Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

Ο ΠΕΙΡΑΤΗΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΒΟΥΣΗΣ

  
   Ένας δεν ήτανε να καβαντζάρει την Καλή Άκρια και να μη ρίξει τα μάτια του πέρα, ψηλά στη ρίζα του κάστρου, που ξεχώριζε κάτασπρο μεσ' τις πρασινάδες, το σπίτι του Νταλαμάγκα. «Τα Νταλαμαγκέικα!» φώναζαν χαρούμενοι οι Ασπροθαλασσίτες και οι μούτσοι λέγανε: «Άιντε να μας ζήσεις καπτάν Γιάννη, πότε θα πιάσουμε πάλι στο Πόρτο Σικό να σου φιλήσουμε το χέρι!»
   Το σπίτι του καπτάν Γιάννη του Νταλαμάγκα, πρώτου καραβοκύρη του νησιού, ατράνταχτα χτισμένο απάνω σε δύο ζουνάρια καισάρι, το τριγύριζαν οι λεμονιές και οι πορτοκαλιές και βαριές κληματαριές σκέπαζαν τη μαρμαρένια αυλή του με τις αλτάνες γύρω, πνιγμένες στο λουλούδι. Τρεις πήχες ψηλά η φιγούρα του παλιού του καραβιού στεκότανε από πάνω στη μεγάλη πόρτα, με το σπαθί στο χέρι σαν βάρδια στα μπεντένια, και από κάτω αληθινός φύλακας, ξαπλωμένος στην πέτρινη τη σκάλα, ο Αράπης, δεν κούναγε την ουρά του σ' άλλον απ' την κυρά του, την καπτάν Γιάννενα, που κάθε φορά περνώντας του 'λεγε με τη γλυκιά και συρτή φωνή της: «Μπρε, τι κάνει ο Αράπης μας! Μπρε, τι κάνει το καλό σκυλί μας!» και τον χάιδευε στο κεφάλι! Η καπτάν Γιάννενα, η κυρά Μαντίνα, αρχοντοπούλα Τσεσμελήτισσα, ήταν όμορφη σαν την Παναγία  και χαλούσ' ο κόσμος σαν έβαζε το σμυρνέικο να πάει στην εκκλησιά. Ευγενικιά και καταδεχτική, είχε πάρει την ψυχή όλων των γυναικών στο νησί. Όλο «κοκώνα μου και κοκώνα μου» το πηγαίνανε, τη βάζανε στη μέση και με τα τραγούδια τη φέρνανε στο σπίτι της. Ο κάπταν Γιάννης, ένας ανδρούκλαρος ίσαμ' εκεί πάνω, είχε βαρύνει πια, τον είχαν πειράξει τα πόδια του και δεν του 'παιρνες πολλές κουβέντες· μα ήτανε κ' αυτός καλός άνθρωπος. Στον καιρό του, ξακουστός, κυνήγαγε τους Μπαρμπαρέσους ίσαμε μέσα στη Γκουλέτα και στο Σφαξ, να ξεσκλαβώσει τους χριστιανούς και μόνος αυτός πήγαινε άφοβα να φορτώσει  φέσια στο Τούνεζι για τους ραγιάδες, κι' οι Αμπελακιώτες, οι Θεσσαλοί μόνο σ' αυτόν δίναν σίγουροι τα νήματα για το Τριέστι. Οι Τούρκοι βάλανε το δραγουμάνο του ντοναμά να του πει: «Ο σερασκέρης της Άσπρης και Μαύρης Θάλασσας σε θέλει για μπας-ρεΐς στην καπιτάνα». Του λέγανε και στο νησί: «Άιντε καπτάν Γιάννη, να 'χουμε κι' εμείς έν' αποκούμπι». Μα ο Νταλαμάγκας αγρίεψε: «Δεν πάω με τσι Τούρκοι!» Και στο γινάτι πάει και παίρνει γυναίκα τη Μαντίνα απ' τον Τσεσμέ, απ' τους Παπαζογλαίους, που 'σαν αντάρτες και πολεμούσαν κοντά στον Μποναπάρτε στο Μισίρι.
   Ταξίδι στο ταξίδι, το 'να καράβι γίνηκε τρία κι' ο Νταλαμάγκας μεγάλος και τρανός. Όταν με τη βοήθεια του Θεού ήρθε το εικοσιένα, έδωσε τρία πιθάρια κολονάτα για την αρμάτα· όλα θα τα 'δινε, αν δεν είχε το κορίτσι. Έδωσε και τα καράβια και το παιδί του. Θα πήγαινε κι' ο ίδιος μα η ποδάγρα τον είχε δεμένο. Μια ώρα ήθελε να πάει στην Καντσελλαρία, που 'τανε δημογέροντας, και τον βαστούσε μπράτσο κι' ο γραμματικός και κοντά το παλικάρι με το σκαμνί. Πήγαινε όμως, γιατί χωρίς τη γνώμη του δεν γινότανε τίποτε και το λεφούσι φώναζ' από κάτω: «Το 'πε ο καπτάν Γιάννης; Να 'βγει να μας το πει ο ίδιος!» Ο γιος του ο Αχιλλέας έμοιαζε της μάνας του, ασίκης και ντελικάτος, μα στον πόλεμο ήτανε ο ίδιος ο πατέρας του. Τι καρδιοχτύπια είχε περάσει γι' αυτόν η μάνα του όταν τον πήρανε στην Πόλη σεφερλή (1) και τι κλάματα σαν άκουγε τους μούτσους που μπαρκάρανε για τον Ταρσανά να τραγουδάνε:
   Κλάψε με, καϋμένη μάνα,
   Ήρθαν να με πάρουνε
   Στα καράβια του Σουλτάνου, 
   Σκλάβο να με βάλουνε.
   Τώρα πάλι ήταν σε πόλεμο· μα δόξα σοι ο Θεός από κάτω απ' τη σημαία του σταυρού. Γεννηθήτω το θέλημα του Κυρίου! Είχανε καιρούς να τον δούνε. Τους έμενε παρηγοριά η Χρυσώ, το καλό κορίτσι. Με τα γέλια του και με τα χάδια του, γέμιζε χαρά το σπίτι. Πιο όμορφη  κι' απ' τη μάνα της ακόμη, σα σκορπούσε τα χρυσά μαλλιά της, κρεμούσαν έως τον ποδαστράγαλο. Λαιμά και μπράτσα ήτανε σαν το γάλα και τριανταφυλλένια τα μάγουλά της και τα μάτια της γεμάτα γλύκα. Η μάνα της πέθαινε για δαύτη· δεκαοχτώ χρονών κορίτσι και το νανούριζε στην αγκαλιά της σα μωρό παιδί.
   Το σπίτι του Νταλαμάγκα ήταν ανοιχτό. Καλοί και κακοί ερχόνταν να πουν τον πόνο τους·  ο καπτάν Γιάννης δεν απόδιωχνε κανέναν. Τώρα κάμποσο καιρό είχε στο κεφάλι του τον καπτάν Γεωργίτση τον Μπαρρούς με τον αδελφό του. Αν ήτανε ο Αχιλλέας παρών, θα τους έβγαζ' όξω. Πολλές φορές το εκτελεστικό είχε γράψει για δαύτους στο νησί: «Μαζεύτε  τους Μπαρρούς! Μάθαμε πως χτυπάνε τους χριστιανούς». Ήτανε Ντουλτσινιώτες, καταγωγής φυσικοί μπαντίδοι. Αρχίζοντας το εικοσιένα ο καπτάν Γεωργίτσης είχε μια σκούνα, καλή και γρήγορη. Παρουσιάστηκε λοιπόν στη διοίκηση και είπε: «Ο πατέρας μας ήτανε με τον Μητρομάρα κι' εμείς κάναμε με τις φούστες και ξέρουμε τη δουλειά. Δώστε μας μία ορδινία για κούρσα και θα δείτε τι έχουμε να κάμουμε των Αγαρηνώνε!» Βγήκαν λοιπόν κουρσάροι, δυο μερδικά αυτοί κι' ένα το γκουβέρνο απ' τις πρέζες. Μα χτυπούσαν αδιάκριτα την τουρκική μπαντιέρα χωρίς να κοιτάνε, Τούρκοι είναι μέσα ή Ρωμιοί. Χτυπούσαν και τα φράγκικα. Για καιρό δεν τους είχαν πάρει χαμπάρι. «Ο λύκος  στην ανεμοζάλη χαίρεται». Αλλά τους ήρθε και μια ανάζερβη και τους έπιασε στο καβο - Σίγρι ο ναύαρχος  των Ψαριανών καπτάν Αποστόλης. «Βρε κερατάδες», τους λέει, «πού τους πάτε αυτουνούς; Αυτ' είναι χριστιανοί. Ή καμώνεστε πως δεν καταλαβαίνετε. Μπας και γυρεύετε να σας βουλιάξω; Άιντε να μου χαθείτε από μπρος μου». Και έδωσε διαταγή και κόψαν το ρυμούλκι κι' έμεινε λεύτερο το χριστιανικό καράβι. Έγραψ' αμέσως ο ναύαρχος στο νησί τους, αλλά οι Μπαρρούς τα καταφέρανε και τα μπαλώσανε. Τώρα όμως τέλος - τέλος είχανε κάνει, φαίνεται, μεγάλη βρωμοδουλειά. Τους λέγανε πως είχανε βουλιάξει ένα ολλαντέζικο αφού το γδύσανε και σκοτώσανε κι' όλους τους ανθρώπους. Οι ξένοι ναύαρχοι στείλανε μαντάτο, κι' όταν του λόγου τους γυρίσανε φρέσκοι - φρέσκοι στο λιμάνι, η Καντσελλαρία τους έπιασε να τους εξετάσει.
   - Όχι, δεν είμαστε 'μεις. 
   - Όχι, σεις είσαστε!
   Δεν υπήρχανε όμως και μαρτυρίες. Η Καντσελλαρία μ' όλο τούτο τους πήρε την ορδινίαν της κούρσας πίσω, τους κράτησε τα χαρτιά τους και δεν τους άφηνε να ξεμυτίσουν απ' το λιμάνι. Έγραψε και στην αρμάτα να φροντίσει να μάθει το τι και το πώς για το ολλαντέζικο. Να τους έχουνε μπλόκο, δεν τους άρεσε των μπαντίδων και μουρμουρίζανε που ο καπτάν Γεωργίτσης δεν τους τρύπωσε στη Γραμβούσα. Να μπορούσε τώρα, να ξεγελάσει το ελάχιστο τους προεστούς να του δώσουν άδεια να βγει στο καρενάγιο να μερεμετίσει και να παλαμίσει τάχατε; Από κει τη νύχτα τούς έφευγε μια χαρά. Γι' αυτό λοιπόν πήγαινε κ' ερχότανε με τον αδελφό του στου Νταλαμάγκα. Του 'λεγαν και του 'λεγαν, του 'χαν πιπιλίσει το μυαλό: «Στο χέρι σου είναι καπτάν Γιάννη!» «Ένας ψήφος είμαι», έλεγε ο Νταλαμάγκας, «μα θα σας φροντίσω τέλος πάντων· κάντε υπομονή. Αφού είσαστε παστρικοί, περιμένετε τα χαρτιά απ' την αρμάτα να πάτε δουλειά σας με το καλό». Κείνοι το χαβά τους, τα ίδια και τα ίδια, να βγουν στο καρενάγιο! Έτσι κι' ο καπτάν Γιάννης τούς άκουγε βερεσέ και, κρίκι - κρίκι, παιδευότανε να φιάνει ένα μοντέλο τσερνικιού. που 'χε μπροστά του στο τραπέζι για να περνάει τον καιρό του που δε μπορούσε να περπατάει. Κανένας δεν τους χώνευε στου Νταλαμάγκα. Του Αράπη ένα δάχτυλο σηκωνότανε η τρίχα, όταν τους έβλεπε, κ' ήθελε να χιμήσει να τους ξεσχίσει. Της ψυχοπαίδας, της Βασίλως, εδώ τής κάθουνταν, στο στομάχι, που τής κουβαλούσαν τη λάσπη από το δρόμο· και της Μαντίνας κοβότανε το αίμα σα γύριζε και τους έβλεπε με το σκουλαρίκι στ' αυτί και τα σκυλόψαρα και τις γοργόνες μπαρουτοκεντημένες στα μπράτσα. Μια μέρα του 'πε τ' ανδρός της την ιδέα της.
   - Εμένα θα μου τούς πεις, τους στραβοσουγιάδες, είπε ο καπτάν Γιάννης κι' άφησε το σιδεράκι που λιμάριζε για το μοντέλο. Εμένα θα μου τούς πεις; Κλέφτες και μπαντίδοι και άπιστα σκυλιά!
   - Αμ' τότε, τι τους μπάζεις στο σπίτι μας, χριστιανέ μου;
   - Τι θέλεις να τους κάμω, να τους διώξω; Έρχονται παρακαλετώς.
   Ξαναπήρε τη λίμα κι' είπε χαμογελώντας:
   - Τώρα τους έχει θερίσει η διαταή της Καντσελλαρίας να μην το κουνήσουν απ' το πόρτο. Άκουσες για το ολλαντέζικο! Η διοίκηση έγραψε του ναυάρχου να στείλει στο Γιάρεπετρο να μάθει την αλήθεια. Τούτοι από 'δω φωνάζουν πως δεν ήταν αυτοί, κι' όλο φοβερίζουν κείνους που θέλουν το κακό τους. Μ' όλες όμως τις φοβέρες δεν κάνουν πάσο. Η μεγάλη τάμπια έχει διαταή, μόλις κάνουν στα πανιά, να τους βουλιάξει.
   - Μωρέ, δεν τους αφήνετε καλύτερα να πάνε στα κομμάτια! είπε φοβισμένη η Μαντίνα. Τι τα στενοχωρεύετε τέτοια θηρία!
   - Μπορούμε; Θα 'ρθουν οι Φράγκοι να μας πούνε πως εμείς τους βγάζουμε να γδύνουν τον κόσμο!
   Ο καπτάν Γιάννης πήρε πάλι το σιδεράκι· η καπτάν Γιάννενα στήλωσε στη ζώνη της την ασημένια βέργα, για το πλέξιμο και δουλεύανε κι' οι δυο σα να 'χανε μεροκάματο. Σουρουπώνοντας μονάχα, η Μαντίνα σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
   - Πώς σου φαίνεται μ' αυτό το βλογημένο το κορίτσι. Όταν πάει κάτω στις ξαδέρφες της, στου καπτάν Γιώργη, κολλάει. Ας έρθει και τη φιάνω 'γω!
   Κείνη τη στιγμή παφ! άνοιξ' η πόρτα και μια χαρούμενη φωνή, να 'μαι, γέμισε το σπίτι. Η Χρυσώ έτρεξε και φίλησε τον πατέρα της κι' έκανε τάχατε πως ήθελε να του σπάσει το τσερνίκι για να τον κάνει να φωνάξει: «Ε! Ε, παλαβομάρες!» Έπεσ' έπειτα στην αγκαλιά της μητέρας της κ' εκείνη να την χαϊδολογάει, «ωχ, κορίτσι που το 'χω 'γω, ωχ, κορίτσι που το 'χω 'γω». Πού μάλωμα, πού τίποτα!
   Έπειτα η Χρυσώ τράβηξε απ' τη μπροστέλα της ένα πακέτο και το σήκωσε ψηλά.
   - Τι έχω 'δω, τι έχω 'δω;
   Και πριν της δώσουν απάντηση το 'βαλε στο τραπέζι και τ' άνοιξε.
   Το πορτραίτο του Αχιλλέα! Να τον, σαν να σου μιλάει, απαράλλαχτος. Ακουμπισμένος στο κανόνι, το χέρι στην πάλα. Είχε έρθει ευκαιρία στου καπτάν Γιώργη κι' ο Αχιλλέας έστελνε γράμμα και το πορτραίτο που του είχε κάνει ένας φιλέλληνας. Ήταν  έτοιμοι να σηκωθούν στα πανιά με τον αρχιναύαρχο λορ Κοχράνη. Ο καπτάν Γιάννης πήρε το κάδρο και το κοίταξε πολλή ώρα. Δυο χονδρά δάκρυα κύλισαν απ' τα μάτια του. Το πήρε και πήγε κούτσα - κούτσα να το κρεμάσει μονάχος ανάμεσα στον μέγα Αλέξανδρο και τον Πατριάρχη. Η Μαντίνα συλλογιζόταν μελαγχολική:
   - Πόσον καιρό έχω να ιδώ το παιδί μου. Ο Χριστός κ' η Παναγιά να μας το φυλάνε απ' τις μπάλες των Τουρκών κι' απ' τα κακά της θάλασσας.
   Κι' η Χρυσώ φανταζότανε χαρούμενη τον καιρό που θα 'ρχότανε ο Αχιλλέας και θα τις έβγαζε την Κυριακή περίπατο, με τις ξαδέρφες της, στο μουράγιο και στα περιβόλια!
 
