Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

   - Kαπετάνιο, τι όμορφο που είναι το νησί μας. Με τα λευκά του σπίτια, την αχιβαδολίμνη και τον ήλιο του. Και η αδελφή σου πόσο συμπονετικιά είναι με όλους μας. Τώρα που θα την παντρέψεις και αυτή, ήρθε και η δικιά σου ώρα. 
   - Τι λες, ρε Κωσταντή, τα καράβια μου δεν τα προδίδω για τίποτα στον κόσμο αυτό. 
   - Και τα καράβια μετά ποιος θα τα πάρει καπετάνιο; Χρειάζεσαι καπετανόπουλο κι εσύ. 
   - Ο Θεός δίνει και αυτός αποφασίζει, Κωσταντή. Εγώ άσπρισα μέσα στα καράβια. Ο Θεός δίνει κι αυτός παίρνει μόνο. Κανείς άλλος, Κωσταντή, ακούς;
   - Μη και θες να μονάσεις, καπετάνιο μου;
   - Όχι, Κωσταντή, Θεός φυλάξει. Εγώ που έχω σκοτώσει τόσους, όχι, πρώτα τα καράβια, μωρέ. Πρώτα αυτά, είπε με στόμφο ο Γιωργής και σηκωθήκαν όλες οι τρίχες του Κωσταντή.
   - Καλώς, καπετάνιο μου, καλώς. Σχώρα με, αν σε τάραξα, καπετάνιο. Σχώρα με.
   Ο Κωσταντής σκύβει το κεφάλι του και απομακρύνεται. Ο καπετάνιος συνεχίζει το περπάτημα, μέσα στην Πλάκα, το μεγάλο οικισμό του νησιού. Συλλογιέται τον Κωσταντή του, τον πιστό του Κωσταντή. Είναι μαζί του από την αρχή σχεδόν, όταν ήταν απλός ναύτης κι αυτός, δεν μπορούσε να του κρατά κακία. Τώρα ο Κωσταντής θα πλησιάζει στο σπίτι του. Θα σμίξει με τη γυναίκα του και τα μικρά του. Του έρχονται εικόνες από τα δικά του παιδικά χρόνια, στη Σμύρνη, που έπρεπε να χαθεί με την αδελφή του από προσώπου γης. Να μην τον χαλάσει ο πασάς. Τους κυνηγούσε όλους από τη γενιά του. Δεν ήθελε να μείνει κανένας Μητρόπουλος ζωντανός, «μήτε θηλυκός, μήτε αρσενικός επάνω στον τόπο τούτο». Απ' αυτούς που του χαλάσανε τη φαμίλια του και πήγαν να σηκώσουν κεφάλι, «δεν έπρεπε να μείνει ρουθούνι». Αυτό είπε και παραλίγο να τους ξεκάνει όλους. Αυτός και η αδελφή του πρόλαβαν μόνο να εξαφανιστούν. Αυτός και η αδελφή του ξεβράστηκαν στη Μήλο, μόνοι, χωρίς κανέναν να τους καρτερά.
   Με την πρόνοια του Θεού, που δεν αφήνει κανέναν, εμφανίστηκε ο πατέρας Ευσέβιος. Τους συμπόνεσε, όπως γυρνούσαν στο νησί πεινασμένοι, χωρίς ένα ρούχο ολάκερο, να ζητιανεύουν για λίγο φαΐ. Έτσι γίνηκε πραγματικός πατέρας τους, άγγελος επί γης και προστάτης τους. Ο Γιωργής δεν ήθελε γράμματα, μόνο τη θάλασσα και ο πατέρας τον βοήθησε να μπαρκάρει σε ένα πλοίο. Σιγά - σιγά τα έμαθε όλα. Έτσι έγινε πιλότος και επειδή ήταν πρώτος στη δουλειά, όλοι τον σεβόντουσαν και τον άκουγαν για την κρίση του. Ανάγκασε τον κύρη, τον καπετάν Σπανό, να τον κάνει καπετάνιο του και μετά από λίγο καιρό να γίνει μέχρι και συνεταίρος του. Ο Γιωργής δεν ήθελε να μείνει συνέταιρος, ήθελε δικό του πλοίο, κατά δικό του. Με υπομονή και επιμονή έχτισε το πρώτο, την «Αρετή» και ύστερα το δεύτερο, την «Υπομονή» και μετά από δυο - τρία χρόνια έκανε άλλα τρία πλοία. «Εγώ έχω πεντακόσια άτομα στα πληρώματα και εφτά γαλιότες», σκέφτεται, «και φέτος θα χτίσω κι άλλη. Κουρσάρος μπορεί να είμαι, αλλά μόνο με την Τουρκιά τα έχω, γρέκικο καράβι δεν πειράζω εγώ. Πρώτος στη φωτιά ξεχύνομαι, έτσι, να βλέπουν οι ναύτες μου και να πέφτουν μαζί μου. Μέχρι και ο Μοροζίνης με θαύμασε και με έκανε κολονέλο του και παράσημο μου έδωσε της Γένοβας, σε εμέ τον Γιωργή, το Σμυρνιό. Τα πλοία, αυτά με κάναν κύρη. Έτσι κάποια μέρα θα αναγκαστούν οι Κρίσποι να μου δώσουν τον τίτλο μου. Έτσι θα γίνω τρανός εγώ. Γι' αυτό δε τα θέλω τα προξενιά, εγώ θα γίνω πρώτος μόνος μου, να μου λεν μετά, εμείς σε κάναμε άνθρωπο, όχι». Αυτά συλλογίζεται καθώς προχωρά για το σπίτι του.
   «Σε τρεις μήνες πάλι στη θάλασσα, το ντοβλέτι θα βγει να μαζέψει τους φόρους του κι εγώ πάλι θα είμαι για να τους πάρω. Έτσι θα κάνω το όγδοο πλοίο εγώ και θα βάλω γραμμή για το επόμενο. Άσε τους άλλους να χαλάνε τα γρόσια τους στο πιοτί και στον ποδόγυρο».
   Συνεχίζει το περπάτημά του, βραδύνει το βήμα του. Είναι κορδωμένος με τα χέρια στην πλάτη και οι νοικοκυραίοι τον χαιρετάνε, άλλοι με δουλικότητα, άλλοι με σεβασμό. Αυτός κορδώνεται κι άλλο.
   - Καλησπέρα, καπετάνιο μας!
   - Ώρα καλή σου, καπετάνιο μας!  
   Ανταποδίδει κι αυτός. Σταματά στη βρύση να πιει λίγο νερό κι εκεί τη βλέπει. «Τι κόρη είναι ετούτη, Παναγιά μου», λέει και η ψυχή του ξυπνά, τα μάτια του ανοίγουν και η καρδιά του χτυπά όλο δυνατότερα. Αυτή τον καταλαβαίνει και χαμηλώνει το βλέμμα της. «Τι πεντάμορφα μάτια είναι ετούτα» -ξεφυσά- «γαλάζια σαν τη θάλασσα». Αυτή προχωρά και ξεμακραίνει λίγο ακόμη και μπαίνει μέσα σε μια γαλάζια πόρτα. Συννεφιάζει λίγο σαν σκέφτεται ότι μπορεί να είναι λογοδοσμένη, αν είναι λεύτερη όμως, θα γίνει δικιά του.
 
   Εκείνο το βράδυ ο Γιωργής δε μπορεί να βρει ησυχία. Τα μάτια της κόρης να τον κοιτούν με τόση αθωότητα τον γαλήνευαν και τον έκαναν να αισθάνεται όμορφα. Αυτά τα μάτια είναι παντού, ακόμη και όποτε κάνει να κλείσει τα δικά του. Ύπνος δεν του κολλάει, στριφογυρίζει στο ντιβάνι του. Βγήκε στην αυλή, δεν τον χωρούσε ο τόπος, είχε ένα πλάκωμα πάνω του, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν, το πράγμα ήθελε σύνεση και σκέψη. Φόρεσε τη βράκα του και το πουκάμισό του και βγήκε από το σπίτι, άρχισε να κατηφορίζει στο σκοτάδι, με το φεγγάρι να τον οδηγεί, για τον Αδάμα, στο λιμάνι. «Τα πλοία να δω, να ηρεμήσω λιγουλάκι», σκέφτηκε.
   Το πρωί, σηκώθηκε νωρίτερα απ' ότι συνήθως, τον βασάνιζε η κόρη. Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού τού έσπαγε τα ρουθούνια, η μυρωδιά μαζί με το τραγούδι της Αρετής και της κυρα - Τασίας ημέρεψαν λίγο το μυαλό του.
   Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος που ακουγόταν το τραγούδι. Ανοίγει την πόρτα και χαζεύει τις δύο γυναίκες που είχαν τα μαλλιά τους δεμένα επάνω και με τα μανίκια τους ανεβασμένα επάνω από τον αγκώνα δούλευαν με τέχνη το ζυμάρι και του έδιναν σχήμα.
   - Καλημέρα, αδελφέ μου, του είπε η Αρετή χαμογελώντας.
   - Καλημέρα, αδελφή. Καλημέρα κυρα - Τασία. Πω πω τι μυρωδιές είναι αυτές; Ευλογημένοι να είμαστε.
   - Καλημέρα, καπετάνιο μας.
   - Κυρα - Τασία μπορείς να πας να μου φέρεις το σκουφί μου από μέσα.
   - Ποιο, καπετάνιο, το λευκό ή το μαύρο;
   - Δεν έχω αποφασίσει ακόμη, φέρτα και τα δύο.
   - Αμέσως, καπετάνιο.
   Ο καπετάνιος είχε ένα χούι αποκτήσει με τα χρόνια, ανάλογα με τη διάθεσή του φόραγε είτε το μαύρο σκουφί, αν είχε σκοτούρες, ή το λευκό, αν η διάθεσή του ήταν πολύ καλή.
   - Αδελφή, μήπως ξέρεις την οικογένεια που μένει κάτω στο χωμένο σπίτι με τη γαλάζια πόρτα, δίπλα από την κρήνη;
   - Καλοί άνθρωποι, αδελφέ μου, είναι και κοιτάνε τη δουλειά τους μόνο. Ο πατέρας είναι ξενομερίτης σαν εμάς. Από τη Σέριφο είναι, έχουν και μια κόρη, την Ανθή.
   - Είναι δοσμένη, αδελφή; ρώτησε με ταραχή.
   - Δεν την έχουν λογοδοσμένη απ' ό,τι ξέρω, αδελφέ.
   Ο Γιωργής δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτα άλλο. Αγκαλιάζει την αδελφή του και της δίνει ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο. Μπαίνει μέσα η Τασία με τα σκουφιά στα χέρια, ο καπετάνιος παίρνει από τα χέρια της το λευκό σκουφί και ξεκινά για τον Ευσέβιο, στη Μέσα Παναγιά, έχει φτερά στα πόδια του. «Η πεντάμορφη Ανθή είναι για με, τη θέλω δίπλα μου».
   Μπαίνει με φόρα μέσα στην εκκλησία και κοιτάζει να βρει με τα μάτια του τον παπά. Ακούει θόρυβο από το ιερό και κατευθύνεται προς τα κει.  Τον βλέπει να κάθεται χάμω και να έχει ένα βιβλίο στα χέρια του, τον πλησιάζει και στέκεται δίπλα του. Βγάζει το σκουφί του, κάνει τον σταυρό του και του φιλάει το χέρι.
   - Πατέρα, έγκωσα, όλο στον πόλεμο είμαι, υπηρετώ τη Γαληνότατη και το έθνος μου, θέλω να κάνω παιδιά πια, να συνεχιστεί τ' ονομά μου, να ζήσουν μια ζωή καλύτερη από εμέ, είπε με μιαν ανάσα. 
   Ο Ευσέβιος σηκώνεται και ο καπετάνιος κάνει πίσω.
   - Τι θες, παιδί μου;
   - Θέλω να πας να ζητήσεις την Ανθή του ξενομερίτη για μένα.
   - Η Ανθή είναι κόρη ψαρά, δεν έχει να σου προσφέρει τίποτις. Γιατί την θες;
   Ο καπετάνιος σφίγγει το σκουφί του.
   - Πατέρα, δεν έχει τίποτις, μα την θέλω δίπλα μου. Γυναίκα μου, κυρά μου, καπετάνισσα.
   - Εσύ, Γιωργή, παιδί μου -γλυκαίνει τη φωνή του- είσαι κύρης μεγάλος. Δε θες να το ακούς τόσο πολύ, το κορίτσι δεν έχει τίποτις, ούτε καράβια, ούτε άντρες, μήτε ο πατέρας της είναι τίποτις. Κοίτα την τύχη που βρήκα για την αδελφή σου, θα ζήσει στη Ζάκυνθο, σε σπίτι μεγάλο, δε θα της λείψει τίποτε.
   Ο καπετάνιος σφίγγει κι άλλο το σκουφί του και κοιτάζει τον παπά ίσα στα μάτια.
   - Εγώ, αν ήθελα προξενιό, θα το 'χα κάνει. Τόσοι με θέλουνε στο σπίτι τους μέσα. Σε εκλιπαρώ να πας να ζητήσεις την Ανθή για μένα. Αυτήνα θέλω. 
   Ο καπετάνιος μίλαγε και το κορμί του έκαιγε, το πρόσωπό του  σπιθοβολούσε. Κάνει και σκύβει το κεφάλι του με ευλάβεια. Ο παπάς το έβλεπε το πάθος του, σηκώνεται και κάνει το σήμα του σταυρού και με φωνή επίσημη λέει:
   - Καπετάν Γιωργή Μητρόπουλε, θα πάω να τη ζητήσω. Η Ανθή του ψαρά, αφού τόσο την θες, θα γίνει γυναίκα σου.
 
   Οι άνθρωποι ξυπνούσαν από τον μεσημεριανό τους ύπνο, οι γυναίκες μαζεύονταν γύρω από τα σκαλάκια στα σπίτια τους. Ένα βουητό μεταφερόταν από τη μια μάντρα στην άλλη. «Ο  καπετάν Γιωργής λογοδόθηκε με την Ανθή του ψαρά». Οι γυναίκες, στις κουβέντες τους, ρωτούσαν να μάθουν πώς έγινε αυτό, πού την είδε, πριν πόσο καιρό. «Μεγάλο πράγμα τέτοιος γαμπρός, τόσα πλοία, τόσα γρόσια, καλή αδελφή, ζωή χαρισάμενη θα περάσει η Ανθή μαζί του».
   Ακόμη και οι άρχοντες στα σπίτια τους συζητούσαν γι' αυτό το σμίξιμο, δε μπορούσαν να δεχθούν πώς έγινε. Μπορεί ο καπετάνιος να μην ήταν από αρχοντική οικογένεια, ήταν όμως πιστός στο δουκάτο. Ο στόλος του μεγάλωνε με τα χρόνια συνεχώς, σε λίγο θα έφτανε σε δύναμη τα πλοία του στόλου κι οι ναύτες του τον ακολουθούσαν πιστά. Είχε και φίλους αδελφοποιητούς στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο και σε άλλα νησιά. Ακόμη τα χρόνια του Γιωργή είχαν περάσει κι όλοι περίμεναν ότι δε θα παντρευόταν, τόσα προξενιά του είχαν κάνει κι αυτός πάντα κάθετος: «Όχι, πρώτα τα πλοία μου, μετά το σπίτι μου και βλέπουμε για μένα».
   Οι κουβέντες συνεχίζονταν, αλλά δεν έμπαιναν ούτε στο σπίτι του Γιωργή ούτε στης Ανθής, μόνο στον Ευσέβιο έφτασαν. Αυτός αποκρίθηκε: «Αφού θέλει την παιδούλα, αυτή θα πάρει. Είναι πιστός στο δουκάτο μας και θα κάνει αυτό που θέλει», κι έστρεψε την πλάτη και βυθίστηκε πάλι στις προσευχές του.
   Ο Γιωργής, με το μαχαίρι με την ασημένια λαβή να λαμποκοπά στη μέση του και την αδελφή του στα δεξιά του, κατευθυνόταν στο σπίτι του πεθερού του. Λαχταρούσε να δει το πρόσωπο της να του χαμογελά, χτύπησε την εξώπορτα με δύναμη κι η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως.
   - Έμπα μέσα, καπετάνιο, είπε η κυρα - Δήμητρα αυθόρμητα. Η πλεξούδα από τα μαλλιά της ανέμιζε. Είχε μεγάλη χαρά που θα 'κανε τέτοιο γαμπρό. «Μεγάλη τύχη για την κόρη μας», έλεγε στον άντρα της, τον Αντώνη.
   - Γειά σας, αναφώνησε με τη βροντερή φωνή του και μπήκε μέσα ο Γιωργής με την αδελφή του και συνέχισε:
   - Θέλω να πάρω την Ανθή να πάμε κάτω στο λιμάνι, θα δει τα πλοία μου και τους ναύτες μου. Θα γίνει κυρά μου. Πρέπει να τη μάθουνε, να τη σέβονται και να την τιμούν.
   - Όπως προστάζεις, καπετάνιο, είπε ο πατέρας της Ανθής.
   Τώρα περπατούσαν οι τρεις τους κάτω στο λιμάνι και κατευθύνονταν στο αγκυροβόλι των πλοίων του. Ο Γιωργής φέρνει τα χέρια στο στόμα του σαν χωνί.
   - Θοδωρή, καμάρι της Αρβανιτιάς, κατέβα κάτω.
   Κατέβηκε από τη γαλιότα ένας κοντός, μαυριδερός, ηλιοκαμένος νέος με μια ουλή στο αριστερό του μάγουλο και, τρέχοντας, πήγε μπρος στο Γιωργή. Αυτός έσκυψε στ' αυτί του Θοδωρή, που άκουγε με προσοχή, μετά τινάχτηκε κι άρχισε να τρέχει από το ένα πλοίο στο άλλο και να μιλάει στους ναύτες. Μερικοί απ' αυτούς κατέβηκαν από τα πλοία και άρχισαν να τρέχουν μέσα στα στενά της πόλης. Βοή άρχισε ν' ακούγεται. Άνθρωποι με πολύχρωμα ρούχα σε μπουλούκια έφταναν μπροστά στα πλοία του Γιωργή, κάποιοι απ' αυτούς πήγαν κατευθείαν στον καπετάνιο κι άρχισαν να του μιλούν, ενώ άλλοι άρχισαν να μαζεύουν τους ναύτες. Μια φρουρά Φράγκων, με τις γυαλιστερές τους πανοπλίες, εμφανίστηκε στο λιμάνι και αφού ο λοχαγός τους μίλησε με τον Γιωργή, απομακρύνθηκαν αμέσως. Έκατσαν σε απόσταση  να επιβλέπουν τη μάζωξη.
   - Φοβούνται ότι θα κάνουμε επανάσταση και θα τους διώξουμε, είπε στις δύο γυναίκες χαμηλόφωνα, έχοντας το πρόσωπό του στραμμένο  στη φρουρά των Φράγκων.
   Σε λίγο όλοι οι ναύτες ήταν μπροστά από τα πλοία τους και περίμεναν ν' ακούσουν τις προσταγές του καπετάνιου τους. Αυτός στράφηκε στο πλήθος και με δυνατή φωνή, που τράνταξε το λιμάνι, είπε:
   - Αδέλφια, σήμερα είναι μέρα χαρμόσυνη για το σπίτι μου. Θέλω να δείτε την Ανθή, τη γυναίκα που θα παντρευτώ. Θέλω να τη σέβεστε και να την τιμάτε σαν εμένα. 
   - Καλά στέφανααα, καπετάνιο! ανταπάντησαν αυτοί, φωνάζοντας μ' όλη τους δύναμη και χειρονομώντας.
   - Αυτό ήθελα να σας πω, τώρα πηγαίνετε. 
   Ο κόσμος άρχισε να διαλύεται γρήγορα - γρήγορα. Άλλοι ξεκίνησαν για τα σπίτια τους κι άλλοι για τα καπηλειά του λιμανιού. Σε λίγη ώρα είχαν μείνει οι τρεις τους να χαζεύουν τα πλοία και τους ναύτες που είχαν μείνει σ' αυτά. Έτσι τράβηξαν κι αυτοί το δρόμο τους. Ανέβηκαν προς την εκκλησία να πουν στον Ευσέβιο την καλησπέρα τους.
 
   Μπήκε ο Μάρτης, η εποχή που η Πύλη στέλνει τα πλοία της να μαζέψουν τους φόρους από τα νησιά. Τα πλοία άρχισαν να γεμίζουν τ' αμπάρια τους με γρόσια, καθώς πήγαιναν από το 'να νησί στο άλλο. Αυτή ήταν η εποχή που ο Γιωργής έβγαινε με τα πλοία του για να χτυπήσει τους Τούρκους. 
   Οι άνδρες της επιμελητείας συγκέντρωναν τα τελευταία τρόφιμα και καταμετρούσαν πολεμοφόδια για τα πλοία. Άλλοι ναύτες έκαναν ασκήσεις ώστε να 'ναι έτοιμοι για τη μάχη. Ο Γιωργής επέβλεπε όλες τις ετοιμασίες μέσα στα πλοία προσωπικά. Κοιτούσε τους μαραγκούς να κάνουν τις τελευταίες επισκευές που χρειάζονταν τα σκαριά. Πέρασε απ' το σπίτι του κάθε ναύτη για να μιλήσει με την οικογένειά του, να δει αν είχαν κάποια ανάγκη. Αρκετές φορές είχε μαζί του και την Ανθή του, να τον συντροφεύει και να μιλάει με τις γυναίκες των ναυτών. Αυτό το κορίτσι ήξερε, με την αθωότητά του, να κερδίζει όποιον συναντούσε, έδειχνε να καταλαβαίνει ό,τι του 'λεγαν. Οι μέρες των προετοιμασιών ήταν πάντα δύσκολες, οι ναύτες θα έφευγαν μακριά από τις οικογένειές τους, κάποιοι λίγοι έλεγαν ότι μπορεί να μη γύρναγαν πίσω, άλλοι χαίρονταν που θα 'μπαιναν σ' αυτή την περιπέτεια και με περηφάνια  έλεγαν ότι θα 'ναι μαζί με τον καπετάν Γιωργή, «τον πρώτο καπετάνιο του Αρχιπελάγους, τον καλύτερο καπετάνιο του Αιγαίου». Σχεδίαζαν ήδη τι θα κάνουν με τα λεφτά που θα κέρδιζαν. «Πρώτα οι Φράγκοι», έλεγαν κάποιοι ψιθυριστά, «και μετά θα λογαριαστούμε και με την Πύλη».
   Πέρασε κι απ' το κάστρο ο Γιωργής να μιλήσει με τη διοίκηση. Δεν ήθελε να 'χει προβλήματα στα νησιά μέσα στο Δουκάτο του Αρχιπελάγους. Κάθε βράδυ πέρναγε απ' το σπίτι του πεθερού του για να είναι με την Ανθή και να ημερεύει. Η γλύκα της ήταν βάλσαμο στην ψυχή του Γιωργή. Δε μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του μακριά της. Δεν ήταν παντρεμένοι ακόμη και δε μπορούσε να ζει μαζί της. «Θα μας καταραστεί ο Θεός», έλεγε όποτε του πρότειναν να μείνει μαζί του, στο σπίτι του.
   Προσπάθησε να σκεφτεί έναν τρόπο για να την έχει μαζί του, αλλά δεν έβρισκε. Η Ανθή πήγαινε κάθε μέρα σε κάτι μικροχώραφα που είχαν. Ο Κωσταντής, ο ναύτης του Γιωργή, την ακολουθούσε πιστά, να τη βοηθά σε ό,τι ήθελε.
 
   Ο Ευσέβιος καθόταν στο δεξί ψαλτήρι, μ' ένα κερί στο χέρι να τον φωτίζει για να βλέπει το άγιο κείμενο, και μουρμούριζε την προσευχή του ρυθμικά. Τα χρόνια δεν τον είχαν πάρει ακόμη, κάποιος θα μπορούσε να τον περάσει και για νεότερο, αλλά η γυαλάδα του προσώπου του έμοιαζε έτοιμη να τον εγκαταλείψει. Καθώς ετοιμαζόταν να γυρίσει σελίδα στο Ευαγγέλιο, ένα τρίξιμο ακούστηκε κι η εξώπορτα του ναού άνοιξε. Ο παπάς έστρεψε το βλέμμα του να δει ποιος τον ζητούσε. 
   - Καλώς τον καπετάνιο!
   - Καλησπέρα, πατέρα!
   - Τι χρειάζεσαι, παιδί μου;
   - Πατέρα, έφερα τους φόρους.
   Φίλησε τις εικόνες, κινήθηκε προς τον παπά κι άφησε πάνω στο ψαλτήρι ένα πουγκί καφέ από χοντρό ύφασμα, που κουδούνισε έντονα καθώς άγγιξε το ξύλο. Ο Ευσέβιος το πήρε στα χέρια του, τ' άνοιξε σιγά - σιγά κι είδε το περιέχόμενό του.
   - Έχω δώσει παραγγελιά στο χρυσικό να ετοιμάσει ένα καντήλι όλο χρυσάφι, τάμα στη χάρη της Παναγιάς, για να με προσέχει.
   - Να κάνεις, παιδί μου. Θα ζητώ κι εγώ από τη Χάρη της.
   - Αύριο μπαρκάρουμε, πατέρα, θέλω να γυρίσω γερός, να παντρευτώ το κορίτσι. Θέλω ακόμη να μου τη φυλάς, να μην την πειράξουνε.
   - Δεν έχεις βάλει τον Κωσταντή να 'ναι μαζί με την Ανθή, παιδί μου; ρώτησε ο Ευσέβιος, στρίβοντας το κεφάλι για να κοιτάξει τον Γιωργή.
   - Ο Κωσταντής είναι καλός, θα κάνει όπως προστάζω. Θα λείψω μήνες όμως κι επειδή μια τέτοια δουλειά είναι δύσκολη, θέλω κι εσύ να 'χεις το νου σου.
   - Καλώς, παιδί μου. Μείνε ήσυχος, είπε κάπως αφηρημένα, καθώς μετρούσε τα νομίσματα. Ο Γιωργής πλησίασε τον Ευσέβιο για να του ασπαστεί το χέρι. Μετά έκανε ένα βήμα πίσω, φίλησε τις εικόνες κι έφυγε ήσυχος.
 
   Τα πόδια της Ανθής πάταγαν με δύναμη στο έδαφος, τάχυναν συνεχώς, αισθανόταν ότι ήθελε να πετάξει. Ναι, ήθελε να πετάξει, να γίνει πουλί και να φύγει μακριά. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και κόκκινα απ' τα κλάματα. Σκέψεις πολλές τη βασάνιζαν. «Γιατί; Τι κακό έκανε;» Πίσω της έτρεχε ο Κωσταντής αγκομαχώντας. Προσπαθούσε να τη φτάσει μα, όσο την πλησίαζε, αυτή τόσο τάχυνε την τρεχάλα της κι απομακρυνόταν πιο πολύ. Η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
   - Κυρά, της φώναζε.
   Η Ανθή δεν άκουγε τίποτε, έτρεχε όλο και πιο μακριά. Κι ο κόσμος κοίταζε κι έλεγε: «Αυτή γιατί τρέχει έτσι; Τι έπαθε; Τώρα που τα 'χει όλα...»
   Σε λίγο στο δρόμο φάνηκε το σπίτι του καπετάνιου. Ανέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, πήρε μια ανάσα και προχώρησε στο πάνω πάτωμα. Άνοιξε την πόρτα της κάμαρας και μπήκε μέσα. Έπεσε πάνω στο κρεβάτι κι άρχισε να κλαίει δυνατά, με αναφιλητά. Τα μάγουλά της έκαιγαν, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Χτυπούσε τ' ανοιγμένα της χέρια στα στρωσίδια, αυτά λερώνονταν με το αίμα της. Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε, μια φιγούρα την πλησίασε  κι ένα χέρι άγγιξε τα μαλλιά της. Η Ανθή κεραυνοβολήθηκε, γύρισε να δει ποιος ήταν  και κουλουριάστηκε ενστικτωδώς.
   - Τι έπαθες, κορίτσι μου; ακούστηκε ζεστή η φωνή της Αρετής. Το χαμόγελό της προσπάθησε να σβήσει την τρομάρα της κοπέλας. Η Ανθή έβαλε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό της. Η Αρετή πρόσεξε την ανοιγμένη πουκαμίσα της Ανθής, που ήταν σκισμένη εκεί στο στήθος και χαμηλά στο ένα μανίκι τραβηγμένη. Είδε και κόκκινα σημάδια πάνω στο λαιμό και στο πρόσωπό της. Είδε και τ' ανοιγμένα χέρια της Ανθής.
   - Τι έπαθες, κορίτσι μου; ξανάπε όσο πιο γλυκά μπορούσε. Ποιος σε πείραξε κι έγινες έτσι κίτρινη σαν το κεράκι;
   Η Αρετή έμεινε σιωπηλή να την κοιτά. Ένα αίσθημα απόγνωσης άρχισε να την κατακλύζει, καθώς σκέφτηκε τον αδελφό της να μαθαίνει αυτό που έγινε, θα γκρέμιζε ένα - ένα τα σπίτια του νησιού μέχρι να βρει αυτόν που του πείραξε το κορίτσι, όποιος κι αν ήταν. Γύρισε το κεφάλι της προς την πόρτα και φώναξε:
   - Κωσταντή! Πού είσαι χαμένε; Εμφανίσου εδώ.
   Ακούστηκαν τα βήματα του Κωσταντή κι η πόρτα έτριξε, καθώς άνοιγε για να μπει μέσα. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών του κι είχε το κεφάλι κατεβασμένο. Το χρώμα του προσώπου του ήταν άσπρο, τα δάχτυλα των χεριών του ήταν μπλεγμένα μεταξύ τους. Η Αρετή τον άρπαξε απ' τα μπράτσα κι άρχισε να τον ταρακουνά, φωνάζοντάς του δυνατά:
   - Κωσταντή, καταραμένε, τι έκανες στη νύφη μου;
 Ο Κωσταντής τραβήχτηκε πίσω λίγα βήματα κι άρχισε να σταυροκοπιέται.
   - Εγώ, κυρά, Χριστός και Παναγιά, σου κάνω σταυρό στ' όνομα της φαμίλιας μου! Να πεθάνουμε όλοι, τώρα, εδώ μπροστά σας! Τίποτα δεν έκανα, ο βαριόμοιρος!
   - Τι έγινε τότες κι είναι έτσι το κορίτσι μας;
   - Δεν ξέρω, κυρά, είχα ξεμακρύνει λίγο να πάω να φέρω νερό κι όπως γύριζα άκουσα φωνές. Η Ανθή φώναζε πνιχτά: «Μη! Τι κάνεις; Άσε με!» Πετάω κάτω το κιούπι κι αρχίζω να τρέχω και να φωνάζω: «Έρχομαι, κυρά». Έβαλα τα πόδια στην πλάτη και πάνω στο λοφί βλέπω μια σκιά να ξεμακραίνει από την άλλη πλευρά. Η Ανθή ήταν σε μια ρίζα ακουμπισμένη. Τραβώ το μαχαίρι μου και πηγαίνω να πάρω τον ίσκιο από πίσω να δω ποιος ήταν! Όπως πάω να ξεκινήσω την τρεχάλα, βλέπω την Ανθή να σηκώνεται και ν' αρχίζει να τρέχει. Φοβήθηκα, αφήνω τον ίσκιο να το σκάσει και την παίρνω στο κατόπι. Άρχισα να φωνάζω: «Κυρά, κυρά», αλλά αυτή όλο και ξεμάκραινε. Σαν την έφτανα, αυτή όλο και ξεμάκραινε πάλι.
   Η Ανθή,  όσο ο Κωσταντής μιλούσε, έτρεμε, φαινόταν σαν χαμένη. Κι έτσι έμεινε για αρκετή ώρα. Της έφεραν φαγητό, μα δεν τ' άγγιξε. Προσπάθησε η Αρετή να την καλοπιάσει, μα χωρίς αποτέλεσμα. Κάθε φορά που την πλησίαζε, αυτή δεν άλλαζε στάση, έμενε παγωμένη σαν άγαλμα. Η Αρετή μήνυσε στους γονείς της Ανθής ότι το κορίτσι θα 'μενε στο σπίτι της, για να τη βοηθήσει σε κάτι δουλειές που είχε. Σ' όποιον ρώτησε για το λόγο που έτρεχε ταραγμένη η κοπέλα, λέγανε ότι είδε δυο άντρες που βγάλανε μαχαίρια να χτυπηθούν και τρόμαξε. Η κυρα - Τασία έμεινε σαν φύλακας άγγελος πάνω απ' το δόλιο το κορίτσι. Η Αρετή δεν ήξερε τι άλλο να κάνει, βγήκε απ' το σπίτι και κατευθύνθηκε στην εκκλησία.
   Ο Ευσέβιος, όπως κάθε μέρα, ήταν στην εκκλησία του. Προτιμούσε να 'ναι εκεί για να τον επισκέπτεται ο λαός, ακόμη και το φαγητό του εκεί το 'τρωγε. Μόνο όταν πήγαινε στο σπίτι κάποιου νησιώτη ή σε καμιά δουλειά των Κρίσπων δεν ήταν στο ναό. Το βράδυ κλείδωνε,  έδιωχνε τον καντηλανάφτη κι έφευγε για το σπίτι του. Η εκκλησιά, με τις εικόνες και τα θυμιάματα, του άρεσε πολύ από μικρό παιδί. Εκεί ένιωθε ότι μιλούσε με τον Θεό, ηρεμούσε πολύ. Όλος ο κόσμος τον σεβόταν τον παπά και τον εκτιμούσε πολύ, όχι σαν τον πατέρα του το μεθύστακα, που όλοι τον κορόιδευαν. Του 'ρχονταν φευγαλέες εικόνες απ' το χωριό του, το ξύλο που 'τρωγε απ' τ' άλλα παιδιά, γιατί ήταν μικροκαμωμένος. Όλοι αυτοί που κάποτε τον βαρούσαν, τώρα έρχονταν και του φιλούσαν το χέρι και ζητούσαν συγχώρεση, απ' αυτόν τον επίσκοπο Ευσέβιο, για τα παλιά τους κρίματα αλλά και για τα νέα. Ζητούσαν να πάρει ο Θεός τις αμαρτίες τους, να ζήσουν καλύτερα, να έχουν τη μεταθανάτιο ζωή. Έτσι γίνεται τελικά, πρέπει να 'χεις υπομονή. «Η υπομονή είναι αρετή κι όποιος έχει υπομονή ο Θεός του δίνει κι άλλη».
   Η Αρετή βρήκε τον Ευσέβιο να κάθεται στην εκκλησία του, σε μια γωνιά μες στο σκοτάδι, ζαρωμένο, με το Ευαγγέλιο στο χέρι να διαβάζει μέσα απ' τα δόντια του. Το μούτρο του δεν έδειχνε σε καλή κατάσταση, τα χέρια του έτρεμαν και φαινόντουσαν πληγιασμένα.
   - Πατέρα, καλησπέρα! Πώς είσαι;
   - Καλά είμαι, παιδί μου, μαθαίνω το λόγο του Θεού.
  - Πατέρα, ανησυχώ για την Ανθή, ήρθε πριν λίγο στο σπίτι μας φοβισμένη. Κλείστηκε στην κάμαρη και δε μιλά σε κανέναν. Έλα να τη δεις και να την ακούσεις. Εσύ, που είσαι άνθρωπος του Θεού, σίγουρα θα την κάνεις ν' αλαφρώσει την καρδιά της.
   - Καλά, παιδί μου, θα 'ρθω το πρωί να τη δω.
   - Πατέρα, έλα τώρα, δεν την βλέπω καλά. Ανησυχώ μην πάθει τίποτα.
   - Καλά, παιδί μου, σε λίγο κινάμε για το σπίτι.
   - Την ευχή σου, πατέρα!
   Έσκυψε και πήγε να του φιλήσει το χέρι, αυτός έκανε το σήμα του σταυρού και της έδειξε την εξώθυρα.
 
   Ο Ευσέβιος βρήκε την Αρετή να τον καρτερά στην πόρτα του σπιτιού, χαιρετήθηκαν και μπήκαν μέσα. Ανέβηκαν πάνω στο δωμάτιο που ήταν η Ανθή. Ανοίγει την πόρτα η Αρετή και βλέπει την κυρα - Τασία να 'χει πάρει αγκαλιά την Ανθή. Ο Κωσταντής ήταν κοντά τους, δεν έφευγε απ' το πλευρό της ούτε λεπτό. «Μια φορά έκανα το σφάλμα, αλλά όχι πάλι», σκεφτόταν. Ούτε στο σπίτι του δεν πήγε για να δει την οικογένειά του. Μόλις εμφανίστηκαν κι οι δυο μαζί στην κάμαρα, η Αρετή έφυγε από την αγκαλιά της Τασίας και πήγε σε μια γωνιά, όπου κουλουριάστηκε, ενώ δυνατό τρέμουλο άρχισε να την κυριεύει. Έβαλε τα χέρια της μπροστά στα μάτια της κι άρχισε να φωνάζει και να παρακαλά να φύγουν μέσα απ' την κάμαρα. Άρχισε να καταριέται τον Ευσέβιο και του 'λεγε να φύγει. Δεν ηρεμούσε με τίποτα, ο Κωσταντής με την Τασία πήγαν να την πιάσουν κι εκείνη άρχισε να κουνά τα χέρια της πάνω κάτω, ενώ το πρόσωπό της μούσκεψε με μιας απ' το κλάμα.
   - Τι 'ναι αυτά που λέει, πατέρα; Εσύ να 'χεις κάνει τέτοιο πράμα;
   - Να με κάψει ο Θεός, παιδί μου! Δεν ξέρω τι λέει το κορίτσι... λες κι έχει το σατανά μέσα της. Θα πιστέψεις αυτή ή τον πατέρα που σε μεγάλωσε;
   - Δείξε μας, άγιε πατέρα, είπε η Ανθή μ' όση δύναμη είχε η φωνή της, δείξε μας τα χέρια σου, πατέρα, εσύ που μ' έσπρωξες πάνω στην ελιά κι άρχισες να με φιλάς και να μου λες να γίνω δικιά σου.
   Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του Ευσέβιου, οχτώ μάτια ήταν καρφωμένα πάνω του και καρτερούσαν μια απάντηση. Άρχισε να κοκκινίζει, σηκώνει το ένα μανίκι, πάει να σηκώσει και τ' άλλο, αλλά σταματά, φτύνει κάτω και τους γυρίζει την πλάτη.
   - Εμένα δε θα με κρίνετε εσείς, αλλά μόνο ο Θεός. Σας μάζεψα από τους δρόμους και σας έσωσα. Και τώρα πιστεύετε αυτή. Δεν πρόκειται να με ξαναδείτε εδώ μέσα.
   Έφτυσε πάλι κάτω. Όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάνε. Πήγε κι η Αρετή ν' αγκαλιάσει την κοπέλα, άρχισε να κλαίει κι αυτή μαζί της. Ο Κωσταντής βγήκε έξω μαζί με την Τασία, σταυροκοπήθηκαν κι είπαν με μια φωνή: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω  τ' ονομά Σου και ελθέτω η βασιλεία Σου...»
   Ο Ευσέβιος, αντί να πάει στην εκκλησία του, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Δε μπορούσε να ηρεμήσει, άρχισε να κάνει κύκλους μέσα στο δωμάτιο. Ο αέρας τον πείραζε, το φως τον ενοχλούσε, ακόμη και το ράσο του τον έπνιγε. Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Τα μάτια του έκαιγαν. Προσπαθεί να βγάλει το ράσο και το σκίζει, πετάει το κουρέλι με μανία σε μια γωνιά. «Τα παλιοθήλυκα και τα δυο τους, οι οχιές, εγώ να 'χω κάνει τα πάντα γι' αυτή την οικογένεια κι αυτές να μ' αντιμετωπίζουν έτσι». Έτσι όπως ήταν γυμνός, κάθεται στο γραφείο του, παίρνει μια κόλλα χαρτί κι αρχίζει να γράφει. Το χέρι του έτρεμε. Σταματά, κοιτάζει τα γραφόμενα και σκίζει το χαρτί. Το χέρι του είναι πιο σταθερό τώρα, ξεκινά νέο κείμενο, το τελειώνει και το κοιτάζει.  Ξαναβλέπει τη γραμμένη σελίδα, τη διπλώνει και τη σφραγίζει με κερί. Σηκώνεται και φορά το άλλο του το ράσο. Πλένει τα χέρια του και το πρόσωπό του, παίρνει βαθιές ανάσες και ηρεμεί.
   Κατεβαίνει στο λιμάνι να βρει το πλοίο του Γιωργή που αναχωρεί, ανεβαίνει πάνω και βρίσκει τον καπετάνιο, τον Ανδρέα. Ο καπετάν Ανδρέας, ένας πανύψηλος άντρας με γκρίζους κροτάφους και δυνατά χέρια, παίρνει το γράμμα. Ο Ευσέβιος τον ξορκίζει πως το γράμμα είναι μόνο για τα μάτια του Γιωργή και κανενός άλλου. «Να δώσεις το γράμμα στα χέρια του καπετάνιου σου και μόνο, ακούς; Είναι πολύ σημαντικό», του επισημαίνει. Κατεβαίνει απ' το πλοίο ο Ευσέβιος και φεύγει ανακουφισμένος για το σπίτι του. Ανάβει το καντήλι του, λέει την προσευχή του και πέφτει ήρεμος για ύπνο.
 
   Ο καπετάν Ανδρέας δίνει το γράμμα στα χέρια του καπετάν Γιωργή. 
   - Ποιος το στέλνει;
  - Ο επίσκοπος, καπετάνιο. Ζήτησε να το φέρουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα στα χέρια σου.
   Ο Γιωργής συνέχισε να κρατά το γράμμα στη χούφτα του. Πήγε σε μια άκρη του πλοίου, οι ναύτες απομακρύνθηκαν από κοντά του, σπάει το κερί και ξεκινάει να διαβάζει. Σύντομο το μήνυμα, χωρίς πολλά - πολλά λόγια, το διαβάζει μια φορά, το ξαναδιαβάζει. Τα μάτια του γουρλώνουν και με το ελεύθερο χέρι τραβά τη γενειάδα του.
   - Όλα πρίμα, καπετάνιο; Ίσα που ακούγεται μια φωνούλα στ' αυτιά του Γιωργή.
   - Όλα πρίμα, καπετάνιο; ξαναρωτά η φωνούλα. Ο καπετάνιος γυρνά το κεφάλι και αδιάφορα λέει στο ναύτη:
   - Όλα πρίμα.
   Στρέφει το κεφάλι του προς τη θάλασσα. Το χαρτί δεν τ' αφήνει απ' το χέρι του, το κάνει κουβάρι και το φέρνει μια πάνω μια κάτω στη χούφτα του. Μετά από μερικές στιγμές καίει το χαρτί στη φωτιά του πυρσού που είναι μόνιμα αναμμένη. Πάει κατά την πρύμνη να βρει τον Παναγή.
   - Παναγή, φώναξε το πλήρωμα που θέλω να τους μιλήσω.
   - Αμέσως, καπετάνιο.
   Το πλήρωμα μαζεύεται γλήγορα - γλήγορα όλο γύρω του, σε ημικύκλιο. Όλοι τον κοιτάζουν, περιμένουν να τον ακούσουν. Το βλέμμα του καπετάνιου συναντιέται μ' αυτό των ναυτών του, τα μάτια του σπιθοβολούν. Χαϊδεύει τη γενειάδα με το δεξί του χέρι και περιμένει, κοιτάζει τους ναύτες του πάλι, στρέφοντας το κεφάλι του από τα δεξιά προς τ' αριστερά.
   - Άντρες, φωνάζει μ' όλη τη δύναμη που 'χουν τα πνευμόνια του. Άντρες, θέλετε να χάσετε την πίστη σας; 
   - Όχι, καπετάνιο! απαντούν οι ναύτες.
   - Άντρες, φωνάζει ξανά, θέλετε για κύρη σας τον Τούρκο;
   - Όχι, καπετάνιο! απαντούν οι ναύτες πάλι και χτυπούν τα πόδια τους δυνατά στο κατάστρωμα.
   - Άντρες, φωνάζει πάλι, ποιον θέλετε να προσκυνάτε;
   - Κανέναν!
 Φωνάζουν δυνατότερα, χτυπώντας τα πόδια τους κάτω, στο κατάστρωμα, χτυπώντας τα χέρια τους ρυθμικά, κάνοντας το πλοίο να κουνιέται. 
   - Μπράβο, παλικάρια μου, απαντά ο Γιωργής.
   Φωνές ακούγονται απ' τους ναύτες που ζητωκραυγάζουν.
   - Αύριο θα δείξουμε τη δύναμή μας και θα δείξουμε ότι δε φοβόμαστε κανέναν.
   Οι φωνές δυναμώνουν κι άλλο.
   - Κανέναν, καπετάνιο!
   - Αύριο, θα τους πάρουμε τα γρόσια και θα κάψουμε τα πλοία τους. Αύριο, θα δείξουμε στην Πύλη τη δύναμη του στόλου μας.  Κι όλα τα γρόσια θα 'ναι δικά σας, για το γάμο μου δώρο.
   Δεν ακούγονται πλέον φωνές, μόνο κραυγές και χτυπήματα δυνατά σ' όλο το κατάστρωμα, που κάνουν το πλοίο να κουνιέται ρυθμικά μια δεξιά, μια αριστερά.
   - Ζήτω, καπετάνιο μας! Να ζήσεις, καπετάνιο μας, και να ευτυχήσεις καπετάνιοοο μαααας!
 
   Ο καπετάνιος ανοίγει με δύναμη την πόρτα του σπιτιού. Η αδελφή του με την Ανθή τον πλησιάζουν για να τον αγκαλιάσουν. Αυτός αρπάζει την Ανθή απ' το γιακά της με το 'να του χέρι και σπρώχνει μακριά την Αρετή με τ' άλλο. Αυτή πέφτει κάτω, χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο με κρότο. Ο Γιωργής σφίγγει τα χέρια του, τα κάνει γροθιές κι αρχίζει να χτυπά την Ανθή. Η αδελφή του προσπαθεί να σταθεί όρθια, ακουμπώντας στον τοίχο. Κοιτάζει τα δύο κουβαριασμένα σώματα μπροστά της και βάζει τις φωνές!
    - Μη! Τι κάνεις; Γιατί τη βαράς; 
   Ο Γιωργής δεν ακούει τίποτε, συνεχίζει να χτυπά την Ανθή μ' όλη τη δύναμη που 'χουν τα δυο του χέρια. Αυτή πέφτει κάτω, συστρέφει δεξιά - αριστερά το σώμα της, προσπαθώντας ν' αποφύγει τα χτυπήματα του Γιωργή. Δε μπορεί, γιατί ο καπετάνιος την πιέζει πιο πολύ με το βάρος του κορμιού του.
   Η Αρετή φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορεί. 
   - Άστηνα! Μη! Δε σου 'κανε τίποτε. Σταμάτα, θα τη σκοτώσεις!
   Αυτός και πάλι δεν ακούει τίποτε. Συνεχίζει να χτυπά την Ανθή με τις γροθιές του, στο πρόσωπο τώρα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιώνονται απ' τα χτυπήματα, τα χείλη της έχουν ανοίξει, ένα κομμάτι δοντιού πετάγεται, καθώς η κοπέλα προσπαθεί να πάρει ανάσα. Τα μάτια της, γεμάτα δάκρυα, έχουν πάρει ένα έντονο κόκκινο χρώμα. Το σώμα της προσπαθεί ν' αντιδράσει, αλλά είναι σαν κλαράκι που συνθλίβεται  μέσα στην καταιγίδα. Ένα τεράστιο «γιατί;» στριφογύριζε μόνο στο μυαλό της, αλλά δεν είχε τη δύναμη να πει τίποτε. Το μπουρίνι την είχε αρπάξει και δεν την άφηνε.
   - Σκρόφα! Θα πεθάνεις σήμερα! Να μου κάνεις τέτοιο πράμα εμένα, που σ' ήθελα κυρά μου! 
   Μουρμούριζε, ενώ τα χέρια του συνέχιζαν να χτυπούν το κορίτσι στο πρόσωπο και στο σώμα. Η ένταση δεν υποχωρούσε όμως, ίσα ίσα που ο Γιωργής αισθανόταν ότι ήταν μέσα σ' ένα σκοτεινό πηγάδι στο οποίο δεν έμπαινε φως. Κι όσο χτυπούσε τ' αδύναμο σώμα του κοριτσιού, πότε πότε έβλεπε κάποιες σκόρπιες αναλαμπές φωτός.
   - Άφησέ την! 
   Έσκουζε τώρα πια η Αρετή κι η διαπεραστική φωνή της έκανε τους γειτόνους να βγουν έξω απ' τα σπίτια τους, στο δρόμο, για να δουν τι συμβαίνει. Ο Γιωργής, όμως, συνέχιζε τα χτυπήματά του. «Θα πεθάνεις, σκρόφα!» Μόνο αυτή η σκέψη ήταν σφηνωμένη στο μυαλό του. Κάποια στιγμή, που η μανία του καταλάγιασε κάπως, ξεθηκάρωσε το μαχαίρι του. Μ' αυτό άρχισε να καρφώνει την κοπέλα σ' όλο της το σώμα. Το αίμα της μουσκεύει τα ρούχα της και τα δικά του. Ένα απ' τα χτυπήματα βρίσκει την Ανθή στο λαιμό και την αποτελειώνει. Δε μπορεί πλέον να αισθανθεί τίποτε, ούτε αγάπη, ούτε πόνο, ούτε χαρά, ούτε λύπη. Το αίμα της Αρετής πιτσιλά το πρόσωπο του Γιωργή, κάνοντάς τον να ξεθολώσει. Η θυσία της κοπέλας φαίνεται να ημερεύει το χτήνος που βρίσκεται μέσα στα σωθικά του καπετάνιου. Αυτός σπρώχνει το σώμα του κοριτσιού λίγο πιο πέρα και σηκώνεται όρθιος. Το δωμάτιο είναι πια κατακκόκινο, πλημμυρισμένο στο αίμα. 
   Δεν ξεχωρίζουν πια λέξεις στα ουρλιαχτά της Αρετής. Έχει γονατίσει και χτυπά με τα χέρια της το πάτωμα δυνατά. Απ' τα μάτια της δε σταματούν να τρέχουν δάκρυα.
    Ο Γιωργής πλησιάζει τώρα την αδελφή του, ενώ συνεχίζει να κρατά το μαχαίρι σφιχτά στη χούφτα του.
   - Η σειρά σου τώρα! γρυλίζει απειλητικά. Σηκώνει το δεξί του χέρι και το κατεβάζει με δύναμη στο κεφάλι της Αρετής. Αυτή όμως δεν πέφτει κάτω. Με το ίδιο χέρι την ξαναχτυπά στο πρόσωπο, αίμα σταλάζει απ' τα ρουθούνια κι απ' τα σκισμένα της χείλη. Φτύνει το αίμα στο πρόσωπο του αδελφού της και μ' όση δύναμη της είχε απομείνει αρχίζει να τον βαρά. «Πρέπει να σωθώ, για να δικαιωθεί το κορίτσι». Αυτό μόνο σκεφτόταν.
   - Ο παπάς τα 'κανε όλα! φωνάζει. Αυτός πήγε να χαλάσει το κορίτσι σου! Ό,τι κι αν σου 'πε, είναι ψέματα! Κι εσύ το σκότωσες, το άμοιρο το κορίτσι! Καταραμένος να 'σαι! Φονιά!
   Η Αρετή σέρνεται προς το πτώμα του κοριτσιού και το παίρνει σφιχτά στην αγκαλιά της. Ο Γιωργής ρίχνει ξανά τη ματιά του ένα γύρο στο δωμάτιο. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αίμα. Κοιτά και τα χέρια του που 'ναι κι αυτά μέσα στο αίμα. Συνειδητοποιεί ότι τα ρούχα του είναι σκισμένα. Πετά κάτω το μαχαίρι και πλησιάζει την αδελφή του. Με τα δυο του χέρια αρχίζει να χτυπά τα δυο ενωμένα σώματα, μέχρι που αυτά χωρίζουν. Η Αρετή αναγκάζεται ν' αμυνθεί. 
   - Ο παπάς τα 'κανε όλα! Ρώτα και τον Κωσταντή που 'ταν εδώ, όταν τα ομολόγησε όλα ο παπάς. Καταραμένος να 'σαι! Ο Θεός δε συγχωρά τ' άδικο, ούτε σ' αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη. Στην κόλαση θα πας, καταραμένε! λέει αποφασιστικά. 
   Ο καπετάνιος την αγγίζει, δάκρυα τρέχουν απ' τα μάτια του, γονατίζει κι αυτός δίπλα της, κοντά στο πτώμα της Ανθής, σκύβει από πάνω του, τ' αγκαλιάζει, είναι ζεστό ακόμη. Η Αρετή τους αγκαλιάζει και τους δυο, αλλά αυτός τη σπρώχνει μακριά. Σκύβει και πιάνει το πεταμένο του μαχαίρι, ανοίγει την πόρτα και φωνάζει τον Παναγή, ένα απ' τα ψυχοπαίδια του, να τον ακολουθήσει. 
 
   Ο Γιωργής βαδίζει τρεκλίζοντας, το πρόσωπό του είναι ακόμη μέσα στα αίματα. Τα μαλλιά του είναι ανακατεμμένα, ιδρωμένα, κόκκινα κι αυτά απ' το αίμα της Ανθής. Το στήθος του ανεβοκατεβαίνει συνέχεια μέσα απ' το σκισμένο του πουκάμισο, οι παλμοί της καρδιάς του έχουν δυναμώσει και πάλι. Στο χέρι του κρατά ακόμη τ' ασημένιο του μαχαίρι γεμάτο αίματα. Μόνο μια σκέψη υπάρχει μέσα στο μυαλό του: «Γιατί;»  Ο Ευσέβιος είναι σημαντική προσωπικότητα για τον τόπο κι ο λόγος του μετράει, αλλά αυτή την ατιμία δε θα τη συγχωρέσει ούτε ο Θεός ούτε κι ο ίδιος. Οι Κρίσποι δε θα του χαρίζονταν, θα τον κυνηγούσαν σαν σκυλί.
   Ο κόσμος που 'βλεπε τον Γιωργή έκανε το σταυρό του, μα κανένας δεν τόλμησε να του μιλήσει. Μόνο ο Παναγής έστεκε κίτρινος δίπλα του, τρέμοντας από το φόβο του. Άρχισαν ν' ανηφορίζουν προς την εκκλησιά και να ταχύνουν το βήμα τους κι οι δυο.
   Σε λίγο έφτασαν έξω απ' την εκκλησιά. Ο ήλιος τη χτύπαγε και το λευκό της χρώμα την έκανε ακόμη πιο επιβλητική. Χτύπησε την πόρτα με δύναμη κι αυτή άνοιξε αμέσως. Ο νεωκόρος πήγε να μπει στη μέση, να τον εμποδίσει, αλλά ο Γιωργής, γρυλίζοντας, τον άρπαξε και τον πέταξε πάνω στην πόρτα. Ο Ευσέβιος βγήκε απ' το ιερό και στη θέα του Γιωργή πάγωσε.
   - Τι θες εδώ;
   Ο Γιωργής κάρφωσε το βλέμμα του πάνω του κι ο Ευσέβιος τρόμαξε. Ο Γιωργής τον έφτασε με δυο δρασκελιές.  Το γρύλισμά του δυνάμωσε, καθώς άρπαξε τον παπά απ' το λαιμό με το χέρι του και τον ξάπλωσε κάτω. Εκείνος άρχισε να πνίγεται και να τινάζει τα πόδια του για να ξεφύγει, ενώ με τα χέρια του προσπαθούσε να χτυπήσει, μ' όλη του τη δύναμη, τον Γιωργή. Αυτός όμως ήταν στοιχειό πραγματικό, χωρίς ανθρώπινες αξίες πλέον, χωρίς επιθυμίες, χωρίς τίποτα να τον συνδέει μ' αυτόν τον κόσμο. Δεν ήθελε τίποτε, δεν περίμενε τίποτε. Ο παπάς άρχισε να λερώνεται απ' τα αίματα που 'χαν τα ρούχα του Γιωργή.
   - Γιατί, πατέρα, μού το 'κανες αυτό; Γιατί; είπε κι άρχισαν τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα πάλι.
   Ο Ευσέβιος προσπάθησε κάτι να ψελλίσει, φτύνοντας ταυτόχρονα.
   - Εγώ μιλάω με το Θεό, μόνο σ' Αυτόν λογοδοτώ κι όχι σε σένα ή άλλον.
   - Τότε θα πας να Τον έβρεις να Του τα πεις! είπε ο Γιωργής κι άρχισε να καρφώνει με το μαχαίρι του τον παπά σ' όλο του το σώμα. Αυτό άρχισε να πάλλεται και το κάτουρο του ενώθηκε με το αίμα του.
   Ο νεωκόρος άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται.
   - Βλάσφημε, θα πας στην κόλαση, το σώμα σου δε θα λιώσει ποτέ!
   Ο Γιωργής, χωρίς να τον ακούει, συνέχισε να μαχαιρώνει τον παπά. Μετά από λίγο σηκώθηκε, είδε το πρόσωπο του Ευσέβιου γεμάτο αίματα, με το στόμα ανοιχτό να χάσκει, τα μάτια του γουρλωμένα. Νεκρός και πεσμένος μπρος στο ιερό της εκκλησίας του! 
   Ο Γιωργής προχώρησε προς το ιερό, μπήκε μέσα, πήγε μπροστά στην εικόνα του Παντοκράτορα, γονάτισε, κατέβασε το κεφάλι και το 'χωσε ανάμεσα στα χέρια του.
   - Θεέ μου, σχώρα με για τα κρίματά μου!
   Στράφηκε στον Παναγή. Έβγαλε απ' τα ρούχα του ένα πουγκί γεμάτο με χρυσά νομίσματα και του το 'δωσε.
   - Πήγαινέ το στην αδελφή μου και πάρε την να φύγετε από 'δω. Να πεις στο Νικόλα ότι προστάζω να φύγετε με το καράβι αμέσως, να πάτε στη Μάνη, στον Γιαννάκη τον πρόκριτο, τον αδελφοποιητό μου. Να του πεις ότι τον παρακαλώ και του ζητώ να τη φροντίσει, κι από κει να τη στείλει στον άντρα της με ασφάλεια.
   Ο μικρός πήρε τα λεφτά κι έφυγε τρέχοντας.
   Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει την εκκλησία που έγινε το φονικό. Μια φρουρά πήρε εντολή και πήγε να δει τι συμβαίνει. Οι στρατιώτες βρήκαν το πτώμα του Ευσέβιου μέσα σε ξεραμένο αίμα και το σώμα του καπετάν Γιωργή στραμμένο προς τη θάλασσα, με τ' ασημένιο του μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά του.      
 
 Φατούρος Βασίλης
CARTEL

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου