Κυριακή 18 Ιουλίου 2021

ΧΑΜΕΝΗ ΖΩΗ

   Ήτανε ένα βράδυ του Οχτώβρη.
   Ερχότανε στο ζαχαροπλαστείο να ζητήσει το θείο της. Ήτανε ένα γνωστό μαγαζί που συχνάζανε κι οι τρεις φίλοι κι ήτανε βέβαιη πως θα τον εύρισκε εκεί μέσα. Ήξερε πως ο θείος είχε συνήθειες ακλόνητες και δεν τις άλλαζε ποτέ και πως ο βίος του περνούσε σα ρολόι, ανάλλαχτος και μονότονος. Στο ίδιο μαγαζί, στην ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος, στον ίδιο καναπέ, στο ίδιο τραπέζι.
   Μπήκε μέσα στο ζαχαροπλαστείο αλαφριά και χαρούμενη σα μια πεταλούδα. Δε θα ήτανε περσότερο από δεκαοχτώ χρονώνε μ' ένα αψηλό, μεστό, αδρό κορμί, που δεν είχε όμως τίποτα το μπατάλικο. Φορούσε μια μακριά, μάλλινη, πλεχτή, κόκκινη ζακέτα και στο κεφάλι ένα σκουφάκι κόκκινο κι αυτό, πλεχτό, που έριχνε μια κόκκινη αντιγεγγιά στα μάγουλά της.
   Ζύγωσε στο τραπεζάκι που καθόντανε οι δυο φίλοι λυγίζοντας το κορμί της σα γάτα.
   - Δεν είναι εδώ ο θείος μου; ρώτησε.
   - Δεν ήρθε ακόμα, μα τονέ περιμένουμε. Δεν κάθεσαι όσο να 'ρθει;
   Δεν έφερε καμιά δυσκολία. Τηνέ βάλανε να καθίσει στο μαλακό καναπέ ανάμεσά τους. Εκείνη έδειχνε μια χαρά σα μικρό παιδί. Δε φαινότανε διόλου να στενοχωριέται που έμελλε να κάνει παρέα με δυο σχεδό γέρους, δυο μεσόκοπους που θα ζυγώνανε τα πενήντα. Κάτι νέοι που καθόντανε στο διπλανό τραπέζι, αρχίσανε να την ερευνούνε με τα μάτια τους, μα αυτή δε φαινότανε να τους έδινε προσοχή. Όχι πως δε γύριζε να τους κοιτάξει, μα η ματιά της έδειχνε μια τέλειαν αδιαφορία. Εκείνοι σα ν' απορούσανε που τηνέ βλέπανε να κάθεται ανάμεσα σε δυο μεσόκοπους και συχνά σκύβανε, ζυγώνανε τα κεφάλια τους πάνου από το τραπέζι, κάτι σιγολέγανε κι ύστερα χαμογελούσανε όλοι μαζί. Φυσικά θα λέγανε κάτι πειραχτικό για τους δυο γέρους. Η ματιά τους, όταν τηνέ γυρίζανε προς το μέρος τους έκρυβε κάτι το ειρωνικό. Ένας ψιθύρισε:
   - Πού το ψαρέψανε το τρυφερούδι οι παλιόγεροι;...
   - Είδες εκεί τους παλιόγερους; είπε ο άλλος.
   Στο άλλο τραπέζι καθόντανε δυο αξιωματικοί. Ήτανε κι οι δυο από το Μέτωπο και φαινόντανε περήφανοι για τα μικρά χρυσά τριγωνάκια που είχανε κολλημένα στο μανίκι τους και που βεβαιώνανε την αντρεία τους. Μα το κορίτσι και σ' αυτούς έδειχνε την ίδιαν αδιαφορία. Τους κοίταζε, μα γλήγορα γύριζε αλλού τη ματιά της σα να μη της κάνανε καμιάν εντύπωση ούτε τα γαλόνια τους, ούτε τα εξάμηνα που είχανε στο μανίκι, ούτε τα νιάτα τους.
   Κείνο που την έμελλε, φαινότανε πως ήτανε μόνο οι δυο γέροι. Αυτοί τραβούσανε όλη την προσοχή της. Άκουγε με προσοχή τι της λέγανε και τους απαντούσε πρόθυμα, πρόσχαρα, πάντοτε με το γέλιο στα χείλια της, που ήτανε σωστά κοραλλένια.
   Εκείνοι ρουφούσανε με δίψα την ευτυχία αυτή που τους ήρθε έτσι αναπάντεχα αυτό το βράδυ. Η παρέα τους ήτανε πάντοτε τόσο θλιβερή. Σμίγανε, καθόντανε πάντα στην ίδια θέση, τρώγανε το ίδιο γλυκό για μήνες, κουβεντιάζανε λίγο για τα διάφορα ζητήματα της ημέρας κι ύστερα  βυθιζόντανε σε μια μελαγχολική σιωπή. Ήτανε μια μελαγχολική παρέα. Όχι πως δε λέγανε χωρατά μεταξύ τους και δε γελούσανε. Μα και το χωρατό τους και το γέλιο τους είχε ένα θλιβερό χρώμα. Χωρατεύανε για να διώξουνε την ανία που τους βάραινε, γελούσανε το πιο πολύ για να δώσουνε μια διέξοδο στη βαριά θλίψη που πλημμυρούσε την ψυχή τους.
   Μόνο απόψε δοκιμάζανε μιαν αληθινή χαρά. Αυτό το κορίτσι τούς ήρθε έτσι έξαφνα σαν ευλογία Θεού μέσα στη θλιβερή, στη βαριά, μοναξιά τους. Δεν ήτανε πια αναγκασμένοι να ξαναλένε τα ίδια και τα ίδια, να αντικρίζουνε πάλε τη βαριά μορφή ο ένας του άλλου, όπως κάνανε τώρα χρόνια. Τώρα είχανε μπροστά τους μια καινούρια, μια δροσερή μορφή, γιομάτη χαρά και υγεία, ακούγανε ένα γέλιο δροσερό που κυλούσε χαρούμενο σα ρυάκι, ζεσταινόντανε στη φωτιά που χύνανε δυο μάτια μαύρα φλογοβόλα, ανήσυχα, ρουφούσανε τη μοσκοβολιά της καλοσύνης που χύνανε τα λόγια της.
   Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και φάνηκε ο θείος. Ήτανε το τρίτο μέλος της παρέας. Τα ρούχα του ήτανε λιγάκι βρεμένα, γιατί όξω ψιχάλιζε αλαφριά. Κάθισε σε μια καρέκλα κι έβγαλε τη ρεπούμπλικά του να τινάξει τις πιτσιλάδες του νερού.
   - Σε περιμένουμε, του είπε το κορίτσι γελαστά.
   - Ε, σας αρέσει η ανιψούλα μου; 
   - Φιγουρίνι.  
   - Να ξέρατε και τι καλή που είναι.
   - Μα φαίνεται, φαίνεται δα κι από τα λόγια της, είπε ο ένας. Ήθελε να πει από το φέρσιμό της. Κι αλήθεια, ένα κορίτσι που δείχνεται τόσο πρόθυμο, τόσο ανεχτικό, τόσο συγκαταβατικό σε δυο ανθρώπους που περάσανε πια από καιρό το κατώφλι της νεότητας, δε μπορεί παρά να έχει μια τρυφερή και πονετική καρδιά. Γύρω της ήτανε τόσοι νέοι, αξιωματικοί μάλιστα από το μέτωπο, κι ούτε γύριζε να τους κοιτάξει.