   Όσο πέρναγε ο καιρός  κι' η σκούνα δεν έπαιρνε το πράτιγο, τόσο κι' ο καπτάν Γιωργίτσης Μπαρρούς γινότανε σκυλί απ' το κακό του.
   - Τον βρήκαμε τον μπελά μας για καλά, μ' αυτήν την άτιμη την Καντσελλαρία, φώναζε μες στον καφενέ του Τριτσιμπίδα. Τι κάναμε και μας έχουν δεμένους; Αχ, μωρέ, ήθελα να τον μάθαινα τον μπαγάσα, που μας έφιασε αυτή τη δουλειά! Χτυπήσαμε φράγκικο καράβι! Εμείς! Έλα, Παντοδύναμε, και το 'δαμε το φράγκικο καράβι; Ανήμερα του Χριστού μάς στείλανε στους Καραμανλήδες για ζωντανά για την αρμάτα. Τις δύο του Φλεβάρη είμαστε πίσω στην αρμάτα στα Βάτικα, κι' από κει εδώ. Τρεις μήνες στο πέλαο και για το ευχαριστώ δεν πλερώσανε και τα μερτικά της τσούρμας (2).
   - Καπτάν Γιωργίτση, με το συμπάθειο. Κανένας δεν πλερώθηκε. Ούτε οι άνθρωποι της φλόττας,  είπ' ένα γεροντάκι με μαύρη σκούφια, που καθότανε  σε μια γωνιά του καφενέ.
   - Τι με νοιάζει, μωρέ, μένα, ξετινάχτηκε ο Γιωργίτσης. Ποιος  μου ταΐζει μένα την τσούρμα, σαράντα νοματαίους; Γιατί δεν μ' αφήνουνε να σαλπάρω, να πάω να κάνω πρέζες!
   Τράβηξε δυο τρεις φορές βιαστικά τον ναργιλέ του και είπ' ακόμη, χτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι:
   - Δεν έχουνε παράδες! Για μερικούς είναι παράδες! Για τους τρανούς με τις κοιλιές! Εμείς πετσοκοβούμαστε κ' ελόγου τους φιάνουν τα κεμέρια τους. Μας φάγαν ούλες τις πρέζες (3) και τώρα μας βγάζουν και μπαντίδους, για να 'βγουν λάδι μπροστά τσι Φράγκοι. Έχουν δίκιο. Είναι μεγάλοι κ' είμαστε μικροί. Μικροί και κουτοί και γι' αυτό πάντα θα 'μαστε σκλάβοι και με Τούρκικο και με Ρωμέικο!
   - Πες τα, πες τα, καπτάν Γιωργίτση! πετάχτηκε κάποιος.
   Μα το γεροντάκι τούς έκοψε πάλι το βήχα.
   - Καπτάν Γιωργίτση, δεν έχεις δίκιο. Εφτά χρόνια που πολεμάμε τον εχθρό, τον πολεμάμε με τα γρόσια των μεγάλων.
   Άφρισε τότε ο Μπαρρούς.
   - Θα 'φαγες και συ απ' το εγγλέζικο δάνειο, λέω 'γω.
   - Εγώ δεν έχω φέσι να φορέσω, πειράχτηκε το γεροντάκι, μα ούτε ζήτησα, ούτε πήρα κανενού παράδες. Κείνο που ξέρω είναι πως οι μεγάλοι δώσανε τα καράβια τους, το βιος τους, κρατάνε ψηλά τη μπαντιέρα μας και βάζουνε και κάθε κατεργάρη στον μπάγκο του, είπε με μια ψιλή φωνή που τριβέλισε τον Γιωργίτση.
   Ετοιμάστηκε ν' απαντήσει, μα είδ' άξαφνα στην πόρτα τον Μανώλη της Τρανής, το λοστρόμο του, να του γνέφει και πετάχτηκε απάνω.
   - Τι τρέχει, Μανώλη; του είπε σιγά.
   - Η εξουσία θέλει να βγάλει τα κανόνια απ' τη σκούνα!
   Ο Γιωργίτσης έγινε κίτρινος σαν το φλουρί και βγήκε όξω. Το γεροντάκι χαμογέλασε κ' είπε του καφετζή:
   - Κανένα καινούριο κωλικόπονο έχει ο φίλος μας, βρε Τριτσιμπίδα;
   - Η εξουσία θέλει να του πάρει τα κανόνια, καπτάν Λεφτεράκη μου, και θα 'χουμε ντράβαλα.
   - Δε βαριέσαι! Θα τα δώσει μια χαρά. Από τέτοιους! Αυτ' είναι καλοί για τους πραγματευτάδες τους Ολλαντέζους μονάχα. Εδώ 'ναι τρομπόνια και το σπαθί του καντζελλιέρη του Αριστείδη. Θα τα δώσει.
   - Μα, καπτάν Λεφτεράκη μου, είναι μες στη σκούνα ο Σταμάτης.
   - Αλλάζει το πράμα! Αυτός είναι λεοντάρι και κρίμα το παιδί. Μα να ιδής, θα πάει ο ίδιος ο Μπαρρούς να τον πάρει όξω.
   Εδώ κόπηκε η κουβέντα. Όλοι βγήκαν απ' το μαγαζί και πιάσαν το μουράγιο να 'δουν τι θα γίνει. Κι' ο ίδιος ο Τριτσιμπίδας μάζεψε την ποδιά του και βγήκε. Ο καπτάν Λεφτέρης δεν χαλούσε τα σκότια του για τέτοια τσιφούτ - πατιρντί. Έγειρε στη γωνιά του να πάρει έναν ύπνο.
   Έπειτα από καμιά ώρα τον ξύπνησε ο Τριτσιμπίδας.
   - Συβιβαστήκανε, είπε. Πήγαν οι Μπαρρούς στον Νταλαμάγκα και με τα πολλά στανιά πήραν γράμμα να μην τους κάνουνε την προσβολή, κ' έτσι ο Αριστείδης, ο γραμματικός, δέχτηκε. Μα θα τους δέσει τη σκούνα στο μώλο, θα βάλει βάρδια μέσα και θε να βγει κι' όλη η τσούρμα όξω. Τώρα πάει ο ίδιος ο Γιωργίτσης να πάρει το Σταμάτη. Μου μήνυσε για γιατάκι, μα δεν ξέρω, μα το Θεό...
   - Παρ' το τ' αρφανό, είπε το γεροντάκι.
   - Καπτάν Λεφτεράκη μου, ο Μπαρρούς μού χρωστάει είκοσι τάλαρα ίσαμε την ώρα.
   - Όσο γι' αυτό κάνε καινούργια τσέπη! Μα τον Σταμάτη παρ' τον, αφού το δύνασαι.
   Νύχτωνε. Ο Τριτσιμπίδας έγειρε τις πόρτες, το παιδί του μαγαζιού άρχισε να μαζεύει τα σκαμνιά, όταν μπήκε ο Σταμάτης. Πέταξε χάμω ένα μπόγο που κρατούσε, κάθησε σ' ένα σκαμνί, κούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατα, έβαλε το κεφάλι του στα χέρια κι' άρχισε να κλαίει.
   - Έλα, βρε Σταμάτη, είπε το γεροντάκι, ντράπου και λίγο, συ το πρώτο παλικάρι του νησιού!
   - Τι να ντραπώ, καπτάν Λεφτέρη! Να μας βγάλουνε από τη σκούνα και να γυρίζουμε σαν τους ζητιάνους για γιατάκι! Εγώ 'θελα να δώσω φωτιά στον τσεπχανέ (4) μπαρούτη... Ας είναι καλά ο ψυχοπατέρας.
   Ανασήκωσε το κορμί του, σταύρωσε τα χέρια, και τα μάτια του σταθήκανε στο εικόνισμα του Άι - Νικόλα από πάνω απ' το τεζάκι. Το γεροντάκι τον παρατηρούσε προσεκτικά, τον ψυχογιό του Μπαρρούς! Ήταν' ένα ωραιότατο παιδί, ένας λεβέντης από κείνους που δε βγάζει πια η Άσπρη θάλασσα. Ήτανε μαζεμένος σαν την κοπέλα, μα αλίμονο όταν έβαζε το χέρι του στο γιαταγάνι. Για τον Μπαρρούς ο Σταμάτης άξιζε όσο όλη η άλλη τσούρμα μαζί. Το γεροντάκι το σεβότανε και τ' άκουγε. Του φίλαγε το χέρι και του 'λεγε πως νόμιζε ότι έβλεπε τον παπούλη του. Μια μέρα ο καπτάν Λεφτέρης τον ηύρε να τα κόβει με τους μπόγηδες του Γιωργίτση, τον φώναξε και του είπε: «Δεν είναι καλό πράμα το χαρτί» και ο Σταμάτης δεν το ξανάπιασε στο χέρι του. 
   - Αλλά τι να σου κάνει το κακόμοιρο, έλεγε ο καπτάν Λεφτέρης, με δάσκαλο τον Γιωργίτση και την τσούρμα του!
   Τώρα που τον έβλεπε έτσι τον λυπήθηκε περισσότερο.
   - Πόσων χρονών είσαι, Σταμάτη; τον ρώτησε.
   - Λέω να 'μαι εικοσιένα. Λίγο πριν με πάρουν, η μητέρα μου 'λεγε πως ήμουνα εφτά και λογαριάζω να πέρασαν καμιά δεκαπενταριά χρόνια.
   - Κι' από πού σε πήραν; Ποιος σε πήρε;
   - Ο καπτάν Γιωργίτσης, απ' το Αϊβαλί. Σκοτώσαν οι μπαντίδοι τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, κάψανε το σπίτι μας, αλλά μένα με γλύτωσε ο καπτάν Γιωργίτσης, και μ' έκανε σαν παιδί του· αυτός μ' ανάστησε.
   - Και πώς βρέθηκε ο καπτάν Γιωργίτσης εκεί;
   Ο Σταμάτης σήκωσε τους ώμους του. Ο Τριτσιμπίδας έσκυψε κ' έξυνε το κεφάλι του. «Ωχ, τον κακούργο», είπε μέσα του ο καπτάν Λεφτέρης, «αυτός ο ίδιος ο Μπαρρούς θα τους σκότωσε, βάζω το κεφάλι μου, και πήρε το παιδί για να σκεπασθεί». Γύρισε την κουβέντα.
   - Σταμάτη, γιατί δεν πας στον πόλεμο με την αρμάτα;
   - Δυο φορές γράφτηκα στο Ηφαίστειο του καπτάν Δημαμά και δυο φορές μ' έσβησε ο ψυχοπατέρας. Με θέλει κοντά. Με τη σκούνα, λέει, θα κάνουμε πιο κακό των Τουρκών, κουρσάροι.
   - Χτυπήσατε κανένα πολεμικό ίσαμε τώρα;
   - Χτύπησα 'γω πέρσι με τις φελούκες ένα κότερο μες στο Μπουντρούμι, είπε με υπερηφάνεια ο Σταμάτης.
   - Άκουσε, Σταμάτη, είπε το γεροντάκι. Τώρα η σκούνα κάθεται, ορδίνιες για κούρσες δε βλέπω πια. Θέλεις να μπαρκάρεις σ' ένα πολεμικό;
   - Αχ, καπτάν Λεφτέρη, δεν μπορώ να τους αφήσω! Ο ψυχοπατέρας τώρα κοντά μ' έκανε αδερφοποιτό με την τσούρμα!
   - Μ' αυτουνούς! είπε ο καπτάν Λεφτέρης κι' ανατρίχιασε ολόκληρος...
   Ο μπεξής (5) πέρασ' απ' όξω κ' είπε του Τριτσιμπίδα να σβήσει τα φώτα του. Ο καπτάν Λεφτέρης σηκώθηκε, πήρε το ραβδάκι του, καλονύχτισε, και τράβηξε πέρα κατά το Λαζαρέτο. Δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί κείνο το βράδυ.
 
   Άλλον έναν ακόμη δεν τον κόλλαγε ύπνος κείνη τη βραδιά, τον καπτάν Γιωργίτση. Όλα τα κακά του 'χαν έρθει μαζί στο κεφάλι. Αφού έστειλε τον Σταμάτη στου Τριτσιμπίδα και την τσούρμα στη Σπηλιά, πήγε να κοιμηθεί στου ξαδερφού του, του Μίτιζα, μα κει τον περίμενε μια Μάλτα - Χαλίνα. Αυτός ο Μαλτέζος είχε περάσει απ' αντικρύ κ' έλεγε πως ερχότανε τάχατε απ' τα Κουρτζολάρια. Όταν 'μείναν μονάχοι, αλλάξαν σημείο κι' ο Μαλτέζος του 'δωκε ένα μπαστούνι απ' τον αδερφοποιτό του τον Γεμενή, που ήτανε σπιούνος του στην αρμάτα. Ο Μπαρρούς ξεβίδωσε το μπαστούνι, έβγαλε το γράμμα και διάβασε:
   «Αδερφέ, καπτάν Γιωργίτση, σε χαιρετάω. Έρχομαι με το παρόν να σου πω κατεπείγον πως τα πράματα δυσκολέψανε. Πιάνοντας στην Κρήτη ο ναύαρχος, έστειλε δυο οφικιάλους στο Γιεράπετρο να μάθουν για το ολλαντέζικο. Ο ένας ήτανε ο Αχιλλέας του Νταλαμάγκα, που καθώς ξέρεις μάς κυνηγάει. Έχετε την ιδέα πως ήταν όλοι σκοτωμένοι και πήγαν φούντο με το καράβι. Λοιπόν όχι! Δυο ήταν μονάχα λαβωμένοι και κάναν τον ψόφιο. Κολλήσαν απάνω στα ξύλα και το πρωί τους γλυτώσαν οι Κρητικοί. Στο γελέκο του ενού ήταν ακόμη η κάμα του Ασιμή κ' έγραφε απάνω “Ασιμής της Χρήσταινας”. Σκούνα “Αγγελικώ”. Δε θέλαμε και καλύτερο. Οι Ολλαντέζοι καυχηθήκανε πως γνωρίζουνε όλα τα προσώπατα. Όταν είδα πως τους φέρναν στο ναύαρχο, έπεσα στη ντισπέντζα κι' έσπασα τα μούτρα μου. Ο γιατρός με γιόμισε τσιρότα και δε γνωρίζομαι. Με το πρώτο θα φύγω. Σήκω τη σκούνα κ' έλα και συ στη Γραμβούσα, που είμαστε ατράνταχτοι. Ο Ασιμής μάς πήρε στο λαιμό του».
   Ο Γιωργίτσης τα 'χασε. Γύριζε απάνω και κάτω. Πήγαινε να του φύγει το μυαλό. Να σηκώσει τη σκούνα! Ένας λόγος ήταν. Δεμένη στο μώλο, με τη βάρκα μέσα, η ντάπια έτοιμη να την βουλιάξει! Λοιπόν να τους μαζέψει και να περάσει στη στεριά, να πιάσουν τα βουνά. Και τι να κάνουν στα βουνά; Ποιος ξέρει να περπατήσει από δαύτους, από παιδιά στη θάλασσα! Την άλλη μέρα η εξουσία θα στείλει τους Ρουμελιώτες να μας πιάσουν. Τι να γίνει λοιπόν!
   Ξημέρωσε, χωρίς να πέσει στα ρούχα. Το πρωί φώναξε την Μάλτα - Χαλίνα και τον Μίτιζα, τι λεν κι' αυτοί.
   Ο Μαλτέζος, που ήτανε παλιός στην τέχνη, του λέει:
   - Ντεν μπορεί  πάρει ντικό του καράβι, πάρει ξένο. Έκει ένα μεγκάλο καραντίνα. Είντα εγκώ.
   Η ιδέα δεν ήτανε κακή. Ένα σκοπελίτικο περγαντίνο ήταν στην καραντίνα. Δεν είχε παρά δυο βάρδιες μέσα. Ο καπετάνιος κ' η τσούρμα κοιμόντουσαν όξω στα καλυβάκια με το φύλακα. Κάναν το σχέδιο. Να πάνε τα παιδιά με το σκοτάδι στο καρενάγιο, αφού φύγουν οι καλαφάτες, να ρίξουν δυο βάρκες, να περάσουν αντίκρυ στην καραντίνα και να πάρουν το καράβι.
   - Βρε, λέει ο Μίτιζας, μια φορά που θα φτιάξομε τη δουλειά δεν τη σιάχνομε σωστή; Να πάρομε και το κορίτσι του Νταλαμάγκα κι' ασ' τους να βουρλίζουνται. Τότε να δεις πώς θα μας διαφεντεύει ο καπτάν Γιάννης. Να μας βουλιάξουν; Θα πάει και το κορίτσι. Θα το 'χουμε δίπορτο. Ή πάμε στη Γραμβούσα, ή ζητάμε το «αφέωνται υμίν αι αμαρτίαι» και τα λύτρα κοντά.
   - Το κορίτσι να το πουλάει καλύτερα στο Τζοβαέρ - πασά. Ντέκα κιλιάντες κολονάτα παίρνει, είπε η Μάλτα - Χαλίνα.
   Γελάσανε και δώσανε τα χέρια.
   - Άιντε τώρα, στα τέσσερα, μπουχός! είπ' ο Γιωργίτσης στον Μίτιζα. Τρέξε να διαβάσεις το Σταμάτη. Να του πεις πως οι εχθροί μου μού σκάβουν το λάκκο, και με κάθε τρόπο πρέπει ν' αφήσομε το νησί. Να πάρει τους μισούς και το Μανώλη της Τρανής και νυχτώνοντας να κατέβουν στο καρενάγιο και να περάσουν στην καραντίνα να πάρουν το σκοπελίτικο. Εγώ με το Μαλτέζο θα πάρουμε τους άλλους και θα πάμε νύχτα να πατήσωμε το σπίτι του Νταλαμάγκα, κι' από κει θα κατέβουμε και μεις στο καρενάγιο, να 'ρθείτε να μας πάρετε. Θ' ανάψουμε τρεις μικρές φωτιές στην άκρη στον κάβο. Εμπρός λοιπόν, μιλημένα, τιμημένα!
   Κι' ο Γιωργίτσης πετάχτηκε σβέλτος όξω με τη Μάλτα - Χαλίνα και τραβήξανε κατά τη Σπηλιά.
   Στη Σπηλιά μαζωμένοι, η τσούρμα του Μπαρρούς, οι μισοί τα κόβανε κι' οι μισοί παίζανε τρίλλια. Ήτανε κάτι τι να τους δεις. Κοντή τη βράκα, τραβηγμένη πίσω ψηλά, περασμένη στο ζουνάρι, οι περισσότεροι ξεσκούφωτοι, τα μαλλιά σαν το στουπί, το σκουλαρίκι στ' αυτί, τα μούτρα τους τομάρι απ' τα μισά του ταμπάκου, ο ένας ήτανε κουλοχέρης κι' άλλοι γκαϊβοί, κουτσομύτηδες και βλογιοκομμένοι. Απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ, πού στο διάολο τους είχε μαζέψει ο καπτάν Γιωργίτσης, Μαλτέζους, Ντουλτσινιώτες, Σκλαβούνους, ξεβράσματα απ' τα νησιά μας, Κακαβούλια, διωγμένα απ' τον καιρό του Τζανέτ - μπεη, κ' έναν Αράπη ακόμα; Το βρισίδι πήγαινε κι' ερχότανε.
   - Ας τον, μωρέ Γρηγόρη, κάτω τον άσσο! Ας τον λοιπόν!... Το σταυρό σου!
   - Γιατί, μωρέ Καπιλλάρη, τι λες τώρα στη μπίστη σου!
   - Τι να σου πω, μωρέ, που να σου πει ο παπάς στ' αυτί κι' ο διάκος στο κεφάλι!
   - Μα τα μαλώνει τώρα, πάρει διάολο πατέρα σας! πετάχτηκε με θυμό ο Αράπης που 'κανε τα χαρτιά.
   - Έχουνε μωρ' αυτοί πατέρα, είπ' ο γκαβός Μπαρδάκας, που τους έκανε η μάνα τους μ' αρκούδες!
   - Χα, χα, χα, γέλασαν όλοι.
   Μονάχα ο κουλοχέρης δε γέλασε, κ' είπε χολιασμένος:
   - Γελάτε, μωρέ παλιόσκυλα; Σας πάει να γελάτε; Μπλόκο 'δω μέσα, κοντεύουμε να ψοφήσουμε της πείνας! Ούλα τα φράγκικα καράβια περάσαν φορτωμένα για τη Σκάλα - Νόβα και για την Πόλη, κι' όταν θα σαλπάρουμε, θα πάμε για αχινούς και γαϊδουροπόδαρα!
   - Τι θέλεις λοιπόν να κάνουμε, μωρέ Φουντανέλλα; είπε με παράπονο ο Καραγάτσης. Να σκάσουμε ή να κάνουμε ρέμπελο να βγάλουμε τον καπτάν Γιωργίτση και να βάλουμε σένα;
   - Θέλω να γδύσουμε τσι προεστοί, να σκοτώσουμε τις βάρδιες της ντάμπιας και να φύγουμε! είπε ο κουλός.
   Να σου και κείνη την ώρα έμπαινε στη σπηλιά ο Γιωργίτσης και τ' άκουσε αυτά τα λόγια του κουλού.
   - Σωπάτε και κάτι θα γίνει, παιδιά, είπε.
   Όλοι πεταχτήκαν απάνω, μαζέψαν τις τράπουλες, οι άλλοι σβήσαν τις τρίλλιες και τραβηχτήκανε στις άκρες. Όταν τους τα είπε ο καπτάν Γιωργίτσης πήγαν να τρελαθούν απ' τη χαρά τους.
   - Δόξα σοι ο Θεός, έλεγε ο κουλός κ' έκανε το σταυρό του. Το δεξί του χέρι το είχε και ήτανε μάλιστα απ' τους πιο δυνατούς. Ήτανε ο πιο παλιός σύντροφος του Μπαρρούς κ' είχε το μυστικό του· θα ιδούμε. Ο Γιωργίτσης τους έδωκε από ένα τάλαρο, του κουλού δύο, και τους είπε να ετοιμασθούνε:
   - Πριν τα μεσάνυχτα η δουλειά θα 'ναι τελειωμένη. Οι μισοί θα 'ρθείτε κοντά μου, ξυπολιά και μουντζουρωμένοι. Θα πέσουμε στου Νταλαμάγκα. Θα τους μπουκώσουμε το στόμα και θα δέσουμε τους γέρους στις καριόλες. Την τσούπα και την ψυχοπαίδα θα τις κόψουμε στον ώμο. Ο Αράπης να κάνει φόλλα για το σκυλί. Τον ξέρεις, Αράπη, το σκύλο του καπτάν Γιάννη;
   - Ξέρει! Αράπη το λεν και κείνο. Μα έχει δαγκάσει μένα πάρει διάολος αφέντη του!
   - Οι άλλοι μισοί θ' ανταμώστε το Σταμάτη στο καρενάγιο, σκόρπια, ένας - ένας, να μη σας πάρουν χαμπάρι.
   Αυτά τους είπε ο καπτάν Γιωργίτσης, έστειλε κ' έναν ν' ανάψει ένα κερί στον Άι - Νικόλα και ξαναγύρισε στου Μίτιζα, πλύθηκε και συγυρίστηκε, πήρε το κεχριμπαρένιο κομπολόι του και πήγε και κάθησε στην πλατέα κ' έκανε τον ψόφιο. Όταν είδε το γραμματικό με την πάλα και τις πιστόλες:
   - Ε, κυρ Αριστείδη! του φώναξε με το γέλιο. Ήρθαν οι Τούρκοι κ' έβαλες τ' άρματα; Έλ' από 'δω να σου πω τα καινούρια. Είχα γράμματα από κάτω. Οι Τούρκοι παν στην κόκκινη μηλιά!... Τώρα αν νοιάζεσαι και για με λιγάκι, έλα να σου πω τι γράφουνε. Έγινε φως για το Ολλαντέζικο. Πιάσανε τους μπαντίδους και κοντά θα 'χετε το μαντάτο απ' την αρμάτα, να γίνει και για μένα δικαιοσύνη.
   - Ο Θεός να δώσει, καπτάν Γιωργίτση. Θα 'μαι ο πρώτος να χαρώ, είπε ο καντσελλιέρης, μην πιστεύοντας τίποτα απ' αυτά, κι' ανέβηκε τη σκάλα της Καντσελλαρίας, λέγοντας μέσα του: «Ας έρθουν τα χαρτιά και σε συγυρίζω!»
 
   Στο σούρπωμα ο νοτιάς δυνάμωσε και φαινότανε ότι θα πάει έτσι όλη τη νύχτα. Το πέλαγος είχε αφρίσει. Πολλά καράβια ποδίζανε. Απ' το καρενάγιο στην καραντίνα, αντίκρυ στη στεριά, ήτανε τέτοια σκοτείνια, που δεν έβλεπες ούτε το δάχτυλό σου· φαινότανε και δε φαινότανε το φανάρι του σκοπελίτικου, που 'ταν αραγμένο αρόδο.
   Ο καφενές του Τριτσιμπίδα είχε κλείσει από νωρίς. Το γεροντάκι ήτανε μέσα· είχαν αποφάει και τα λέγανε. «Η ελευθερία έγινε πια και σιγά - σιγά θα μπούνε τα πράματα στον τορό κι' ο Κυβερνήτης θα ξαφρίσει τη θάλασσα απ' τους μπαντίδους», έλεγε ο καπτάν Λεφτέρης κ' έβαλε τον Τριτσιμπίδα να του διαβάσει την «Γενικήν Εφημερίδα» να ιδούν τι λέει για την εκστρατεία της Ρούμελης. Στο τέλος αποκοιμηθήκανε ο ένας στην μια άκρη του τραπεζιού κι' ο άλλος στην άλλη. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα· άξαφνα ο γέρος ξεπετάχτηκε. Ένας δυνατός αέρας χτύπησε το παντζούρι, άνοιξε το τζαμλίκι και τους έσβησε το φως.
   - Μωρέ, τι καιρός είναι τούτος; είπε ο καπτάν Λεφτέρης.
   O Tριτσιμπίδας σηκώθηκε να κλείσει το παράθυρο.
   - Μωρέ Τριτσιμπίδα, λέει ο καπτάν Λεφτέρης, δεν κοιτάς, στο θεό σου, είναι η σκούνα στο λιμάνι;
   - Είναι. Βλέπω το φανάρι της.
   - Οι βάρδιες είναι στη ντάπια;
   - Είναι. Η κούλια είναι ανοιχτή κ' έχουν φως μέσα. Έχουν και μια βάρδια στο μώλο, την καταλαβαίνω απ' το κλεφτοφάναρο που φέγγει από 'δω. Να, τώρα το 'κλεισε!
   - Καλά, καλά. Ξέρω πως ο Αριστείδης δε χωρατεύει, είπε το γεροντάκι και ησύχασε, μα σε λίγο πάλι ανασηκώθηκε.
   - Βρε Τριτσιμπίδα, πού κοιμάται η τσούρμα του Μπαρρούς;
   - Απάνω στη Σπηλιά, όλοι μαζί.
   - Κακό!
   Έπειτα πάλι σε λίγο:
   - Βρε Τριτσιμπίδα, απάνω είναι ο Σταμάτης;
   - Όχι! Τον πήρανε στου Μίτιζα από νωρίς. Είχανε τραπέζι.
   - Το 'πες κανενού;
   - Όχι, ποιανού θέλεις να το πω;
   - Του Αριστείδη έπρεπε να το πεις! Δεν ξέρω τι μου λέει πως κάτι μαγερεύουνε.
   - Σώπα, καπτάν Λεφτέρη, μη μου κόβεις το αίμα! Η σκούνα είναι 'δω, τι μπορούνε να κάνουνε;
   Πήγαινε να μιλήσει ο καπτάν Λεφτέρης, όταν ολάκερο το σπίτι τραντάχτηκε. Μπραμμ!!
   - Μωρ' αυτό 'τανε τρομπόνι από χρόνια γεμάτο, λέει ο καπτάν Λεφτέρης. Λες και να 'τανε το τρομπόνι του Νταλαμάγκα;
   Κατόπιν ακουστήκανε κι' άλλες τουφεκιές, μπαταριές ολόκληρες, στον απάνω μαχαλά. Έπειτα φωνές και τρεχάματα, και σε λίγο καμπάνες, όλες οι εκκλησίες μαζί κ' η μεγάλη καμπάνα της Καντσελλαρίας, κι' έριξε κ' η μεγάλη ντάπια, που σείστη όλο το νησί. Ο Τριτσιμπίδας πετάχτηκε όξω. Το μουράγιο είχε γιομίσει κόσμο.
   - Τι τρέχει, αδέρφια;
   - Οι μπαντίδοι πατήσαν το νησί και πήραν το κορίτσι του Νταλαμάγκα!
   - Μωρέ, για μιλάτε καλά! Ποιοι μπαντίδοι;
   - Να, οι μπαντίδοι! Ξέρουμε και μεις; Έτσι λένε. Βγήκαν την πίσω μεριά, στον Τάρτανο, και πατήσαν το νησί.
   Ο καπτάν Λεφτέρης άκουγε απ' την πόρτα. Πήρε το ραβδί του και βγήκε όξω. Τώρα είχαν αρχίσει να τουφεκούν κι' απ' τα μουράγια.
   - Έλα 'δω, Τριτσιμπίδα, λέει. Βγάλε ρετσίνια όξω. Ανάφτε φωτιές. Παντού φωτιές! Να ιδούμε τι γίνεται, να μη σκοτωθούμε κι' αναμεταξύ μας.
   Αντικρύ κάναν σε λίγο το ίδιο κι' όλο το λιμάνι φωτίστηκε.
   - Πάρε το τουφέκι σου, κλείσε το μαγαζί κ' έλα κοντά!
   Στο δρόμο τα μάθανε. Οι κλέφτες είχαν μπει στου Νταλαμάγκα. Του βουλώσανε το στόμα και τον δέσανε απάνω στο κρεβάτι. Μα τέτοιο θερίο ήταν ο καπτάν Γιάννης, που σιγά - σιγά τα 'σπασε τα σχοινιά, πέταξε την τάπα απ' το στόμα κ' έμπηξε τις φωνές. Μα κανείς δεν του μίλαγε. Ψάχνοντας ηύρε την τσακμακόπετρα και την ίσκα, άναψε το φως κ' είδε τη γυναίκα του δεμένη. Έκοψε τα σχοινιά και τρέξανε κ' οι δυο στα κορίτσια. Ψυχή! Η Μαντίνα έβαλε μια φωνή:
   - Γιάννη μου, μάς κλέψαν τη Χρυσώ, και λιγοθύμησε. Ο Νταλαμάγκας χίμηξε, σβαρνώντας το πόδι του στην παρακάμαρη που 'χε τ' άρματα κι' άρπαξε το τρομπόνι. Στον κρότο οι γειτόνοι άνοιξαν τα παράθυρα, άκουσαν τις φωνές του κι' άρχισαν το τουφέκι.
   Ο καπτάν Λεφτέρης κι' ο Τριτσιμπίδας τρέξαν στου Μίτιζα.
   - Μίτιζα, Σταμάτη, κυρά Μιτιζίχη, φωνάζει ο Τριτσιμπίδας.
   Ναι, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Γυρίζει τότε το κοντάκι και χτυπάει την πόρτα. Έρχονται κι' άλλοι κι' όλοι μαζί με τις πλάτες τής δίνουν και πάει μέσα. Βρίσκουν τη γριά κι έκανε την κουφή.
   - Έλα 'δω, γριά πομπή, αρχικλεφτρίνα, πού είναι ο Μπαρρούς;
   - Πάρτε την στην Καντσελλαρία!
   Την ίδια ώρα φέρανε στα χέρια και το γέρο Νταλαμάγκα κι' η Μαντίνα από κοντά ξέμαλλη, κ' έτρεμε σαν το ψάρι.
   Ο Αριστείδης, άσπρος σαν το σάβανο, ρωτάει τη γριά Μίτιζα:
   - Γριά στρίγγλα, οι δικοί σου μάς την φιάξανε; Μίλα, γιατί θα φέρω το τσουράπι με τον άμμο!
   - Μωρέ, κάψτε αυγά να της βάλουμε στις μασχάλες και καπνό στα ρουθούνια, λέει ο Τριτσιμπίδας που 'χε κάνει ζαπίτης (6) στο χωριό του. Ο γλωσσοδέτης της Μιτιζίνας λύθηκε.
   - Παιδιά μου, φάγανε από νωρίς στο σπίτι και λογαριάζανε να παν στο καρενάγιο, μου φάνηκε. Μου λεν εμένα τίποτα;
   - Φτάνει, δε θέλουμ' άλλο, πετάχτηκε ο καπτάν Λεφτέρης. Είναι καράβι στην καραντίνα;
   - Είν' ένα σκοπελίτικο, είπαν οι καλαφάτες που δούλευαν την ημέρα στο καρενάγιο.
   - Ε, τελείωσε. Περάσαν αντίκρυ, πήραν το σκοπελίτικο και φύγαν με τα κορίτσια. Δεν είναι για να χάνουμε καιρό. Αραδιάστε την τσούρμα. Ποιοι θα μπαρκάρουν στη σκούνα; Άλλο καράβι δεν έχουμε.
   Διαλεχτήκαν σαράντα να ξεκινήσουν με τον κυρ Αριστείδη. Ο Νταλαμάγκας τον τράβηξε κοντά του να του πει, μα δε μπορούσε. Το μούτρο του ήταν άλικο κ' η γλώσσα του μπερδευότανε. Ήρθ' ο γιατρός κι' ο μπαρμπέρης και του πήραν ένα αίμα· γύρισε στο καλύτερο και τον πήραν πάλι στο σπίτι. Η Μαντίνα έκλαιγε και την παρηγορούσαν. «Μη φοβόσαστε και τη Χρυσώ θα την φέρουν πίσω. Ούτε τρίχα της κεφαλής της δεν αγγίζουν. Για τον παρά το κάνανε μονάχα!»
   - Να τα δώσουμε όλα, έλεγε η Μαντίνα, να τα δώσουμε, ό,τι έχουμε και δεν έχουμε.
   Κ' ήθελε να κρατηθεί για το χατήρι του καπτάν Γιάννη, μα και πάλι όλο την έπαιρνε το παράπονο. Και πού να κρατηθεί, όταν ήρθαν κ' οι αξαδέρφες της Χρυσώς!
   Ο Αριστείδης με τα παλικάρια μπαρκάραν στη σκούνα και σαλπάρησαν. Η Καντσελλαρία έβγαλε κ' ένα τρεχαντήρι να δώσει αβίζο στην αρμάτα και σ' όλα τα πόρτα, να βάλει ντελάληδες να φωνάξουν: «Ο Γιωργίτσης Μπαρρούς είναι μπαντίδος αποδειγμένος και είναι όξω απ' το Νόμο, αυτός και όλη η τσούρμα του. Όποιος τους εύρει να τους βουλιάξει. Αν τους πάρει με τράκο, να τους πάει στ' Ανάπλι και το καράβι είναι δικό του. Όποιος πάλι φέρει το κεφάλι του Μπαρρούς, έχει δέκα χιλιάδες γρόσια κι' αν είναι συμμορίτης, του χαρίζεται η ζωή κι' ό,τι έκανε, ξεχασμένα. Όποιος πάρει απ' τα χέρια των μπαντίδων την αρχοντοπούλα Χρυσώ Ιωάννου Νταλαμάγκα, έχει δέκα χιλιάδες γρόσια απ' τον πατέρα της κι' αν είναι συμμορίτης, γλιτώνει το κεφάλι του!»
 
   Γλυκοχάραζε πια, όταν η σκούνα βγήκε απ' το λιμάνι. Ανάμεσα στους οχτώ καιρούς ο Αριστείδης δεν ήξερε ποιον να διαλέξει. Ήξερε πως η Γραμβούσα ήτανε το μετερίζι (7) των κλεφτών, μα ο καπτάν Λεφτέρης του είχε πει: «Ο Γιωργίτσης δε μου φαίνεται άνθρωπος να πάει να κλειστεί στη Γραμβούσα· γιατί ξέρει πως αυτή αργά ή γλήγορα θα πέσει στα χέρια της εξουσίας. Θα πάει στην Ανατολή, για να κρυφτεί και για να κάνει και πρέζες». Ήτανε κι' άλλες δυσκολίες. Αν του πέφτανε κοντά με τα κανόνια, θα χάνονταν και τα κορίτσια. Να τους ξεγελούσαν και να τους 'παίρναν με τράκο, και πάλι. Δεν έμενε πραγματικώς παρά να τους βρουν και να τους βάλουν σινιάλο μπέσα για μπέσα να μιλήσουν για τα λύτρα. Αλλά πού να τους βρουν; Αυτός θα 'χε κόψει σαράντα μίλια τώρα. Τέλος πάντων ο καντζιλλιέρης, αφού κοίταξε πολλές φορές το χαρτί του μπούσουλα, έβαλε πλώρη  σιρόκο - λεβάντε να πέσει στα νησιά της Ανατολής. Στο δρόμο έπιανε τα καΐκια και τα ρωτούσε, αν είδανε ένα καράβι έτσι κ' έτσι· μα ανώφελα.
   Τι έκανε σ' αυτό το αναμεταξύ ο Μπαρρούς; Αυτός τράβηξε όλο και γραιγοτραμουντάνα, από κει που δε θα πήγαινε ο νους τους και λίγο απ' το ξημέρωμα έπιασε σ' ένα 'ρημόνησο και κρυμμένος ανάμεσα σε δυο κάβους άλλαξε τη βαφή του περγαντίνου, κόντεψε το τσιμπούκι του κ' έβγαλε δυο φανάρια του λούσου, που 'χε στην πρύμη· όλα όπως τα είχε σχεδιάσει. Ο ίδιος ο καραβοκύρης ο σκοπελίτης να το 'βλεπε, δε θα το γνώριζε. Σηκωθήκανε πάλι νύχτα στα πανιά και με μέρες έπιανε στη Ρόδο για κουμπάνια. Ο Αριστείδης είχε περάσει μια μέρα μπροστά. Από κει ο Μπαρρούς του 'δωκε για τη Γιάφα.
   Τα κορίτσια τα 'χανε στην πρύμη, στην καλή την κάμαρη. Δεν αγγίζανε το φαΐ κι' όλο κλαίγανε. Η Χρυσώ όλο «μανούλα μου και μανούλα μου!» το πήγαινε. Οι μπαντίδοι τις ακούγανε και γελούσανε και το χωρατό τους στην πλώρη ήτανε «μανούλα μου, μανούλα μου!» Ο Αράπης έκανε πως μιξόκλαιγε και τους έλεγε για μια ρετσέτα που 'ξερε αυτός, να μην κλαιν οι γυναίκες, κι' οι άλλοι του δίνανε καρπαζιές· κ' είχανε γλέντι.
   Ο Σταμάτης είχε το γιατάκι του στην πρύμη κι' όταν άκουγε τη Χρυσώ να κλαίει και να λέει «μανούλα μου», ράιζε η καρδιά του και θυμότανε και τη δική του τη μάνα την αδικοσκοτωμένη. Ένας άλλος λόγος τον σεκλέτιζε πολύ. Ό,τι κάνανε ως τώρα, έλεγε με το νου του, ήταν κούρσεμα· έτσι του 'λεγε δηλαδή ο ψυχοπατέρας του. Μα απ' την ώρα που είδε να φέρνουνε τραβοκοπώντας αυτά τα δυστυχισμένα τα κορίτσια και να τα κρατούν σκλάβες, άρχισε να τα εξετάζει τα πράματα κάπως αλλοιώτικα. Αυτή φαινότανε καθαρά μπαντίδικη δουλειά. «Μα γι' αυτό λοιπόν με στείλανε να πάρω το σκοπελίτικο καράβι; Δεν το θέλανε λοιπόν για να λευθερωθούν, αλλά για ν' αρπάξουν την κόρη του Νταλαμάγκα, να πάρουν σκλάβα την πρώτη αρχοντοπούλα του νησιού, για γρόσια!» Κι' ο νους του σταματούσε ώρες ολόκληρες απάνω σ' αυτή την ωραία κοπέλα, την πιο όμορφη, που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Από σκέψη σε σκέψη αποφάσισε μια μέρα να μιλήσει του ψυχοπατέρα του. Μπορεί κι' αυτός να μετάνιωσε τώρα. Μπορεί να το 'κανε απάνω σ' ένα θυμό και τώρα να τις στείλει πίσω. Έτσι λοιπόν ένα βράδυ, που αλλάζανε βάρδια, γιατί όταν δεν ήταν απάνω ο Γιωργίτσης έπρεπε να είναι ο αδερφός του ή ο Σταμάτης -του άνοιξε κουβέντα. «Γιατί το κάναμε, πατέρα, αυτό το κακό;» Ο Μπαρρούς δεν το περίμενε, δεν του άρεσε αυτός ο λόγος. Ταράχτηκε και του είπε: «Τι λες τώρα, παιδί μου... Ήθελες να δεις τον ψυχοπατέρα σου κρεμασμένο; Στο νησί δεν μπορούσαμε να σταθούμε πια με τον Αριστείδη και τους άλλους τους εχθρούς μας. Στο πέλαγος πάλι δεν θα 'μαστε σίγουροι, αν δεν παίρναμε το κορίτσι του Νταλαμάγκα. Ας μας δώσουν ράι μπουγιουρντί (8), να πάρουν το κορίτσι πίσω!» Ο Σταμάτης έσκυψε το κεφάλι του και κατέβηκε. Έπεσε στα ρούχα, έπειτα από έξι ώρες βάρδια· μα πού να κλείσει μάτι. Πολλά πράματα γυρίζανε στο κεφάλι του, η κουβέντα με τον καπτάν Λεφτέρη στου Τριτσιμπίδα και γιατί το κρύβανε για το Ολλαντέζικο. «Λοιπόν, δεν είχαμε δικαίωμα να το κουρσέψουμε και να σκοτώσουμε και τους ανθρώπους, είμαστε μπαντίδοι! Θα πάω να φύγω! Μα θα μου λένε πως φοβήθηκα, και πώς ν' αφήσω τον ψυχοπατέρα και τους αδερφοποιτούς, που θα με λένε άτιμο και θα με σκοτώσουν σαν το σκυλί όπου με βρουν!»
   Γλυκοχαράζοντας άκουσε που πλένανε απάνω την κουβέρτα κ' έπειτα τις κουβέντες του κουλοχέρη και του Αράπη που κατεβήκανε να συγυρίσουν. Μπραφ! έδωκε μια κλοτσιά ο κουλός -που 'ταν ο πιο κακορίζικος απ' όλη την τσούρμα- στην πόρτα των κοριτσιών και την άνοιξε: «Σηκώτε, μωρέ θηλυκά, να 'μπει ο Αράπης να σκουπίσει! Έλα, έλα γλήγορα και πάψτε και τα κλάματα! Μίρι και μίρι ολοένα θα το πηγαίνετε, κλαψοπαναγιάδες!» Οι κοπέλες πάψανε το κλάμα, μα δεν κουνηθήκανε. Ο Σταμάτης άκουγε· ανασηκώθηκε στο γιατάκι και πέρασε το γελέκο του. Ο κουλός ξανάρχισε: «Θα σηκωθείτε να βγείτε όξω ή θα σας στείλω τον Αράπη να σας χαϊδέψει!» Ο Σταμάτης ανατρίχιασε. Η Βασίλω σηκώθηκε κ' έκλεισε με ορμή την πόρτα. Τότε ο κουλός εφρένιασε: «Εμένα θα μου κλείστε, παλιοφακλάνες, την πόρτα στα μούτρα;» Έδωσε μια και έμπασε μέσα την πόρτα. Η Βασίλω στάθηκε μπροστά στην κυρά της· μα κουλός και Αράπης σηκώσανε τις βρεμένες σκούπες κι' αρχίσανε τα κορίτσια στο κεφάλι. Τα κακόμοιρα τρέμανε σαν τα ψάρια.
   Τότε ο Σταμάτης δε βαστάχτηκε πια και πετάχτηκε όξω. Ο Αράπης κατάλαβε και το 'βαλε στα πόδια. Ο κουλός όμως δεν κατάλαβε και του λέει: «Δε βλέπεις, καπτάν Σταμάτη, αυτές τις καραντόσες, που θέλουν να μας κάνουν ρέμπελο!»
   Ο Σταμάτης τον άρπαξε απ' το λαιμό. Τότε κατάλαβε, τραβήχτηκε πίσω και φώναξε κατακόκκινος απ' το θυμό. «Γιατί, καπτάν Σταμάτη; Δεν έχουμε δικαίωμα να μιλήσουμε στις σκλάβες;» Ο κουλός ο Φουντανέλλας ήτανε δυνατός, μα τα χέρια του Σταμάτη ήταν ατσαλένια. Τον έφερε δυο βόλτες, τον έριξε κάτω και τον άρχισε στις κλοτσιές. Ο κουλός πεσμένος ανάσκελα τράβηξε την κάμα του απ' το ζουνάρι κ' έδωσε μια μπηχτή για να βρει τον Σταμάτη στην κοιλιά, μα δεν τον ηύρε και μόλις που τον άγγιξε και του ξέσχισε το ρούχο. «Μπινέ», του είπε, «δάσκαλο σε βάλαμε στο κεφάλι μας· 'γω δε λογαριάζω τον ίδιο τον Μπαρρούς», κ' έκανε ν' ανασηκωθεί να του χτυπήσει δεύτερη με την κάμα. Τότε έγινε θηρίο ο Σταμάτης, τ' άρπαξε το χέρι, του το 'στριψε, του πάτησε με το γόνα το στήθος, του ξεκόλλησε το μαχαίρι απ' τα δάχτυλα και τον χτύπησε... τον χτύπησε για τα καλά.
   - Μ' έφαγε... μούγγρισ' ο κουλός. Έμειν' ακίνητος κ' έκλεισε τα μάτια.
   Ο Σταμάτης ανασηκώθηκε, του 'πεσε η κάμα απ' το χέρι και τον έκοψε κρύος ιδρώς. Έσκυψε, τον αγκάλιασε, τον τράβηξε στο γιατάκι του, του 'σχισε το πουκάμισο κ' έψαχνε να του 'βρει την πληγή. Ο Φουντανέλλας  άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε καλά τον Σταμάτη και του είπε με σβησμένη φωνή:
   - Ανώφελα, καπτάν Σταμάτη, είμαι τελειωτικός.
   Τον Σταμάτη τον πήραν τα κλάματα· ανασήκωνε το κεφάλι του βαρεμένου και του 'λεγε να τον συχωρέσει.
   - Τι να σε συχωρέσω, είπε με δυνατότερη φωνή. Μου 'πρεπε, παιδί μου, να πάω απ' το χέρι σου. Όλα πλερώνονται! Παίρνεις πίσω το αίμα των γονέων σου. Εγώ κι' ο Γιωργίτσης είμαστε οι φονιάδες τους!... Ήμουνα δούλος του πατέρα σου. Έκρυψα τον Μπαρρούς στο σπίτι, πήραμε τα χρήματα και βάλαμε φωτιά κι' ο Γιωργίτσης σ' επήρε για να σκεπάσει το κρίμα. Σε κρατούσαμε στα χέρια και τρέξαμε στον Καϊμακάμη φωνάζοντας «βγήκαν οι μπαντίδοι και σκότωσαν τ' αφεντικά!»... Ανάθεμά σε, Μπαρρούς, με πήρες στο λαιμό σου!
   Δεν μπόρεσε να πει άλλο· το αίμα τον πήρε απ' το στόμα, το κεφάλι του ξέφυγε απ' τα χέρια του Σταμάτη κι' έπεσε για να μη σηκωθεί πια.
   Ο Σταμάτης είχε πετρώσει. Σε μια στιγμή ο κόσμος είχε αλλάξει όψη γι' αυτόν. Ο Μπαρρούς, που τον θεωρούσε πατέρα του, ο αρχηγός του, ήταν ο φονιάς των γονέων του. Το χέρι αυτό που δεκαπέντε τώρα χρόνια φιλούσε κάθε πρωί και κάθε βράδυ, αυτό το χέρι τούς έσφαξε. Σαλτάρησε απάνω· πήρε τ' άρματά του να πάει να σκοτώσει τον Μπαρρούς και να πέσει στη θάλασσα να τον φαν τα ψάρια. Περνώντας όμως μπροστά στην κάμαρη των κοριτσιών στάθηκε. Η Χρυσώ στα γόνατα έλεγε προσευχές: «Άγιος ο Θεός» και «μέγας ει Κύριε!» με μια φωνή  που σου 'σχιζε τα φυλλοκάρδια. Συλλογίστηκε τι θ' απογίνει αυτή η αρχοντοπούλα στα χέρια των κακούργων, κι' άλλαξε σχέδιο. Άφησε τ' άρματα. Έσφιξε το κεφάλι του μ' ένα μαύρο μαντήλι, κι' ανέβηκε στο κάσσαρο.
   Ο Γιωργίτσης πήγαινε κ' ερχότανε στο κάσσαρο· δεν είχε ακούσει τίποτ' απ' τις φωνές και τον καυγά, γιατί το μελτέμι ήταν δυναμωμένο και τα σχοινιά σφυρίζαν σαν τις οχιές. Όταν είδε τον Σταμάτη με το μαντήλι του είπε:
   - Χήρεψες, Σταμάτη;
   - Όχι! Σκότωσα.
   - Και ποιον σκότωσες; του 'πε γελώντας.
   - Τον Φουντανέλλα!
   - Βρε μίλα καλά! Ή χωρατεύεις;
   Ο Σταμάτης του είπε τότε την ιστορία κι' ο Μπαρρούς έμεινε.
   - Δεν ήθελα να γίνει αυτό το φονικό μες στο καράβι, είπε σε κάμποση ώρα, και μάλιστα απ' το χέρι σου.
   «Θα ιδείς κι' άλλο απ' το χέρι μου», είπε μέσα του ο Σταμάτης.
   Ο Γιωργίτσης πέρασε στο καμπούνι κ' έστειλε το λοστρόμο και μερικούς άλλους να πάρουν στην πλώρη τον πεθαμένο. «Ο Φουντανέλλας», είπε, «θειος σχωρ' τον, έφταιγε. Αυτός τράβηξε το μαχαίρι». Κανένας δεν είπε τίποτα. Η τσούρμα ήταν συνηθισμένη από τέτοια. «Τον έφαγε. Καλά φαγωμένος. Μπορούσε να τον φάει κι' ο άλλος». Του Γιωργίτση πάλι δεν του άρεσε βέβαια το μέρος που 'παιρνε για τα κορίτσια ο Σταμάτης, μα για τον κουλό δεν ήταν και μέσα του πολύ λυπημένος. «Μονάχα ο κουλός ήξερε το μυστικό μου. Τώρα το πήρε μαζί του». Πού να 'ξερε πως το είχε αφήσει στο Σταμάτη!
 
   Όταν πέρασε κάτω απ' τη Γιάφα ο καπτάν Γιωργίτσης, έτριβε τα χέρια του απ' τη χαρά του. Δεν φοβότανε πια να τον κυνηγήσουν οι δικοί μας μες στα νερά του Μεμέτ - Αλή. Έστριψε λοιπόν κατά τη Δαμιέτα κ' έκοβε βόλτες να πέσει κοντά σε κανένα χαλντούπικο με χατζήδες της Μέκκας να το πάρει. Μα δεν φάνηκε τυχηρός κ' είχε ανάγκη από ζαερέ. Κλωθογύριζε λοιπόν στο κεφάλι του το σχέδιο του Μαλτέζου, να πουλήσει τα κορίτσια. «Ο Σταμάτης», έλεγε μέσα του ο Μπαρρούς, «θα μουγκαθεί, τώρα που 'ναι φονιάς». Έπρεπε όμως να 'βρει τον Τζοβαέρ - πασά, τον μεγάλο πραγματευτή των σκλάβων, που πλερώνει. Ο Τζοβαέρ όμως θ' αργούσε κ' έπρεπε να γυρίζουν τις θάλασσες σαν την άδικη κατάρα. Οι συντρόφοι μουρμουρίζαν, καρδιοχτυπούσαν μη τους μπλέξουν οι αρμάτες κ' ήθελαν να γυρίσουν και να τρυπώσουν στη Γραμβούσα, που 'χαν σύναξη όλοι οι μπαντίδοι καταλαβαίνοντας κοντά το τέλος τους. Μα ο Γιωργίτσης έλεγε: «Μες στη φάκα δεν πάω 'γω. Θα πουλήσω τα κορίτσια, θα πάρω τους παράδες και θα πάω στο Τούνεζι ν' αγοράσω γης από τους Αραπάδες, να κάνω ένα τσιφλίκι πρώτης με τους φελλάχους. Όποιος θέλει, ας μείνει· κι' όποιος θέλει, ας πάρει το περγαντίνο να πάει στα κομμάτια. Στα ρωμέικα τα νερά δε γυρίζω πια, ούτ' ανοίγω κουβέντα για λύτρα. Σήμερα θα μου τα δώσουνε και αύριο θα με σκοτώσουνε».
   Αρμενίζοντας όξω απ' τον Κάβο - Μπόνο σταυρώσανε μ' ένα άλλο καράβι της τέχνης και κουβεντιάσανε με την τρόμπα - μαρίνα «ώρα καλή στην πρύμη σας κι' αέρα στα πανιά σας· για πού το βαρέσατε;» «Για τη Γραμβούσα, στους αδερφοποιτούς. Θα ζητήσουμε όλοι μαζί το “αφέωνται αι αμαρτίαι” (9) και να μας δώσουν ράι μπουγιουρντί». Ο καπτάν Γιωργίτσης τούς φώναξε λίγο με κοροϊδία: «Είσαστε σίγουροι;» «Σίγουροι, ξεσίγουροι, πάμε για τ' αδέλφια κι' αλίμονο σε κείνον που δεν έρθει!» Από κείνη τη στιγμή μες στο περγαντίνο άρχισαν τα μαλλώματα κι' όλο πήγαιναν στο Σταμάτη και του λέγανε να τους πάει στη Γραμβούσα, γιατί ο Γιωργίτσης τους παίρνει στο λαιμό του. Απάνω σ' αυτά πιάσαν στη Τζουέρμα και μάθαν πως ο Τζοβαέρ είναι κοντά. Τους κατάφερε λοιπόν ο Γιωργίτσης να περιμένουν λιγάκι ακόμα.
   Ο Τζοβαέρ - πασάς ήρθε ως το γιαλό καβάλα σ' ένα αράπικο με χρυσές σκάλες και γύρω στη ζαμπράκα όλο  ζουμπρούτι και διαμαντόπετρες. Κρατούσε περήφανα το τζιρίτι κι' από κοντά του τ' ασκέρι όλο με μακροτούφεκα απάνω στη χιτζίνια. Ο Μπαρρούς βγήκε με την πάσσαρα να τον πάρει, μα ο Τζοβαέρ δεν κατέβαινε απ' τ' άλογο. Έβαλε και στήσαν ένα τσαντήρι να κατέβουν οι γυναίκες, να γυμνώσουν, να τις δει και να μετρήσει τους παράδες. Πήρε λοιπόν ο Γιωργίτσης τους χαντούμηδες (10) και μια λάλα αραπίνα κ' ήρθε στο καράβι. Βγάλαν απάνω τις κοπέλες κι' η Χρυσώ το κατάλαβε κ' έπεσε κάτω κ' έκλαιγε. «Εμείς πάμε να σε κάνουμε σουλτάνα και συ κλαις;» είπε με τη χοντροφωνάρα του ο Μανώλης της Τρανής, σκασμένος απ' τα γέλια. Μα ο Μπαρρούς έχασε την υπομονή κι' έμπηξε μια άγρια φωνή: «Έλα, πάρτε την, δεν είναι να χάνουμε καιρό» και βούτηξε ο ίδιος, την άρπαξε απ' τα μαλλιά και την έσερνε στην κουβέρτα, τη δυστυχισμένη την αρχοντοπούλα.
   Κείνη τη στιγμή έγινε σα μια βοή μες στο καράβι, η τσούρμα άνοιξε, και κατέβηκε απ' το κάσσαρο όχι άνθρωπος, αλλά ένα θηρίο, ο Σταμάτης αρματωμένος!
   - Στάσου, Μπαρρούς! Ασ' το το κορίτσι!
   Γυρίζει ο Μπαρρούς και τον κοιτάει καλά. Ήταν αγνώριστος!
   - Βρε, τρελάθηκες, Σταμάτη; Έλα στα σύγκαλά σου!
   - Μπαρρούς, σου λέω, ασ' το κορίτσι! Μην το κάνεις αυτό στην κόρη του Νταλαμάγκα!
   - Τι λες, μωρέ; του λέει τότε με θυμό ο Γιωργίτσης. Από πότε μας έγινες καπετάνος; Ή νομίζεις πως έχεις να κάνεις με τον Φουντανέλλα;
   Του γύρισε τις πλάτες, έβγαλε το γιαταγάνι, κέντησε στον ώμο τη Χρυσώ και της λέει:
   - Σήκω, μωρή σκρόφα, και περπάτα! 
   Ο Σταμάτης τον τράβηξε τότε απ' το ζουνάρι και του είπε σαν τρελός:
   - Άλλη μια φορά, Μπαρρούς! Μην το κάνεις αυτό το κακό σου λέω!
   Ο Γιωργίτσης άφρισε τότε, γύρισε, σήκωσε το γιαταγάνι και του είπε:
   - Είσαι ρέμπελος και σου παίρνω το κεφάλι!
   - Όχι! είπε τότε με μια φωνή σαν βροντή ο Σταμάτης, δεν θα σ' αφήσω να μου το πάρεις όπως το πήρες του πατέρα μου!
   Κι' έλαμψε σαν αστραπή το δαμασκί σπαθί του καθώς με βία το τράβηξε απ' το θηκάρι.
   Κέρωσε για μια στιγμή ο Γιωργίτσης και κατάλαβε πως ερχότανε το τέλος του. Μα έκανε κουράγιο. Τραβήχτηκε πίσω κι' άφησε το γιαταγάνι για να βγάλει την πιστόλα. Μα δεν πρόφθασε να του ρίξει· ο Σταμάτης χίμησε σαν το γεράκι, τον χτύπησε με το σπαθί κι' ο Γιωργίτσης Μπαρρούς έπεσε τ' ανάσκελα νεκρός και τράνταξε η κουβέρτα. Ο Σταμάτης πήδησε τότε στο κανόνι της πρύμης,  το γύρισε, το ζύγισε απάνω στην τσούρμα.
   - Σάλπα, τους λέει. Ειδεμή, βάνω φωτιά!
   Όλοι πιάσαν στον αργάτη και η άγκυρα άρχισε να σηκώνεται.
   - Οι τιμονιέροι εδώ! φώναξε. Κι' οι τιμονιέροι ήρθαν πίσω.
   Ήτανε καπετάνιος!
 
   Στου Νταλαμάγκα, στο νησί, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και χάναν το κουράγιο τους. Ο καντζελλιέρης έγραφε «θα σας τη φέρουμε, ειδεμή, δεν γυρίζουμε ζωντανοί!», ψευτοπαρηγοριές για να κρατήσει τον καπτάν Γιάννη και την Μαντίνα. Οι δύστυχοι είχαν σουρώσει. «Πάει η Χρυσώ μας», λέγανε. Το σπίτι του Νταλαμάγκα δεν ήταν πια κείνο που ξέραμε. Κανείς δεν τ' άσπριζε πια κάθε Σάββατο, τα παραθυρόφυλλα αστήλωτα χτυπούσανε στους τοίχους, λες και δεν κάθονταν άνθρωποι μέσα. Αράχνες υφαίνανε σ' όλες τις γωνιές. Η Βασίλω δεν ήτανε πια να κάνει να λάμπει η αυλή. Οι αλτάνες μαραθήκαν και γιόμισαν τσουκνίδες. Ο Αράπης δεν ήτανε πια να γαυγίσει τις ξένες κατσίκες που μαδούσαν ελεύθερα το περιβόλι. Του καπτάν Γιάννη δεν του 'παιρνες πια μιλιά· είχε πετάξει σε μια άκρη και σκαρπέλο και τριβέλια και μοντέλα και καθότανε όλο σκυμμένο το κεφάλι. Η Μαντίνα μαζεμένη κοντά του δεν τον άφηνε παρά μια στιγμή να πάει ν' ανάψει ένα κερί στην Παναγία. Μα και σ' όλο το νησί είχε πέσει μια ερημιά και μια μουγκάδα. Και τα τελευταία παλικάρια είχαν φύγει, παιδιά δεκαοχτώ και δεκαφτά χρονών, για τον πόλεμο, τον μακρό και τον σκληρό τον πόλεμο για την ελευθερία. Το πόρτο ήτανε αδειανό· στο καρενάγιο πέντ' - έξι παλιά μπρίκια, κόσκινα απ' τις μπάλες, σαπίζανε δεμένα. Φτώχεια και πείνα έδερνε τον κόσμο.
   Ο καφενές του Τριτσιμπίδα ήτανε πάντ' ανοιχτός, μα, μα το Θεό, για το ονόρε μονάχα. Άλλος απ' τον καπτάν Λεφτέρη δεν ήτανε μέσα.
   - Βρε Τριτσιμπίδα, φέρανε τη «Γενική Εφημερίδα»;
   - Τη φέρανε, καπτάν Λεφτεράκη μου, μα την έχουνε στου Νταλαμάγκα.
   - Μπα! Τη ζητήσανε;
   - Όχι! Μα έλεγε για τη Χρυσώ και την έστειλα απάνω. Έλεγε πως έγινε ενέργεια απ' τους Φράγκους στο Μισίρι, αν είναι πουλημένη, να τη δώσει πίσω ο Μεμέτ Αλής. Αν είναι στη Μπαρμπαριά, στείλανε τα λύτρα στα εγγλέζικα, με το πρώτο μπαρμπαρέσικο που πιάσουν, να φροντίσουν.
   - Ο Θεός να δώσει! Λέει τίποτ' άλλο η εφημερίδα;
   - Λέει πως ο Κυβερνήτης σύμφωνος με το μιλιόρδο μπλοκάρησαν τη Γραμβούσα κι' όλους μαζί τους μπαντίδους μέσα. Θα τους περάσουν όλους από σπαθί κι' από κρεμάλα.
   Πραγματικώς, τα δικά μας απ' τ' Ανάπλι κι' ο κομμοδόρος Χαμιλτών απ' τους Μύλους σηκωθήκαν να παν να χτυπήσουν τη Γραμβούσα. Στα Μονεβάσια κόλλησε κοντά κι' ο καντζελλιέρης με την ιδέα, μήπως κι' ο Μπαρρούς τρύπωσε στη Γραμβούσα, να του μιλήσει για λύτρα και ξεσκλαβώσει τη Χρυσώ πριν αρχίσει το κανόνι.
   Δεύτερη μέρα, Ρωμιοί και ξένοι αρμένιζαν όλοι μαζί. Πέρα, μέσα στην καταχνιά, μαύρο, θεόρατο, άρχιζε να ξεχωρίζει, με τις μεγάλες τάμπιες του και τα ψηλά μπεντένια, το κάστρο της Γραμβούσας. Στ' απάνω καστέλι δεν ανέμιζε πια η μπαντιέρα του Καλλέργη· οι καλοί είχαν φύγει και το φοβερό και περήφανο κάστρο είχε απομείνει στα χέρια των μπαντίδων που ξαφρίζανε την Άσπρη θάλασσα. Τα τρομπόνια λάμπανε πίσω στις τουφεκίστρες και τα κανόνια χάσκανε στα μασγάλια, γιομάτα ως το λαιμό από πάνω απ' τις φόσσες και κόντρα φόσσες. Οι δραγονέρες είχαν μπόλικο νερό. Οι στέρνες κρύβανε τις πρέζες, και τους σκλάβους τα μπουντρούμια. Απάνω απ' τα σαράντα μίστικα, σακολέβες και περγαντίνα είχαν δέσει στα μουράγια, έτοιμα να σηκωθούν στο πρώτο σινιάλο.
   Ο καιρός ήτανε στο μαΐστρο. Μπροστά οι δικοί μας, πίσω οι Εγγλέζοι, όλη η λίνεα κρατούσε ένα μίλι. Κεσέμι πήγαινε μπρος ο καπτάν Αχιλλέας Νταλαμάγκας μ' ένα καινούργιο κορβετάκι, που 'χανε φτιάξει στον Πόρο. Ο Χαμιλτώνας του 'βαλε σινιάλο να ξεκόψει απ' τη λίνεα να πάει να μιλήσει με το κάστρο. Πήρε λοιπόν κάμποσες βόλτες, ήρθε κοντά, στάθηκε αλά κάπα, έριξε μια κανονιά και σήκωσε σινιάλο παρλάρε. Αμέσως βγήκε όξω μια σακολέβα.
   Ο Αχιλλέας έδωσε τα χαρτιά του αρχηγού και τους είπε και με το στόμα:
   - Να κάνετε ράι (11)!
   - Κάνουμε ράι με το αφέωνται αι αμαρτίαι!
   - Να κάνετε ράι παστρικό, τέι περ τέι, αλλιώτικα θα σας κάψουμε!
   - Δεν κάνουμε κι' ελάτε!
   Το κορβετάκι πήγαινε όλο ξεπέφτοντας και ζύγωνε το κάστρο. Έβλεπαν τις βάρδιες και τις σιδερένιες πόρτες με τα μεγάλα τα καρφιά και το λεοντάρι του Άι - Μάρκου από πάνω. Ο Αχιλλέας συλλογιζότανε την αδερφή του. Να 'τανε άραγε κι' αυτή σκλαβωμένη κει μέσα, και τους ρώτησε:
   - Είναι μέσα ο Μπαρρούς;
   - Όχι! Ο Μπαρρούς είναι άτιμος και πάτησε τον όρκο του.
   Ο Αχιλλέας ανάσανε.
   Η σακολέβα πόδισε και μπήκε στη Γραμβούσα. 
   Το πρωί όλη η αρμάτα μπήκε στη λίνεα κ' έφερνε γύρω το κάστρο· όλα τότε τα μπαντίδικα αρχίσαν να λάμνουν να βγουν όξω και να πολεμήσουν στα πανιά. Μα δεν πηγαίνανε μ' ένα σινιάλο. Ανακατωθήκανε κι' αρχίσαν να ποδίζουν. Το κανόνι ωστόσο βρόνταγε. Οι Εγγλέζοι λεβάντε κι' οι Ρωμιοί πονέντε βουλιάζανε πολλά. Άλλα τα βουλιάξανε οι ίδιοι οι μπαντίδοι αφού βγάλανε τα κανόνια στη στεριά. Με το βασίλεμα του ήλιου τα βατσέλα πάψανε τη φωτιά, τραβηχτήκανε κι' αφήσανε τον Αχιλλέα, που μπορούσε να ζυγώσει στα ρηχά να δει το κάστρο κι' απ' το μέρος της Κισσάμου, για να δώσουν το πρωί τον τράκο απ' όλες τις μεριές. Ο καντζελλιέρης από κοντά εθελοντής έριξε την πάσσαρα και πήγε απάνω στον Αχιλλέα. Εκεί που κοιτάζανε με το κιάλι, ο Αριστείδης φωνάζει: «Ένα περγαντίνο πεσμένο στις ξέρες της Γραμβούσας, κ' είναι ο Μπαρρούς, βάνω το κεφάλι μου!» Κοντοζυγώνουν και βλέπουν μια φελούκα που 'φευγε στην Κίσσαμο. Της ρίχνουν μια κανονιά κ' έβαλε άσπρη παντιέρα κ' ερχότανε απάνω. Η βάρδια φωνάζει απ' την κόφα: «Καπετάνιο, η φελούκα έχει γυναίκες μέσα». Όταν ήρθε κοντά ο Αχιλλέας, ξαναπαίρνει το κιάλι, τι να δει! Τη Χρυσώ μέσα! «Έλα, Χριστέ μου, δοξασμένο τ' όνομά σου!» Όταν ζύγωσ' η φελούκα, ο Αχιλλέας πήδησε μέσα κι' άρπαξε στην αγκαλιά την αδερφή του. Στο τιμόνι στεκόταν ο ίδιος ο Σταμάτης ορθός, χωρίς άρματα, τα μάτια χαμηλωμένα. Τους πήρανε όλους απάνω κι' ο Αριστείδης λέει του Σταμάτη: 
   - Πού τα πηγαίνατε τα κορίτσια;
   - Στην Κίσσαμο, στον πρωτόπαπα, να τα στείλει στο νησί.
   - Ο Μπαρρούς σας έστειλε;
   - Ο Μπαρρούς δεν είναι πια σε τούτο τον κόσμο!
   Ο Αριστείδης κοίταξε το Σταμάτη κ' είπε πάλι πειραχτικά:
   - Δε θα βρήκατε να πουλήστε τα κορίτσια, μα έχετε διάφορο τα λύτρα!
   Ο Σταμάτης αποκρίθηκε ταπεινά:
   - Βρήκε ο Μπαρρούς κ' εγώ δεν τον άφησα...
   Τότε μπαίνει στη μέση η Βασίλω και λέει όλη την ιστορία. Ο Αχιλλέας, που στην αρχή μόλις κρατιότανε να βγάλει το σπαθί να τρυπήσει το Σταμάτη, τώρα τον κοιτάζει αλλιώτικα και στο τέλος του πιάνει τα χέρια και του λέει: 
   - Σου χρωστάω τη ζωή της αδερφής μου και τη χαρά του σπιτιού μου! Κάτσε μαζί μας κ' εγώ αποκρίνομαι για το κεφάλι σου!
   - Κάτσε, του λέει και ο Αριστείδης. Δεν έχεις φόβο. Να, τι λέει το χαρτί: «... Κι' αν είναι από τους συμμορίτες, του χαρίζεται η ζωή...»
   - Όχι! λέει ο Σταμάτης. Μην το διαβάζεις!... Μια χάρη σας ζητάω μονάχα· αφήστε με να περάσω στη Γραμβούσα!
   Ο Αχιλλέας δε βαστάχτηκε.
   - Θέλεις λοιπόν, Σταμάτη, να πεθάνεις μπαντίδος;
   - Δε μπορώ να τους αφήσω. Είμαι αδερφοποιτός. Κ' έπειτα τι με θέλετε; Τα χέρια μου έχουν αίματα που δεν ξεπλένονται. Εγώ είμαι σβησμένος πια...
   Ο Σταμάτης πήδησε στη φελούκα.
   - Κρίμα το παλικάρι, είπαν όλοι απάνω στο κορβέτο.
   Ο Αχιλλέας κατέβηκε στη σκάλα.
   - Ένα λόγο, του λέει ακόμα, Σταμάτη, μια χάρη! Μην πολεμήσεις απ' το μέρος το δικό μας, μη σταθείς απ' τον πουνέντε, απ' το μέρος που θα χτυπήσουν τα καράβια τα ελληνικά!
   Ο Σταμάτης έγνεψε «καλά!» κι' έπιασε το τιμόνι. Η φελούκα αβαράρισε κι' έφυγε σιγά - σιγά. Η Χρυσώ ήρθε άκρη - άκρη στην πρύμη και την κοίταζε, ίσαμε που χάθηκε στο σκοτάδι, τη φελούκα που 'φευγε μ' εκείνον που τη γλίτωσε. Κ' εκείνος; Κοίταζε κ' εκείνος! Την έβλεπε και κατάπινε τα δάκρυά του, όπως έκρυβε το ντέρτι του που κανείς δεν το κατάλαβε ποτέ, ούτε η ίδια!...
   Ο καντζελλιέρης πήρε τα κορίτσια κ' έβαλε πλώρη κατά το νησί.
   Την άλλη μέρα άρχισε το ασάλτο απ' όλες τις μεριές. Τα καράβια ήρθαν κοντά κ' έδειξαν με μιας όλα μαζί, βαστώντας τα όρτσα, τις αριστερές μπαταριές κι' άρχισαν αμέσως τη φωτιά. Κάθε μπαταριά έριχνε όλα τα κανόνια μαζί και το κάστρο σειότανε απ' τα θεμέλια, μ' αντιχτυπούσε ανδρεία. Τους έσχιζε τα πανιά, τους έριχνε τα κατάρτια, τους έσπαζε τις βάρκες απάνω στα καπόνια και τους σκότωνε ανθρώπους. Στο κάστρο πάλι, όταν πέφταν οι μπάλες της αρμάτας, σηκώνανε κολόνες τον κορνιαχτό, κι' όταν πήγαιναν στις καμάρες που 'τανε οι ριξιές των κανονιών, νόμιζες πως έπεφτε αστροπελέκι. Ώρες πολεμούσαν κι' ο «Κάμπριαν», η φεργάδα του Χαμιλτώνα, σιγά - σιγά ήρθε σε μιας τουφεκιάς τόπο απ' τις ντάπιες και γυρίζοντας για να μην πέσει απάνω σ' ένα σύντροφο κάθησε στα ρηχά. Μα ο Χαμιλτώνας δεν το λογάριασε και τραβούσε χαλάζι τα σμιδράλια. Δυο τσεπχανέδες τινάχτηκαν στον αέρα. Όλος ο τόπος ήτανε γεμάτος καπνό και δεν έβλεπες το δάχτυλό σου· πού και πού ξεχώριζαν τα πίπολα των καταρτιών και τα καστέλια του κάστρου. Σ' ένα απ' αυτά ξέσκεπος, ολόρθος απάνω στο μπεντένι στεκότανε ο Σταμάτης με σταυρωμένα τα χέρια, κοιτάζοντας κατά τους Εγγλέζους. Ο «Κάμπριαν» είχε αρχίσει να κάνει νερά κι' έριχνε τις βάρκες του να γλιτώσει την τσούρμα του. Μα πριν αφήσουν το καράβι τους, θελήσαν να δώσουν το τελευταίο χτύπημα στο κάστρο. Γεμίσανε διπλά και ρίξανε όλα τα κανόνια μαζί στη ρίζα του καστελιού, που 'ταν ο Σταμάτης. Το καστέλι άφησε μια λάμψη θεόρατη κι' ένα καπνό από πάνω και σωροβαλιάστηκε ολόκληρο κάτω στη θάλασσα με τις ντάπιες του, τα κανόνια και τους ανθρώπους του!...
   Το τι γίνηκε με το γυρισμό της Χρυσώς στο νησί, το φαντάζεστε. Όλοι σηκωθήκανε στο ποδάρι, λες κ' η Χρυσώ δεν ήταν μονάχα το παιδί του Νταλαμάγκα και της Μαντίνας, μα όλου του νησιού. Ρίχνανε σμπάρα, ανοίξανε τις εκκλησίες, χτυπάγανε τις καμπάνες, φιλιόντουσαν μες στο δρόμο σα να 'τανε Ανάσταση, για τη χαρά του καπτάν Γιάννη. Οι γυναίκες φωνάζανε  η μια στην άλλη από τα λιακωτά: «Ήρθε το Χρυσώ», «Ήρθε το Χρυσώ», και κατεβαίνανε και τρέχανε στο πόρτο για το καλώς όρισες. Τα παλικάρια φωνάζανε για τους μπαντίδους: «Θράψη, θράψη! Ούτε ρουθούνι!» και τα παιδιά χωρατεύανε· «ο Μπαρρούς», έλεγε ο ένας· «μπαρούτι», έλεγε ο άλλος. «Στάχτη και μπούλμπερη», ο παρά πέρα, και γελούσαν σαν παλαβά. Όλοι μαζί την πήγαν στο σπίτι της. Τα Νταλαμαγκέικα πήγαν να πέσουν απ' τον κόσμο. Όλοι θέλαν να ιδούν. Η Χρυσώ καθότανε ανάμεσα στους γονέους της που κλαίγανε, τούτη τη φορά από χαρά, κ' η Βασίλω κατάχαμα με το κεφάλι της ακουμπισμένο στα γόνατα της κυράς της. «Καλώς τα δεχτήκατε!» φωνάζαν απ' όλες τις μεριές με γέλια και χαρές. Μα η στενοχώρια και το σπρωξίδι ήταν τρομάρα κι ολοένα ερχόντουσαν. Έτσι κι' ο καπτάν Λεφτέρης σηκώθηκε, πήρε απ' το χέρι τη Χρυσώ και φώναξε: «Ανοίχτε, ρε παιδιά! Θα κατέβει κάτω το Χρυσώ να χορέψουμε!» και τράβηξε μπροστά με το σκουφί του απάνω στο ραβδί. Ξεμπουκάρησαν τότε όλοι στην αυλή κι' ανάσανε το σπίτι απάνω. Πέντε μερόνυχτα χορεύανε, μπροστά ο Τριτσιμπίδας, σαλτάροντας από πάνω απ' τα τραπέζια και τραγουδώντας «λεϊμονιά, λεϊμονισμένη» ίσαμε που του κόπηκε η φωνή κ' η μέση και πήγε και κοιμήθηκε.
   Η Χρυσώ ξανάβρε τα παλιά της γέλια κ' ήταν όλο χαρά που ξαναγύρισε στους γονέους της και στο νησί. Όλη τη σκέψη της την είχε σ' αυτούς που τους ξανάβλεπε τόσο ανέλπιστα και τους ήθελε  ήσυχους και ευτυχισμένους. Μα με ημέρες, όταν είχαν πια τελειώσει τα ταβατούρια και καθένας ξανάπιασε τη δουλειά του, η Χρυσώ πολλές φορές πήγε και κάθησε στ' ακρογιάλι και κοιτάζοντας πέρα κατά το Νοτιά το ατέλειωτο το πέλαγος, συλλογιζότανε το Σταμάτη και τον έκλαιε κρυφά.
 
Ράδος Κωνσταντίνος
ΑΝΟΙΚΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 
Σημειώσεις:
(1) Σεφερλής: Πολεμιστής. Είναι Έλληνας ναύτης του τουρκικού στόλου. Ο Σουλτάνος αντί χρηματικού φόρου από τα νησιά ναυτολογούσε νέους για το στόλο του.
(2) Πληρώματος 
(3) Πρέζα: η λεία των καταδρομέων
(4) Πυριτιδαποθήκη
(5) Νυχτοφύλακας
(6) Αστυνόμος
(7) Ο προμαχώνας
(8) Έγγραφο υποταγής με όρους αμνηστείας
(9) Η αμνηστεία σύμφωνα με τη φρασεολογία του μεγάλου διερμηνέα του οθωμανικού στόλου. Είχαν μάθει να τη χρησιμοποιούν ακόμη κι οι πειρατές.
(10) Ευνούχους
(11) Να παραδοθείτε!

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

   - Kαπετάνιο, τι όμορφο που είναι το νησί μας. Με τα λευκά του σπίτια, την αχιβαδολίμνη και τον ήλιο του. Και η αδελφή σου πόσο συμπονετικιά είναι με όλους μας. Τώρα που θα την παντρέψεις και αυτή, ήρθε και η δικιά σου ώρα. 
   - Τι λες, ρε Κωσταντή, τα καράβια μου δεν τα προδίδω για τίποτα στον κόσμο αυτό. 
   - Και τα καράβια μετά ποιος θα τα πάρει καπετάνιο; Χρειάζεσαι καπετανόπουλο κι εσύ. 
   - Ο Θεός δίνει και αυτός αποφασίζει, Κωσταντή. Εγώ άσπρισα μέσα στα καράβια. Ο Θεός δίνει κι αυτός παίρνει μόνο. Κανείς άλλος, Κωσταντή, ακούς;
   - Μη και θες να μονάσεις, καπετάνιο μου;
   - Όχι, Κωσταντή, Θεός φυλάξει. Εγώ που έχω σκοτώσει τόσους, όχι, πρώτα τα καράβια, μωρέ. Πρώτα αυτά, είπε με στόμφο ο Γιωργής και σηκωθήκαν όλες οι τρίχες του Κωσταντή.
   - Καλώς, καπετάνιο μου, καλώς. Σχώρα με, αν σε τάραξα, καπετάνιο. Σχώρα με.
   Ο Κωσταντής σκύβει το κεφάλι του και απομακρύνεται. Ο καπετάνιος συνεχίζει το περπάτημα, μέσα στην Πλάκα, το μεγάλο οικισμό του νησιού. Συλλογιέται τον Κωσταντή του, τον πιστό του Κωσταντή. Είναι μαζί του από την αρχή σχεδόν, όταν ήταν απλός ναύτης κι αυτός, δεν μπορούσε να του κρατά κακία. Τώρα ο Κωσταντής θα πλησιάζει στο σπίτι του. Θα σμίξει με τη γυναίκα του και τα μικρά του. Του έρχονται εικόνες από τα δικά του παιδικά χρόνια, στη Σμύρνη, που έπρεπε να χαθεί με την αδελφή του από προσώπου γης. Να μην τον χαλάσει ο πασάς. Τους κυνηγούσε όλους από τη γενιά του. Δεν ήθελε να μείνει κανένας Μητρόπουλος ζωντανός, «μήτε θηλυκός, μήτε αρσενικός επάνω στον τόπο τούτο». Απ' αυτούς που του χαλάσανε τη φαμίλια του και πήγαν να σηκώσουν κεφάλι, «δεν έπρεπε να μείνει ρουθούνι». Αυτό είπε και παραλίγο να τους ξεκάνει όλους. Αυτός και η αδελφή του πρόλαβαν μόνο να εξαφανιστούν. Αυτός και η αδελφή του ξεβράστηκαν στη Μήλο, μόνοι, χωρίς κανέναν να τους καρτερά.
   Με την πρόνοια του Θεού, που δεν αφήνει κανέναν, εμφανίστηκε ο πατέρας Ευσέβιος. Τους συμπόνεσε, όπως γυρνούσαν στο νησί πεινασμένοι, χωρίς ένα ρούχο ολάκερο, να ζητιανεύουν για λίγο φαΐ. Έτσι γίνηκε πραγματικός πατέρας τους, άγγελος επί γης και προστάτης τους. Ο Γιωργής δεν ήθελε γράμματα, μόνο τη θάλασσα και ο πατέρας τον βοήθησε να μπαρκάρει σε ένα πλοίο. Σιγά - σιγά τα έμαθε όλα. Έτσι έγινε πιλότος και επειδή ήταν πρώτος στη δουλειά, όλοι τον σεβόντουσαν και τον άκουγαν για την κρίση του. Ανάγκασε τον κύρη, τον καπετάν Σπανό, να τον κάνει καπετάνιο του και μετά από λίγο καιρό να γίνει μέχρι και συνεταίρος του. Ο Γιωργής δεν ήθελε να μείνει συνέταιρος, ήθελε δικό του πλοίο, κατά δικό του. Με υπομονή και επιμονή έχτισε το πρώτο, την «Αρετή» και ύστερα το δεύτερο, την «Υπομονή» και μετά από δυο - τρία χρόνια έκανε άλλα τρία πλοία. «Εγώ έχω πεντακόσια άτομα στα πληρώματα και εφτά γαλιότες», σκέφτεται, «και φέτος θα χτίσω κι άλλη. Κουρσάρος μπορεί να είμαι, αλλά μόνο με την Τουρκιά τα έχω, γρέκικο καράβι δεν πειράζω εγώ. Πρώτος στη φωτιά ξεχύνομαι, έτσι, να βλέπουν οι ναύτες μου και να πέφτουν μαζί μου. Μέχρι και ο Μοροζίνης με θαύμασε και με έκανε κολονέλο του και παράσημο μου έδωσε της Γένοβας, σε εμέ τον Γιωργή, το Σμυρνιό. Τα πλοία, αυτά με κάναν κύρη. Έτσι κάποια μέρα θα αναγκαστούν οι Κρίσποι να μου δώσουν τον τίτλο μου. Έτσι θα γίνω τρανός εγώ. Γι' αυτό δε τα θέλω τα προξενιά, εγώ θα γίνω πρώτος μόνος μου, να μου λεν μετά, εμείς σε κάναμε άνθρωπο, όχι». Αυτά συλλογίζεται καθώς προχωρά για το σπίτι του.
   «Σε τρεις μήνες πάλι στη θάλασσα, το ντοβλέτι θα βγει να μαζέψει τους φόρους του κι εγώ πάλι θα είμαι για να τους πάρω. Έτσι θα κάνω το όγδοο πλοίο εγώ και θα βάλω γραμμή για το επόμενο. Άσε τους άλλους να χαλάνε τα γρόσια τους στο πιοτί και στον ποδόγυρο».
   Συνεχίζει το περπάτημά του, βραδύνει το βήμα του. Είναι κορδωμένος με τα χέρια στην πλάτη και οι νοικοκυραίοι τον χαιρετάνε, άλλοι με δουλικότητα, άλλοι με σεβασμό. Αυτός κορδώνεται κι άλλο.
   - Καλησπέρα, καπετάνιο μας!
   - Ώρα καλή σου, καπετάνιο μας!  
   Ανταποδίδει κι αυτός. Σταματά στη βρύση να πιει λίγο νερό κι εκεί τη βλέπει. «Τι κόρη είναι ετούτη, Παναγιά μου», λέει και η ψυχή του ξυπνά, τα μάτια του ανοίγουν και η καρδιά του χτυπά όλο δυνατότερα. Αυτή τον καταλαβαίνει και χαμηλώνει το βλέμμα της. «Τι πεντάμορφα μάτια είναι ετούτα» -ξεφυσά- «γαλάζια σαν τη θάλασσα». Αυτή προχωρά και ξεμακραίνει λίγο ακόμη και μπαίνει μέσα σε μια γαλάζια πόρτα. Συννεφιάζει λίγο σαν σκέφτεται ότι μπορεί να είναι λογοδοσμένη, αν είναι λεύτερη όμως, θα γίνει δικιά του.
 
   Εκείνο το βράδυ ο Γιωργής δε μπορεί να βρει ησυχία. Τα μάτια της κόρης να τον κοιτούν με τόση αθωότητα τον γαλήνευαν και τον έκαναν να αισθάνεται όμορφα. Αυτά τα μάτια είναι παντού, ακόμη και όποτε κάνει να κλείσει τα δικά του. Ύπνος δεν του κολλάει, στριφογυρίζει στο ντιβάνι του. Βγήκε στην αυλή, δεν τον χωρούσε ο τόπος, είχε ένα πλάκωμα πάνω του, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν, το πράγμα ήθελε σύνεση και σκέψη. Φόρεσε τη βράκα του και το πουκάμισό του και βγήκε από το σπίτι, άρχισε να κατηφορίζει στο σκοτάδι, με το φεγγάρι να τον οδηγεί, για τον Αδάμα, στο λιμάνι. «Τα πλοία να δω, να ηρεμήσω λιγουλάκι», σκέφτηκε.
   Το πρωί, σηκώθηκε νωρίτερα απ' ότι συνήθως, τον βασάνιζε η κόρη. Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού τού έσπαγε τα ρουθούνια, η μυρωδιά μαζί με το τραγούδι της Αρετής και της κυρα - Τασίας ημέρεψαν λίγο το μυαλό του.
   Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος που ακουγόταν το τραγούδι. Ανοίγει την πόρτα και χαζεύει τις δύο γυναίκες που είχαν τα μαλλιά τους δεμένα επάνω και με τα μανίκια τους ανεβασμένα επάνω από τον αγκώνα δούλευαν με τέχνη το ζυμάρι και του έδιναν σχήμα.
   - Καλημέρα, αδελφέ μου, του είπε η Αρετή χαμογελώντας.
   - Καλημέρα, αδελφή. Καλημέρα κυρα - Τασία. Πω πω τι μυρωδιές είναι αυτές; Ευλογημένοι να είμαστε.
   - Καλημέρα, καπετάνιο μας.
   - Κυρα - Τασία μπορείς να πας να μου φέρεις το σκουφί μου από μέσα.
   - Ποιο, καπετάνιο, το λευκό ή το μαύρο;
   - Δεν έχω αποφασίσει ακόμη, φέρτα και τα δύο.
   - Αμέσως, καπετάνιο.
   Ο καπετάνιος είχε ένα χούι αποκτήσει με τα χρόνια, ανάλογα με τη διάθεσή του φόραγε είτε το μαύρο σκουφί, αν είχε σκοτούρες, ή το λευκό, αν η διάθεσή του ήταν πολύ καλή.
   - Αδελφή, μήπως ξέρεις την οικογένεια που μένει κάτω στο χωμένο σπίτι με τη γαλάζια πόρτα, δίπλα από την κρήνη;
   - Καλοί άνθρωποι, αδελφέ μου, είναι και κοιτάνε τη δουλειά τους μόνο. Ο πατέρας είναι ξενομερίτης σαν εμάς. Από τη Σέριφο είναι, έχουν και μια κόρη, την Ανθή.
   - Είναι δοσμένη, αδελφή; ρώτησε με ταραχή.
   - Δεν την έχουν λογοδοσμένη απ' ό,τι ξέρω, αδελφέ.
   Ο Γιωργής δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτα άλλο. Αγκαλιάζει την αδελφή του και της δίνει ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο. Μπαίνει μέσα η Τασία με τα σκουφιά στα χέρια, ο καπετάνιος παίρνει από τα χέρια της το λευκό σκουφί και ξεκινά για τον Ευσέβιο, στη Μέσα Παναγιά, έχει φτερά στα πόδια του. «Η πεντάμορφη Ανθή είναι για με, τη θέλω δίπλα μου».
   Μπαίνει με φόρα μέσα στην εκκλησία και κοιτάζει να βρει με τα μάτια του τον παπά. Ακούει θόρυβο από το ιερό και κατευθύνεται προς τα κει.  Τον βλέπει να κάθεται χάμω και να έχει ένα βιβλίο στα χέρια του, τον πλησιάζει και στέκεται δίπλα του. Βγάζει το σκουφί του, κάνει τον σταυρό του και του φιλάει το χέρι.
   - Πατέρα, έγκωσα, όλο στον πόλεμο είμαι, υπηρετώ τη Γαληνότατη και το έθνος μου, θέλω να κάνω παιδιά πια, να συνεχιστεί τ' ονομά μου, να ζήσουν μια ζωή καλύτερη από εμέ, είπε με μιαν ανάσα. 
   Ο Ευσέβιος σηκώνεται και ο καπετάνιος κάνει πίσω.
   - Τι θες, παιδί μου;
   - Θέλω να πας να ζητήσεις την Ανθή του ξενομερίτη για μένα.
   - Η Ανθή είναι κόρη ψαρά, δεν έχει να σου προσφέρει τίποτις. Γιατί την θες;
   Ο καπετάνιος σφίγγει το σκουφί του.
   - Πατέρα, δεν έχει τίποτις, μα την θέλω δίπλα μου. Γυναίκα μου, κυρά μου, καπετάνισσα.
   - Εσύ, Γιωργή, παιδί μου -γλυκαίνει τη φωνή του- είσαι κύρης μεγάλος. Δε θες να το ακούς τόσο πολύ, το κορίτσι δεν έχει τίποτις, ούτε καράβια, ούτε άντρες, μήτε ο πατέρας της είναι τίποτις. Κοίτα την τύχη που βρήκα για την αδελφή σου, θα ζήσει στη Ζάκυνθο, σε σπίτι μεγάλο, δε θα της λείψει τίποτε.
   Ο καπετάνιος σφίγγει κι άλλο το σκουφί του και κοιτάζει τον παπά ίσα στα μάτια.
   - Εγώ, αν ήθελα προξενιό, θα το 'χα κάνει. Τόσοι με θέλουνε στο σπίτι τους μέσα. Σε εκλιπαρώ να πας να ζητήσεις την Ανθή για μένα. Αυτήνα θέλω. 
   Ο καπετάνιος μίλαγε και το κορμί του έκαιγε, το πρόσωπό του  σπιθοβολούσε. Κάνει και σκύβει το κεφάλι του με ευλάβεια. Ο παπάς το έβλεπε το πάθος του, σηκώνεται και κάνει το σήμα του σταυρού και με φωνή επίσημη λέει:
   - Καπετάν Γιωργή Μητρόπουλε, θα πάω να τη ζητήσω. Η Ανθή του ψαρά, αφού τόσο την θες, θα γίνει γυναίκα σου.
 
   Οι άνθρωποι ξυπνούσαν από τον μεσημεριανό τους ύπνο, οι γυναίκες μαζεύονταν γύρω από τα σκαλάκια στα σπίτια τους. Ένα βουητό μεταφερόταν από τη μια μάντρα στην άλλη. «Ο  καπετάν Γιωργής λογοδόθηκε με την Ανθή του ψαρά». Οι γυναίκες, στις κουβέντες τους, ρωτούσαν να μάθουν πώς έγινε αυτό, πού την είδε, πριν πόσο καιρό. «Μεγάλο πράγμα τέτοιος γαμπρός, τόσα πλοία, τόσα γρόσια, καλή αδελφή, ζωή χαρισάμενη θα περάσει η Ανθή μαζί του».
   Ακόμη και οι άρχοντες στα σπίτια τους συζητούσαν γι' αυτό το σμίξιμο, δε μπορούσαν να δεχθούν πώς έγινε. Μπορεί ο καπετάνιος να μην ήταν από αρχοντική οικογένεια, ήταν όμως πιστός στο δουκάτο. Ο στόλος του μεγάλωνε με τα χρόνια συνεχώς, σε λίγο θα έφτανε σε δύναμη τα πλοία του στόλου κι οι ναύτες του τον ακολουθούσαν πιστά. Είχε και φίλους αδελφοποιητούς στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο και σε άλλα νησιά. Ακόμη τα χρόνια του Γιωργή είχαν περάσει κι όλοι περίμεναν ότι δε θα παντρευόταν, τόσα προξενιά του είχαν κάνει κι αυτός πάντα κάθετος: «Όχι, πρώτα τα πλοία μου, μετά το σπίτι μου και βλέπουμε για μένα».
   Οι κουβέντες συνεχίζονταν, αλλά δεν έμπαιναν ούτε στο σπίτι του Γιωργή ούτε στης Ανθής, μόνο στον Ευσέβιο έφτασαν. Αυτός αποκρίθηκε: «Αφού θέλει την παιδούλα, αυτή θα πάρει. Είναι πιστός στο δουκάτο μας και θα κάνει αυτό που θέλει», κι έστρεψε την πλάτη και βυθίστηκε πάλι στις προσευχές του.
   Ο Γιωργής, με το μαχαίρι με την ασημένια λαβή να λαμποκοπά στη μέση του και την αδελφή του στα δεξιά του, κατευθυνόταν στο σπίτι του πεθερού του. Λαχταρούσε να δει το πρόσωπο της να του χαμογελά, χτύπησε την εξώπορτα με δύναμη κι η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως.
   - Έμπα μέσα, καπετάνιο, είπε η κυρα - Δήμητρα αυθόρμητα. Η πλεξούδα από τα μαλλιά της ανέμιζε. Είχε μεγάλη χαρά που θα 'κανε τέτοιο γαμπρό. «Μεγάλη τύχη για την κόρη μας», έλεγε στον άντρα της, τον Αντώνη.
   - Γειά σας, αναφώνησε με τη βροντερή φωνή του και μπήκε μέσα ο Γιωργής με την αδελφή του και συνέχισε:
   - Θέλω να πάρω την Ανθή να πάμε κάτω στο λιμάνι, θα δει τα πλοία μου και τους ναύτες μου. Θα γίνει κυρά μου. Πρέπει να τη μάθουνε, να τη σέβονται και να την τιμούν.
   - Όπως προστάζεις, καπετάνιο, είπε ο πατέρας της Ανθής.
   Τώρα περπατούσαν οι τρεις τους κάτω στο λιμάνι και κατευθύνονταν στο αγκυροβόλι των πλοίων του. Ο Γιωργής φέρνει τα χέρια στο στόμα του σαν χωνί.
   - Θοδωρή, καμάρι της Αρβανιτιάς, κατέβα κάτω.
   Κατέβηκε από τη γαλιότα ένας κοντός, μαυριδερός, ηλιοκαμένος νέος με μια ουλή στο αριστερό του μάγουλο και, τρέχοντας, πήγε μπρος στο Γιωργή. Αυτός έσκυψε στ' αυτί του Θοδωρή, που άκουγε με προσοχή, μετά τινάχτηκε κι άρχισε να τρέχει από το ένα πλοίο στο άλλο και να μιλάει στους ναύτες. Μερικοί απ' αυτούς κατέβηκαν από τα πλοία και άρχισαν να τρέχουν μέσα στα στενά της πόλης. Βοή άρχισε ν' ακούγεται. Άνθρωποι με πολύχρωμα ρούχα σε μπουλούκια έφταναν μπροστά στα πλοία του Γιωργή, κάποιοι απ' αυτούς πήγαν κατευθείαν στον καπετάνιο κι άρχισαν να του μιλούν, ενώ άλλοι άρχισαν να μαζεύουν τους ναύτες. Μια φρουρά Φράγκων, με τις γυαλιστερές τους πανοπλίες, εμφανίστηκε στο λιμάνι και αφού ο λοχαγός τους μίλησε με τον Γιωργή, απομακρύνθηκαν αμέσως. Έκατσαν σε απόσταση  να επιβλέπουν τη μάζωξη.
   - Φοβούνται ότι θα κάνουμε επανάσταση και θα τους διώξουμε, είπε στις δύο γυναίκες χαμηλόφωνα, έχοντας το πρόσωπό του στραμμένο  στη φρουρά των Φράγκων.
   Σε λίγο όλοι οι ναύτες ήταν μπροστά από τα πλοία τους και περίμεναν ν' ακούσουν τις προσταγές του καπετάνιου τους. Αυτός στράφηκε στο πλήθος και με δυνατή φωνή, που τράνταξε το λιμάνι, είπε:
   - Αδέλφια, σήμερα είναι μέρα χαρμόσυνη για το σπίτι μου. Θέλω να δείτε την Ανθή, τη γυναίκα που θα παντρευτώ. Θέλω να τη σέβεστε και να την τιμάτε σαν εμένα. 
   - Καλά στέφανααα, καπετάνιο! ανταπάντησαν αυτοί, φωνάζοντας μ' όλη τους δύναμη και χειρονομώντας.
   - Αυτό ήθελα να σας πω, τώρα πηγαίνετε. 
   Ο κόσμος άρχισε να διαλύεται γρήγορα - γρήγορα. Άλλοι ξεκίνησαν για τα σπίτια τους κι άλλοι για τα καπηλειά του λιμανιού. Σε λίγη ώρα είχαν μείνει οι τρεις τους να χαζεύουν τα πλοία και τους ναύτες που είχαν μείνει σ' αυτά. Έτσι τράβηξαν κι αυτοί το δρόμο τους. Ανέβηκαν προς την εκκλησία να πουν στον Ευσέβιο την καλησπέρα τους.
 
   Μπήκε ο Μάρτης, η εποχή που η Πύλη στέλνει τα πλοία της να μαζέψουν τους φόρους από τα νησιά. Τα πλοία άρχισαν να γεμίζουν τ' αμπάρια τους με γρόσια, καθώς πήγαιναν από το 'να νησί στο άλλο. Αυτή ήταν η εποχή που ο Γιωργής έβγαινε με τα πλοία του για να χτυπήσει τους Τούρκους. 
   Οι άνδρες της επιμελητείας συγκέντρωναν τα τελευταία τρόφιμα και καταμετρούσαν πολεμοφόδια για τα πλοία. Άλλοι ναύτες έκαναν ασκήσεις ώστε να 'ναι έτοιμοι για τη μάχη. Ο Γιωργής επέβλεπε όλες τις ετοιμασίες μέσα στα πλοία προσωπικά. Κοιτούσε τους μαραγκούς να κάνουν τις τελευταίες επισκευές που χρειάζονταν τα σκαριά. Πέρασε απ' το σπίτι του κάθε ναύτη για να μιλήσει με την οικογένειά του, να δει αν είχαν κάποια ανάγκη. Αρκετές φορές είχε μαζί του και την Ανθή του, να τον συντροφεύει και να μιλάει με τις γυναίκες των ναυτών. Αυτό το κορίτσι ήξερε, με την αθωότητά του, να κερδίζει όποιον συναντούσε, έδειχνε να καταλαβαίνει ό,τι του 'λεγαν. Οι μέρες των προετοιμασιών ήταν πάντα δύσκολες, οι ναύτες θα έφευγαν μακριά από τις οικογένειές τους, κάποιοι λίγοι έλεγαν ότι μπορεί να μη γύρναγαν πίσω, άλλοι χαίρονταν που θα 'μπαιναν σ' αυτή την περιπέτεια και με περηφάνια  έλεγαν ότι θα 'ναι μαζί με τον καπετάν Γιωργή, «τον πρώτο καπετάνιο του Αρχιπελάγους, τον καλύτερο καπετάνιο του Αιγαίου». Σχεδίαζαν ήδη τι θα κάνουν με τα λεφτά που θα κέρδιζαν. «Πρώτα οι Φράγκοι», έλεγαν κάποιοι ψιθυριστά, «και μετά θα λογαριαστούμε και με την Πύλη».
   Πέρασε κι απ' το κάστρο ο Γιωργής να μιλήσει με τη διοίκηση. Δεν ήθελε να 'χει προβλήματα στα νησιά μέσα στο Δουκάτο του Αρχιπελάγους. Κάθε βράδυ πέρναγε απ' το σπίτι του πεθερού του για να είναι με την Ανθή και να ημερεύει. Η γλύκα της ήταν βάλσαμο στην ψυχή του Γιωργή. Δε μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του μακριά της. Δεν ήταν παντρεμένοι ακόμη και δε μπορούσε να ζει μαζί της. «Θα μας καταραστεί ο Θεός», έλεγε όποτε του πρότειναν να μείνει μαζί του, στο σπίτι του.
   Προσπάθησε να σκεφτεί έναν τρόπο για να την έχει μαζί του, αλλά δεν έβρισκε. Η Ανθή πήγαινε κάθε μέρα σε κάτι μικροχώραφα που είχαν. Ο Κωσταντής, ο ναύτης του Γιωργή, την ακολουθούσε πιστά, να τη βοηθά σε ό,τι ήθελε.
 
   Ο Ευσέβιος καθόταν στο δεξί ψαλτήρι, μ' ένα κερί στο χέρι να τον φωτίζει για να βλέπει το άγιο κείμενο, και μουρμούριζε την προσευχή του ρυθμικά. Τα χρόνια δεν τον είχαν πάρει ακόμη, κάποιος θα μπορούσε να τον περάσει και για νεότερο, αλλά η γυαλάδα του προσώπου του έμοιαζε έτοιμη να τον εγκαταλείψει. Καθώς ετοιμαζόταν να γυρίσει σελίδα στο Ευαγγέλιο, ένα τρίξιμο ακούστηκε κι η εξώπορτα του ναού άνοιξε. Ο παπάς έστρεψε το βλέμμα του να δει ποιος τον ζητούσε. 
   - Καλώς τον καπετάνιο!
   - Καλησπέρα, πατέρα!
   - Τι χρειάζεσαι, παιδί μου;
   - Πατέρα, έφερα τους φόρους.
   Φίλησε τις εικόνες, κινήθηκε προς τον παπά κι άφησε πάνω στο ψαλτήρι ένα πουγκί καφέ από χοντρό ύφασμα, που κουδούνισε έντονα καθώς άγγιξε το ξύλο. Ο Ευσέβιος το πήρε στα χέρια του, τ' άνοιξε σιγά - σιγά κι είδε το περιέχόμενό του.
   - Έχω δώσει παραγγελιά στο χρυσικό να ετοιμάσει ένα καντήλι όλο χρυσάφι, τάμα στη χάρη της Παναγιάς, για να με προσέχει.
   - Να κάνεις, παιδί μου. Θα ζητώ κι εγώ από τη Χάρη της.
   - Αύριο μπαρκάρουμε, πατέρα, θέλω να γυρίσω γερός, να παντρευτώ το κορίτσι. Θέλω ακόμη να μου τη φυλάς, να μην την πειράξουνε.
   - Δεν έχεις βάλει τον Κωσταντή να 'ναι μαζί με την Ανθή, παιδί μου; ρώτησε ο Ευσέβιος, στρίβοντας το κεφάλι για να κοιτάξει τον Γιωργή.
   - Ο Κωσταντής είναι καλός, θα κάνει όπως προστάζω. Θα λείψω μήνες όμως κι επειδή μια τέτοια δουλειά είναι δύσκολη, θέλω κι εσύ να 'χεις το νου σου.
   - Καλώς, παιδί μου. Μείνε ήσυχος, είπε κάπως αφηρημένα, καθώς μετρούσε τα νομίσματα. Ο Γιωργής πλησίασε τον Ευσέβιο για να του ασπαστεί το χέρι. Μετά έκανε ένα βήμα πίσω, φίλησε τις εικόνες κι έφυγε ήσυχος.
 
   Τα πόδια της Ανθής πάταγαν με δύναμη στο έδαφος, τάχυναν συνεχώς, αισθανόταν ότι ήθελε να πετάξει. Ναι, ήθελε να πετάξει, να γίνει πουλί και να φύγει μακριά. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και κόκκινα απ' τα κλάματα. Σκέψεις πολλές τη βασάνιζαν. «Γιατί; Τι κακό έκανε;» Πίσω της έτρεχε ο Κωσταντής αγκομαχώντας. Προσπαθούσε να τη φτάσει μα, όσο την πλησίαζε, αυτή τόσο τάχυνε την τρεχάλα της κι απομακρυνόταν πιο πολύ. Η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
   - Κυρά, της φώναζε.
   Η Ανθή δεν άκουγε τίποτε, έτρεχε όλο και πιο μακριά. Κι ο κόσμος κοίταζε κι έλεγε: «Αυτή γιατί τρέχει έτσι; Τι έπαθε; Τώρα που τα 'χει όλα...»
   Σε λίγο στο δρόμο φάνηκε το σπίτι του καπετάνιου. Ανέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, πήρε μια ανάσα και προχώρησε στο πάνω πάτωμα. Άνοιξε την πόρτα της κάμαρας και μπήκε μέσα. Έπεσε πάνω στο κρεβάτι κι άρχισε να κλαίει δυνατά, με αναφιλητά. Τα μάγουλά της έκαιγαν, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Χτυπούσε τ' ανοιγμένα της χέρια στα στρωσίδια, αυτά λερώνονταν με το αίμα της. Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε, μια φιγούρα την πλησίασε  κι ένα χέρι άγγιξε τα μαλλιά της. Η Ανθή κεραυνοβολήθηκε, γύρισε να δει ποιος ήταν  και κουλουριάστηκε ενστικτωδώς.
   - Τι έπαθες, κορίτσι μου; ακούστηκε ζεστή η φωνή της Αρετής. Το χαμόγελό της προσπάθησε να σβήσει την τρομάρα της κοπέλας. Η Ανθή έβαλε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό της. Η Αρετή πρόσεξε την ανοιγμένη πουκαμίσα της Ανθής, που ήταν σκισμένη εκεί στο στήθος και χαμηλά στο ένα μανίκι τραβηγμένη. Είδε και κόκκινα σημάδια πάνω στο λαιμό και στο πρόσωπό της. Είδε και τ' ανοιγμένα χέρια της Ανθής.
   - Τι έπαθες, κορίτσι μου; ξανάπε όσο πιο γλυκά μπορούσε. Ποιος σε πείραξε κι έγινες έτσι κίτρινη σαν το κεράκι;
   Η Αρετή έμεινε σιωπηλή να την κοιτά. Ένα αίσθημα απόγνωσης άρχισε να την κατακλύζει, καθώς σκέφτηκε τον αδελφό της να μαθαίνει αυτό που έγινε, θα γκρέμιζε ένα - ένα τα σπίτια του νησιού μέχρι να βρει αυτόν που του πείραξε το κορίτσι, όποιος κι αν ήταν. Γύρισε το κεφάλι της προς την πόρτα και φώναξε:
   - Κωσταντή! Πού είσαι χαμένε; Εμφανίσου εδώ.
   Ακούστηκαν τα βήματα του Κωσταντή κι η πόρτα έτριξε, καθώς άνοιγε για να μπει μέσα. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών του κι είχε το κεφάλι κατεβασμένο. Το χρώμα του προσώπου του ήταν άσπρο, τα δάχτυλα των χεριών του ήταν μπλεγμένα μεταξύ τους. Η Αρετή τον άρπαξε απ' τα μπράτσα κι άρχισε να τον ταρακουνά, φωνάζοντάς του δυνατά:
   - Κωσταντή, καταραμένε, τι έκανες στη νύφη μου;
 Ο Κωσταντής τραβήχτηκε πίσω λίγα βήματα κι άρχισε να σταυροκοπιέται.
   - Εγώ, κυρά, Χριστός και Παναγιά, σου κάνω σταυρό στ' όνομα της φαμίλιας μου! Να πεθάνουμε όλοι, τώρα, εδώ μπροστά σας! Τίποτα δεν έκανα, ο βαριόμοιρος!
   - Τι έγινε τότες κι είναι έτσι το κορίτσι μας;
   - Δεν ξέρω, κυρά, είχα ξεμακρύνει λίγο να πάω να φέρω νερό κι όπως γύριζα άκουσα φωνές. Η Ανθή φώναζε πνιχτά: «Μη! Τι κάνεις; Άσε με!» Πετάω κάτω το κιούπι κι αρχίζω να τρέχω και να φωνάζω: «Έρχομαι, κυρά». Έβαλα τα πόδια στην πλάτη και πάνω στο λοφί βλέπω μια σκιά να ξεμακραίνει από την άλλη πλευρά. Η Ανθή ήταν σε μια ρίζα ακουμπισμένη. Τραβώ το μαχαίρι μου και πηγαίνω να πάρω τον ίσκιο από πίσω να δω ποιος ήταν! Όπως πάω να ξεκινήσω την τρεχάλα, βλέπω την Ανθή να σηκώνεται και ν' αρχίζει να τρέχει. Φοβήθηκα, αφήνω τον ίσκιο να το σκάσει και την παίρνω στο κατόπι. Άρχισα να φωνάζω: «Κυρά, κυρά», αλλά αυτή όλο και ξεμάκραινε. Σαν την έφτανα, αυτή όλο και ξεμάκραινε πάλι.
   Η Ανθή,  όσο ο Κωσταντής μιλούσε, έτρεμε, φαινόταν σαν χαμένη. Κι έτσι έμεινε για αρκετή ώρα. Της έφεραν φαγητό, μα δεν τ' άγγιξε. Προσπάθησε η Αρετή να την καλοπιάσει, μα χωρίς αποτέλεσμα. Κάθε φορά που την πλησίαζε, αυτή δεν άλλαζε στάση, έμενε παγωμένη σαν άγαλμα. Η Αρετή μήνυσε στους γονείς της Ανθής ότι το κορίτσι θα 'μενε στο σπίτι της, για να τη βοηθήσει σε κάτι δουλειές που είχε. Σ' όποιον ρώτησε για το λόγο που έτρεχε ταραγμένη η κοπέλα, λέγανε ότι είδε δυο άντρες που βγάλανε μαχαίρια να χτυπηθούν και τρόμαξε. Η κυρα - Τασία έμεινε σαν φύλακας άγγελος πάνω απ' το δόλιο το κορίτσι. Η Αρετή δεν ήξερε τι άλλο να κάνει, βγήκε απ' το σπίτι και κατευθύνθηκε στην εκκλησία.
   Ο Ευσέβιος, όπως κάθε μέρα, ήταν στην εκκλησία του. Προτιμούσε να 'ναι εκεί για να τον επισκέπτεται ο λαός, ακόμη και το φαγητό του εκεί το 'τρωγε. Μόνο όταν πήγαινε στο σπίτι κάποιου νησιώτη ή σε καμιά δουλειά των Κρίσπων δεν ήταν στο ναό. Το βράδυ κλείδωνε,  έδιωχνε τον καντηλανάφτη κι έφευγε για το σπίτι του. Η εκκλησιά, με τις εικόνες και τα θυμιάματα, του άρεσε πολύ από μικρό παιδί. Εκεί ένιωθε ότι μιλούσε με τον Θεό, ηρεμούσε πολύ. Όλος ο κόσμος τον σεβόταν τον παπά και τον εκτιμούσε πολύ, όχι σαν τον πατέρα του το μεθύστακα, που όλοι τον κορόιδευαν. Του 'ρχονταν φευγαλέες εικόνες απ' το χωριό του, το ξύλο που 'τρωγε απ' τ' άλλα παιδιά, γιατί ήταν μικροκαμωμένος. Όλοι αυτοί που κάποτε τον βαρούσαν, τώρα έρχονταν και του φιλούσαν το χέρι και ζητούσαν συγχώρεση, απ' αυτόν τον επίσκοπο Ευσέβιο, για τα παλιά τους κρίματα αλλά και για τα νέα. Ζητούσαν να πάρει ο Θεός τις αμαρτίες τους, να ζήσουν καλύτερα, να έχουν τη μεταθανάτιο ζωή. Έτσι γίνεται τελικά, πρέπει να 'χεις υπομονή. «Η υπομονή είναι αρετή κι όποιος έχει υπομονή ο Θεός του δίνει κι άλλη».
   Η Αρετή βρήκε τον Ευσέβιο να κάθεται στην εκκλησία του, σε μια γωνιά μες στο σκοτάδι, ζαρωμένο, με το Ευαγγέλιο στο χέρι να διαβάζει μέσα απ' τα δόντια του. Το μούτρο του δεν έδειχνε σε καλή κατάσταση, τα χέρια του έτρεμαν και φαινόντουσαν πληγιασμένα.
   - Πατέρα, καλησπέρα! Πώς είσαι;
   - Καλά είμαι, παιδί μου, μαθαίνω το λόγο του Θεού.
  - Πατέρα, ανησυχώ για την Ανθή, ήρθε πριν λίγο στο σπίτι μας φοβισμένη. Κλείστηκε στην κάμαρη και δε μιλά σε κανέναν. Έλα να τη δεις και να την ακούσεις. Εσύ, που είσαι άνθρωπος του Θεού, σίγουρα θα την κάνεις ν' αλαφρώσει την καρδιά της.
   - Καλά, παιδί μου, θα 'ρθω το πρωί να τη δω.
   - Πατέρα, έλα τώρα, δεν την βλέπω καλά. Ανησυχώ μην πάθει τίποτα.
   - Καλά, παιδί μου, σε λίγο κινάμε για το σπίτι.
   - Την ευχή σου, πατέρα!
   Έσκυψε και πήγε να του φιλήσει το χέρι, αυτός έκανε το σήμα του σταυρού και της έδειξε την εξώθυρα.
 
   Ο Ευσέβιος βρήκε την Αρετή να τον καρτερά στην πόρτα του σπιτιού, χαιρετήθηκαν και μπήκαν μέσα. Ανέβηκαν πάνω στο δωμάτιο που ήταν η Ανθή. Ανοίγει την πόρτα η Αρετή και βλέπει την κυρα - Τασία να 'χει πάρει αγκαλιά την Ανθή. Ο Κωσταντής ήταν κοντά τους, δεν έφευγε απ' το πλευρό της ούτε λεπτό. «Μια φορά έκανα το σφάλμα, αλλά όχι πάλι», σκεφτόταν. Ούτε στο σπίτι του δεν πήγε για να δει την οικογένειά του. Μόλις εμφανίστηκαν κι οι δυο μαζί στην κάμαρα, η Αρετή έφυγε από την αγκαλιά της Τασίας και πήγε σε μια γωνιά, όπου κουλουριάστηκε, ενώ δυνατό τρέμουλο άρχισε να την κυριεύει. Έβαλε τα χέρια της μπροστά στα μάτια της κι άρχισε να φωνάζει και να παρακαλά να φύγουν μέσα απ' την κάμαρα. Άρχισε να καταριέται τον Ευσέβιο και του 'λεγε να φύγει. Δεν ηρεμούσε με τίποτα, ο Κωσταντής με την Τασία πήγαν να την πιάσουν κι εκείνη άρχισε να κουνά τα χέρια της πάνω κάτω, ενώ το πρόσωπό της μούσκεψε με μιας απ' το κλάμα.
   - Τι 'ναι αυτά που λέει, πατέρα; Εσύ να 'χεις κάνει τέτοιο πράμα;
   - Να με κάψει ο Θεός, παιδί μου! Δεν ξέρω τι λέει το κορίτσι... λες κι έχει το σατανά μέσα της. Θα πιστέψεις αυτή ή τον πατέρα που σε μεγάλωσε;
   - Δείξε μας, άγιε πατέρα, είπε η Ανθή μ' όση δύναμη είχε η φωνή της, δείξε μας τα χέρια σου, πατέρα, εσύ που μ' έσπρωξες πάνω στην ελιά κι άρχισες να με φιλάς και να μου λες να γίνω δικιά σου.
   Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του Ευσέβιου, οχτώ μάτια ήταν καρφωμένα πάνω του και καρτερούσαν μια απάντηση. Άρχισε να κοκκινίζει, σηκώνει το ένα μανίκι, πάει να σηκώσει και τ' άλλο, αλλά σταματά, φτύνει κάτω και τους γυρίζει την πλάτη.
   - Εμένα δε θα με κρίνετε εσείς, αλλά μόνο ο Θεός. Σας μάζεψα από τους δρόμους και σας έσωσα. Και τώρα πιστεύετε αυτή. Δεν πρόκειται να με ξαναδείτε εδώ μέσα.
   Έφτυσε πάλι κάτω. Όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάνε. Πήγε κι η Αρετή ν' αγκαλιάσει την κοπέλα, άρχισε να κλαίει κι αυτή μαζί της. Ο Κωσταντής βγήκε έξω μαζί με την Τασία, σταυροκοπήθηκαν κι είπαν με μια φωνή: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω  τ' ονομά Σου και ελθέτω η βασιλεία Σου...»
   Ο Ευσέβιος, αντί να πάει στην εκκλησία του, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Δε μπορούσε να ηρεμήσει, άρχισε να κάνει κύκλους μέσα στο δωμάτιο. Ο αέρας τον πείραζε, το φως τον ενοχλούσε, ακόμη και το ράσο του τον έπνιγε. Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Τα μάτια του έκαιγαν. Προσπαθεί να βγάλει το ράσο και το σκίζει, πετάει το κουρέλι με μανία σε μια γωνιά. «Τα παλιοθήλυκα και τα δυο τους, οι οχιές, εγώ να 'χω κάνει τα πάντα γι' αυτή την οικογένεια κι αυτές να μ' αντιμετωπίζουν έτσι». Έτσι όπως ήταν γυμνός, κάθεται στο γραφείο του, παίρνει μια κόλλα χαρτί κι αρχίζει να γράφει. Το χέρι του έτρεμε. Σταματά, κοιτάζει τα γραφόμενα και σκίζει το χαρτί. Το χέρι του είναι πιο σταθερό τώρα, ξεκινά νέο κείμενο, το τελειώνει και το κοιτάζει.  Ξαναβλέπει τη γραμμένη σελίδα, τη διπλώνει και τη σφραγίζει με κερί. Σηκώνεται και φορά το άλλο του το ράσο. Πλένει τα χέρια του και το πρόσωπό του, παίρνει βαθιές ανάσες και ηρεμεί.
   Κατεβαίνει στο λιμάνι να βρει το πλοίο του Γιωργή που αναχωρεί, ανεβαίνει πάνω και βρίσκει τον καπετάνιο, τον Ανδρέα. Ο καπετάν Ανδρέας, ένας πανύψηλος άντρας με γκρίζους κροτάφους και δυνατά χέρια, παίρνει το γράμμα. Ο Ευσέβιος τον ξορκίζει πως το γράμμα είναι μόνο για τα μάτια του Γιωργή και κανενός άλλου. «Να δώσεις το γράμμα στα χέρια του καπετάνιου σου και μόνο, ακούς; Είναι πολύ σημαντικό», του επισημαίνει. Κατεβαίνει απ' το πλοίο ο Ευσέβιος και φεύγει ανακουφισμένος για το σπίτι του. Ανάβει το καντήλι του, λέει την προσευχή του και πέφτει ήρεμος για ύπνο.
 
   Ο καπετάν Ανδρέας δίνει το γράμμα στα χέρια του καπετάν Γιωργή. 
   - Ποιος το στέλνει;
  - Ο επίσκοπος, καπετάνιο. Ζήτησε να το φέρουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα στα χέρια σου.
   Ο Γιωργής συνέχισε να κρατά το γράμμα στη χούφτα του. Πήγε σε μια άκρη του πλοίου, οι ναύτες απομακρύνθηκαν από κοντά του, σπάει το κερί και ξεκινάει να διαβάζει. Σύντομο το μήνυμα, χωρίς πολλά - πολλά λόγια, το διαβάζει μια φορά, το ξαναδιαβάζει. Τα μάτια του γουρλώνουν και με το ελεύθερο χέρι τραβά τη γενειάδα του.
   - Όλα πρίμα, καπετάνιο; Ίσα που ακούγεται μια φωνούλα στ' αυτιά του Γιωργή.
   - Όλα πρίμα, καπετάνιο; ξαναρωτά η φωνούλα. Ο καπετάνιος γυρνά το κεφάλι και αδιάφορα λέει στο ναύτη:
   - Όλα πρίμα.
   Στρέφει το κεφάλι του προς τη θάλασσα. Το χαρτί δεν τ' αφήνει απ' το χέρι του, το κάνει κουβάρι και το φέρνει μια πάνω μια κάτω στη χούφτα του. Μετά από μερικές στιγμές καίει το χαρτί στη φωτιά του πυρσού που είναι μόνιμα αναμμένη. Πάει κατά την πρύμνη να βρει τον Παναγή.
   - Παναγή, φώναξε το πλήρωμα που θέλω να τους μιλήσω.
   - Αμέσως, καπετάνιο.
   Το πλήρωμα μαζεύεται γλήγορα - γλήγορα όλο γύρω του, σε ημικύκλιο. Όλοι τον κοιτάζουν, περιμένουν να τον ακούσουν. Το βλέμμα του καπετάνιου συναντιέται μ' αυτό των ναυτών του, τα μάτια του σπιθοβολούν. Χαϊδεύει τη γενειάδα με το δεξί του χέρι και περιμένει, κοιτάζει τους ναύτες του πάλι, στρέφοντας το κεφάλι του από τα δεξιά προς τ' αριστερά.
   - Άντρες, φωνάζει μ' όλη τη δύναμη που 'χουν τα πνευμόνια του. Άντρες, θέλετε να χάσετε την πίστη σας; 
   - Όχι, καπετάνιο! απαντούν οι ναύτες.
   - Άντρες, φωνάζει ξανά, θέλετε για κύρη σας τον Τούρκο;
   - Όχι, καπετάνιο! απαντούν οι ναύτες πάλι και χτυπούν τα πόδια τους δυνατά στο κατάστρωμα.
   - Άντρες, φωνάζει πάλι, ποιον θέλετε να προσκυνάτε;
   - Κανέναν!
 Φωνάζουν δυνατότερα, χτυπώντας τα πόδια τους κάτω, στο κατάστρωμα, χτυπώντας τα χέρια τους ρυθμικά, κάνοντας το πλοίο να κουνιέται. 
   - Μπράβο, παλικάρια μου, απαντά ο Γιωργής.
   Φωνές ακούγονται απ' τους ναύτες που ζητωκραυγάζουν.
   - Αύριο θα δείξουμε τη δύναμή μας και θα δείξουμε ότι δε φοβόμαστε κανέναν.
   Οι φωνές δυναμώνουν κι άλλο.
   - Κανέναν, καπετάνιο!
   - Αύριο, θα τους πάρουμε τα γρόσια και θα κάψουμε τα πλοία τους. Αύριο, θα δείξουμε στην Πύλη τη δύναμη του στόλου μας.  Κι όλα τα γρόσια θα 'ναι δικά σας, για το γάμο μου δώρο.
   Δεν ακούγονται πλέον φωνές, μόνο κραυγές και χτυπήματα δυνατά σ' όλο το κατάστρωμα, που κάνουν το πλοίο να κουνιέται ρυθμικά μια δεξιά, μια αριστερά.
   - Ζήτω, καπετάνιο μας! Να ζήσεις, καπετάνιο μας, και να ευτυχήσεις καπετάνιοοο μαααας!
 
   Ο καπετάνιος ανοίγει με δύναμη την πόρτα του σπιτιού. Η αδελφή του με την Ανθή τον πλησιάζουν για να τον αγκαλιάσουν. Αυτός αρπάζει την Ανθή απ' το γιακά της με το 'να του χέρι και σπρώχνει μακριά την Αρετή με τ' άλλο. Αυτή πέφτει κάτω, χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο με κρότο. Ο Γιωργής σφίγγει τα χέρια του, τα κάνει γροθιές κι αρχίζει να χτυπά την Ανθή. Η αδελφή του προσπαθεί να σταθεί όρθια, ακουμπώντας στον τοίχο. Κοιτάζει τα δύο κουβαριασμένα σώματα μπροστά της και βάζει τις φωνές!
    - Μη! Τι κάνεις; Γιατί τη βαράς; 
   Ο Γιωργής δεν ακούει τίποτε, συνεχίζει να χτυπά την Ανθή μ' όλη τη δύναμη που 'χουν τα δυο του χέρια. Αυτή πέφτει κάτω, συστρέφει δεξιά - αριστερά το σώμα της, προσπαθώντας ν' αποφύγει τα χτυπήματα του Γιωργή. Δε μπορεί, γιατί ο καπετάνιος την πιέζει πιο πολύ με το βάρος του κορμιού του.
   Η Αρετή φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. 
   - Άστηνα! Μη! Δε σου 'κανε τίποτε. Σταμάτα, θα τη σκοτώσεις!
   Αυτός και πάλι δεν ακούει τίποτε. Συνεχίζει να χτυπά την Ανθή με τις γροθιές του, στο πρόσωπο τώρα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιώνονται απ' τα χτυπήματα, τα χείλη της έχουν ανοίξει, ένα κομμάτι δοντιού πετάγεται, καθώς η κοπέλα προσπαθεί να πάρει ανάσα. Τα μάτια της, γεμάτα δάκρυα, έχουν πάρει ένα έντονο κόκκινο χρώμα. Το σώμα της προσπαθεί ν' αντιδράσει, αλλά είναι σαν κλαράκι που συνθλίβεται  μέσα στην καταιγίδα. Ένα τεράστιο «γιατί;» στριφογύριζε μόνο στο μυαλό της, αλλά δεν είχε τη δύναμη να πει τίποτε. Το μπουρίνι την είχε αρπάξει και δεν την άφηνε.
   - Σκρόφα! Θα πεθάνεις σήμερα! Να μου κάνεις τέτοιο πράμα εμένα, που σ' ήθελα κυρά μου! 
   Μουρμούριζε, ενώ τα χέρια του συνέχιζαν να χτυπούν το κορίτσι στο πρόσωπο και στο σώμα. Η ένταση δεν υποχωρούσε όμως, ίσα ίσα που ο Γιωργής αισθανόταν ότι ήταν μέσα σ' ένα σκοτεινό πηγάδι στο οποίο δεν έμπαινε φως. Κι όσο χτυπούσε τ' αδύναμο σώμα του κοριτσιού, πότε πότε έβλεπε κάποιες σκόρπιες αναλαμπές φωτός.
   - Άφησέ την! 
   Έσκουζε τώρα πια η Αρετή κι η διαπεραστική φωνή της έκανε τους γειτόνους να βγουν έξω απ' τα σπίτια τους, στο δρόμο, για να δουν τι συμβαίνει. Ο Γιωργής, όμως, συνέχιζε τα χτυπήματά του. «Θα πεθάνεις, σκρόφα!» Μόνο αυτή η σκέψη ήταν σφηνωμένη στο μυαλό του. Κάποια στιγμή, που η μανία του καταλάγιασε κάπως, ξεθηκάρωσε το μαχαίρι του. Μ' αυτό άρχισε να καρφώνει την κοπέλα σ' όλο της το σώμα. Το αίμα της μουσκεύει τα ρούχα της και τα δικά του. Ένα απ' τα χτυπήματα βρίσκει την Ανθή στο λαιμό και την αποτελειώνει. Δε μπορεί πλέον να αισθανθεί τίποτε, ούτε αγάπη, ούτε πόνο, ούτε χαρά, ούτε λύπη. Το αίμα της Αρετής πιτσιλά το πρόσωπο του Γιωργή, κάνοντάς τον να ξεθολώσει. Η θυσία της κοπέλας φαίνεται να ημερεύει το χτήνος που βρίσκεται μέσα στα σωθικά του καπετάνιου. Αυτός σπρώχνει το σώμα του κοριτσιού λίγο πιο πέρα και σηκώνεται όρθιος. Το δωμάτιο είναι πια κατακκόκινο, πλημμυρισμένο στο αίμα. 
   Δεν ξεχωρίζουν πια λέξεις στα ουρλιαχτά της Αρετής. Έχει γονατίσει και χτυπά με τα χέρια της το πάτωμα δυνατά. Απ' τα μάτια της δε σταματούν να τρέχουν δάκρυα.
    Ο Γιωργής πλησιάζει τώρα την αδελφή του, ενώ συνεχίζει να κρατά το μαχαίρι σφιχτά στη χούφτα του.
   - Η σειρά σου τώρα! γρυλίζει απειλητικά. Σηκώνει το δεξί του χέρι και το κατεβάζει με δύναμη στο κεφάλι της Αρετής. Αυτή όμως δεν πέφτει κάτω. Με το ίδιο χέρι την ξαναχτυπά στο πρόσωπο, αίμα σταλάζει απ' τα ρουθούνια κι απ' τα σκισμένα της χείλη. Φτύνει το αίμα στο πρόσωπο του αδελφού της και μ' όση δύναμη της είχε απομείνει αρχίζει να τον βαρά. «Πρέπει να σωθώ, για να δικαιωθεί το κορίτσι». Αυτό μόνο σκεφτόταν.
   - Ο παπάς τα 'κανε όλα! φωνάζει. Αυτός πήγε να χαλάσει το κορίτσι σου! Ό,τι κι αν σου 'πε, είναι ψέματα! Κι εσύ το σκότωσες, το άμοιρο το κορίτσι! Καταραμένος να 'σαι! Φονιά!
   Η Αρετή σέρνεται προς το πτώμα του κοριτσιού και το παίρνει σφιχτά στην αγκαλιά της. Ο Γιωργής ρίχνει ξανά τη ματιά του ένα γύρο στο δωμάτιο. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αίμα. Κοιτά και τα χέρια του που 'ναι κι αυτά μέσα στο αίμα. Συνειδητοποιεί ότι τα ρούχα του είναι σκισμένα. Πετά κάτω το μαχαίρι και πλησιάζει την αδελφή του. Με τα δυο του χέρια αρχίζει να χτυπά τα δυο ενωμένα σώματα, μέχρι που αυτά χωρίζουν. Η Αρετή αναγκάζεται ν' αμυνθεί. 
   - Ο παπάς τα 'κανε όλα! Ρώτα και τον Κωσταντή που 'ταν εδώ, όταν τα ομολόγησε όλα ο παπάς. Καταραμένος να 'σαι! Ο Θεός δε συγχωρά τ' άδικο, ούτε σ' αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη. Στην κόλαση θα πας, καταραμένε! λέει αποφασιστικά. 
   Ο καπετάνιος την αγγίζει, δάκρυα τρέχουν απ' τα μάτια του, γονατίζει κι αυτός δίπλα της, κοντά στο πτώμα της Ανθής, σκύβει από πάνω του, τ' αγκαλιάζει, είναι ζεστό ακόμη. Η Αρετή τους αγκαλιάζει και τους δυο, αλλά αυτός τη σπρώχνει μακριά. Σκύβει και πιάνει το πεταμένο του μαχαίρι, ανοίγει την πόρτα και φωνάζει τον Παναγή, ένα απ' τα ψυχοπαίδια του, να τον ακολουθήσει. 
 
   Ο Γιωργής βαδίζει τρεκλίζοντας, το πρόσωπό του είναι ακόμη μέσα στα αίματα. Τα μαλλιά του είναι ανακατεμμένα, ιδρωμένα, κόκκινα κι αυτά απ' το αίμα της Ανθής. Το στήθος του ανεβοκατεβαίνει συνέχεια μέσα απ' το σκισμένο του πουκάμισο, οι παλμοί της καρδιάς του έχουν δυναμώσει και πάλι. Στο χέρι του κρατά ακόμη τ' ασημένιο του μαχαίρι γεμάτο αίματα. Μόνο μια σκέψη υπάρχει μέσα στο μυαλό του: «Γιατί;»  Ο Ευσέβιος είναι σημαντική προσωπικότητα για τον τόπο κι ο λόγος του μετράει, αλλά αυτή την ατιμία δε θα τη συγχωρέσει ούτε ο Θεός ούτε κι ο ίδιος. Οι Κρίσποι δε θα του χαρίζονταν, θα τον κυνηγούσαν σαν σκυλί.
   Ο κόσμος που 'βλεπε τον Γιωργή έκανε το σταυρό του, μα κανένας δεν τόλμησε να του μιλήσει. Μόνο ο Παναγής έστεκε κίτρινος δίπλα του, τρέμοντας από το φόβο του. Άρχισαν ν' ανηφορίζουν προς την εκκλησιά και να ταχύνουν το βήμα τους κι οι δυο.
   Σε λίγο έφτασαν έξω απ' την εκκλησιά. Ο ήλιος τη χτύπαγε και το λευκό της χρώμα την έκανε ακόμη πιο επιβλητική. Χτύπησε την πόρτα με δύναμη κι αυτή άνοιξε αμέσως. Ο νεωκόρος πήγε να μπει στη μέση, να τον εμποδίσει, αλλά ο Γιωργής, γρυλίζοντας, τον άρπαξε και τον πέταξε πάνω στην πόρτα. Ο Ευσέβιος βγήκε απ' το ιερό και στη θέα του Γιωργή πάγωσε.
   - Τι θες εδώ;
   Ο Γιωργής κάρφωσε το βλέμμα του πάνω του κι ο Ευσέβιος τρόμαξε. Ο Γιωργής τον έφτασε με δυο δρασκελιές.  Το γρύλισμά του δυνάμωσε, καθώς άρπαξε τον παπά απ' το λαιμό με το χέρι του και τον ξάπλωσε κάτω. Εκείνος άρχισε να πνίγεται και να τινάζει τα πόδια του για να ξεφύγει, ενώ με τα χέρια του προσπαθούσε να χτυπήσει, μ' όλη του τη δύναμη, τον Γιωργή. Αυτός όμως ήταν στοιχειό πραγματικό, χωρίς ανθρώπινες αξίες πλέον, χωρίς επιθυμίες, χωρίς τίποτα να τον συνδέει μ' αυτόν τον κόσμο. Δεν ήθελε τίποτε, δεν περίμενε τίποτε. Ο παπάς άρχισε να λερώνεται απ' τα αίματα που 'χαν τα ρούχα του Γιωργή.
   - Γιατί, πατέρα, μού το 'κανες αυτό; Γιατί; είπε κι άρχισαν τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα πάλι.
   Ο Ευσέβιος προσπάθησε κάτι να ψελλίσει, φτύνοντας ταυτόχρονα.
   - Εγώ μιλάω με το Θεό, μόνο σ' Αυτόν λογοδοτώ κι όχι σε σένα ή άλλον.
   - Τότε θα πας να Τον έβρεις να Του τα πεις! είπε ο Γιωργής κι άρχισε να καρφώνει με το μαχαίρι του τον παπά σ' όλο του το σώμα. Αυτό άρχισε να πάλλεται και το κάτουρο του ενώθηκε με το αίμα του.
   Ο νεωκόρος άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται.
   - Βλάσφημε, θα πας στην κόλαση, το σώμα σου δε θα λιώσει ποτέ!
   Ο Γιωργής, χωρίς να τον ακούει, συνέχισε να μαχαιρώνει τον παπά. Μετά από λίγο σηκώθηκε, είδε το πρόσωπο του Ευσέβιου γεμάτο αίματα, με το στόμα ανοιχτό να χάσκει, τα μάτια του γουρλωμένα. Νεκρός και πεσμένος μπρος στο ιερό της εκκλησίας του! 
   Ο Γιωργής προχώρησε προς το ιερό, μπήκε μέσα, πήγε μπροστά στην εικόνα του Παντοκράτορα, γονάτισε, κατέβασε το κεφάλι και το 'χωσε ανάμεσα στα χέρια του.
   - Θεέ μου, σχώρα με για τα κρίματά μου!
   Στράφηκε στον Παναγή. Έβγαλε απ' τα ρούχα του ένα πουγκί γεμάτο με χρυσά νομίσματα και του το 'δωσε.
   - Πήγαινέ το στην αδελφή μου και πάρε την να φύγετε από 'δω. Να πεις στο Νικόλα ότι προστάζω να φύγετε με το καράβι αμέσως, να πάτε στη Μάνη, στον Γιαννάκη τον πρόκριτο, τον αδελφοποιητό μου. Να του πεις ότι τον παρακαλώ και του ζητώ να τη φροντίσει, κι από κει να τη στείλει στον άντρα της με ασφάλεια.
   Ο μικρός πήρε τα λεφτά κι έφυγε τρέχοντας.
   Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει την εκκλησία που έγινε το φονικό. Μια φρουρά πήρε εντολή και πήγε να δει τι συμβαίνει. Οι στρατιώτες βρήκαν το πτώμα του Ευσέβιου μέσα σε ξεραμένο αίμα και το σώμα του καπετάν Γιωργή στραμμένο προς τη θάλασσα, με τ' ασημένιο του μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά του.      
 
 Φατούρος Βασίλης
CARTEL