Το κρύο της πλάκας είχε παγώσει το μέτωπό της. Περνώντας απ' τα μηλίγγια της χύθηκε μέσα στο κρανίο κι έσφιξε το μυαλό της με τυραγνισμό. Η μισοφωτισμένη εκκλησία αργοσάλευε στο λίκνισμα των καντηλιών. Τρεμούλιασαν οι άγιοι των τοίχων, ζωντάνευαν, μαλάκωσαν τα σκληρά χωματένια μυώνια της μορφής τους. Ο νάρθηκας σκοτεινός, λουσμένος μόλις απ' τ' αντιφέγγισμα του τέμπλου. Κι η βασίλισσα Θεοδώρα στον τάφο της ασάλευτη, σιωπηλή.
Κόπηκαν τα γόνατά της, έπεσε μπρούμυτα στην πλάκα. Με το μέτωπο, τα ρουθούνια, τα χείλη, το στέρνο, την κοιλιά, τους μηρούς ήρθε σ' επαφή με την πέτρα που σκέπαζε τη νεκρή. Ήρθε σε κοινωνία με την πολυαγάπητη σποδό. Η καρδιά της χτυπούσε γλυκά, η ευδαιμονία έπνιγε τα μέλη της. Όλα χάθηκαν, πήγαν μακριά, γίνηκαν ασαφή κι αόριστα. Κι ακούστηκε να 'ρχεται από τα φαράγγια του Ταΰγετου το παράπονο των αδικοσκοτωμένων αθώων. Ο Καιάδας βογκούσε, ο Καιάδας μοιρόταν...
«Μίλησέ μου, κυρά βασίλισσα, μίλησέ μου...»
Η νεκρή ήταν χαμογελαστή στον τάφο της, όμορφη όπως όταν στάθηκε μπροστά στο τέμπλο, πλάι στον πορφυρογέννητο μνηστήρα, να γίνει γυναίκα του. «Κωνσταντίνε», του είπε. Κι αυτός χαμογελούσε, ωραίος άντρας, πολεμιστής, από γενιά βασιλική. Έζησε κοντά του λίγα χρόνια, γεμάτη αγάπη, φιλοδοξία κι ηρωισμό. Κι έτσι, όταν την πήρε ο Χάρος, τα δάκρυα των όσων την αγαπούσαν βαλσάμωσαν το νιο της κορμί. Έμεινε ωραία στον τάφο, χαμογελαστή, με χρυσάφι στο κεφάλι, μάλαμα στην καρδιά, πορφύρα στα πόδια κι αίμα στα χείλη.
Η Πελαγία, ανάμεσ' απ' την πέτρα, ένιωσε το ξύπνημα της νεκρής. Λυγμός ευδαιμονίας φτερούγισε στις σκοτεινές γωνιές του νάρθηκα κι έκανε να γείρουν οι τρεμάμενες φλόγες του μανουαλιού. Οι άγιοι των τοίχων σιγόψελναν. Μα το τραγούδι του Καιάδα ήταν φριχτό απόψε. Έτσι κάθε Χριστούγεννα, το ίδιο...
«Βασίλισσα, ο Ιωάννης πέθανε», μουρμούρισε η καλόγρια. «Πέθανε σαν έμαθε το χαλασμό του Κοσσυφοπεδίου. Ράγισε η καρδιά του. Το μήνυμα ήρθε στο παλάτι. Μ' ακούς; Μ' ακούς; Άφησε χρυσόβουλο ν' ανέβει στο θρόνο ο Κωνσταντίνος...»
Στέναξε το δάπεδο του νάρθηκα βαθιά, λυτρωτικά, χαρούμενα. Το αυτί της καλόγριας αφουγκράστηκε την απόκοσμη απόκριση: «Θα γίνει βασιλιάς, Θεέ μου, δόξα Σοι! Τι κι αν είμαι χους θανάτου; Τ' όνειρο μιας ζωής...»
Τα τελώνια του βουνού ολόλυζαν μαλακότερα. Δε ήσαν πια οργισμένα, μα παραπονεμένα. Ζητούσαν το μαστό της μάνας τους. Γύρευαν τ' άγνωρα μάτια που τους ρούφηξαν τα όρνια του φαραγγιού. Κλαψούριζαν για τα όσα δε γνώρισαν, δε χάρηκαν. Και βούιζε ο άνεμος. Αλυχτούσε στα στενά, στις ανηφοριές της φοβισμένης πολιτείας. Το φεγγάρι δεν έλεγε να βγει.