   Οι δυο φίλοι φαινόντανε σα σαστισμένοι. Τόση ευτυχία δεν τηνέ περιμένανε  κι έτσι όπως τους ερχότανε ξαφνικά, τους είχε ζαλίσει γιατί βρεθήκανε απαράσκευοι να τηνέ δεχτούνε. Ζυγώνανε κι οι δυο τα πενήντα και τα μαλλιά τους ήτανε μισοάσπρα. Βρισκόντανε κι οι δυο σε κείνη την τραγική για έναν άντρα καμπύλη της ηλικίας που έχει κανείς το ένα του πόδι στην ωριμότητα και το άλλο στα γερατειά, δίχως να μπορεί κι ο ίδιος να βεβαιώσει σε ποια από τις δυο ηλικίες ανήκει περσότερο, σα μάλιστα νιώθει ακόμα τον εαυτό του όχι κι ολότελα σαραβαλιασμένονε.
   Ο ένας ήτανε καθηγητής σε κάποιο σκολειό, ο άλλος γραμματέας σ' ένα Υπουργείο, σχεδόν ασπρομάλλης, με μια πλατιά φαλάκρα που άρχιζε από το μέτωπο κι απλωνότανε σα γυμνός κάμπος ως πίσω στον κούτρουφά του. Υπάλληλοι κι οι δυο μα την υπερεσία την είχανε για πάρεργο. Κείνο που τους τραβούσε περσότερο ήτανε η λογοτεχνία. Δημοσιεύανε κι οι δυο σε περιοδικά ο ένας διηγήματα κι ο άλλος στίχους.  Τον πρώτο τονέ λέγανε Σταύρο, τον άλλο Γεράσιμο. Το κορίτσι είχε ένα ποιητικό όνομα. Το λέγανε Ανθή. 
   - Ανθούλα πρέπει να σε λένε, είπε ο Σταύρος.
   - Μα γιατί; Στο σπίτι με φωνάζουνε Ανθή.
   Ο Σταύρος ξεροκοκκίνησε. Πρώτη φορά στη ζωή του που δοκίμαζε να κάνει κοπλιμέντο. Μην είπε τάχα καμιά κουταμάρα; 
   - Μα, Ανθούλα, είναι πιο τρυφερό, σας ταιριάζει καλύτερα, αφού κι εσείς είσαστε μια μικρούλα σαν ένα μικρό λουλουδάκι, πρόστεσε. 
   Στάθηκε σα να 'θελε να αφουγκραστεί τον ήχο των λόγων του. Τι είναι αυτό; Αυτό δεν είναι απλή φιλική κουβέντα· αυτό είναι εκδήλωση, άνοιγμα καρδιάς· μπορούσε και να παρεξηγηθεί.
   Γύρισε κι έριξε μια ματιά στο θείο της Ανθής. Κείνος είχε ανοίξει μια βραδινή φημερίδα κι είχε βυθιστεί στο διάβασμα. Να άκουσε τάχα τα λόγια που είπε της Ανθής; Μην τα παρεξήγησε; Μη θύμωσε μαζί του;
   Θέλησε να δοκιμάσει:
   - Αριστείδη, τι γράφει απόψε η «Εστία»;
   - Σκούρα τα πράματα.  
   Το είπε μ' έναν τόνο πολύ φυσικό κι η ματιά του καθώς τονέ κοίταξε δεν έδειχνε καμιάν υποψία. Δόξα σοι ο Θεός, δεν έβαλε κανένα κακό με το νου του. Γιατί θα ήτανε και φοβερό, ύστερα, από τόση φιλία να τα χαλάσουνε και μάλιστα για ένα τέτοιο ζήτημα. Πού ν' ακουστεί πως ένας γέρος τόλμησε ερωτική εκδήλωση στην ανιψιά ενός φίλου του, σ' ένα κοριτσάκι που μπορούσε να είναι κι αγγόνι του! 
   Η τόλμη του να ξεστομίσει τα λίγα εκείνα λόγια τον είχε καταπλήξει και τον έκανε να φαντάζεται πως είχε ξεστομίσει τίποτα τρομερό. Δεν ένιωθε πως ούτε ο φίλος του ούτε η ανιψιά του είχανε τίποτα υποπτέψει. Γύρισε κι είδε το Γεράσιμο. Ούτε κι αυτός φαινότανε να είχε υποπτέψει τίποτα. Το πράμα λοιπόν περνούσε δίχως κακές συνέπειες. Άλλη φορά θα φροντίσει να είναι πιο προσεχτικός.
   Ο Αριστείδης τέλειωσε το διάβασμα, τύλιξε τη φημερίδα και την έβαλε στην τσέπη του. Έπειτα οι τρεις φίλοι αρχίσανε μια φιλολογική συζήτηση πάνω σε μια διάλεξη για το Σολωμό που είχε κάνει ένας νέος κείνες τις μέρες. Η συζήτησή τους τραβούσε· μόνο η Ανθή δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον. Είχε ανοίξει μόνο ένα βιβλίο που είχε φέρει μαζί του ο θείος της κι όλη την ώρα το ξεφύλλιζε. Μόνο όταν κανείς από την παρέα δυνάμωνε περσότερο τη φωνή του, σήκωνε το κεφάλι της και κάρφωνε τα μάτια της στο πρόσωπό του με περιέργεια. Μα γιατί φωνάζουνε; Γιατί μαλώνουνε; Γιατί δε συμφωνούνε;
   Ήρθε η ώρα να φύγουνε. Σηκωθήκανε όλοι, βάλανε μπροστά την Ανθή και την αφήσανε να βγει πρώτη από την πόρτα. Το πέρασμά τους ανάμεσα από τα τραπεζάκια, με τα μάτια ολουνώνε γυρισμένα απάνω τους, είχε ένα χαραχτήρα θριαμβευτικό. Ποτέ οι δύο φίλοι δεν είχανε φανεί σ' ένα δημόσιο κέντρο συνοδεύοντας μια γυναίκα και μάλιστα ένα τέτοιο κορίτσι... 
   Δώσανε τα χέρια. Ο θείος με την Ανθή μπήκανε στο τράμι. Οι άλλοι σταθήκανε απόξω όσο να ξεκινήσει το τράμι, κι όταν ξεκίνησε, μέσα από το φωτισμένο βαγόνι η Ανθή τους χαιρέτισε πάλε κουνώντας το κεφάλι της και χτυπώντας με χαρά το δαχτυλάκι της πάνω στο χοντρό τζάμι.
 
   Τώρα η Ανθή είχε γίνει πια κι αυτή ένα ταχτικό μέλος της παρέας. Πρώτοι κάθε βράδυ ερχόντανε οι δυο φίλοι κι ύστερα η Ανθή μα πολλές φορές γινότανε και το αντίθετο. Η Ανθή έφτανε πρωτύτερα, έπιανε θέση στον καναπέ και τους περίμενε. Κι άμα τους έβλεπε να 'ρχουνται, είχε πάντοτε ένα λόγο περιποιητικό, τρυφερό να τους ειπεί. Τα λόγια της τα συνόδευε πάντα με ένα γέλιο που άφηνε να φαίνουνται δυο σειρές κάτασπρα, κανονικά, μικρά σαν το ρύζι δοντάκια, ενώ όλο το πρόσωπο φωτιζότανε από το φως που χύνανε οι δυο ήλιοι των ματιών της. Όλη η έκφραση του προσώπου συγκεντρωνότανε στα δυο εκείνα μάτια, τα μαύρα, τ' ανήσυχα, τα υγρά, τα γιομάτα γλύκα και καλοσύνη. 
   Ένα βράδυ η Ανθή ήρθε νωρίτερα από το θείο της μ' ένα δεματάκι τυλιγμένο σε μια φημερίδα.
   Κάθισε στον καναπέ, δίπλα στο Σταύρο κι ακούμπησε το δεματάκι πάνω στα γόνατά της. Το δεματάκι έμοιαζε σα βιβλίο.
   - Τι είναι αυτό το βιβλίο; ρώτησε ο Σταύρος.
   Η Ανθή άρχισε να ξετυλίγει αργά το δέμα.
   - Δεν είναι βιβλίο.
   - Δεν είναι βιβλίο;
   - Όχι· αν το βρείτε τι είναι; είπε σκεπάζοντας με τις χούφτες της το δεματάκι.
   Τους βασάνισε ώρα. Κείνοι κάνανε διάφορες υπόθεσες μα καμιά δεν πετύχαινε.
   Η Ανθή ξεδίπλωσε το δέμα.  
   - Το βλέπετε;
   - Μπα! Λεύκωμα! είπε ο Σταύρος.
   Ήτανε ένα λεύκωμα που ότι το είχε αγοράσει από το χαρτοπωλείο μ' ένα χοντρό ξώφυλλο από χαρτόνι και μ' ένα κόκκινο τριαντάφυλλο ζουγραφισμένο στη μέση. Ο Σταύρος το πήρε στα χέρια κι άρχισε να το ξεφυλλίζει αργά... Όλα τα φύλλα φτιασμένα από ένα χοντρό χαρτί, κρεμ χρώμα, ήτανε άγραφα.
   - Πρώτη φορά παίρνεις λεύκωμα; ρώτησε ο Σταύρος.
   - Όχι, έχω κι άλλο. Μα αυτό είναι αλλιώτικο. Αυτό το πήρα για σας. 
   - Για μας;
   - Ναι, για σας. Γιατί, σας φαίνεται παράξενο; Θα μου γράψετε σεις κι ύστερα, θα το δώσω και σ' άλλους. Αυτό θα είναι ένα λεύκωμα φιλολογικό, καταλάβατε; Γιατί θα το δώσω μόνο σε λογοτέχνες να μου γράφουνε. Λοιπόν;
   - Καλά, μα ξέρεις, δεν έχω ποτέ στη ζωή μου ξαναγράψει σε λεύκωμα, είπε ο Σταύρος κοκκινίζοντας.
   - Δεν πειράζει. Γράφετε τώρα. Καλύτερα μάλιστα που θα κάνετε αρχή από μένα.
   - Τέλος πάντων, καλά, θα προσπαθήσω, αφού επιμένεις.
   Η Ανθή σούφρωσε τα κόκκινα χειλάκια της σα μικρό παιδί που θυμώνει.
   - Α, ώστε έτσι, αφού επιμένω... Δηλαδή εσείς δε θέλετε να μου γράψετε. Καλά, έννοια σας, κύριε Σταύρο, δε σας αγαπάω κι εγώ...
   Πρόφερε τη λέξη αγαπάω τόσο δυνατά, τόσο ξάστερα, με τόση αφέλεια. Ο Σταύρος κλονίστηκε. Ποτέ σε όλη του τη ζωή δεν είχε ακούσει αυτή τη λέξη· και την άκουγε απόψε, ύστερα από τόσα χρόνια, τώρα που τα μαλλιά του μισοασπρίσανε, κι από τα χείλια ενός τέτοιου κοριτσιού. Βέβαια η λέξη δεν είχε κανένα βαθύτερο νόημα μα κι έτσι, δίχως βαθύτερο νόημα, του χτύπησε παράξενα στ' αυτιά σαν ένα παλιό λησμονημένο τραγούδι που του άνοιξε έναν άγνωστο κόσμο.
   - Ε, καλά καλά, μη θυμώνεις, θα σου κάνουμε τη χάρη. Θα γράψουμε. Ε, Γεράσιμε; γύρισε κι είπε στο φίλο του.  
   - Βέβαια, βέβαια, πρέπει να γράψουμε.
   Η Ανθή πήρε το λεύκωμα, το τύλιξε πάλε στη φημερίδα και το τοποθέτησε πάνω στο μαρμαρένιο τραπεζάκι μπροστά στο μέρος του Σταύρου.
   - Μα απόψε κιόλας; είπε κείνος. 
   - Τι; Μήπως πρέπει δηλαδή να περάσει κανένας χρόνος;
   Ο θείος της, που είχε 'ρθει στην παρέα, γύρισε και της είπε:
   - Ξέρεις πως τους έγινες φόρτωμα των ανθρώπων; 
   Κείνη πήρε μια παραπονιάρικη έκφραση μικρού παιδιού.
   - Φόρτωμα; Αλήθεια κύριε Σταύρο; Μα εγώ νόμιζα πως είχανε και μόνοι τους την ευχαρίστηση, ψιθύρισε σουφρώνοντας τα κόκκινα χειλάκια της.
   - Μην τον ακούς το θείο σου, θέλει να σε πειράζει, είπε ο Σταύρος.
   Έπειτα γύρισε προς τον Αριστείδη.
   - Ποιος σου είπε, αδερφέ, πως μας γίνηκε φόρτωμα;
   Κείνος κούνησε το κεφάλι του.
   - Μα είμαστε τώρα εμείς για λευκώματα; Παιδιακίσια πράματα, είπε.
   - Καλά, μα αφού το θέλει, δε μπορούμε να της χαλάσουμε το χατίρι. Πρέπει κάτι να της γράψουμε.
   Φύγανε.
   Στο δρόμο, σα μείνανε μόνοι, ο Γεράσιμος είπε στο Σταύρο:
   - Τι θα της γράψεις;
   Του το είπε μ' έναν ξεχωριστό, περίεργο τρόπο, σχεδόν με κάποιαν ανησυχία.
   - Δε σκέφτηκα ακόμα. Μα τι θέλεις; Συνηθισμένα πράματα. Τι μπορεί να γράψει κανείς σ' ένα λεύκωμα κοριτσιού;
   - Βέβαια, ψιθύρισε κείνος σκεπτικός. Έπειτα πρόστεσε:
   - Σένα σα να σε συμπαθεί περσότερο. Είδες, εσένα σου έδωσε πρώτα να της γράψεις.
   - Ε, και μ' αυτό τι; Μπας και βάζεις κανένα κακό με το νου σου;
   - Μπα, Θεός φυλάξει. Τόσο αθώο πλάσμα.
   Βαδίσανε κάμποσο.
   - Ώστε δεν έχεις αποφασίσει τι θα της γράψεις; είπε πάλε ο Γεράσιμος.
   - Μα πώς θέλεις να το 'χω σκεφτεί, αφού τώρα μόλις πήρα το λεύκωμα;
   - Βέβαια, δεν είναι δυνατό.
   Σωπάσανε κάμποσο. Ύστερα ο Γεράσιμος είπε: 
   - Ξέρεις, πρέπει να είμαστε σοβαροί. Μην καθίσουμε και γράψουμε τίποτα πράματα...
   Ο άλλος ξαφνιάστηκε.
   - Δηλαδή σαν τι πράματα;
   - Να, τίποτα πράματα σα να είμαστε τίποτα μικρά παιδιά, τίποτα νεανίσκοι. Εμείς έχουμε τώρα άσπρα μαλλιά.
   - Και ποιος σου είπε πως θα γράψουμε σαν νεανίσκοι; Βέβαια θα γράψουμε σαν ηλικιωμένοι άνθρωποι, όχι όμως βέβαια πάλε και τίποτα σχολαστικισμούς.
   - Αυτό λέω κι εγώ. Δεν πρέπει το κορίτσι να γελάει μαζί μας.
   Ο Σταύρος μαζεύτηκε κείνο το βράδυ νωρίτερα στην κάμαρά του. Άναψε τη λάμπα του κι άρχισε να σουλατσαίρνει στην κάμαρά του. Το λεύκωμα ήτανε απάνω στο τραπέζι. Έκανε κάμποσες βόλτες πάνω κάτω, ύστερα πήρε ένα φύλλο χαρτί κι άρχισε να γράφει... Ουφ, τι σαχλαμάρες είναι αυτές; Αυτό είναι μια ερωτική ντεκλαρασιόνα. Είχε δίκιο ο Γεράσιμος. Τι, παιδιά θα γίνουμε τώρα; Εδώ χρειάζουνται λίγα λόγια ζουμερά και μετρημένα. Εγώ είμαι ένας γέρος, αυτή είναι ένα παιδί μου, λοιπόν τα λόγια μου πρέπει να έχουνε έναν τόνο συμβουλευτικό, πατρικό,  ας είναι έστω και μόνο φιλικό. 
   Πήρε το φύλλο και το 'σκισε.
   Καλά. Μα τι να γράψουμε; Συμβουλευτικό, ναι, δε λέω όχι, μα όχι και σχολαστικό. Λεύκωμα είναι αυτό, δεν είναι χρηστομάθεια... Μα περίεργο. Είδες πώς μου φέρνεται αυτό το κορίτσι; Πώς μου μιλεί, πώς με κοιτάζει, πώς μου γελάει... Ε, και μ' αυτό τι; Βλακείες, βλακείες... Τα τσουλούφια σου, κύριε Σταύρο, είναι άσπρα και τα μουστάκια σου μισοάσπρα. Αυτό είναι μια αλήθεια που δεν πρέπει ποτέ να τηνέ ξεχνάς ούτε να χάνεσαι σε ονειροφαντασίες.
   Έκανε ακόμα κάμποσες βόλτες πάνω κάτω.
   - Σοβαρότητα, σοβαρότητα, όπως το είπε κι ο Γεράσιμος. Λίγα λόγια μετρημένα και τίποτα παραπάνω.
   Κάθισε στο τραπέζι και πήρε την πένα κι ένα κομμάτι χαρτί.
   - Ας κάνουμε πρώτα ένα σκέδιο κι ύστερα το αντιγράφουμε στο λεύκωμα.
   Άρχισε να γράφει.
   «Η Ανθή είναι ένα κορίτσι πολύ όμορφο. Όλα της είναι όμορφα. Μα τα μάτια της είναι πιο όμορφα απ' όλα. Μάτια μαύρα, μεγάλα, γιομάτα φως που λαμπυρίζουνε, μάτια υγρά που ψιχαλίζουνε. Μα κείνο που περσότερο με μαγεύει εμένα είναι η καλοσύνη που μου δείχνει. Σε φχαριστώ Ανθή. Μα αν ήξερες αυτή η καλοσύνη πώς μου πληγώνει την καρδιά. Γιατί τηνέ νιώθω όχι σαν καλοσύνη απλή, μα έτσι σαν οίχτο προς τα γεράματά μου, σα σεβασμό προς τ' άσπρα μου μαλλιά κι αυτό με κάνει δυστυχισμένο. Μα όπως κι αν είναι εγώ έχω χρέος να σε φχαριστήσω, Ανθή, γι' αυτή σου την καλοσύνη. Αν ήξερες πόσο καλό μου κάνει.»
   Πρόστεσε και την υπογραφή του αποκάτω.
   Ύστερα στάθηκε με την πένα στο χέρι, με τα μάτια καρφωμένα στο άσπρο χαρτί, που ήτανε ακόμα νωπό το μελάνι. Κοίταξε τα γραφόμενά του σα ν' απορούσε κι ο ίδιος με τον εαυτό του.
   - Μα αυτό είναι σαν ερωτική ομολογία. Τι θα πει το κορίτσι, άμα το διαβάσει; Τι θα πει ο θείος της; Τι θα πούνε στο σπίτι της; Τι σημαίνει αυτό που 'γραψα; Μου δείχνει σεβασμό. Και βέβαια, τι άλλο έπρεπε να μου δείχνει; Μήπως έρωτα; Αυτό θα ήτανε νόστιμο αλήθεια.
   Μια μελαγχολία χύθηκε στην ψυχή του.
   - Θα γελάσει μαζί μου. Τι ήτανε αυτό που 'κανα; Δεν έπρεπε να τα γράψω.
   Σκέφτηκε να σκίσει το φύλλο μα και δεν τολμούσε. Ντρεπότανε τον εαυτό του μα και φχαριστιότανε με την ιδέα πως η Ανθή θα διάβαζε αύριο τα λόγια του...
   Την άλλη μέρα γύρισε πίσω το λεύκωμα. Η Ανθή το πήρε κι άρχισε να το διαβάζει με μιαν αφέλεια που έδιωχνε κάθε κακιά υποψία.
   - Τώρα η σειρά σας, κύριε Γεράσιμε, είπε. 
   Κείνος ζάρωσε τα χείλια του.
   - Επιμένετε;
   - Αν επιμένω λέει; Το απαιτώ. Θα μου γράψετε κι εσείς! Θα μου γράψουνε κι άλλοι, θα το δώσετε, δηλαδή, σεις και σε άλλους φίλους σας να μου γράψουνε. Μα θέλω να είναι όλοι λογοτέχνες. Δε σας είπα; Θέλω να κάνω ένα λεύκωμα λογοτεχνικό.
   Ο Γεράσιμος πήρε το λεύκωμα. 
   - Κοίταξε μην το κρατήσεις καμιά βδομάδα. Το κορίτσι βιάζεται, του είπε ο Σταύρος.
   Η αλήθεια είναι πως αυτός βιαζότανε πιο πολύ να ιδεί τι θα έγραφε. Μα ο Γεράσιμος δεν τον άφησε πολύν καιρό να περιμένει. Το άλλο βράδυ το λεύκωμα ήτανε πάλε στα χέρια της Ανθής. 
   Η Ανθή τελείωσε το διάβασμα με το συνηθισμένο της παιδιάτικο γέλιο που σκόρπιζε τόσο φως στο πρόσωπό της.
   Ύστερα το πήρε στα χέρια του ο Σταύρος περίεργος και διάβασε:
   «Άκου τι σου λένε τα πουλιά που κελαηδούνε στα δέντρα. Άκου τι σου λέει το ρυάκι που τρέχει μέσα στα χόρτα, άκου τι μουρμουρίζει η κρυφή πηγή μέσα στους βράχους, άκου τι σου τραγουδάνε τα λουλούδια. Μόνο τα λόγια των ανθρώπων μην ακούσεις. Είναι γιομάτα ψευτιά και δόλο και μπορούνε να σου φαρμακέψουνε όλη σου τη ζωή και να σε οδηγήσουνε στην καταστροφή.»
   Σα βγήκανε όξω και μείνανε μόνοι, ο Σταύρος είπε στο Γεράσιμο:
   - Μα τι σου ήρθε να γράψεις τέτοια λόγια; Έκοψες το αίμα του κοριτσιού.
   - Δικαίωμά μου δεν είναι; απάντησε ο Γεράσιμος.
   Απήντησε μ' έναν τόνο σχεδόν θυμωμένο. Σα χωριστήκανε, ο Σταύρος άρχισε να συλλογιέται με το νου του καθώς βάδιζε στο δρόμο.
   - Περίεργο. Λες και το 'γραψε σαν απάντηση στο δικό μου. Σα να φοβήθηκε πως το κορίτσι μπορούσε να με συμπαθήσει και βάλθηκε να μου κάνει αντίπραξη. Και είδες με τι τρόπο; Ζητάει να της κλονίσει την εμπιστοσύνη της σε μένα, να της βάλει την ιδέα πως εγώ αυτά που 'γραψα δεν τα πιστεύω κι έτσι να με παραστήσει έναν άνθρωπο ψεύτη κι επικίντυνο.
   Από τότε οι σχέσεις των δύο φίλων ψυχρανθήκανε. Ανταμώνανε βέβαια κάθε βράδυ στο ίδιο μέρος, σμίγανε και με την Ανθή, που αποτελούσε να πούμε το σύνδεσμο ανάμεσα στους δυο, μα οι σχέσεις τους δεν ήτανε πια σαν πρώτα θερμές κι εγκάρδιες. Κάποια υποψία τους χώριζε. Αυτό το 'βλεπε κανείς στα μάτια τους, σε κάθε κουβέντα τους. Τα λόγια τους γίνανε ψυχρά και μελετημένα. Καταντήσανε κι οι δυο νευρικοί και ήτανε φανερό πως εύκολα σε μια στιγμή μπορούσανε να φτάσουνε σε λογομαχία· αυτοί που τόσα χρόνια δεν είχανε ανταλλάξει κακιά λέξη. Κατιτί κρατούσε τον ένα μακριά από τον άλλο όσο κι αν ο καθένας προσπαθούσε βέβαια να μην αποδείξει τίποτα, υποκρινόντανε τον αδιάφορο και τον αφελή. Πολλές φορές βυθιζόντανε κι οι δυο σε μια επίμονη σιωπή που η Ανθή δε μπορούσε να την εξηγήσει.
   - Μα τι σας έπιασε καλέ; Τι μουγκαμάρα είναι αυτή;
   Τότε κι οι δυο σπεύδανε να προβάλουνε κάποια ψευτοδικαιολογία. Κάποια τάχα σπουδαία υπόθεση, κάποιος δυνατός πονοκέφαλος. Κι ας μην ήτανε τίποτα απ' αυτά. Ωστόσο, καλά καλά κι αυτοί δεν ξέρανε τι έχουνε, από πού έβγαινε αυτή η μελαγχολία τους που τους έκανε έτσι επιφυλαχτικούς και νευρικούς τον ένα στον άλλο.
   - Ουφ, δεν υποφέρεστε πια. Ξέρετε; Θα με κάνετε να μην ξανάρθω πια μαζί σας, τους είπε ένα βράδυ. 
   Τότε αυτοί, μπρος σ' αυτή τη φοβέρα, βιάσανε τον εαυτό τους να φανεί εύθυμος. Αρχίσανε να μιλάνε, να γελούνε, μα ένα γυμνασμένο μάτι θα μπορούσε εύκολα να νιώσει πως όλο αυτό το γέλιο ήτανε ψεύτικο, πλαστό, στενοχωρεμένο και πως έκρυβε στο βάθος του ένανε βαθύ πόνο.
   Έτσι περνούσε ο καιρός. Η Ανθή δεν έλειπε καμιά βραδιά. Και τις περσότερες φορές μοναχή, γιατί ο θείος της προτιμούσε τώρα τελευταία να παίζει τάβλι σ' ένα καφενείο με κάτι φίλους του.
   Ένα βράδυ η Ανθή μπήκε κατσουφιασμένη και κάπως αργότερα από άλλες βραδιές. Ο Σταύρος την κοίταξε με ύφος ανήσυχο. Κείνη κάθισε σαν πάντα κοντά του.
   - Τι τρέχει; Σου συμβαίνει τίποτα; τηνέ ρώτησε.
   - Ξέρετε; Θα με χάσετε.
   Ο Σταύρος στη λέξη αυτή ανασκίρτησε σα να τονέ τσίμπησε κάτι. 
   - Τι είπες;
   - Ναι, θα με χάσετε.
   - Δηλαδή, κανένα ταξίδι για λίγο καιρό βέβαια;
   - Για πάντα.
   - Για πάντα;
   - Ναι, για πάντα. Παντρεύομαι, είπε κι έσκασε στα γέλια, φέρνοντας το χέρι της μπρος στα μάτια της σα να ντράπηκε γι' αυτό που ξεστόμισε.
   Το πρόσωπο του Σταύρου άξαφνα χλώμιανε και μάκρυνε.
   - Παντρεύεσαι; Έτσι λοιπόν, και δε μας το 'λεγες τόσον καιρό;
   - Τι να σας ειπώ; Να, η μαμά τα κατάφερε. Μέσα σε λίγες μέρες.
   - Η μαμά; Δηλαδή δίχως εσύ να ξέρεις τίποτα;
   - Όχι, κάτι ήξερα κι εγώ βέβαια. Μα τι βγαίνει; Εγώ δε θέλω να παντρευτώ, είπε σουφρώνοντας τα χειλάκια της σαν παιδί που θυμώνει.
   Ο Σταύρος είχε γίνει τώρα πιο χλωμός.
   - Γιατί να μην παντρευτείς; Πρέπει να παντρευτείς, τα κορίτσια πρέπει να παντρεύουνται.
   - Τα κορίτσια. Κι οι άντρες; Οι άντρες δεν πρέπει να παντρεύουνται;
   - Πρέπει, ποιος λέει όχι;
   - Τότε εσείς γιατί δεν παντρευτήκατε; Αλήθεια, γιατί δεν παντρευτήκατε, κύριε Σταύρο; Κι εσείς, κύριε Γεράσιμε;
   Ο Γεράσιμος κούνησε το κεφάλι του.
   - Έτσι έτυχε, είπε ο Σταύρος.
   - Τότε να παντρευτείτε τώρα.
   - Τώρα είμαστε πια γέροι.
   - Αφήστε τα αυτά. Δεν είσαστε διόλου γέροι.
   - Έπειτα πρέπει να μας θέλει και καμιά. Δεν είναι και στο χέρι μας, είπε ο Γεράσιμος γελώντας.
   - Σας θέλουνε, σας θέλουνε. Φτάνει σεις να το θελήσετε.
   - Εσύ, εσύ πρέπει να παντρευτείς, εσύ που είσαι ακόμα παιδί, είπε ο Σταύρος με ένα περίεργο χαμόγελο στα χείλια. 
   - Εγώ, δε θέλω να παντρευτώ, σας το είπα. Η μαμά επιμένει.
   - Μα γιατί δε θέλεις;
   - Εγώ θέλω να μείνω μαζί με σας, είπε και τονέ κοίταξε μέσα στα μάτια. Ύστερα κατέβασε το κεφάλι της.
   Γελάσανε. 
   - Μαζί μας; Τι να μας κάνεις εμάς; Εμείς είμαστε γέροι, δεν το είπαμε; Εσύ πρέπει να παντρευτείς, να πάρεις ένα παιδί όμορφο... Αλήθεια, δε μας είπες... Είναι όμορφος ο γαμπρός; ρώτησε ο Σταύρος.
   - Ουφ, αφήστε τα τώρα αυτά. Μα τι της ήρθε αλήθεια και της μαμάς;...
   Ύστερα ήρθε κι ο θείος της, που γύριζε από το καφενείο, για να την πάρει να πάνε στο σπίτι. 
   - Ώστε η Ανθή μας φεύγει; είπε ο Σταύρος σα να 'θελε να βεβαιωθεί καλύτερα.
   - Έτσι φαίνεται.
   - Ε, η ώρα η καλή.
   Σηκωθήκανε να φύγουνε. Η Ανθή τους έδωσε το χέρι. Ο Σταύρος ποτέ δεν ένιωσε τόση συγκίνηση όση απόψε τη στιγμή που η Ανθή του 'δωσε το χέρι. Μάλιστα είχε την ιδέα πως απόψε του 'σφιξε το χέρι μ' έναν τρόπο διαφορετικό. Ναι, έτσι είναι, δε μπορεί να κάνει λάθος. Απόψε του 'σφιξε το χέρι αλλιώτικα. Κι η ματιά της είχε μιαν έκφραση αλλιώτικη. Ναι, ναι, δεν κάνω λάθος. Δε γελιέμαι εγώ εύκολα.
   Οι δυο φίλοι βαδίζανε στο δρόμο αμίλητοι.
   Κάποιο σύννεφο τους πλάκωνε την ψυχή. Τα ηλεχτρικά δεν ήτανε αναμμένα, γιατί η κυβέρνηση ήθελε να κάνει οικονομία στο κάρβουνο κι ο δρόμος ήτανε σκοτεινός και σχεδόν έρημος. Τα μαγαζιά ήτανε όλα κλειστά με τα ρολά τους κατεβασμένα. Μόνο τα κιόσκια φαινόντανε φωτισμένα.
   Κάποιος σταματημένος στο πεζοδρόμιο, προσπαθούσε να διαβάσει το πρόγραμμα κάποιου θεάτρου που ήτανε κολλημένο στον τοίχο. 
   Σ' ένα κιόσκι ένας είχε πιάσει γλυκιά κουβέντα με την πουλήτρα που ήτανε νέα κι όμορφη. Ένας άνθρωπος μ' έναν κουβά στο χέρι και μ' ένα πινέλο άλειφε τον τοίχο που ήτανε γιομάτος προγράμματα για να κολλήσει ένα νεκρώσιμο. Κάποιος ζύγωσε και προσπάθησε να διαβάσει.
   - Πάει κι αυτός, μουρμούρισε.
   Οι δυο φίλοι κατεβαίνανε αργά το έρημο πεζοδρόμιο. Απόψε λες και δε βιαζόντανε να γυρίσουνε γρήγορα στο σπίτι τους. 
   - Λοιπόν, πώς σου φαίνεται κι αυτό; είπε ο Σταύρος μ' ένα βαρύθυμο ύφος.
   - Έπρεπε να το περιμένουμε. Δε μπορούσε βέβαια το κορίτσι να περάσει όλη τη ζωή του μέσα στο καφενείο σαν κι εμάς, αποκρίθηκε ο Γεράσιμος.
   Αυτό ήτανε βέβαια πολύ σωστό. Μα γιατί μιλούσε έτσι απόψε ο Γεράσιμος; Ο τόνος της κουβέντας του φανέρωνε κάποια κακία, κάποια μοχτηρία, κάποια ακόμα ικανοποίηση. Ο Γεράσιμος απόψε ένιωθε μια κρυφή χαρά τόσο μεγάλη όσο μεγάλη ήτανε τώρα κι η μελαγχολία του Σταύρου.
   - Βέβαια, έπρεπε να το περιμένουμε. Αυτό είναι πολύ φυσικό... Βέβαια... Μα τι ηλίθιος που είμαι, Θεέ μου...
   Εξακολουθήσανε την κουβέντα στον ίδιο τόνο σα δυο καλοί φίλοι. Το σκοινί που απλωνότανε τεντωμένο τόσον καιρό με κίντυνο να σπάσει, απόψε χαλαρώθηκε. Οι δυο φίλοι ενωμένοι όπως τα παλιά χρόνια σμίγανε τώρα τον πόνο τους σα να σκύβανε κι οι δυο κάτω από την ίδια σκληρή μοίρα. Μια κοινή δυστυχία τους ξανάδενε πάντα σφιχτά. Μα ποια να ήτανε αυτή η ξαφνικιά δυστυχία; Ο γάμος της Ανθής; Μα αυτό έπρεπε να το περιμένουνε. Κι ωστόσο η είδηση που τους έφερε απόψε η ίδια η Ανθή είχε σκορπίσει στην παρέα τους έναν αέρα μελαγχολίας καταθλιφτικό.
   - Μας φεύγει, τηνέ χάνουμε, Γεράσιμε, είπε πάλε ο Σταύρος ύστερα από μακριά σιγαλιά.
   Ο άλλος δεν απάντησε.
   Έγινε πάλε σιωπή.
   - Τουλάχιστο να ξέραμε πως θα γινότανε ευτυχισμένη με αυτό το γάμο, είπε ο Σταύρος αργά σα να μονολογούσε.
   - Βέβαια, πρέπει να γίνει ευτυχισμένη.
   - Ουφ, καημένε, τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιος σου το αμφισβήτησε αυτό;
   - Μα θαρρώ πως κι εσύ κάτι τέτοιο είπες πρώτα.
   Έγινε σιωπή.  
   - Στα νεύρα σου είσαι απόψε Σταύρο, πρόσθεσε.
   - Να με συχωράς, Γεράσιμε. Και δεν ξέρω αλήθεια τι έχω απόψε. Κάτι μου κάθεται στην καρδιά.
   - Σα να σε πείραξε αυτό που μας είπε η Ανθή.
   Κείνος ξαφνιάστηκε. 
   - Γιατί να με πειράξει; Τι την έχω εγώ την Ανθή; Η Ανθή είναι εγγόνι μου; Να παντρευτεί, γιατί να μην παντρευτεί. Να παντρευτεί, μα να ευτυχήσει. Αυτό μόνο με νοιάζει. Θα ευτυχήσει τάχα στα χέρια του; Τι λες κι εσύ;
   - Όσο γι' αυτό θα φροντίσουνε οι δικοί της. 
   - Βέβαια, θα φροντίσουνε. Ωχ, Θεέ μου, όλο ανοησίες λέω απόψε. Μα τι μας νοιάζει εμάς στο κάτω κάτω. Ας κάνουνε καλά οι δικοί της. Ας αλλάξουμε θέμα κουβέντας. Αρκετά είπαμε γι' αυτό το ζήτημα... Μα θα είναι φοβερό, τόσο καλό κορίτσι, και να πέσει σε άσκημα χέρια.
   Περνούσανε από ένα μικρό καφενεδάκι.
   - Δε μπαίνουμε να πάρουμε έναν καφέ;
   - Μα δεν είναι περασμένη η ώρα;
   - Έλα, καημένε κι εσύ, όλο με τις κότες σου αρέσει να μαζεύεσαι, είπε ο Σταύρος.
   Μιλούσε με μιαν ασυνήθιστη τραχύτητα. Ο άλλος φαινότανε γαληνεμένος σα να είχε ξανάβρει άξαφνα την ησυχία του ύστερα από μια μακριάν αγωνία. Μπήκανε.
   Ο Σταύρος πήρε από το τραπέζι μια φημερίδα. Ήτανε τσαλακωμένη κι από τη μιαν άκρη της έλειπε ένα μεγάλο κομμάτι. Έριξε καμπόσες ματιές εδώ κι εκεί και την πέταξε χάμω. Ύστερα κόλλησε τα μάτια του σ' ένα κλαδάκι που το είχανε κρεμάσει κάτω από τη λάμπα. Τα φύλλα φαινόντανε μαραμένα και μαύρα από τις μύγες που ήτανε κολλημένες απάνω σ' ένα πυκνό στρώμα.
   - Λοιπόν, τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ύστερα από ώρα ο Σταύρος.
   - Εγώ λέω να πάμε στο σπίτι μας.
   - Έτσι λες; Πάμε. Σωστό. Τι να κάνουμε εδώ;
   Μα τη στιγμή που ήτανε έτοιμος να σηκωθεί, γύρισε το κεφάλι του στο διπλανό τραπεζάκι όπου καθόντανε τρεις άνθρωποι και κουβεντιάζανε. Το αυτί του πήρε αυτά τα λόγια από την κουβέντα του ενός:
   - Δε φοβάμαι το θάνατο. Κείνο που με φοβίζει είναι ο τρόπος του θανάτου. Σα συλλογιέμαι... 
   - Τι; ρώτησε ο άλλος.
   - Να, πως μπορεί να μου στρίψει άξαφνα το σαγόνι και να πάει πέρα. Έπειτα είναι η τρέλα. Φοβάμαι πως μπορεί να τρελαθώ. Κι αν με κλείσουνε πουθενά, καλά. Μα αν καταδικαστώ να γυρίζω στους δρόμους και τα παιδιά από πίσω μου να με κυνηγάνε και να μου ρίχνουνε λεμονόκουπες; Αυτό είναι το πιο φοβερό.
   Ύστερα άρχισε να μιλάει ο άλλος, ένας νέος με γυαλιά μεγάλα και στρογγυλά, που τα μαλλιά του πεταγότανε στον αέρα, με τσαλακωμένο κολάρο κι ένα σακάκι γιομάτο λίγδες. Μιλούσε για γιατρική. Ίσως να ήτανε φοιτητής στη γιατρική.
   - Τι θα πει εγχείρηση και να βλέπεις από μακριά τον καθηγητή; Εγχείρηση θα πει να εγχειρήσεις ο ίδιος, να βάλεις ο ίδιος μαχαίρι πάνω στο κρέας. Έτσι κάνει τώρα ο καινούριος καθηγητής μας. 
   - Σας αφήνει κι εγχειρίζετε οι ίδιοι;
   - Σε πτώματα. Πτώματα μικρών παιδιών. Α, δεν ξέρεις τι ωραία που είναι. Προπάντων οι κρανιοτομές. Παίρνεις ένα τρυπάνι και γυρίζεις, γυρίζεις πάνου στο κεφάλι του πεθαμένου... Α, είναι έξοχο.
   Ο Σταύρος γύρισε αλλού το κεφάλι του για να μην ακούει. 
   - Πού τηνέ βρήκανε την κουβέντα αυτή; ψιθύρισε.
   Αντικρύ φαινόντανε τα μεγάλα παράθυρα της μπυραρίας με τα τζάμια θολά από τα χνώτα και τους ατμούς. 
   - Κοίταξε τι γίνεται μέσα με τον ανθοπόλεμο; είπε ο Γεράσιμος.
   - Αλήθεια, έχουμε αποκριά απόψε, το ξέρεις;
   - Έχεις δίκιο, είναι αποκριά κι εμείς το ξεχάσαμε ολότελα. Ε, πάμε να φύγουμε τώρα.
   Σηκωθήκανε και φύγανε με βήμα αργό. 
 
   Η Ανθή έπαψε πια να έρχεται στο ζαχαροπλαστείο. Στην παρέα των δυο φίλων απλώθηκε πάλε η παλιά κρυάδα και μονοτονία. Κι οι δυο ξαναβρήκανε το συνηθισμένο τους ύφος. Κάποτε τύχαινε να αναφέρουνε και την Ανθή πάνω στην κουβέντα μα γλήγορα γλήγορα. Λες και προσπαθούσανε κι οι δυο να τηνέ ξεχάσουνε.
   Ένα βράδυ ο Σταύρος τηνέ συνάντησε στο δρόμο. Την είδε μα δεν τόλμησε να τηνέ ζυγώσει. Την ακολούθησε από μακριά. Γιατί; Του άρεσε να τηνέ βλέπει, ας είναι κι από μακριά; Ήθελε τίποτα να της ειπεί; Κι αυτός δεν ήξερε τι ζητούσε. Το μόνο που 'νιωθε ήτανε πως δε μπορούσε ν' αλλάξει δρόμο σα να τον έσερνε πίσω της με κανένα μαγνήτη. Η Ανθή καθότανε στο Πολύγωνο. Για να φτάσει στο σπίτι της, έπρεπε να περάσει από ένα πάρκο γιομάτο δέντρα.
   Μπήκε σ' ένα δρομάκι. Το φως ήτανε λιγοστό. Μπήκε κι ο Σταύρος στο ίδιο δρομάκι. Το μέρος ήτανε ερημικό, σιγαλιά βασίλευε γύρω, που άφηνε ν' ακούγεται ο κρότος της περπατησιάς τους.      
   Ο Σταύρος φρόντιζε πάντοτε να ακολουθεί από μακριά. Μα για μια στιγμή η Ανθή ένιωσε πως κάποιος ερχότανε από πίσω της και γύρισε το κεφάλι της. Ίσως και να φοβήθηκε.
   Ο Σταύρος στριμώχτηκε πίσω από ένα δέντρο για να μη τονέ δει. Η Ανθή ξακολούθησε το δρόμο της με βήμα τώρα γληγορότερο. Ο Σταύρος βγήκε από τη θέση του κι άρχισε να περπατάει, προσπαθώντας να πατεί όσο μπορούσε πιο αλαφρά. Μα η Ανθή ξαναγύρισε άξαφνα και τον είδε.
   - Α, εσείς είσαστε, κύριε Σταύρο; φώναξε ξαφνιασμένη.
   Κείνος ζύγωσε.
   - Εγώ, ψιθύρισε. 
   Φαινότανε σαστισμένος. Αν ήτανε περσότερο φως, η Ανθή θα 'βλεπε πως το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. 
   - Μα πώς βρεθήκατε εδώ; ρώτησε κείνη. 
   Αναγκάστηκε να σκεφτεί κάποιο ψέμα για να δικαιολογηθεί. Ύστερα πρόστεσε: 
   - Σαν έτυχε να συναντηθούμε, μου επιτρέπετε να σας συνοδέψω έως το σπίτι σας; 
   - Πολύ ευχαρίστως. Θα μου κάνετε μάλιστα και μεγάλη ευχαρίστηση.
   Βαδίζανε αργά. Το μέρος ήτανε έρημο και σκοτεινό. Ο Σταύρος κάτι ήθελε να ειπεί μα δεν ήξερε πώς ν' αρχίσει. Νόμιζε πως όπως κι αν άρχιζε, πάντα θα 'λεγε κάτι που δεν έπρεπε να το πει. 
   - Μα γιατί σωπαίνετε; Γιατί δε μου μιλάτε; είπε η Ανθή. Ύστερα πρόστεσε με παιδιάτικο τόνο:
   - Ξέρω, ξέρω, δε σας κάνει πια γούστο η συντροφιά μου. 
   - Τι λόγια είναι αυτά που λες, Ανθή; Πώς μπορείς να σκέφτεσαι τέτοιο πράμα; Ξέχασες πόσο όμορφα περάσαμε τόσον καιρό;
   - Μα γι' αυτό ίσια ίσια απορώ κι εγώ απόψε μ' αυτή τη σιωπή σας. 
   Ο Σταύρος έμεινε λιγάκι σιωπηλός.
   - Κι όμως εσύ προτίμησες να μας αφήσεις.
   Φοβήθηκε γι' αυτό που τόλμησε να ξεστομίσει, μα η Ανθή δεν έβαλε τίποτες κακό με το νου της.
   - Εγώ το προτίμησα; Η μαμά το θέλησε. Εγώ θα ήθελα να είμαι πάντα μαζί σας. Δε σας το είπα;
   - Πάντα. Αυτό είναι μια κουβέντα. Πόσον καιρό δηλαδή; Όλη σου τη ζωή; Μπορούσες να μείνεις μαζί μας όλη σου τη ζωή; Μια μέρα έπρεπε να φύγεις, έπρεπε να χωριστούμε. Τι αργά, τι γλήγορα. 
   - Αυτό δεν το είχα σκεφτεί, ψιθύρισε η Ανθή σκεφτική.
   Πέσανε πάλε σε σιωπή. Μερικά παράθυρα φαινόντανε φωτισμένα. Το σπίτι της Ανθής ήτανε ακόμα μακριά. Από μακριά ακούστηκε κάποια στρατιωτική σάλπιγγα που σήμαινε. 
   - Λοιπόν, τον αγαπάς; ρώτησε ο Σταύρος. Η Ανθή έβαλε τα γέλια. 
   - Ξέρω κι εγώ; Να σου πω καλά καλά ούτε το σκέφτηκα αυτό το πράμα. 
   Ο Σταύρος σώπασε πάλε. Τα λόγια βγαίνανε με δυσκολία από το στόμα του. Έμοιαζε σαν άνθρωπος που βαδίζει ψαχτά μέσα στο σκοτάδι. 
   - Ξέρεις Ανθή, εσύ είσαι ένα πολύ καλό πλάσμα κι όποιος θα σε πάρει, έχει την υποχρέωση να σε κάνει ευτυχισμένη. Πρέπει να το συλλογιστεί καλά όποιος θα σε πάρει. Θα ήτανε φοβερό να παντρευτείς και να δυστυχήσεις. 
   - Σωστά, σωστά. Μα γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; Ξέρετε, κύριε Σταύρο, τα λόγια σας απόψε μου φαίνουνται πολύ περίεργα.
   Ο Σταύρος σάστισε σαν ένα μικρό παιδί που το μαλώνουνε.
   - Αλήθεια; Να με συχωράτε. Δεν ξέρω τι λέω. Είμαι ένας ανόητος. Τι ανοησίες κάθουμαι και σας λέω. 
   Φτάσανε στο σπίτι της. Η Ανθή επέμενε να τονέ μπάσει μέσα, να τονέ συστήσει και στη μαμά της, μα κείνος αρνήθηκε με την πρόφαση πως βιάζεται κάποιονε να ανταμώσει. 
   - Καλά, καλά. Τότε χαίρετε και σας φχαριστώ πολύ πολύ που με συνοδέψατε. Τι σύμπτωση αλήθεια να σας συναντήσω στο δρόμο.
   - Ναι, ναι, σύμπτωση βέβαια. Χαίρετε, χαίρετε!
   Της έδωσε το χέρι.
   - Πωπώ, κρύο που είναι το χέρι σας, κύριε Σταύρο.
   Η Ανθή έτρεξε μέσα στην πόρτα της. Ο Σταύρος απομακρύνθηκε κάμποσο κι ύστερα στάθηκε. Μπροστά του είχε το σπίτι της Ανθής με το φωτισμένο παράθυρο. Στάθηκε ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Ο αγέρας κατέβαινε από τον Τρελό τσουχτερός. Ερημιά τριγύρω του. Κάποιο δέντρο κουνούσε αλαφρά την κορφή του στο φύσημα του αγέρα. 
   Προχώρεσε με βήμα αργό, ύστερα στάθηκε. Τα πόδια του κλονιζόντανε. Ακούμπησε σ' ένα δέντρο. Σκοτάδι. Άξαφνα τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει... Ένα κλάμα αργό, σιγαλό, που χανότανε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, ενώ ο αγέρας τραγουδούσε σιγαλά μουρμουριστά το θλιβερό του τραγούδι.
 
   Οι δυο φίλοι ξακολουθούσανε να συχνάζουνε στο ζαχαροπλαστείο. Όσο ζύγωνε ο καιρός του γάμου, τόσο μεγάλωνε κι η μελαγχολία τους. Ένα βαρύ σύννεφο βάραινε πάνω στην ψυχή τους. Μα ο καθένας προσπαθούσε να κρυφτεί από τον άλλονε. Προσποιόντανε τους αδιάφορους και αποφεύγανε να αναφέρουνε τ' όνομα της Ανθής. Κι αν καμιά φορά το 'φερνε η κουβέντα να τηνέ αναφέρουνε, το κάνανε αυτό μ' έναν τρόπο που να δείχνει αδιαφορία και γλήγορα σπεύδανε να γυρίσουνε την κουβέντα σε άλλο θέμα.
   - Τι μας νοιάζει πια εμάς για την Ανθή; Τώρα αυτή ανήκει σε άλλονε, είπε ένα βράδυ ο Σταύρος.
   Αυτό όμως που είπε δεν τονέ φχαρίστησε και τα 'βαλε με τον εαυτό του: «Όλο γκάφες κάνω. Τι θα ειπεί ανήκει σε άλλονε; Σάμπως ανήκε καμιά φορά σε μένα και την έχασα;»
   Ένα βράδυ, εκεί που καθόντανε κι οι δυο αμίλητοι, μπήκε μέσα η Ανθή. Μπήκε μέσα ζωηρή, γελαστή κι όλο το κατάστημα έλαμψε από το φως που σκορπούσε η παρουσία της. 
   - Αύριο γίνεται ο γάμος. Σας προσκαλώ και τους δυο, είπε.  
   Ο Σταύρος κιτρίνισε. Αύριο γίνεται ο γάμος. Ώστε δεν είναι ψέματα. Έως τώρα βρισκότανε σε μια παράξενη ψυχολογική κατάσταση. Το πίστευε και δεν το πίστευε. Τώρα όμως δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Η Ανθή φεύγει, φεύγει για πάντα...
   - Άιντε, η ώρα η καλή και να μας θυμάσαι, της είπε μ' ένα προσποιημένο χαμόγελο.
   - Δε θα λείψετε; 
   - Πώς θα λείψουμε; Είναι δυνατό να λείψουμε;
   Η Ανθή τους αποχαιρέτησε κι έφυγε. Βιαζότανε. Παραμονή γάμου κι είχε να φροντίσει για τόσα πράματα...
   - Θα πάμε στο γάμο; ρώτησε ύστερα από ώρα ο Γεράσιμος.
   - Πώς δε θα πάμε; αποκρίθηκε ο Σταύρος, ξαναγυρίζοντας άξαφνα από την αφηρημάδα που ήτανε βυθισμένος.
   - Τότε να συναντηθούμε κάπου να πάμε μαζί;
   - Να συναντηθούμε, αποκρίθηκε πάλε αφαιρεμένα σα να μην ένιωθε τι έλεγε.
   Ο Γεράσιμος του μιλούσε και κείνος ψιθύριζε αδιάκοπα, ασυνείδητα: «Ναι, ναι, όπως το είπες». 
 
   Το άλλο βράδυ ο Γεράσιμος περίμενε το Σταύρο στο συμφωνημένο μέρος. Περίμενε, περίμενε, μα ο Σταύρος δε φαινότανε κι αναγκάστηκε να πάει μοναχός στο σπίτι της Ανθής με την ελπίδα πως ίσως τον εύρισκε εκεί. Μα ούτε εκεί δεν ήτανε. Η Ανθή, μόλις τον είδε, έτρεξε καταπάνω του.  
   - Γιατί μοναχός σας; Πού είναι ο κύριος Σταύρος; 
   - Μα, δεν ξέρω... Είχαμε συμφωνήσει... Περίεργο... Ίσως καμιά κακή συνεννόηση... 
   - Αν δεν έρθει, να του πείτε πως δε θέλω πια να του ξαναμιλήσω, φώναξε η Ανθή μ' ένανε μορφασμό σαν κακιωμένο παιδί... Τον άφησε κι έτρεξε στην άλλη κάμαρα, όπου την περιμένανε... Το γλέντι, που επακολούθησε το μυστήριο, βάσταξε ως το πρωί...   
   Ήτανε μια ξάστερη νύχτα, παγωμένη. Αγέρας φυσούσε που ξέραινε τα δάχτυλα των χεριώνε. Ύστερις από τα μεσάνυχτα, άρχισε να πέφτει ψιλό ψιλό το χιόνι, μια άσπρη, αλαφριά, ανάερη πιτουρίδα, που καθότανε πάνω στα ξερά κλαδιά των δέντρων δειλά, σιωπηλά σα να φοβότανε να τ' αγγίξει... Ο δρόμος ήτανε έρημος, κρύος. Τα όργανα παίζανε, μα οι νότες που φτάνανε ως το δρόμο, λες και ξεψυχούσανε πάνω στο χιόνι...  
   Ο Σταύρος δε φάνηκε στο σπίτι... 
   Μόνο ένας άνθρωπος φάνηκε, μαζεμένος μέσα σε μια πόρτα, αντίκρυ στο σπίτι της Ανθής, που έμεινε εκεί όσο που άρχισε να χαράζει. Ο άνθρωπος όλη τη νύχτα δεν κουνήθηκε από αυτή τη θέση και τα μάτια του, που ήτανε ξεπαγιασμένα από το χιόνι, δεν ξεκολλήσανε από το φωτισμένο παράθυρο με τα τζάμια, τα χνωτισμένα από τις ανάσες.  
   Οι νότες ξεψυχούσανε αργά πάνω στο χιόνι του δρόμου...  
   Ο άνθρωπος έκλαιγε, έκλαιγε μ' ένα σιγαλό αναφιλητό.  
   Έκλαιγε τη χαμένη ζωή του...   
Παρορίτης Κώστας
Λογοτεχνικό Ιστολόγιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου