σαραβάλιασε, τα ράφια μένανε συχνά αδειανά από ψωμί. Έτσι ο Μανωλάκης έμαθε να κλέβει τα ξένα φρούτα, γιατί γνώρισε την πείνα που θολώνει το μάτι. Γνώρισε και τη συμπόνια του κόσμου που όσο κι' αν είναι ευγενικιά, στραπατσέρνει τόσο χεροπιαστά εκείνο το άπιαστο πράμα που το λένε ψυχή. Και το παιδί, μέσα στην τρυφερή του καρδιά, κάποιον καταδίκαζε για το τωρινό τους κατάντημα. Καταδίκαζε και δε μιλούσε.
Η μάνα του πια, τριάντα δυο χρονώ γυναίκα, όμως στεγνή και σταφιδιασμένη σαν πολυκαιρινή γριούλα, ούτε κουβέντα δεν έκανε κ' εκείνη για τον άντρα της. Κι' αν ο Λάμπης έστελνε καμιά φορά κανένα γράμμα, δεν το 'στελνε για τους δικούς του. Έγραφε μοναχά για να πει και να ρωτήσει πώς θα μπορούσε να πουλήσει εκείνο το πατρικό του το παλιόσπιτο, που βρίσκονταν μες στην πλατεία. Να το ξεκάνει δίχως να ξοδευτεί για να 'ρθει.
Η Γαληνή απαντούσε περιορισμένα, ξερά. Αν κάποτε ξεγελιούνταν ο Λάμπης κ' έστελνε τίποτε λεφτά, τα λεφτά χουφτώνονταν σαν σωτηρία. Το γράμμα ούτε λογαριάζονταν πια. Όμως κι' αυτό σε λίγο έλειψε ολότελα. Για τέσσερα χρόνια ύστερα, ο Λάμπης δεν ακούστηκε.
Οι γυναίκες αγνάντεψαν από μακριά, στη δημοσιά, τον ταχυδρόμο να 'ρχεται απ' τη χώρα. Ο βδομαδιάτικος ερχομός του ήτανε σα μια μικρή γιορτή μέσα στην καθημερινή μονοτονία τους.
Έμπαινε τώρα ο Στυλιανός στο χωριό, με την πετσένια σάκκα του κρεμασμένη επάνω στο στομάχι.
Κάμποσες γυναίκες που είχανε τα σπίτια τους κοντά στη δημοσιά, αψηφώντας το κρύο, πρόβαλαν στο φρύδι του δρόμου και τον περίμεναν με ρωτήματα: Έχω τίποτε, Στυλιανέ; Τι μου φέρνεις;
Άλλες σαν το μάθανε, παράτησαν στη μέση κάθε δουλειά, άρπαξαν τη στάμνα και τρέξανε στην πλατεία. Εκεί θα 'τανε το σταμάτημα του ταχυδρόμου.
Βαστούσε ο Στυλιανός μέσα στην τσάντα του για μοιρασιά, μικρές και μεγάλες στενοχώριες, μικρές και μεγάλες χαρές, φερμένες από κοντινά κι' από αλαργινά μέρη. Πρώτα έδωσε στον πρόεδρο της κοινότητας ένα γράμμα από τα Γιάννινα. Ο πρόεδρος, που έπινε ξέγνοιαστος τον καφέ του μέσα στο μαγαζί, πολύ στενοχωρήθηκε. Ήξερε τι του γράφανε, το ήξερε. Του γυρεύανε πίσω κάτι δανεικά.
Τριγυρισμένος ο Στυλιανός απ' τις γυναίκες, έβγαζε ένα ένα τα γράμματα. Εκείνη την ώρα, καταλαβαίνοντας τον εαυτό του σα μια μοίρα, φώναζε επίσημα τα ονόματα:
- Κατίνα Στίφνου!
«Καλώς τα δέχτηκες!» γύρισαν και τη φχήθηκαν οι γυναίκες. Η Κατίνα, μια ζαρωμένη γριούλα, δεν πίστευε την ευχάριστη αξαφνιά. Είχε γράμμα;! Γράμμα από το γιο της! Μήνες τώρα το περίμενε από την Αμερική. Δόξα να 'χει ο Ύψιστος!
Και με τρεμουλιαστό χέρι, η γριούλα σταυροκοπήθηκε.
- Πανωραία Γεμιτζή!
Μια ολόδροση κοπέλα που στέκονταν λίγο παράμερα, με κοκκινάδες χαρούμενης ντροπής στο πρόσωπο το λαμπερό, άπλωσε το χέρι. Ήτανε τ' αρρεβωνιαστικού.
Η Μαρία του Καλαντώνη έκανε λίγα πατήματα μπροστά, ρωτώντας περίλυπη, όπως κάθε φορά που έρχονταν ταχυδρομείο: «Εγώ; Εγώ; Δεν έχω εγώ ούτε σήμερα;»
- Γαληνή Αλεπουδέλη!
Όλες οι γυναίκες ζωηρέψανε. Η Γαληνή! Έχει γράμμα η Γαληνή; Σα να λέγανε: Πώς! Αυτή τη λησμονημένη βρέθηκε άνθρωπος και τη θυμήθηκε; Μπα! Από πού; Από πού; ρωτούσανε.
- Από τη Βλαχία, είπε ο ταχυδρόμος.
- Να της το πάμε, είπε μια γυναίκα.
- Όχι, να το πάρει η ίδια.
- Να της το πούμε λοιπόν! πετάχτηκε η Πανωραία, κ' έτρεξε κατά το σπίτι της Γαληνής. Από κοντά κι' όσα παιδάκια τύχανε εκεί. Δε μπορεί, κάτι καλό θα της γράφουν, συλλογίζονταν η κοπέλα, που μέσα στη χαρά της ήθελε κι' άλλοι να 'ναι ευχαριστημένοι σήμερα.
Τη στιγμή εκείνη, γύριζε κ' η Γαληνή από το περβολάκι, κρατώντας μέσα στην ποδιά της τα λάχανα που διάλεξε. Άκουσε ξαφνιασμένη το χαμπέρι και πήγε για το γράμμα. Ναι! Το γνώριζε τ' απανόγραμμα. Ήτανε από χέρι του αντρός της. Γύρισε σπίτι και τ' απίθωσε κάπου ως που να 'ρθει ο Μανωλάκης, που ήξερε γράμματα, να το διαβάσει. Εκείνος, σαν το 'μαθε, έφυγε τρεχάτος απ' το μαγαζί, και πετάχτηκε σπίτι πιο περίεργος από τη μάνα του. Τι να 'τρεχε; Τι να 'τρεχε; Άρπαξε το φάκελο, τον κουρέλιασε, κόντεψε να ξεσκίσει το γράμμα από τη βία, κι' αρχίνησε να διαβάζει.
Λίγα τα λόγια του. Μα ό,τι λέγανε ήτανε τόσο απάντεχο! Απάντεχο δεν ήτανε να γυρίσει ο Λάμπης στον τόπο του, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια ξενιτιά κι' αδιαφορία;
- Άκου, μωρέ, έρχεται! έκανε ο Μανωλάκης ξαφνιασμένος.
Η μάνα του, κερωμένη, δε μίλαγε. Μοναχά το κάτω αχείλι της τρεμούλιαζε σιγανά.
Πήγε κι' έκατσε πλάι στη γωνιά, κ' έτριβε, έτριβε νευρικά τα ροζιασμένα χέρια της, τόνα μες στ' άλλο. Το κρύο που την έδερνε δεν έρχονταν απόξω, έρχονταν ολόισα από μέσα της. Καταλάβαινε η Γαληνή γιατί αποφάσισε ο άντρας της να γυρίσει. Δεν τον ξεσήκωσε βέβαια ο καημός να ιδεί τους δικούς του, τους λησμονημένους. Έρχονταν για να ξεκάνει εκείνο το χτήμα του, να οικονομήσει τις δουλειές του. Να! Γι' αυτό.
- Λέει πότε έρχεται; ρώτησε με σβυσμένη φωνή.
- Την άλλη βδομάδα θα 'ναι εδώ. Είκοσι μέρες και θα φύγει, γράφει. Πώς του 'ρθε! ξανάκανε ο Μανωλάκης.
Ο ερχομός αυτός δεν έλεγε τίποτε στην καρδιά του παιδιού. Τι να του πει, αφού δε γνώρισε από τον πατέρα αυτόν, ούτε το χάδι που δένει δυο ψυχές, το γλυκόλογο, το συνήθιο της ανταμικής ζωής της ταιριασμένης, που κάνει τις συγγένειες. Δε γνώρισε το ελάχιστο, ούτε την έγνοια ενός ανθρώπου που στέλνει από μακριά τη λαχτάρα του. Τώρα, μ' αυτόν τον ερχομό, έβλεπε έναν ξένον άντρα που πρώτη φορά θα γνώριζε, και που θα 'μπαινε δικαιωματικά στο σπίτι τους. Θα 'φερνε όμως βέβαια και τίποτε λεφτά. Ε! Αυτό πες!
Κι' ο Μανωλάκης ξαναγύρισε στη δουλειά του.
Η Γαληνή απόμεινε κερωμένη στη γωνιά της. Μέσα στο νου της ζωντανεύανε πικρά - πικρά όλα τα περασμένα. Το φευγιό του Λάμπη μέσα στην καλύτερη ώρα του σπιτικού τους, η ακαρδιά του τα τέσσερα ύστερα χρόνια, η βαρεμάρα του τα πρωτήτερα. Δεν της έδειξε καμιάν αγάπη, καμιά συμπόνεση. Στράγγιξε τα νιάτα της σαν το πορτοκάλι και σαν άχρηστη ύστερα την παράτησε. Ας έκανε καλά μοναχή της. Αυτός ήθελε να τραβήξει αλλού. Κι' έφκιασε μιαν άλλη ζωή καταπώς το 'θελε. Έσβυσε απ' το νου του γυναίκα και παιδί που εμπόδιο του φέρνανε. Θα 'δινε λόγο τάχατες σε κανένα; Τώρα που του κάπνισε, της κουβαλιούνταν μ' όλο το ελεύθερο, δίχως άλλο μήνυμα, δίχως μια στάλα ντροπή. Μα με τι μούτρα έρχονταν; Είχε λοιπόν πάντα του το δικαίωμα;
Της Γαληνής η φουντωμένη καρδιά έστειλε μιαν άγρια φλόγα στα μάτια της. Της ήρθε να σηκωθεί τούτη τη στιγμή, ν' αμπαρώσει πόρτες και παράθυρα σα σε κίντυνο εχτρού, να μην τον αφήσει να περάσει το κατώφλι της. Τι να τον κάνει αυτόν τον ξένο που της έβαλε την όχτρητα στην καρδιά; Πώς της έσπειρε το παιδί; Μα το γούστο του κοίταξε. Κι' άλλος άντρας το ίδιο μπορούσε να κάνει. Θαρρούσε μάλιστα η Γαληνή πως το παιδί αυτό που δε ένιωσε τον ίσκιο πατέρα, πως ήτανε ολότελα δικό της. Πώς να τον αντικρίσει λοιπόν σα θα σταθεί μπροστά της; Μα τι να του πει; Πώς να του δώσει το χέρι; Τη δένει τίποτε μ' αυτόν; Θα 'ρθει να οικονομήσει τις δουλειές του και να φύγει. Το 'γραψε αμέσως ο ίδιος, μην πάει και της περάσει από το νου πως έρχονταν για να ρίξει άγκυρα στην αγκαλιά της. Είναι, βλέπεις, αλλού ριζωμένος. Θα πάει πάλι στον τόπο του, στα γλέντια του, στις γυναίκες του, στ' άλλα του τα παιδιά!
Φουντωμένη η Γαληνή νόμιζε πως έτρωγε μπάτσους από 'δω, μπάτσους από 'κει, πως τη μούντζωναν, πως την απόσπρωχναν, πως την κλωτσοπατούσανε.
Αχ! Δε βαστάει πια! Θα βγει στη γειτονιά να φωνάξει! Να φωνάξει την έχτρα της!
- Όχι! Όχι! Δε θα τον μπάσω αυτόν στο σπίτι μου! Ας πάει στις γυναίκες που τον κανακέψανε, ας γυρίσει απ' όπου ήρθε, ας πάει στ' ανάθεμα!
Έτσι ξεσηκωμένη η Γαληνή, πετάχτηκε μ' ορμή ως το σαθρωμένο μπαλκόνι της.
Δυο γυναίκες τότε πρόβαλαν απ' αντικρινά στις πόρτες τους και τη φχήθηκαν με χαρές: Καλώς τα δέχτηκες! Να τον δεχτείς με το καλό! Με το καλό!
Κ' η Γαληνή μαρμάρωσε στον τόπο της.
Ήρθε ύστερα κι' ο παπάς και της είπε:
- Ιδού όπου οι καλοί άνθρωποι αμοίβονται, είπεν ο Κύριος. Τας καλάς και εναρέτους γυναίκας ουδέποτε εγκαταλείπει ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Και η Γαληνή έσκυψε το κεφάλι, φίλησε το χέρι του παπά και δέχτηκε την ευλογία του.
Λίγες μέρες ύστερα, με την καρδιά σφιγμένη από μιαν ανυπόφορη ταραχή, με το στόμα πικρό, η Γαληνή περίμενε από στιγμή σε στιγμή τον ερχομό του αντρός της. Είχε σφάξει τη μοναχή κότα της που ήτανε και καρπερή, και μαγέρευε ένα καλό φαΐ για κείνον. Η ορεχτικιά μυρουδιά ξελίγωνε το λιμασμένο στομάχι της γυναίκας. Τέτοια μυρουδιά είχε χρόνια να νοιωστεί στο φτωχόσπιτο. Ύστερα δανείστηκε μια χιλιάρα κρασί, έβαλε και ζεστό ψωμί απάνω στο σοφρά.
Η ίδια στολίστηκε όπως το συνηθάνε οι γυναίκες του τόπου της, σα γυρίζουν οι άντρες τους από μακρινό χωρισμό. Τα νυφιάτικά της, κλεισμένα στην κασέλα δεκατέσσερα ολάκερα χρόνια, κλαίανε καθώς ντένανε το στεγνό της κορμί. Με τα ψεύτικα χρυσαφικά της κρεμασμένα απάνω στα χαμένα στήθια, με τα μακριά σκουλαρίκια που της τραβούσαν κάτω τ' αφανισμένο πρόσωπο, έμοιαζε ετοιμασμένη για το ξόδι της κι' όχι στολισμένη για τον καινούριο γάμο η Γαληνή.
Κάθε τόσο πρόβαινε σε πόρτα ή σε παράθυρο, έβανε τη στεγνή απαλάμη αντήλιο κι' αγνάντευε στη μεγάλη στράτα. Ο Μανωλάκης είχε πάει από την αυγή στα Γιάννενα με το ζω να περιλάβει τον πατέρα του. Και κάποια στιγμή, κοιτάζοντας πέρα η Γαληνή, μοναχά από το Μανωλάκη κατάλαβε, πως αυτός ο μεσόκοπος, ο κοιλαράς, με τα κρεμασμένα μάγουλα και το ψαρό μουστάκι που καβαλίκευε το γαϊδούρι, ήτανε ο άντρας της.
Ένας κλονισμός, σαν κοπανιά στα έγκατά της, την τίναξε. Αυτός ήτανε ο άντρας της! Δεν έμοιαζε ολότελα με το Λάμπη το λεβέντη που εδώ και δεκατέσσερα χρόνια ξεκινούσε για την ξενιτιά, ενώ εκείνη έχωνε με παράπονο το φρέσκο προσωπάκι της μέσα στην αγκαλιά του.
Κι' ωστόσο, γι' αυτόν τον άλλον άντρα, τον κακοφκιασμένο και τον αδιάφορο, μαράζωσε για όλη της τη ζωή, και γι' αυτόν σήμερα στολίστηκε σα νύφη στις χαρές της.
Ο Λάμπης, ξεκαβαλικεύοντας, την κοίταξε και κείνος ξαφνιασμένος θλιβερά. Μα όχι! Δεν ήτανε η γυναίκα του αυτή η σταφιδιασμένη γριούλα, ούτε και το σπίτι του αυτό το σαράβαλο, ούτε κι' ο γιος του του 'λεγε τίποτε. Μπορούσε κ' ένα άλλο παληκαρόπουλο να του παρουσιαστεί για παιδί του, το ίδιο του 'κανε.
Σα δυο ξύλα ανταμώθηκαν στο χαιρέτισμα, τα χέρια του αντρός και της γυναίκας, και κανένας τους δε συλλογίστηκε το αγκάλιασμα της χαράς.
Ύστερα, καθώς ο Μανωλάκης συγύριζε το ζω, το ζευγάρι πήρε κι' ανέβηκε αργά - αργά πάνω στο σπίτι. Κάτσανε στο μακρύ σοφά σα μουδιασμένοι μουσαφίρηδες, στίβοντας το μυαλό τους για να βρούνε κάτι να πούνε. Μα η κουβέντα σκόνταφτε ολοένα απάνω σε στενοχώριες και σ' αδιαφορίες, έτσι που στέκονταν σαν ξένοι συναμεταξύ τους. Κ' η στολισμένη γυναίκα, νιώθοντας με ντροπή τον εαυτό της σα μασκαρεμένον, παρακαλούσε μ' αγωνία κάτω από τα γιορτινά χρυσαφικά της: «Αχ! Θε μου! Ας φύγει γλήγορα, να μου σηκώνει τούτο το πλάκωμα!»
Δίπλα - Μαλάμου Κλεαρέτη
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.