Ανασηκώθηκε. Χάιδεψε το μνήμα μαλακά, με δάχτυλα ξυλιασμένα. Τα μάτια της κοιτούσαν μακριά. Και ριγούσε:
«Κοιμήσου, βασίλισσα. Κοιμήσου...»
Αναστηλώθηκε ορθή. Άπλωσε μπροστά τα χέρια και χάθηκε στο σκοτάδι της αυλής. Για μια στιγμή, η σκιά της πάλεψε απελπισμένα με τους κοκαλωμένους άγιους των τοίχων. Φοβήθηκαν τα καντήλια, χαμήλωσαν το φως τους. Κι από κει, γαλήνη. Στο μνήμα της, η Θεοδώρα Τόκκου ανάσαινε με ηδονή.
Πήγε στο κελί της και κάθισε. Ο κορμός όρθιος στην καρέκλα, οι παλάμες ίσιες, απιθωμένες στους μηρούς. Το μάτι ασάλευτο, το βλέμμα παράλυτο. Πόσο θα βαστάξει το τείχος της Κόρινθος; Σκληρός πολεμιστής ο Μωάμεθ, όλο και σφίγγει τη βασιλεύουσα. Οι Τούρκοι προχωρούν, προχωρούν... Μόνο απ' τη θάλασσα ο νέος βασιλιάς μπορεί να πάει στην Πόλη. Το Δεσποτάτο του Μοριά ξέμακρο, κομμένο απ' τη μητέρα πολιτεία. Ανάμεσα, οι Τούρκοι...
Οι παλμοί της έγιναν γοργοί, οι ανάσες συχνές. Η αγωνία... Ξαναήρθε η αγωνία, όπως κάθε βράδυ. Πότε θα βγει το φεγγάρι, να διώξει τα δαιμόνια; Ο Πονηρός ανακυλιέται στα κεραμίδια, σαν ξαναμμένος αίλουρος και μιαουρίζει την αμαρτία. Πόλεμοι αδελφοχτόνοι, τύφλα, παρανομία. Κι η Ρωμιοσύνη πεθαίνει... Ο Δημήτριος, από τη Σηλυβρία, θέλει ν' αρπάξει τον άδειο θρόνο. Ο Θωμάς, στα Καλάβρυτα, πολεμάει τους Φράγκους αρχοντοξεπεσμένους και στυλώνει το μάτι στο Μιστρά, που απόμεινε χωρίς Δεσπότη. Τι θα γίνουν; Τι θ' απογίνουν σαν φύγει ο Κωνσταντίνος; Ανήμερα των Φώτων, στο ναό του Άη Δημήτρη, θα του φορέσουν το στέμμα. Θα του περάσουν τα κόκκινα τζαγγία του βασιλιά των Ρωμαίων. Κι ύστερα, θα φύγει. Ο Μιστράς θα μείνει δίχως το καλόκαρδο χαμόγελό του. Ποιος θα 'ρθει στη θέση του; Ο Θωμάς; Ο Δημήτριος;
Ο Θεός να συχωρνά την αμαρτωλή γενιά των Παλαιολόγων...
Ξεπρόβαλε πορφυρή, μέσα στη νύχτα, η Σελήνη, η Εκάτη, που γαβγίζει σα σκύλα στις πόρτες των σπιτιών και γυρεύει τροφή σκυλίσια. Τ' ασημένια φύλλα των λιόδεντρων μάτωσαν κι αναστράφηκαν, έτσι που φάνηκε ν' ανασαίνει ο κάμπος. Στις λυγαριές του Ευρώτα, οι Σάτυροι λαγοκοιμόνταν. Με το αυτί στη γη, άκουγαν τον αντήχο των ασκεριών του Μωάμεθ που κατεβαίνουν προς το Νότο. Ο Δίας είχε πεθάνει.
Η καλόγρια σηκώθηκε κι έκανε το σταυρό της. Είδε το φως του φεγγαριού να σέρνεται στις στέγες της πλαγιασμένης πολιτείας. Όλος ο ουρανός στρεφόταν απ' Ανατολή σε Δύση, γαλανός, γαλατένιος, διάφανος, ζωσμένος το Γαλαξία. Δρόμος φωτεινός, που οδηγούσε προς το Βασίλεμα. Κι ήταν πια το Βασίλεμα σ' Ανατολή. Βγήκε απ' το κελί. Μ' αθόρυβη περπατησιά έστριψε το περιστύλιο της εκκλησίας. Μαύρες χυτές κολώνες στο τοπάζι του φεγγαρόφωτου ουρανού. Κάτω, χαμηλά, ο κάμπος της Σπάρτης. Ακούμπησε στον τοίχο κι άκουσε. Τα πεθαμένα βρέφη δε μοιρολογούσαν πια. Όταν βγει το φεγγάρι κοιμούνται ήσυχα, μ' ένα δάχτυλο στο στόμα. Ξεγελάν την πείνα τους, ξεγελάν τη στοργή που δεν ένιωσαν. Ένα δάχτυλο στο στόμα δεν είναι η ρόγα του βυζιού της μάνας τους... Όταν προβάλει το φεγγάρι, ο Πονηρός λουφάζει στα λημέρια του. Κλείνουνται οι άγιοι στις εκκλησιές. Απ' τη μητέρα γη, τα γκρεμισμένα μάρμαρα φυτρώνουν, αναστηλώνουνται. Οι πεθαμένοι θεοί βγαίνουν απ' τη λήθη. Η μέρα της Ελλάδας είναι του Ρωμαίου, του Σλαύου, του Φράγκου, του Καταλάνου, του Τούρκου. Η νύχτα είναι του Έλληνα. Ξυπνάν τα χαριτωμένα ξωτικά της γης και της φυλής των Ελλήνων. Παίζουν στα κλαδιά της σμερτιάς, χορεύουν ανάερα, γλιστρώντας στις σεληναχτίδες. Ξεχνάν πως το χώμα τους πατιέται από βάρβαρους ανθρώπους και σκοτεινές δοξασίες. Με μάτι καλόβολο, κάπως κουρασμένο, αρκετά ειρωνικό -μάτι ελληνικό- κοιτάν τους επιγόνους να φυλάν τις στερνές τρεμάμενες φλόγες του βωμού. Κι αν ο βωμός πέσει στα χέρια του Μογγόλου καταχτητή; Κι αν η αδύναμη φλογίτσα σβήσει; Τι θα κάνουν, όλοι αυτοί, στα μολεμένα χώματα;
Μπήκε στο ναό. Οι φλόγες των καντηλιών σιγοπάλευαν με τις γαλάζιες δέσμες του φεγγαριού, που έμπαιναν απ' τα παράθυρα. Οι άγιοι των τοίχων έχουν γλυκάνει τη μορφή τους. Τ' άγρια μάτια τους έγιναν πιο ήρεμα, πιο στοχαστικά. Πήραν οι μορφές τους κάποιο γλυπτικό κάλλος. Η βασίλισσα Θεοδώρα, στο κιβούρι της, κοιμόταν σα νεκρή ειδωλολάτρισσα: όμορφη, γλυκιά, απαλή...
Θέλησε να προσευχηθεί στον Ιησού:
«Όπως γεννήθηκες τότε κι έσωσες τα έθνη, ξαναγεννήσου, Κύριε! Και σώσε το έθνος των Ελλήνων που σε δόξασε...»
Ένας μικρός Σάτυρος, σκαρφαλωμένος στον τρούλο της Παντάνασσας, άκουσε την προσευχή και δάκρυσε:
«Ο Δίας πέθανε. Θα μπορέσει ο Ναζωραίος να φυλάξει την Ελλάδα;»
Απόμεινε συλλογισμένος, θλιμμένος, με το σαγόνι ακουμπισμένο στο τραγίσιο του γόνατο. Πώς θα ζούσε αυτός -Έλληνας θεός- ανάμεσα στους Ασιάτες και τις παθιασμένες, τις σκοτεινές δοξασίες τους; Ο Δίας πέθανε. Ο Ναζωραίος, περνώντας το Αιγαίο, ντύθηκε το γαλανόλευκο χιτώνα των ενάλιων πνευμάτων. Ασιάτης γεννήθηκε, μα Έλληνας γίνηκε. Την ψυχή των Ελλήνων σκόρπισε στην Οικουμένη. Ο Δίας ήταν περήφανος, γοητευτικός μέσα στ' ανθρώπινα πάθη του. Ήταν άνθρωπος κι έγινε θεός. Ο Ιησούς, πάλι, ταπεινός, γλυκός, πονετικός, πηγή αγάπης, ήταν θεός που γίνηκε άνθρωπος. Άφησε στην ψυχή των πιστών του Ελλήνων μια γωνίτσα για τα παλαιϊκά χαριτωμένα δαιμόνια. Κι αυτά -Σάτυροι, Δρυάδες, Ναϊάδες, Σειληνοί, Σειρήνες και Νύμφες των γλυκών νερών- τον αγάπησαν για την καλοσύνη του, για την ελληνική του ψυχή. Μα ο καινούργιος θεός που έρχεται; Ο Μωάμεθ; Τ' όνομά του αντηχεί σαν καφτερή πνοή λίβα στην έρημο της Αραπιάς...
Ένας άντρας μπήκε στο ναό. Οι άγιοι τον προσκύνησαν. Στα χέρια του κρατούσε τα πάντα. Χέρια γερά. Μα τα πάντα ήσαν σχεδόν τίποτα: η Βασιλεύουσα, με μια λουρίδα γης ολόγυρα. Κι ο Μοριάς, μισοφραγκεμένος κι αυτός. Μονάχα ο Ιωάννης είχε καταλάβει κι είχε ενεργήσει να σώσει αυτά τα ψίχουλα της απέραντης αυτοκρατορίας. Είχε μυαλό, μα δεν είχε δύναμη. Ο όχλος κι οι καλόγεροι προτίμησαν το Σεχουλισλάμη από τον Επίσκοπο Ρώμης. Νοοτροπία γοητευτικά ελληνική.
«Έτσι ήταν πάντα η φυλή μας!» μουρμούρισε ο μικρός Σάτυρος με πικρό χαμόγελο. Και κλείνοντας τα κίτρινα μάτια του άφησε τους γρύλους να τον νανουρίσουν.
Ο Κωνσταντίνος αντίκρισε το διακαμό της γονατισμένης καλόγριας. Το φως του φεγγαριού χυνόταν στο βασανισμένο πρόσωπό της.
«Εσύ 'σαι, Ειρήνη;» τη ρώτησε.
Άνοιξε τα μαύρα και πάντα ξαφνιασμένα μάτια της:
«Δε με λεν Ειρήνη. Είμαι η Πελαγία, η καλόγρια».
Σηκώθηκε κι ήρθε πλάι του. Μιλούσε με φωνή χαμηλή, ασθματική:
«Είπα στη Θεοδώρα πως έγινες βασιλιάς. Πως ανήμερα των Φώτων θα φορέσεις το στέμμα, τα κόκκινα τζαγγία και θα φύγεις για τη Βασιλεύουσα. Χάρηκε η βασίλισσά μου. Χάρηκε...»
Ο Κωνσταντίνος είχε δακρύσει. Θύμησες γλυκιές, λυπητερές...
«Μού την πήρε ο Κύριος -μεγάλη Του η χάρη. Μού πήρε την ομορφιά, την αγάπη της. Αν ζούσε, πώς θα καμάρωνε! Βασίλισσα στις Βλαχέρνες, στο Βουκολέοντα!»
Μια τρομερή φωνή αντήχησε στον τρούλο:
«Αν ζούσε, ο Μωάμεθ θα την έπαιρνε σκλάβα στο χαρέμι του!»
Σπασμός τρόμου τάραξε το κορμί της καλόγριας. Έπεσε χάμω, σαν ξύλο. Ο Κωνσταντίνος ωχρός, με τρεμάμενο χείλι, σταυροκοπήθηκε:
«Γεννηθήτω το θέλημά Σου...»
Θάρρεψε πως ο Θεός τού μίλησε. Κι όμως ήταν ο μικρός Σάτυρος του τρούλου, που τον ανησύχησαν οι φωνές.
Ο Ευρώτας σάλευε, ανάσαινε, κελάριζε ανάμεσα στις λυγαριές. Ήταν ασημένιος, σαν φωνή ξανθής παρθένας. Άρπαζε τη σελήνη με τις ρουφήχτρες του, την τραβούσε στα βάθη, την ξανάφερνε στον αφρό. Παιγνίδια Ελλήνων θεών μάταιων, αργόσχολων και φιλοσοφημένων. Στο μάκρος της ακροποταμιάς, τα μικρά δαιμόνια είχαν ξυπνήσει. Κοιτούσαν το παιγνίδι του Ευρώτα με την Εκάτη. Τα μάτια τους μόλις χαμογελούσαν. Ακούστηκε ένα σιγανό γέλιο. Ήταν μια Νύμφη, που την ερέθιζαν τα ξετσίπωτα λόγια του Πρίαπου.
«Πρέπει να περάσουμε τη νύχτα τραγουδώντας και χορεύοντας», είπε ο γερο - Σειληνός. «Ο Ταΰγετος είναι γαλανόλευκος από φεγγάρι και χιόνι. Ο κάμπος ευωδιάζει κάτι σαν μακρινό ανοιξιάτικο μήνυμα. Η Δημήτηρ ίσως βλέπει όνειρο, στον τρίμηνό της ύπνο, πως ο Άδης τής στέλνει την Κόρη. Τ' αστέρια απόψε κινούνται τόσο γοργά προς τη Δύση!»
Κανείς δεν αποκρίθηκε. Μόνο μια Σύριγγα σκάλισε, στον αέρα, την κατεβαστή κλίμακα της διέσεως. Ο Μιστράς, ξαπλωμένος στην πλαγιά, κοιμόταν με μοναδικά φώτα τα καντήλια των ναών. Το παλάτι των Παλαιολόγων, κατασκότεινο.
«Γιορτάζουν απόψε τη γέννηση του Ιησού», είπε ο Σειληνός, δείχνοντας την πολιτεία. «Θα ξυπνήσουν τα μεσάνυχτα. Όλα τα παράθυρα θα φωτισθούν, θα λάμψουν οι ναοί. Στις ανηφοριές θα χορέψουν τα κόκκινα φαναράκια των πιστών, που πηγαίνουν στη Λειτουργία. Οι καμπάνες θα σημάνουν. Εκείνο που μου αρέσει στη θρησκεία τους είναι οι καμπάνες...»
Ακούστηκαν φωνές από τα σύδεντρα:
«Ναι! Ναι! Θ' ακούσουμε τις καμπάνες τους! Γεμίζουν τον αέρα με δονισμούς, άλλοτε χαρωπούς, άλλοτε θλιβερούς. Να, ένα όμορφο πράμα που δεν είχαν οι δικές μας τελετές!»
Ο μικρός Σάτυρος του τρούλου της Παντάνασσας ξεπρόβαλε από 'να σύδεντρο:
«Έχουν κι άλλες ομορφιές οι τελετές τους», είπε. «Έχουν αγάπη».
Ξαπλώθηκε σιωπή. Μονάχα η Σύριγγα ξανανέβηκε την κλίμακα, έχοντας σιγόντο κάποιο τριζόνι, ξεγελασμένο απ' την καλοσύνη της νυχτιάς. Πέρα, στο έβγα του ποταμού, ακούστηκαν ομιλίες ανάμεσα στους φλοίσβους του νερού, ωσάν κάποιο πλήθος ν' ανέβαινε το ρέμα κολυμπώντας.
«Ποιοι να 'ναι;» απόρεσε ο Σειληνός. Κι όλα τα δαιμόνια κρύφτηκαν στις λυγαριές.
Ένας γέροντας πήγαινε μπροστά: Ένας γέρος Τρίτωνας με φύκια στα γένια κι αλάτια στα μαλλιά. Ανάγειρε τον κορμό του έξω απ' το νερό. Και μ' έναν κόχυλα, βούκινο στριφτό, σάλπιζε κατά Βοριά και Νότο, Δύση κι Ανατολή:
«Ε, σεις! Θεϊκά των κάμπων, των δασών, των γλυκών νερών! Ε, σεις!»
Οι Σάτυροι, οι Σειληνοί, οι Νύμφες, οι Δρυάδες ξεπρόβαλαν απ' τους κρυψώνες τους:
«Εδώ 'μαστε! Καλώς τον! Καλώς τους! Πώς και μάς θυμηθήκατε, αδέρφια τ' αρμυρού νερού;»
Ο γερο - Τρίτωνας ανακάθισε στο βούρκο της ακροποταμιάς. Πίσωθέ του έρχονταν κι άλλα θεϊκά της θάλασσας: Τρίτωνες, Σειρήνες και Νηρηΐδες.
«Είμαι ο Νηρέας», είπε κι έφτυσε με σιχαμάρα στο νερό. «Αυτά τ' ανάλατα υγρά μού ανακάτεψαν το στομάχι! Βλάκες κυπρίνοι και σαλιάρηδες γουλιανοί τρίφτηκαν στα μεριά μου. Βούρκος παντού! Και σάπια χορτάρια...»
Στη μέση του ποταμού έβρασε το νερό. Κι ο Ευρώτας ξεπρόβαλε οργισμένος, στεφανωμένος με σπάρτα, βούρλα και λυγαριές. Ήταν γέρος, με χωματένια γένια, βουρκωμένο κορμί. Μιλούσε την αρχαία δωρική, σφυροκοπώντας τις συλλαβές:
«Εσύ 'σαι, Νηρέα, που μιλάς για μένα έτσι; Γύρνα γρήγορα στις θάλασσές σου!»
«Αυτό θα κάνω!» είπε ο γέροντας του πόντου. «Αυτό θα κάνω! Όχι πως σιχαίνουμαι τα νερά σου -χωράτευα, καημένε, να σε πειράξω. Μα φέρνω άσχημα μηνύματα. Δεν έχει πια θέση για σας στη γη της Ελλάδας».
Όλοι μαζεύτηκαν γύρω στους θαλασσινούς. Η Εκάτη σταμάτησε το δρόμο της, ν' ακούσει. Οι Σάτυροι, με ρουθούνια ασελγή, οσφραίνονταν τις Σειρήνες, που ευώδιαζαν άρμη κι ιώδιο, όστρια και θαλάμι πετροκάβουρα.
«Κατεβαίνουν καινούργιοι καταχτητές, με καινούργια θρησκεία», είπε ο Νηρέας. «Τίποτα δε θ' απομείνει από το πνεύμα των Ελλήνων!»
Όλοι ταράχτηκαν. Μα ο Ευρώτας γέλασε περιφρονητικά:
«Τι λες, ξεκουτιασμένε καρχαρία; Τόσους και τόσους λαούς είδα στις ακροποταμιές μου! Σλαύους, Φράγκους, Βενετσάνους, Γενοβέζους, Σαρακηνούς, Γότθους, Φλωρεντίνους -σάμπως τους θυμάμαι όλους; Κανείς δεν πείραξε το πνεύμα των Ελλήνων. Όλοι τους το ντύθηκαν περίλαμπρη χλαμύδα».
Ο Νηρέας κουνούσε το θαλασσοδαρμένο κεφάλι του:
«Άλλο πράμα, άλλο πράμα... Αυτοί που έρχονται, στοχάζονται αλλιώτικα. Φέρνουν το δικό τους στοχασμό παντού. Δεν παίρνουν, δίνουν. Στεριώνουν το δικό τους εγωισμό. Φέρνουν μαζί την πατρίδα τους. Δε νοιάζονται για όσα τρέφει κι αγαπάει η γης που πατούν. Σύντομα δε θα 'χει τόπο για σας εδώ πέρα. Είσαστε Έλληνες θεοί. Μονάχα όπου ανθίζει το πνεύμα το ελληνικό μπορείτε να ζήσετε».
Βαριά σιωπή. Πικρός στεναγμός βγήκε απ' όλα τα στέρνα:
«Τι να κάνουμε, γέρο της θάλασσας; Πού να πάμε; Πώς θ' αφήσουμε τη μάνα γης που μάς γέννησε, που μάς έθρεψε, που μάς χάρισε ζωή κι υπόσταση; Πώς να παρατήσουμε τη χθόνα μας;»
«Δεν ξέρω», αποκρίθηκε ο Νηρέας, «δε γνωρίζω. Εμείς θα μείνουμε στις θάλασσές μας. Οι θάλασσες είναι όλου του κόσμου. Τα ξέμακρα βράχια του Ωκεανού πάντα σ' εμάς θ' ανήκουν. Από τη θάλασσα βγήκε η ζωή, στη θάλασσα θα μείνει. Η θάλασσα στερνή θα πεθάνει, όταν ο γερασμένος Φοίβος παγώσει στο στερέωμα».
Ξαναήρθε η σιωπή, παντοδύναμη τώρα. Ο γερο - ποταμός έσκυψε το βαρύ κεφάλι προς το νερό του. Οι Αμαδρυάδες κοιτούσαν τη γοργή και παράξενη πορεία τ' ουρανού. Οι Σάτυροι, φοβισμένοι, χαμήλωσαν τ' ασελγή τους μάτια. Μονάχα η Σύριγγα σφύριξε μια κλίμακα σε τόνο ελάσσονα, θλιβερή σα μοιρολόι. Κι άξαφνα, πάνω απ' τις σμερτιές του όχτου, πρόβαλε ένα μελαχρινό και κατσαρό κεφάλι, με δυο αναγερμένα κερατάκια. Μάτια μαύρα σαν κάρβουνα, δέρμα σαν ελιά της Καλαβρίας. Χαμογελούσε και τα δόντια του φώτισαν πιότερο τη νύχτα.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Σειληνός.
Ο άγνωστος κατσικοπόδαρος πήδησε ανάμεσα στα δαιμονικά της στεριάς και της θάλασσας. Οι Δρυάδες κι οι Νύμφες χαμήλωσαν τα μάτια μπρος στην αρσενική ομορφιά του.
«Με λεν Συλβανό», είπε, «κι είμαι Φαύνος απ' τα δάση της Απουλίας. Οι θεοί της Ιταλίας με στέλνουν στους θεούς της Ελλάδας. Φέρνω μήνυμα μεγάλο και σπουδαίο!»
Σ' όλα τα μάτια γυάλισε η ελπίδα. Τον τριγύρισαν. Τού μιλούσαν με γλύκα:
«Κάθισε, ξένε αδερφέ. Ξεκουράσου στα χώματά μας. Πεινάς; Διψάς; Θέλεις σύκο της Μεσσηνίας; Ελιά της Λακεδαίμονας; Μέλι του Ταΰγετου;»
«Πιε το νερό μου και λούσου! Θ' αντρειωθείς σαν Σπαρτιάτης του παλιού καλού καιρού», είπε ο Ευρώτας κι αναστέναξε.
Ο μικρός Φαύνος ευχαριστούσε ολόγυρα:
«Δεν πεινώ, δε διψώ. Είμαι βιαστικός και κουρασμένος. Ήρθα ακολουθώντας το Γαλαξία σε πορεία ανάστροφη. Το ρέμα τ' ουρανού προς τη Δύση είναι, σήμερα, δυνατό...»
Όλα τα μάτια γύρισαν κι είδαν τον ουρανό. Πώς έτρεχαν τ' αστέρια απόψε!
«Φέρνω μήνυμα σπουδαίο», είπε πάλι ο Φαύνος της Ιταλίας. «Ο Παν δεν πέθανε! Ο Δίας αναστήθηκε! Κι ο Απόλλων κι η Αθηνά...»
Χαρούμενος ανασασμός φουρτούνιασε τα στήθη. Χίμηξαν απάνω του, με μάτια γεμάτα αγωνία για την προσμονή των αναπάντεχων.
«Μίλα! Μίλα!» είπαν με μια φωνή.
«Στην Ιταλία οι άνθρωποι σκάβουν τη γη. Βγάζουν τα μάρμαρα των ναών μας, τ' αγάλματα των θεών μας...»
«Για να τα κάνουν ασβέστη;» ρώτησε ο Νηρέας με σαρκασμό.
«Όχι. Για να τα στήσουν στα παλάτια, να προσκυνήσουν την ομορφιά τους. Στα μοναστήρια, οι καλόγεροι ξύνουν τους ψαλμούς από τους πάπυρους και τις περγαμηνές, για να 'βρουν από κάτω τις ωδές των ποιητών μας. Σ' όλες τις πολιτείες της Ιταλίας, οι ζωγράφοι κι οι δουλευτές της πέτρας ξαναζωντανεύουν την τέχνη του Παρράσιου και του Πραξιτέλη: Στο Φιεζόλε, ο Φρα Αντζέλικο. Στη Φιρέντσα, ο Μπενότσο Γκοτζόλι, ο Φίλιππο Λίππι, ο Πιέρο ντέι Φραντσέσκι, ο Λορέντζο Γκιλμπέρι κι ο μεγάλος Ντονατέλο, που σκαλίζει στην πέτρα τις μορφές μας. Έχει ένα μαθητή -Βερόκκιο τον λεν- που θα ξεπεράσει το δάσκαλό του. Εδώ και τρία χρόνια γεννήθηκε ένα παιδί, που οι Μοίρες μάς είπαν το μεγάλο ριζικό του: Σάντρο Μποτιτσέλι είναι τ' όνομά του...»
Ο Συλβανός σώπασε. Κι είπε ξανά:
«Ελάτε! Πηγαίνουμε! Ο δαυλός καίει στη Μεγάλη Χερσόνησο. Οι θεοί βασιλεύουν πάλι. Εδώ σκοτάδι! Σκοτάδι! Σάς περιμένει το φως!»
Έμειναν όλοι σιωπηλοί, συλλογισμένοι, γεμάτοι χαρά, μα και θλίψη.
«Πώς ν' αφήσουμε τα χώματά μας;» παραπονέθηκε ο Σειληνός. «Πώς;»
Ο Φαύνος σηκώθηκε όρθιος:
«Μα θα ξαναγυρίσετε στα χώματά σας! Θα ξαναγυρίσετε! Σύντομα οι θεοί του Ολύμπου θ' απλώσουν πάλι τον πολιτισμό των Ελλήνων σ' όλη τη γη».
Σύντομα... Ένας λόγος είναι αυτός. Μα πώς να λείψει η ελπίδα; Και τι νόημα έχει ο χρόνος για τα θεϊκά, που δε μέλλει να γνωρίσουν το θάνατο; Γύρισαν τα μάτια τους κατά τον ουρανό, που τον έδειχνε το μελαχρινό δάχτυλο του Συλβανού, κι είδαν πως στους χρόνους αυτούς -όπως άλλοτε, όπως πάντα- η πορεία του Σύμπαντος ήταν από Ανατολή σε Δύση.
Ο Νηρέας σηκώθηκε.
«Πηγαίνετε», είπε. «Πηγαίνετε κει που λάμπει το φως. Κρατήστε το δαυλό αναμμένο. Κι όταν έρθουν οι καιροί, φέρτε τον ξανά στα χώματα της Ελλάδας».
Βούτηξε ως τη μέση στο μαλακό νερό του ποταμού. Όλοι οι θαλασσινοί θεοί έκαναν το ίδιο.
«Εμείς», είπε, «γυρνάμε στον Ωκεανό. Οι θάλασσες είναι λεύτερες. Φυλάμε φρουροί στα σταυροδρόμια τα θαλασσινά, εκεί που τα ρέματα σμίγουν και χωρίζουν. Οδηγούμε τα καράβια που φέρνουν το φως. Πολεμάμε τα μαύρα πλεούμενα του σκοταδιού. Στη ράχη των δελφινιών, ω θεϊκά της ελληνικής γης, θα γυρίσετε πάλι στα αιώνια χώματα!»
Βυθίστηκε στο νερό. Και πίσωθέ του Τρίτωνες, Σειρήνες και Νηρηΐδες πήραν το ρέμα του ποταμού. Το βούκινό του -κόχυλας μυριόχρονος- ακούστηκε πέρα, μακριά, ώσπου έσβησε. Και τότε οι Σάτυροι, οι Σειληνοί, οι Δρυάδες, οι Αμαδρυάδες κι οι Νύμφες σηκώθηκαν να πάρουν το δρόμο της ξενιτιάς. Μονάχα ο γερο - Ευρώτας δεν ήταν για να φύγει.
«Εγώ», είπε, «θα κρυφτώ κάτω απ' τα νερά, μέσα στις ρίζες των πλατάνων, και θα κοιμηθώ. Όταν ξαναγυρίσετε, ρίξτε ένα κομμάτι μάρμαρο από παλιά κολώνα στο μάτι μιας ρουφήχτρας και θα ξυπνήσω».
Βυθίστηκε. Κι οι άλλοι, οδηγημένοι από το Φαύνο της Ιταλίας, αναγέρθηκαν. Τα πόδια τους άφησαν το χώμα, τα κορμιά τους αναλήφτηκαν στον αέρα. Κι έφυγαν κατά τη Δύση, ακολουθώντας το φωτεινό δρόμο του Γαλαξία.
Μονάχα η καλόγρια της Παντάνασσας, με τ' αλαφροΐσκιωτα μάτια, τούς είδε να φεύγουν. Φοβήθηκε. Ήσαν λουσμένοι ασημένιο φως του φεγγαριού. Κι όμορφοι σαν Έλληνες θεοί! Έσκιζαν τον αέρα χωρισμένοι σ' αλαφρότατα φωτεινά σμάρια, παιγνιδιστά, τόσο ανάερα, που μπλέκονταν με τις σεληναχτίδες. Και χάθηκαν πέρα, προς τη Δύση.
Τα σπίτια του Μιστρά φωτίστηκαν. Οι καμπάνες σήμαναν χαρούμενα. Λάμπουν ολόχαρες οι εκκλησιές. Στις ανηφοριές, άρχοντες και λαϊκοί, κρατώντας φαναράκια με κοκκινωπές φλόγες, πηγαίνουν να γιορτάσουν τη Γέννηση του Ιησού. Έχουν λησμονήσει την αγωνία τους. Δε θέλουν να θυμούνται τη μαύρη Μοίρα που τους μέλλεται. Πόσο θα κρατήσει η Βασιλεύουσα; Πόσο θ' αντέξει το τείχος της Κορίνθου;
Στον Άη Δημήτρη, άρχοντες και λαός εύχονται στον καινούργιο βασιλιά:
«Πολλά τα έτη σου, Κωνσταντίνε! Πολλά σου τα έτη!»
Αυτός, έχει το κεφάλι βαρύ, την καρδιά γεμάτη μαύρα προαισθήματα. Ο φόβος ξανάρχεται. Ξανάρχεται...
Μα η νεκρή βασίλισσα, η Θεοδώρα, στο κιβούρι της, πάνω στην Παντάνασσα, χαμογελάει ευτυχισμένη.
Καραγάτσης Μ.
Η μεγάλη λιτανεία,
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»
Αθήνα 2007
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου