Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

  
   Ως το μεσημέρι χιόνισε πυκνά. Κρύος καιρός, σταχτής, κλειστός από παντού. Κανείς δεν ξεμύτισε απ' το σπίτι του. Πού να πας, και τι να κάνεις; Όπου γυρνούσες το μάτι, έβλεπες μια λευκή κουρτίνα που έπεφτε, έπεφτε, χωρίς τελειωμό.
   Κατά τις τρεις, σταμάτησε το χιόνι. Φύσηξε αέρας θαλασσινός και συνεπήρε τα σύννεφα. Στην κορυφή του γαλάζιου ουρανού έλαμψε ο ήλιος. Τότε φάνηκαν τα πάντα: Όλυμπος, Κίσαβος, βαρκά της Νυχτερέμ, κάμπος της Λάρισας ήσαν κατάλευκα· τόσο λευκά, που ο Θερμαϊκός φάνταζε πιο βαθύχρωμος κι ο ουρανός πιο χρυσός στην αντίθεση των τόνων.
   Οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν μία - μία, και πρόβαλαν οι πρώτοι άνθρωποι στο δρόμο. Μα ήταν τόσο ψηλό το χιόνι, που μόνον άντρες τόλμησαν να περπατήσουν. Καλά τυλιγμένοι στα πανωφόρια τους, προχωρούσαν με προσοχή, ψάχνοντας πρώτα το λιθόστρωτο με το μπαστούνι. Πήγαιναν στο καφενείο του παζαριού, να πιουν ένα φασκόμηλο, να παίξουν μια πρεφίτσα, να ξεσκάσουν.
   Πρώτος έφτασε ο κυρ Γιάννης Σαρακατσάνος, πρόεδρος της κοινότητας και δυνατός κομματάρχης. Εβδομήντα πέντε χρονών, μα λεβεντιά! Κόκκινος, γερός, με όλα τα δόντια του, κατάφερνε μισό κατσίκι στην καθισιά του και την κυρά προεδρίνα άπαξ της εβδομάδος. Δεύτερος μπήκε ο Κώστας Μπαμπαλής. Μεγάλος νοικοκύρης, πλούσιος άνθρωπος, καλός οικογενειάρχης, μα φανατικός θαυμαστής του ποδόγυρου, παρ' όλα τα εξήντα πέντε χρονάκια του. Οι δυο «παλιοί» κάθισαν μαζί να πιουν το τσίπουρό τους, να πουν τα δικά τους. Αρχαίες ιστορίες, νιτερέσα ξεχασμένα. Αναμνήσεις απ' τις εκλογές του 1899, κι άλλοτε δεν χιόνιζε έτσι, και χάλασε ο κόσμος, και τώρα που 'γινε η θάλασσα γιαούρτι, αυτοί δεν είχαν πια κουτάλι· και μια Σμυρνιά, που βρήκε ο Κώστας στο «σπίτι» της Λάρισας το 1913, και μια μισότριβη, που πέτυχε ο κυρ Γιάννης στο Τσάγεζι, το 1907. Κι άλλα χίλια - δυο πράματα, περασμένα και μη ξεχασμένα, έτσι, να θυμούνται πως κάποτε ήσαν κι αυτοί νέοι. 
   Κατόπι, αριβάρισε η νεολαία: Ο κύριος αστυνόμος, ο γραμματικός του ειρηνοδικείου, ο γιατρός, ο φαρμακοποιός, ο Αλέκος -τέως φοιτητής και νυν ζωέμπορος- ο Χρίστος Σαρακατσάνος -γιος του κυρ Γιάννη· κι ο δάσκαλος ο Θοδωρής -γιος του κυρ Κώστα. Αυτοί κάθισαν χωριστά· παράγγειλαν τσάι και κονιάκ. Οι δυο γέροι κουνούσαν το κεφάλι κι ελεεινολογούσαν την κατάντια των καινούργιων.
   «Βρε γιε μ', Θοδωρή!» φώναξε ο κυρ Κώστας. «Πιες ιένα τσίπ'ρο, να θαραπαούν τα σωθ'κά σ'! Τ' είν' αυτούνου του κίτρινου ζ'μί που πίν'ς;»
   Ο Θοδωρής του 'ριξε αυστηρή ματιά:
   «Είναι τέιον. Παράγεται εν Κεϋλάνῃ. Λίαν εύγευστον και εύοσμον. Έχει ιδιότητας θερμαντικάς του σώματος και διεγερτικάς των νεύρων. Πινόμενον μετ' αγνού αποστάγματος οίνου κατά τας ψυχράς του χειμώνος ημέρας, ευποιεί τον οργανισμόν. Αυτά λέει το κιτάπι. Κι εσείς, πατέρα, κάνετε άσχημα να πίνετε τσίπουρο, στην ηλικία σας. Έχετε αρτηριακή πίεση. Θα πάθετε συμφόρηση κι ημιπληγία. Δεν είν' έτσι, γιατρέ;»
   «Του τα 'πα χίλιες φορές», βεβαίωσε ο γιατρός δογματικά.
   Ο Κώστας έμεινε σα βρεμένη γάτα· μα ο κυρ Γιάννης είχε όρεξη για καβγά:
   «Ιγώ, μπρε δάσκαλι, που πίνου τσίπ'ρου απού δώδ'κα χρουνώ π'δί, κι είμι τώρα ιβδομηνταπιντάρ'ς, στέκ'μι σαν τα λάτια του Μύτ'κα. Φέρ' ιδώ μίνια γυναίκα, κη να κάν'μι διαγουνισμό. Λοιπόν, μι όλα τα εικοσιπέντε χρόνια σ', δε θα να μι φτάν'ς! Τρεις βουλές απανωτά της ψέλνου του χειρουβ'κό!»
   Η δήλωση του κυρ Γιάννη ενθουσίασε τη γερουσία. 
   «Ως του πιπιλίγκι!» φώναξε ο Κώστας μ' έξαψη ιδεολογική.
   «Ουλιλέ! Τσικρίκι!» πρόσθεσε κι ο γέρο Ποτούλης ο Μπόσακας, που κουτσόπινε στο μπεζαχτά.
   Οι «νέοι» κοιτάχτηκαν στεναχωρεμένοι. Πραγματικά, η επιπόλαιη κοπρολογία των γέρων καταντούσε ανυπόφορη! Αυτοί οι άνθρωποι δε θα σοβαρευτούν καμιά φορά; Ο Χρίστος γύρισε κι είπε στον πατέρα του, πολύ στεναχωρεμένος:
   «Άκου πατέρα. Άσε τ' αστεία, κι έχουμε δουλειά. Πρόκειται για ζήτημα σοβαρό. Θα 'πρεπε να το ακούσης κι εσύ, σαν πρόεδρος που είσαι...»
   Μα ο κυρ Γιάννης παραξηγήθηκε:
   «Ρε βυζανιάρ'κα! Τι χαλνάτι του σάλιου σας για υπουθέσεις που δε σας αφουρνάν; Ιγώ, ρε, θα να 'ρθου να συζητήξου μετά σας; Είστι πολύ γιλασμέν'! Μόνου του κοινοτ'κό συμβούλιου, ου τυγχάνου πρόεδρους, είν' αρμόδιου να ιπιληφτεί των υπουθέσεων της ουλότητος. Κι ισείς, τσαμπουνάτι όσου θέλ'τι, σα δε βαριέστι!»
   Κι ο κυρ Γιάννης, όλος μεγαλοπρέπεια, απεχώρησε απ' το καφενείο.
   Το βράδυ έπεφτε σιγανό και πρώιμο. Με το γέρσιμο του ήλιου, τα χιόνια από άσπρα έγιναν χρυσά. Μάτωσε ο κώνος του Κίσαβου, ρίγησε η θάλασσα. Το αίμα του βουνού χύθηκε απ' την κορφή στα ριζά, ανακατεύτηκε με τα χρυσάφια των Τεμπών και τις ασπράδες του Ολύμπου. Πάνω απ' τον Άθω, το φεγγάρι πρόβαλε ολοπόρφυρο, χύνοντας καινούργια αίματα παντού. Αίματα μουντά της ερχόμενης νύχτας που συνέχισαν, σε βαθύτερη κλίμακα, την οργισμένη δόξα του δειλινού. Χτύπησε η καμπάνα του εσπερινού, καθαρή και γλυκόηχη μέσ' στο αέρινο κρύσταλλο. Η ώρα των τρελών έφτασε.
   Ήσαν τέσσερις, τρεις άντρες και μια γυναίκα: ο Κώστας ο Παπύλας, ο Κώστας της Αννούλας, ο Παναγιώτης κι η Βάγια. Ξεμπούκαραν από τέσσερα διαφορετικά σοκάκια και κάθισαν, ήσυχα - ήσυχα, έξω απ' το καφενείο, πάνω στο χιόνι του πεζουλιού. Στην αρχή δεν μίλησαν τίποτα· κοιτούσαν τη νύχτα να 'ρχεται, το φεγγάρι να ψηλώνει. Γελούσαν σιγανά κι αθόρυβα, ο καθένας για λογαριασμό του. Όταν, τέλος, βαρέθηκαν τους μοναχικούς λογισμούς, έπιασαν μεγάλη κουβέντα αναμεταξύ τους. Κουβέντα τρελή, ασυνάρτητη, αλλοπρόσαλλη. Ο Κώστας ο Παπύλας κι ο Κώστας της Αννούλας, εξόν απ' τη λόξα, είχαν και κοινοτικό οφφίκιο. Δηλαδή ο πρώτος ήταν Διευθυντής Υδρεύσεως, κι ο δεύτερος Τμηματάρχης Καθαριότητος της Κοινότητος Πτελέας, με αντιμισθία δραχμές 1200 το χρόνο. Η δουλειά τους ήσαν σοβαρή και βαριά. Δηλαδή ο Παπύλας, μ' ένα τσαπί στο χέρι, μοίραζε το νερό στους μπαξέδες, ανάμεσα στους καβγάδες και τις στριγγιές φωνές των γυναικών. Ο Κώστας της Αννούλας, με μια μαδημένη σκούπα, έκανε τάχα πως καθάριζε τους δρόμους του χωριού. Κι οι δυο τους όμως -παράξενη συγκαιρία!- είχαν αθεράπευτη αδυναμία στα οινοπνευματώδη ποτά. Όταν έπιναν την οκαδίτσα τους, ξεχνούσαν τα σεκλέτια της παλιοδουλειάς. Με τη διαφορά πως ο Παπύλας γινόταν ζωηρός κι ομιλητικός, ενώ ο Κώστας της Αννούλας έπεφτε σε σιωπή και άνοια, πολύ κοντινή στην κτηνωδία.
   Ο Παναγιώτης -πολύ νεώτερός τους- είχε άλλη λόξα: Τις γυναίκες, τον έρωτα. Απ' το πρωί ως το βράδυ, το απύλωτο στόμα του αράδιαζε ακούραστα τους πεντέξι αφορισμούς που ήξερε πάνω σ' αυτό το θέμα. Απειλούσε πως θα φιλήσει, με το στανιό, όλα τα κορίτσια του χωριού, και θα του πουν κι ευχαριστώ. Μα δεν προχωρούσε ποτέ σε πράξεις, κι όταν ακόμα η Βάγια τον προσκαλούσε, με χειρονομίες, μορφασμούς εκφραστικούς και βρυχηθμούς ξαναμμένης λιονταρίνας, σε τσιμπούσι ερωτικό.
   «Έχω δουλειά τώρα», αποκρινόταν. «Άλλη φορά...»
   Αυτή η Βάγια ήταν μουγγή, αντρογυναίκα, ρεμπέτισσα. Κουρεμένη με την ψιλή και ντυμένη αντρικά, περνούσε αλητισμό ηρωικό. Σαν εξυπνότερη της παρέας, είχε το πρόσταγμα. Οι τρεις άντρες την υπάκουαν παθητικά.
   Η κουβέντα των τρελών τράβηξε κάμποση ώρα. Μέχρι που η μέρα έσβησε ολότελα, και το φεγγάρι απόμεινε μοναδικός φωτοδότης του χιονισμένου βουνού. Πρώτος ο Κώστας της Αννούλας παραπονέθηκε για το τσίπουρο. Δεν άξιζε πεντάρα, νερωμένο πράμα! Όσο για το κρασί, να μη γίνεται κουβέντα! Πίνεται σα νερό. Όλα τα ψεύτισαν... Η Βάγια συμφώνησε απολύτως, και πρόσθεσε πως τα σερνικά χάλασαν κι αυτά. Σαν πάει στ' αμπέλια με κάνα Νεζεριώτη, δεν νιώθει τίποτα. Πού οι παλιοί οι εύζωνοι! Αμ' οι χωροφύλακες με τα μουστάκια; Αυτοί ήσαν άντρες!
   «Αμ' τότ'νες ήσαν κούτσικη, κη καταλάβ'νις τι εστί βιρίκουκκο!» είπε ο Παπύλας. «Τουώρα, γέρασις πια! Παλιουγκιόσα! Κη μ' θέλ'ς κη γλυκάδις!»
   Ένας τέτοιος λόγος εξαγρίωσε τη μουγγή. Με μιμική πολύ ρεαλιστική, διαμαρτυρήθηκε εντόνως. Βαστούσε ακόμα! Ήταν σε θέση να ξεζουμίσει κάτι γεροπαραλυμένους σαν τον Παπύλα. Ο Παναγιώτης συμφώνησε:
   «Λεβεντιές και χάρες! Κι οι μικρούλες, γαργαλιάρες!»
   Μα η Βάγια του 'ριξε περιφρονητική ματιά. Όλο λόγια ήταν αυτός ο Παναγιώτης! Κρίμα το μπόι και τα νιάτα του!
   Είπαν κι άλλα πολλά, ώσπου κουράστηκαν να λεν. Και τότε, ένιωσαν δίψα τρομαχτική. Έκαναν λοιπόν έρανο, με αποτέλεσμα δραχμές οχτώ κι εξήντα, ποσό αρκετό για ν' αγοραστεί μισή οκά τσίπουρο. Τσέπωσε η Βάγια τον παρά και τράβηξε γοργά κατά τις χιονισμένες ανηφοριές. Σ' ένα τέταρτο είχε γυρίσει, κι έβγαλε απ' τον κόρφο της την μπουκάλα με το ζωογόνο υγρό. Όλα τα μάτια γυάλισαν, μόνο με τη θωριά της· κι όταν οι ζεστές γουλιές αναστάτωσαν τα στομάχια, τα μάτια λαμπύρισαν πιο πολύ. Ευδαιμονία σκορπίστηκε στις μορφές, αυθόρμητα γέλια ανάβλυσαν σ' όλα τα στόματα.
   «Θείου πράμα τ' αφιλότ'μου!» δήλωσε ο Παπύλας.
   Σύντομα στράγγισε η μποτίλια, δίχως ελπίδες να ξαναγεμίσει. Μα το τσακίρ κέφι είχε ανάψει. Τραγουδάκι πεθυμούσε η ανισόρροπη ψυχή τους, κι ο Παναγιώτης πήρε το ψιλούτσικο:
   «Αν δε σου δώσει η μάνα σου / σαράντα παντελόνια, / τα δεκαοχτώ με λάστιχο / και τ' άλλα με κορδόνια...»
   Οι άλλοι τού κράτησαν σιγόντο, μα με το δικό τους τρόπο. Δηλαδή, καθένας άρχισε να λέει διαφορετικό τραγούδι. Ο Παπύλας, την Αλαφίνα· ο Κώστας της Αννούλας, κάτι ακαθόριστο· η Βάγια στρίγγλιζε μονότονες φωνές. Γίνηκε τέτοια φασαρία και κακό, που ο κύριος αστυνόμος βγήκε απ' το καφενείο:
   «Ίντα σκούζετε, μωρέ κουζουλοί, διάλε τσ' αποθαμένοι σας; Να σας επάω στη γκισδάν;»
   Οι τρελοί έσκυψαν τα κεφάλια με μεταμέλεια και συντριβή. Κάθισαν φρόνιμα - φρόνιμα στο πεζουλάκι τους. Ο αστυνόμος ξαναμπήκε στο καφενείο, όπου η παρέα του τον περίμενε με φάτσες γεμάτες φροντίδα. Δεν μιλούσαν, μόνο συλλογίζονταν κάτι το σοβαρό κι επίσημο.
   Στις οχτώ, οι τελευταίοι πελάτες έφυγαν· και στερνός ο γέρο Ποτούλης ο Μπόσακας, τύφλα στο μεθύσι, κάνοντας τις παρακάτω δηλώσεις στην παρέα των «νέων», που δεν εννοούσαν να το κουνήσουν:
   «Κρύου! Τρρρ! Τούρτουρο! Κηρός για δύου. Πααίνου σπίτ', να κουκ'λουθώ κατ' απ' του γουργάν', αντάμα μι τη μάκω μ'. Μίνια χούφτα κόκκαλα είν' η γιέρμ'! Μα βαστάει ζιστασούλα. Λέου να τ'ν χαϊδουλουγήσου απόψι, ψίχα. Ουλιλέ! Τσικρίκι!»
   Οι «νέοι» τον κοίταξαν με οικτιρμό, δίχως να μιλήσουν· και σαν βγήκε τρικλιστός και σκουντούφλης, κούνησαν τα κεφάλια τους. Αυτοί οι γέροι! Δε θα σοβαρευτούν ποτέ;
   Κατά τις εννιά, μια γυναίκα γλίστρησε στο καφενείο. Ήταν η Κατερίνα η Μάλμπαινα, γνωστή μπίζνες - γούμαν του χωριού, ζωντανή εφημερίδα και στοιχείο ανακατωσούρας. Έκανε νόημα στον Αλέκο, που σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Είπαν δυο - τρεις χαμηλόφωνες κουβέντες κι η Μάλμπαινα έφυγε γοργή, όπως ήρθε. Ο Αλέκος γύρισε στη θέση του, κι είπε με τη βραχνή φωνή του:
   «Είναι γι' απόψε...»
   Οι άλλοι αναταράχτηκαν. Κοιτάζονταν αμήχανοι, χωρίς να μιλάν. Τότε, ο αστυνόμος σηκώθηκε κι είπε με ύφος επίσημο:
   «Τσύριοι! Πάμε να κάνουμε το καθήκον μας».
   Προχώρησε κατά την πόρτα με περπατησιά στρατιωτική. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Οι τέσσερις τρελοί σηκώθηκαν απ' το πεζουλάκι, και στάθηκαν με σεβασμό μπρος στους νέους. Ο Θοδωρής τούς κοίταξε με ανώτερη διανοητική συμπόνια:  
   «Ιδού κράτος! Το χωριό μας έχει τριάντα δύο παράφρονας, ημιπαράφρονας και ηλιθίους. Δεν θέλω να υπεισέλθω εις τα αίτια της καταστάσεως. Διαπιστώνω μόνον ότι οι τριάντα δύο αυτοί δυστυχείς περιφέρονται ελεύθεροι, άνευ της ελαχίστης κοινωνικής προνοίας».
   Τα λόγια αυτά τ' άκουσε ο κυρ Γιάννης, που γυρνούσε σπίτι του από τη συνεδρίαση του κοινοτικού συμβουλίου.
   «Θοδωρή μ'», είπε, «τι σε βλάβουν ισένα αυτούν' οι γιέρμ'; Κάθουντι στου πιζουλάκι τ'ς κη δεν ινοχλούν κανένα. Γιατί ισύ θέλ'ς να τους μανταλώσ'ς στου τριλουκουμείου; Σάματις θα τις κάν'νε καλά οι γιατροί;»
   «Είναι ανίατοι», βεβαίωσε ο γιατρός.
   «Αμ' τότ'νες;  Για τίνα λόγου να χάσ'νε τη λευτεριά τ'ς; Για τίνα λόγου να τις φυλακίσ'νε, να τις βαράν κη να τις ληταρώσ'νε στου ζουρλομαντύα;»  
   Ο Θοδωρής πήρε ύφος:
   «Κυρ Γιάννη, δεν έχεις ιδέα κοινωνικής πολιτικής!»
   «Να τη βράσου, την κοινουνική σ' πουλιτική! Άνευ λόγου δεν κυνηγάν τις κακόμοιροι τις παλαβοί. Κατάλαβις, Θοδωρή;»
   Κι ο κυρ Γιάννης τράβηξε το δρόμο του, που ήταν αντίθετος απ' το δρόμο της παρέας των νέων. Εκείνοι πήραν το σοκάκι του απάνω μαχαλά, του φτωχικού και του μίζερου. Περπατούσαν με δυσκολία στο παχύ χιόνι, ο ένας πίσω απ' τον άλλο. Το φεγγάρι ήταν στις δόξες του. Όταν έφτασαν στην Ιτιά, κοντοστάθηκαν. Ο Χρίστος ξεμάκρυνε απ' τους άλλους και χτύπησε μια πόρτα. Σε λίγο ξαναγύρισε, μαζί με μια γυναίκα κοντή και κουτσή, τυλιγμένη σ' ένα μποξά· κι εξακολούθησαν το δρόμο τους, χωρίς να μιλάν.
 
   Περνώντας απ' τον Άη - Θανάση είδαν μπροστά τους τη θάλασσα, τον κάμπο, τον Κίσαβο. Οι αχτίδες του φεγγαριού αντιφέγγιζαν στο χιόνι, γεμίζοντας τα πάντα με λευκό φως υπέρλαμπρο. Μα κανείς δεν είχε μάτια να χαρεί αυτή την ομορφιά. Μπήκαν σ' ένα δρομάκο, σκιαγμένο από ψηλές βατομουριές, και σταμάτησαν μπροστά σ' ένα μονόπατο σπιτάκι, φτωχό και πανάθλιο· το μοναδικό σπίτι που είχε φωτισμένο παράθυρο, τέτοια ώρα. Ο Χρίστος χτύπησε την πόρτα μαλακά.
   «Ποιος είναι;» ρώτησε από μέσα μια γυναικεία φωνή, τρομαγμένη.
  «Εγώ, ο Χρίστος ο Σαρακατσάνος. Άνοιξε, Φωτεινή. Έχω να σου μιλήσω».
   Η πόρτα μισάνοιξε και πρόβαλε η Φωτεινή, κρατώντας ένα λαδολύχναρο· μα σαν είδε τόσο κόσμο, τρόμαξε.
   «Τι τρέχει;» μουρμούρισε με φωνή ραγισμένη. 
   Ο Χρίστος την ησύχασε:
   «Μη φοβάσαι. Δεν ήρθαμε για κακό. Είναι κι ο γιατρός μαζί μας· κι ο κύριος υπομοίραρχος, κι ο φαρμακοποιός, κι η κυρά Αρετή, η μαμή. Για καλό ήρθαμε, σου λέω».
   Η γυναίκα τούς έκανε τόπο. Μπήκαν, ένας - ένας, στη μικρή κάμαρα. Φτωχό σπίτι, δαρμένο από μαύρη πείνα. Χάμω, χώμα πατημένο. Τοίχοι ασοβάντιστοι. Ένα παλιοτράπεζο, τρεις καρέκλες. Στον τοίχο κοντά, ένας πάγκος. Για φως, το λαδολύχναρο, που 'τρεμε στο λαφιασμένο χέρι της γυναίκας. Τους κοιτούσε, η Φωτεινή, δίχως να μιλάει, με μάτια τρομαγμένα. Βαριανάσαινε, κι ένας κόμπος παίδευε τον καταπιώνα της. Με μαύρα προαισθήματα, περίμενε να της πουν γιατί ήρθαν, όλοι αυτοί, τέτοιαν ώρα.
   «Τι κάνει η Χριστίνα, η αδερφή σου;»ρώτησε ο γιατρός.
   «Μέσα είνι. Πλάγιασι ν' απουκατιάσ'».
   Ο κύριος υπομοίραρχος πήρε το λόγο:
   «Άκου, Φωτεινή. Η αδερφή σου κοιλοπονάει να γεννήσει. Κι ήρθαμε εδώ, με το γιατρό και τη μαμή, να τη βοηθήσουμε».
   Η Φωτεινή έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε κατά την πλαϊνή κάμαρα, όπου ένας πνιχτός βόγγος ακουγόταν. Ο γιατρός κι η μαμή την ακολούθησαν.
 
   Ήταν Απρίλης. Ο ουρανός ξεκαθάρισε απ' τα σύννεφα· το φαράγγι των Τεμπών απ' τις αντάρες. Ήλιος παντού, κι ήλιος θερμός, όλος ζωή και φωτεινά παιγνίδια. Στις πλαγιές του Όλυμπου έσκασαν οι κουτσούρες των αμπελιών. Βογγούσαν στα ρέματα τα κρύσταλλα νερά του χιονιού, που αργόλυωνε στις κορφές. Τα πλατάνια, ντυμένα με καινούργια φύλλα τρυφερά κι ανοιχτοπράσινα, σιγοψιθύριζαν το τραγούδι του πρώτου μπάτη. Κάτω στο βάθος, η θάλασσα ήταν γεμάτη νωχέλειες. Τιτίβισε το πρώτο χελιδόνι. Κάθε δειλινό, μεγάλα τρίγωνα από σακκάδες σημάδευαν τον πεντακάθαρο ουρανό.
   Αν στις πλαγιές η άνοιξη είναι λιγάκι όψιμη, δεν γίνεται το ίδιο και στον κάμπο της Νυχτερέμ το βαρκό, τον παχύ, τον πλουσιοποτισμένο με τους γόνιμους βούρκους του Σαλαμπριά. Εκεί, η κάθε γονή οργιάζει, είτε στ' ασημένια νερά, είτε στα υγρά χώματα, είτε στον αέρα, τον κορεσμένο απόπνοιες οργασμού. Φουντώνει η γης βλάστηση ξεδιάντροπη. Πάνω στα παχιά χορτάρια, μέσα στα λιγνόκορμα στάχια, πλάι στα χρωμερά αγριολούλουδα, χίλιω λογιώ ζωντανά -μεθυσμένα φως, οσμές και χυμούς- κάνουν τους χαρούμενους γάμους τους, τραγουδώντας το ευτυχισμένο τραγούδι. 
   «Αύριου θα πααίν'μι στη Νυχτερέμ», είπε ο Χαδούλης στις δυο γυναίκες. «Να ιδούμε τι γιένετι του αμπέλ'».
   Ξεκίνησαν κι οι τρεις, νύχτα ακόμα, την ώρα που πάνω απ' τη θάλασσα ξεπρόβαλε ο Αυγερινός, φέρνοντας ξωπίσω του τα πρώτα αντιφεγγίσματα της μέρας. Περπατούσαν γοργά, γεμάτοι κέφι και ζωή. Νέοι κι οι τρεις, μέσ' στις πρώτες χαρές τους. Εικοσιδύο χρονών ο Χαδούλης, όμορφος άντρας, με μάτια γαλανά. Δεκαεννιά η Φωτεινή, η γυναίκα του. Δεκάξι μόλις η κουνιάδα του, η Χριστίνα.
   Σαν έφτασαν στους μπαξέδες του Πυργετού, η Ανατολή είχε φωτίσει. Ρόδινος ήταν ο ουρανός· κι η θάλασσα πράσινη, σα χλωρό μπουμπούκι τριαντάφυλλου. Μέσα στις τρυφερές και λεφτόκορμες φασουλιές των περιβολιών κελαϊδούσαν οι κατσουλιέρηδες, πρώτοι τραγουδιστάδες της αυγής. Μερικοί αργοπορημένοι λαγοί βιάζονταν να γυρίσουν στα λημέρια τους, κουνώντας σε κάθε πήδημα μια φουντωτή σταχτιά ουρίτσα. Στο φαράγγι σιγοδιαλυνόταν η νυχτερινή ομίχλη.
   Ο ήλιος πρόβαλε την ώρα που περνούσαν το μεγάλο δάσος με τα πλατάνια. Καθώς το αεράκι ανάστρεφε τα φύλλα, ρόδιζε μια η πράσινη και μια η ασημένια τους μεριά. Από τα ρεματάκια που κατρακυλούσαν στον ποταμό, αναδινόταν η οσμή της υγρής γης, σμιγμένη με τους πρώτους ξέχειλους χυμούς των δέντρων. Ξυπνούσε η Γη. Το γεράκι, στα ύψη, έκανε το σιωπηλό του γύρο. Λάλησαν τα μύρια μικροπούλια. Τα ζουζούνια, πλασματάκια ταπεινά, ξεκίνησαν για τον καθημερινό τους αγώνα: Αγριομέλισσες, σφήκες, πρασινόμυγες και μπούρμπουλοι στον αέρα· μερμήγκια, σκαθάρια και πασχαλίτσες στο χώμα. Και με μιας, σα με προσταγή, τα τζιτζίκια άρχισαν, όλα μαζί, το μεταλλικό τραγούδι τους.
   Στον ποταμό, πλάι στις λυγαριές, ήταν το αμπελάκι. Κάθισαν κάτω απ' τη σκοτεινή φυλλωσιά μιας φτελιάς, να ξαποστάσουν και να κολατσίσουν. Βγήκε απ' το δισάκκι ένα πινάκι σκαλισμένο σε ξύλο ευωδιαστό, γεμάτο παχύ γαλοτύρι, τρία κρομμύδια, και μαύρο ψωμί από όψιμο βουνίσιο στάρι. Κρέμασαν σ' ένα κλαδί την τσοτρίτσα με το τσίπουρο, να δροσολογιέται. Όσο για νερό, πλάι έτρεχαν τ' ασημένια νάματα του Σαλαμπριά, μυρωμένα στις λυγαριές, τις δάφνες και τα πλατάνια που λούζονταν στους όχτους του.
   Κι από κει, άρχισε η δουλειά. Σκάλιζε ο Χαδούλης, κορφολογούσαν οι γυναίκες. Κάθε τόσο, αποσταμένοι απ' το σκύψιμο, αναδίπλωναν το κορμί τους. Γέμιζαν το στέρνο τους αέρα της κοντινής θάλασσας και κοιτάζονταν χαμογελαστά. Ήσαν νέοι, γεροί, όμορφοι, όλο ξενοιασιά και χαρά ζωής. Όσο για τη φτώχεια, ποιος τη συλλογιέται στα είκοσί του χρόνια;
   Το μεσημέρι κουρασμένοι, ιδρωμένοι και ξαναμμένοι απ' το πρώιμο λιοπύρι τ' Απριλιού, ξανακάθισαν κάτω απ' τη φτελιά κι απόσωσαν το ψωμοτύρι. Τράβηξαν οι γυναίκες μια γουλιά τσίπουρο, άλλες τρεις ο Χαδούλης· και μετά, ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Ο ήλιος -άρχοντας του μεσημεριού- έριξε ολόισα τις αχτίδες του σ' όλα τα πάντα της Γης. Μέθυσε ο αέρας από φως, γέμισε χρυσάφι ο βλαστερός κάμπος. Στην κορφή του Όλυμπου, δυο άσπρα συννεφάκια κυνηγιόντανε νωχελικά· ένα άλλο ψευτόπαιζε στις πλαγιές του Κίσαβου. Από το χώμα αναδύθηκαν οι γόνιμες υγρασίες κι εξατμίστηκαν πάνω στα ξαπλωμένα κορμιά. Έσμιξαν οι χυμοί της χθόνιας Κυβέλης με τους ιμέρους των ανθρώπων. Και ήσαν τα λουλούδια -τα τόσα αγριολούλουδα της άνοιξης- που οργίαζαν μέσα στη δόξα της ολόγιομης μέρας: Παπαρούνες ματωμένες, χαμομηλάκια, κίτρινες μαργαρίτες του αγρού, λυγαριές νερόχαρες, σπάρτα χρυσανθισμένα, μαβιά λουλουδάκια της ταπεινοσύνης και περήφανα ανθίσματα της ροδακινιάς· χώρια η άσπρη κι αγνή θεωρία της οξυάκανθας, που φούντωνε στα πόδια του πλάτανου, της ιτιάς και της λεύκας. Ο χλιαρός μπάτης σκορπούσε στα φτερά του την πλούσια γύρη της ξαναμμένης βλάστησης, μεθυσμένος κι αυτός στον αισθησιασμό του μεγάλου οργασμού. Τα ζουζούνια ανήσυχα, ξετρελαμένα, έκαναν τους ταπεινούς γάμους τους πάνω σε κάθε ανθό, σε κάθε χορταράκι.
   Η Χριστίνα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Άδικα στριφογύριζε στο παχύ γρασίδι. Παράξενη ανησυχία ανάδευε το στέρνο της, ωσάν κάποιο αόρατο χέρι να της έσφιγγε την καρδιά. Όσο και να τα σφάλιζε, τα βλέφαρά της άνοιγαν μονάχα τους, λες και τα μάτια της είχαν γητευθεί στ' όραμα του γύρω κόσμου. Ένιωθε κάτι να κυλάει κάτω απ' το πετσί της: κάτι σα θερμό υγρό, που μερμήγκιαζε στα πόδια, στάλαζε στους λαγόνες, ανέβαινε στα στήθια και τ' ανάδευε, σα να 'θελε να ξεχυθεί απ' τις ορθωμένες ρόγες. Από 'κει χιμούσε στο κεφάλι, κάνοντάς το βαρύ, ανόητο, μπαφιασμένο από πρωτόγνωρο κι ανεξήγητο μεθύσι.
   Πλάι, κοιμόταν ο άντρας της αδερφής της, ο Χαδούλης, με στόμα μισάνοιχτο, ήρεμος κι ανέκφραστος, σαν όμορφο σερνικό κτήνος. Είχε αναδιπλώσει τα γυμνά μπράτσα κάτω απ' τα κατσαρά μαλλιά, και πετούσαν τα μούσκουλά τους ζωντανά και ξύπνια, μέσ' στον ύπνο. Απ' τ' ανοιχτό πουκάμισο φαινόταν ο ανασασμός του καλοπλασμένου και δασιού στήθους. Μια ηλιαχτίδα, ξεφεύγοντας απ' το βαθύσκιο θόλο της φτελιάς, φώτιζε το γυμνό του πόδι. Ένα πόδι σκληρό, μαύρο, όλο νευρωμένα μυώνια, που πρέπει να στηριζόταν στη γη με τη θεληματική δύναμη που 'χει το πόδι του πετεινού.
   Με μια κίνηση όλου της του κορμιού, η Χριστίνα τίναξε πάνωθέ της την ύποπτη νάρκη. Σηκώθηκε και κατέβηκε στην ακροποταμιά. Με ανακούφιση έχωσε τα πόδια της στον ποταμό. Παίρνοντας με τις χούφτες της λίγο απ' τ' αργοκύλητο ασήμι του νερού, ράντισε το κεφάλι, το λαιμό, το μισόγυμνο στήθος της. Ήθελε να δροσίσει το κορμί της· να διώξει τον κακό μεσημεριάτη δαίμονα που τυραννούσε το κρέας της.
   Άξαφνα, ο Χαδούλης βρέθηκε δίπλα της. Ξαφνιάστηκε, θέλησε να κατεβάσει το φουστάνι στα γυμνά της πόδια, να θηλυκώσει την ξεκούμπωτη τραχηλιά· μα δεν πρόφτασε. Ο άντρας την άρπαξε στην αγκαλιά του, δάγκωσε τα χείλια της, την ξάπλωσε στη μουσκεμένη άμμο της ακροποταμιάς· κι εκείνη, τον αγκάλιασε σφιχτά, δυνατά, με όλο τον πρωτόγονο αισθησιασμό της νιοξύπνητης ήβης. Του δόθηκε, σα να εκτελούσε υπέρτατη λειτουργία, χρέος ιερό στο μυστήριο της κοσμογονίας. Και στις τόσες γονές που πάλευαν πάνω στην καρπερή γη, πρόσφερε κι αυτή την αιμάτινη σπονδή της πρώτης ηδονής της.
 
   Στη διπλανή κάμαρα, οι βόγγοι της λεχώνας δυναμώνουν. Κάθε τόσο ακούγεται μια στριγγιά φωνή. Το φως του λυχναριού μόλις φωτίζει τους έξι άντρες και τη Φωτεινή, που πεσμένη σε μια καρέκλα κοιτούσε μπροστά της με μοιρολατρική εξουθένωση. Οι άλλοι κάθισαν όπου - όπου, και περίμεναν ανήσυχοι. Μέσα στο μισοσκόταδο, οι φωτιές των έξι τσιγάρων καθρέφτιζαν τους ισάριθμους εκνευρισμούς.
   «Δε μου λες, Φωτεινή», ρώτησε ο Αλέκος, «πού βρίσκεται ο άντρας σου, ο Χαδούλης;»
   Η Φωτεινή κούνησε το κεφάλι:
   «Σάματις ξέρου; Έφυγε του καλουκαίρ'. Μου είπι: “Φωτ'νούλα, είμασι φτουχοί! Του αμπέλ' στη Νυχτερέμ κη του χουράφ στα Τσαΐρια, δε φτάν'νε να θρέφ'νε ιένα, κι όχι τρεις νουμάτοι. Όσου κη να ξενοδ'λεύου, δεν ιέχου προκουπή. Κάλλιου να φύβγου, να πααίνου να βρω την τύχη μ'. Ιένα στόμα λιγότ'ρου στου σπίτ', κάτ' θα τρώτε παραπανίσιου σεις, οι δυο γυναίκις. Βουλέψ'τι τα όπους μπουρείτ'”».
   «Και τώρα, πού βρίσκεται;» 
    «Ιδώ κη τρεις μήνοι, είχα γράμμα τ', απ' τ' Λαμία. Μου 'λεγι πως θα 'φεύγι για τ'ν Αθήνα. Ούτε ξέρου πού βρίσκ'τι...»
   Η σιωπή ξανάπεσε βαριά, κομμένη απ' το ρυθμικό παράπονο της ετοιμόγεννης. Σε λίγο, μίλησε ο υπομοίραρχος:
   «Φωτεινή, κατέεις ποιος είμαι. Θέλω το καλό σας, γιατί είσαστε δύστυχες γυναίκες. Μα να μου είπης την αλήθεια. Είδ' άλλως θα σου κάνω κακό...»
   «Ώρις για ψέματα, κυρ αστυνόμι;» μουρμούρισε η γυναίκα.
   «Ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού;»
   Η Φωτεινή σταυροκοπήθηκε με κατάνυξη:
   «Όρκου παίρνου στην Παναγιά, δεν τουν ξέρου! Την σταύρουσα, την ιέρμη, να μι πει τ'ν αλήθεια. Ραμμένου του στόμα τ'ς! “Κάλλιου να ποθνήσκου”, μ' έκρινε, “μα του μυστικό μ' δε θαν του πω. Του πηδί είνι δ'κό μ', κη κανενού αλλ'νού”».  
   «Μα πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο πατέρας!»
   «Όι, κυρ αστυνόμι. Τι φελάει; Την ξέρου την αδερφή μ'. Όσου κη να την τυραγνήσ'ς, δε θα μαρτυρήσ'».
   «Έτσι είναι», παραδέχτηκε ο Αλέκος. «Η Χριστίνα δεν θα μιλήσει. Εξάλλου, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να μάθουμε το μυστικό της. Εμάς σκοπός μας είναι να σώσουμε το παιδί, μην τυχόν και το σκότωνε πάνω στην απελπισία της. Αυτό, το καταφέραμε. Τα υπόλοιπα, δεν είναι δική μας δουλειά».
   Η κουβέντα τέλειωσε. Δεν ξαναμίλησαν, δυο ολόκληρες ώρες· ως τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα της κάμαρας και βγήκε ο γιατρός:
   «Κύριοι! Είναι αγόρι!» 
   Με μιας όλοι σηκώθηκαν, πολύ ξαλαφρωμένοι.
 
   Ο Κώστας ο Μπαμπαλής κοιμήθηκε απ' τις εννιά. Κατά τις τρεις, ξύπνησε χορτασμένος ύπνο. Μην ξέροντας τι να κάνει, απόμεινε στο κρεβάτι και συλλογιζόταν την άρρωστη γελάδα του. Δεν ήταν καλά, το δύστυχο ζωντανό! Ώρες να ψοφήσει! Πέντε χιλιάρικα ζημιά! Να ιδούμε, τι θα πει κι ο κύριος κτηνίατρος, που φτάνει αύριο το πρωί απ' τη Λάρισα.
   Κι άξαφνα, συλλογίστηκε πως έπρεπε να τον περιποιηθεί εξαιρετικά τον κύριο κτηνίατρο· ένεκα που ήταν ιδιότροπος και δυσκοίλιος, και δεν μπορούσε να ενεργηθεί στους χωριάτικους απόπατους.
   «Κι η δ'κός μ', είνι φίσκα στην κουπριά. Πρέπ' να τουν καθαρίσου, άπαξ κη πιρνάει του αυλάκι αυτή τ'ν ώρα...»
   Σηκώθηκε λοιπόν ο κυρ Κώστας· τυλίχτηκε σε μια βαριά πατατούκα, άναψε το φαναράκι του και βγήκε στην αυλή. Εκεί, σε μια γωνιά, ήταν χτισμένος ο απόπατος. Πήρε μια τσάπα κι άνοιξε την αμπολή του αυλακιού. Το νερό χύθηκε στη γούρνα, παρασέρνοντας τις ακαθαρσίες. Μα η γούρνα, απ' τις πολλές ακαθαρσίες, είχε στομώσει, και δεν πρόφταινε το νερό να κάνει όπως πρέπει τη δουλειά. Βοήθησε το λοιπόν κι ο κυρ Κώστας σμπρώχνοντας με την τσάπα τον πηχτό πολτό κατά την τρύπα. 
   Και τότε, γίνηκε το αξιοσημείωτο γεγονός. Μέσα στο σκοτεινόχρωμο και παχύρευστο υγρό, ο κυρ Κώστας είδε κάτι ν' ασπρίζει: Κάτι αλλιώτικο και παράξενο. Ξαφνιάστηκε, έσκυψε και φώτισε τη γούρνα με το φανάρι· μα πετάχτηκε πίσω λαφιασμένος:
   «Πίσω μ' σ' ιέχου, σατανά!»
   Δεν χρειάζονταν δισταγμοί. Βούτηξε αποφασιστικά το χέρι και τράβηξε ένα παιδί· ένα νιογέννητο αρσενικό παιδί, πεθαμένο. Το απόθεσε στο χώμα και το κοιτούσε σαστισμένος:
   «Α, ρε! Στο χαλέ μ' βρήκαν να ρίξ'νε του μπάσταρδό τ'ς;»
   Και τώρα; Τι να γίνει; Δεν ήταν άλλη λύση. Έπρεπε να το πάει στην αστυνομία, κι αμέσως μάλιστα. Πήρε το μικρό κουφάρι, το 'πλυνε στο τρεχάμενο νερό του αυλακιού, το τύλιξε σ' ένα μικρό χράμι και τράβηξε για την αστυνομία. Βρήκε την ξώπορτα ανοιχτή, και το παράθυρο απ' το γραφείο του κυρίου υπομοίραρχου φωτισμένο.
   «Τι διάνεμο;» συλλογίστηκε. «Έχει ξαγρύπνια ο καπετάν Σήφης;» 
   Μα σαν δρασκέλισε την πόρτα του γραφείου έμεινε εκεί δα, αποσβολωμένος. Γύρω - γύρω, στις καρέκλες, ήσαν καθισμένοι ο Αλέκος, ο γιατρός, ο Χρίστος, ο γραμματικός του ειρηνοδίκη κι ο Θοδωρής -ο γιος του. Ο κύριος υπομοίραρχος έκανε βόλτες, πολύ συλλογισμένος· κι απάνω στο τραπέζι, τυλιγμένο σ' ένα χραμάκι, ένα νιογέννητο μωρό κλαψούριζε.
   «Α, ρε! Τι κάν'τε ιδώ, τέτοιαν ώρα;»
   «Κι εσύ ίντα γυρεύεις, κυρ Κώστα;» ρώτησε ο υπομοίραρχος.
   «Ιγώ; Να! Βρήκα, μέσ' στου χαλέ μ', ιένα πηδί πιθαμένου. Κη το 'φερα, καπετάν Σήφη, κατά πώς διατάζ' η νόμους, να κάν'ς την ανάκρισή σ'».
   Και λέγοντας αυτά, απόθεσε το κουφαράκι πλάι στ' άλλο, το ζωντανό παιδί. Όλοι τινάχτηκαν. Κοιτούσαν το μικρό κουφάρι με σαστισμένα μάτια. Μονάχα ο υπομοίραρχος έγινε έξω φρενών. Τον έπιασε το σφακιανό μπουρίνι:
   «Διάλε τσ' αποθαμένοι τους! Κακούργοι γονιοί! Θα την βρω, τη φόνισσα τη μάνα! Κι αν δεν την στείλω στην καρμανιόλα, να μη με λεν Σήφη Μελιδοκλειρουχάκη!»
   «Σιγά, κυρ αστυνόμι. Μη συχίζισι! Τι τρέχ' κη κάν'ς έτσι;»
   Ήταν ο κυρ Γιάννης ο πρόεδρος, που ερχόταν τυλιγμένος στην πατατούκα του: 
   «Τι γίν'ται, μπρε πηδιά; Μι ξύπν'σι η φαρμακουποιός πάνου στου στερνοΰπνι μ', και μ' είπι να 'ρχουμι στην αστυνουμία, για σπουδαίου ζήτ'μα. Ταράχ'κα, η γιέρμους!»
   Τα μουστάκια του αστυνόμου έτρεμαν:
   «Τρέχει, τσύριε πρόεδρε, ότι δεν είναι κατάσταση αυτή! Κοίτα και μόνος σου, και πες μας τη γνώμη σου».
   Και με χειρονομία θεατρική, του 'δειξε το τραπέζι. Ο κυρ Γιάννης πλησίασε. Κοίταξε προσεχτικά τα δυο παιδιά, ενώ ο Χρίστος του εξηγούσε τα καθέκαστα. Στο τέλος, ο γέρο πρόεδρος συγκινήθηκε:
   «Καλά κάνατι, πηδιά μ'! Άειντε, την ηυκή μ' να 'χιτι! Ιάν δεν ιπιμβαίνατι ραγδαίους, κι αυτούνου του ιέρμου, του ζουντανό, θα να 'ταν τουώρα πιθαμένου. Τουώρα, νάιδουμι τι θα κάν'με...»
   Ο γιατρός πήρε το λόγο:
   «Κυρ Γιάννη, η κοινότης Πτελέας έχει την ιερή υποχρέωση να φροντίσει για το ζωντανό παιδί. Όσο για το πεθαμένο, αι αρχαί έχουν τον λόγον».
   Ο πρόεδρος αγρίεψε.
   «Να φρουντίσ' η κοινότ'ς; Α, ρε! Σάματις η κοινότης ιέχ' μαστάρια να θρέψ' του μπασταρδέλι;»  
   «Δεν έχει, βέβαια, μαστάρια, μα έχει προϋπολογισμό. Θα πάμε το παιδί στο βρεφοκομείο, στη Λάρισα. Εκατόν πενήντα δραχμές το μήνα, τόσα παίρνει το βρεφοκομείο».
   «Τι λες, γιατρέ μ'; Δεν είσι στα καλά σ'! Ικατόν πινήντα δραμές του μήνα! Κη πού να τσ' εύρ' τις ικατόν πινήντα δραμές του μήνα η κοινότ'ς;»
   «Να βάλουμε κάτω τα κοντύλια».
   «Τα κοντύλια τα ξέρου απ' έξου κι ανακατουτά: Ικατό δραμές του μήνα ύδρευση, ικατό καθαριότη, τριαντατρείς φουτισμός, ιεξακόσες μιστός γραμματ'κού, πεντακόσες κοινοτ'κά έργα. Σύνουλον, χίλιες τρακόσες τριάντα τρεις, δηλαδή ετησίους, δεκαπέντι χιλιάδις εννιακόσες ενενήντα έξι. Τα έσουδα είνι δεκαπέντι χιλιάδις εννιακόσες ενενήντα τρεις, έχ'μι κη τρεις δραμές έλλειμμα. Πού θέλ'ς, γιατρέ μ', να βρούμι τις ικατόν πινήντα;»
   Μπροστά σε μια τέτοια σιδερένια λογική, όλοι σώπασαν. Μα ο κυρ Κώστας ο Μπαμπαλής θεώρησε καλό να προσθέσει ένα άτυχο επιχείρημα, που χάλασε τα πάντα:
   «Χώρια του κακό παράδ'γμα. Α μαθευτεί πως η κοινότη κόβ' μηνιάτ'κο στα μούλικα, θα γιομίσ' η κόσμους μπασταρδέλια!» 
   «Άκου να σου πω, κυρ Κώστα», είπε ο Αλέκος, ο μουλωχτός. «Και ποιος μας λέει πως αυτό που βρέθηκε στον απόπατό σου, δεν είναι δικό σου;»
   Σφήκα κέντρισε τον κυρ Κώστα:
   «Δ'κό μ';»
   «Αμ γιατί το 'ριξαν στο δικό σου απόπατο; Έτσι, δίχως λόγο; Κι ύστερα, η δράση σου είναι γνωστή...»
   «Αλέκο μ'! Μιγάλου λόγου είπις, κη μάλιστα μπρος στου γιο μ', του Θοδουρή! Ιγώ να κάνου τέτοια πράματα; Γέρους άνθρωπους, φαμιλιάρης, μι κουρίτσα της παντρειάς; Αχ! Μ' έσφαξις! Μ' απουτέλειουσις! Μι κατάσρ'ψις!»  
   Ο κυρ Γιάννης πήρε το μέρος του φίλου του:
   «Ρε Αλέκου! Άσ' τις χαζουμάρις! Ούτι γι' αστείου δεν λέγ'ντι τέτοια πράματα!»
   Ο Αλέκος χαμογέλασε:
   «Κυρ Γιάννη, η Χριστίνα δεν μας είπε ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της. Για κοίτα το! Κόκκινο - κόκκινο, παχουλούτσικο, με γαλανά μάτια, σαν τα δικά σου. Σου μοιάζει τ' αφιλότιμο. Άειντε, κυρ Γιάννη! Χαϊρλούτικο! Να σου ζήσει!»
   Κι όλοι, με μια φωνή, ξαναείπαν:
   «Χαϊρλούτικο, κυρ Γιάννη! Να σου ζήσει!»
   Ο πρόεδρος χαμογέλασε πονηρά:
   «Α ρε, μπεζεβέγκηδες! Όλου τερτίπια είστε. Δε σ' λέου...  Είμι μπαμπάτσικους ακόμα, του λέει η περδικούλα μ'. Μα αυτούνο ιδώ, δεν είνι δ'κό μ'· άλλους ινίργησι. Τα δ'κά μ' τα ξέρου».
   «Δεν μου τα λες κι εμένα, πατέρα», τον αντίκοψε ο Χρίστος, «να ξέρω κι εγώ τ' αδερφάκια μου;»
   «Πάψι συ! Τι δηλαδής; Δικεόρο σ' έβαλα στο...»
   «Σουτ!» του είπαν. «Όχι κακά λόγια».
   Ο κυρ Γιάννης σώπασε, πολύ συλλογισμένος· κι ύστερα είπε:
   «Άειντε! Ιν ονόματι της κοινότητος Πτελέας, δηλώνω ότι η ως άνου κοινότης αναλαβαίν' ιδίοις ιξόδ'ς την διατρουφήν τ' ζωντανού, καθώς κη την αξιουπρεπή ταφή του τεθνεώτου»
   Όλοι τον τριγύρισαν. Του 'σφιξαν το χέρι:
   «Μπράβο, κυρ Γιάννη! Είσαι σπουδαίος!»
   Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο φαρμακοποιός, κρατώντας ένα ρογοβύζι γεμάτο γάλα.
   «Τι ακούω;» φώναξε. «Η κοινότης αναλαμβάνει τα έξοδα του μπέμπη μας; Ωραία! Έχω λαμβάνειν τριαντατρείς κι εξήντα, κόστος διαφόρων ιατρικών».
   Ο κυρ Γιάννης ήταν στις καλές του:
   «Α ρε, φαρμακουτρίφτ'!  Δώσ' του λουγαριασμό, θα σι πλερώσου κη σένα. Μα τώρα, δίν' ρουγοβύζ' στου πηδί, κι αλάλιασε απ' την πείνα».
   Ο φαρμακοποιός πλησίασε το λάστιχο στο στόμα του μωρού. Κι εκείνο, το άρπαξε με βουλιμία. Τέτοια ήταν η τύχη του, να μη ρουφήξουν ποτέ τα χειλάκια του το θερμό γάλα του μητρικού μαστού. Όλοι το κοιτούσαν να τρώει, κι ήσαν οι καρδιές τους μαλακές, τα μάτια τους γεμάτα καλοσύνη.
   «Κακόμοιρο μικρούλι», μουρμούρισε ο γραμματικός.  «Ήσουν άτυχο, αλλά και τυχερό...»
   Όλα τα μάτια γύρισαν, πάλι, στο μικρό μελανιασμένο κουφάρι.
   «Κι αυτό; Τι θα το κάνουμε;»
   Ο υπομοίραρχος έσμιξε τα φρύδια του και είπε:
   «Θα διενεργήσω αυστηράς ανακρίσεις! Θα ανακαλύψω...»
   Μα ο κυρ Γιάννης δεν τον άφησε να τελειώσει:
   «Καπιτάνιο μ', άδ'κα θα χάσ'ς τουν κηρό σ'. Δε θα να 'βρεις τίπ'τας. Ιδώ, στη Φτελιά, ούλοι - ούλοι είμαστε χίλιοι νομάτοι. Ξέρ'μι πότε κατ'ράει η καθεμιά, όχι αν είνι αγκαστρουμένη. Το λοιπός, για να μη μαθευτεί τίπ'τας, πάει να πει πως όσου κη να ψάξ'ς, δε θα να 'βρεις τίπ'τας. Κατάλαβις, κυρ αστυνόμι;»
   Ο Κρητικός έριξε στον πρόεδρο εξεταστική ματιά:
   «Εσύ όμως ξέρεις...»
   «Κη βέβαια ξέρου, μα δε θα να σ' του πω. Γιατί, μέσ' στην ψυχή μ', δε μπουρώ να δικάσου τη γιέρμ' τ' μάνα, που 'πνιξι του νόμιμου πηδί τ'ς γιατί δεν είχι να του θρέψ'...»
   Ο υπομοίραρχος δεν είπε τίποτα.
 
   Έτσι, οι αποφάσεις πάρθηκαν γοργά, κι άρχισε αμέσως η εκτέλεση. Βγήκαν όλοι μαζί απ' την αστυνομία, στο δρόμο το νυχτερινό. Αργούσε ακόμα να ξημερώσει· το φεγγάρι έγερνε κατά τη δύση, απαλύνοντας τους τόνους του χιονιού, απ' το γαλάζιο προς το σταχτί. Ο γιατρός κρατούσε το μικρούλι, που κλαψούριζε σιγανά. Ο κυρ Κώστας, το πεθαμένο. Ήταν ήσυχο αυτό...
   Χτύπησαν την πόρτα του παπα - Γρηγόρη. Ο ιερωμένος αυτός άνθρωπος είχε ξυπνήσει κιόλας, κι ετοίμαζε τον καφέ του. Όταν είδε τόσον κόσμο, ανησύχησε:
   «Τι τρέχ', ηυλουημένοι;»
   Ο κυρ Γιάννης του 'κανε νόημα να μιλάει σιγά:
   «Ιέλα μαζί μας. Κάνι γρήγουρα. Έχ'μι δ'λειά. Μην αρουτάς, κι ασ' τα λόια. Παρ' του πιτραχήλι σ', κι άειντε».
   Ο παπάς ετοιμάστηκε γοργά - γοργά, και τους ακολούθησε μουρμουρίζοντας πως «καλά κη δεν πρόφταξι να πιει τουν καφέ τ', άπαξ κι έει λειτουργία, κη κουλαζόταν μι γιομάτ' στουμάχι». Ροβόλησαν βιαστικά τον κατήφορο, προς το παζάρι. Εκεί, σε μια κόχη, έξω απ' το καφενείο, οι τέσσερις παλαβοί είχαν αποκατιάσει αγκαλίτσα, για να 'χουν πιότερη ζεστασιά. Κοιμόνταν και τουρτούριζαν μέσ' στον ύπνο τους, κοκαλωμένοι απ' το δριμύ ψύχος της χιονισμένης αυγής.
   «Μα αυτοί θα πεθάνουν!» είπε ο γιατρός. 
   «Δεν πεθνήσκουν. Έχουν δει κη χειρότ'ρα...»
   Η εκκλησία μόλις φωτιζόταν από λίγα καντήλια, που τρεμόσβηναν μπρος στις αγριεμένες μορφές των αγίων. Ο κυρ Κώστας άναψε μερικά κεριά στα μανουάλια. Γίνηκε λίγο φως.
   «Ας αρχίσ'μι απ' τα βαφτίσια», είπε ο κυρ Γιάννης. «Συ, γιατρέ, είσι ο κυρ νούνος, μια κη το 'πιασις. Άειντε, παπά μ'! Κάνε μάνι - μάνι, γιατί έχ'με κη κηδεία. Να ξιμπερδεύ'μι πρι ξημερώσ'».
   Μαζεύτηκαν όλοι γύρω στην κολυμπήθρα. Η ακολουθία άρχισε. Τα μασούσε τα λόγια ο παπα - Γρηγόρης. Ο Χρίστος του 'κανε σιγόντο στην ψαλτική. Απετάχθη ο γιατρός τῳ σατανᾴ, έφτυσε τρεις φορές τον κόρφο του· κι όταν ήρθε η στιγμή να πει τ' όνομα, δήλωσε με φωνή βροντερή:
   «Γαληνός!»
   Όλοι απόμειναν σύξυλοι, κι ο παπα - Γρηγόρης, με ανοιχτό το στόμα:
   «Επειδήτις είνι γαλανό, να του βγάλ'μι κη τέτοιου όνουμα; Ιέλα Χριστέ κη Παναϊά!» 
   Ο γιατρός έδωσε τις απαραίτητες εξηγήσεις, και γίνηκε συμφωνία να πουν το παιδί Γαληνό και Γιάννη, για τιμή του κυρ πρόεδρου, του ευεργέτη του. Το βούτηξαν στο κρύο νερό, το ξανατύλιξαν στο χραμάκι και το 'δωσαν του γιατρού. 
   «Άει, κυρ νούνε! Δρόμο για τη Λάρισα! Πριν ξυπνήσει το χωριό».
   Έξω από την εκκλησία περίμενε ο σωφέρ, ο Ζεμπέκος, με το σαράβαλό του, ειδοποιημένος εγκαίρως.
   «Πάρε όρκου στην Παναϊά πως δεν θα πεις λόγου!» του 'πε ο κυρ Γιάννης.
   Ο Ζεμπέκος σήκωσε το χέρι:
   «Ιγώ, δεν είδα κη δεν άκ'σα τίπ'τας!»
   Εφρύαξαν τα παλιοσίδερα της Φορντ, ολόλυξαν τα φρένα· και τ' αμάξι χάθηκε, μέσ' στη νύχτα, μαζί με το γιατρό και το νεοφώτιστο Γαληνό - Ιωάννη.
 
   Όταν ξαναμπήκαν στην εκκλησία, κάτω, στην Ανατολή, είχε ξανοίξει λιγάκι ο ουρανός· κόντευε να ξημερώσει. Ξάπλωσαν το μικρό κι ολόγυμνο πτώμα μπρος στο τέμπλο, πάνω στο μικρό χράμι, κι άρχισε η ακολουθία των νηπίων. Τα πολύχρωμα γυαλιά των παραθύρων πήραν κάποια ζωή. Αδυνάτισαν οι φλόγες των κεριών μέσα στο φτωχό και διάχυτο φως της χαραυγής. Λάλησαν τα πρώτα κοκκόρια. Από την ανοιχτή πόρτα είδαν το ξέθωρο φεγγάρι να γέρνει προς το βασίλεμα.
   Όλοι κοίταξαν την ελάχιστη σάρκα. Το δύστυχο ανθρωπάκι που γλίτωσε απ' τους καημούς της ζωής, πριν προφτάσει ν' ανασάνει τον αέρα αυτού του κόσμου. Ίσως να ήταν όμορφο παιδάκι, αν ζούσε. Είχε λίγα σγουρά μαλλάκια στο κεφάλι. Κορμάκι παχουλό, που πρέπει να ήταν ρόδινο· μα ο κακός θάνατος το 'χε μαυρίσει, δίνοντας στο αγγελικό κεφαλάκι σπασμό οδυνηρό. Ναι, το κακόμοιρο! Να πάει σε τόπο χλοερό. Όχι τόσο γιατί πέθανε, ανόητο κι αθώο, από χέρι κακούργας μητέρας· μα γιατί του άξιζε λίγη ευωδιά στον άλλο κόσμο, αφού από αυτόν δεν γνώρισε παρά τη βρώμα της ανθρώπινης κοπριάς, που έγινε σάβανό του...
   «Ω, τις μη στενάξῃ, τέκνον μου, και μη βοήσῃ κλαυθμῷ, πλην την πολλήν σου ευπρέπειαν και την ωραιότητα της αγνής πολιτείας σου; Ώσπερ γαρ  ναυς τις ίχνος ουκ έχουσα ούτως υπέδυς εξ οφθαλμών μου ταχύ. Δεύτε οι φίλοι μου, συγγενείς και γείτονες, άμα εμοί, τούτο ασπασώμεθα τάφῳ εκπέμποντες...»
   Κανείς δεν δίστασε. Πρώτος ο κυρ Γιάννης γονάτισε στην πλάκα κι έσκυψε χαμηλά, για ν' αποθέσει τα γέρικα χείλη του στο μαύρο προσωπάκι. Και όλοι έκαναν την ίδια κίνηση, λες και προσκυνούσαν βαθιά το ανήξερο θύμα του πιο απελπισμένου εγκλήματος...
   Όταν τέλειωσε η ακολουθία, το ξανατύλιξαν στο χραμάκι και τράβηξαν για το νεκροταφείο. Είχε ξημερώσει, μα ο ήλιος θα αργούσε πολύ ακόμα ν' ανατείλει. Πήραν τους πλαϊνούς δρομάκους, που ξετυλίγονταν ανάμεσα στ' αμπέλια, μη τυχόν κι απαντήσουν κανένα πρωινό διαβάτη.
   Το νεκροταφείο ήταν σκεπασμένο με χιόνι αμόλευτο· κανείς δεν είχε ταράξει τη γαλήνη των νεκρών. Προχώρησαν ανάμεσα στους ξύλινους σταυρούς, τους στολισμένους με κρυσταλλένιους μακριούς σταλαχτίτες, που τους χρωμάτιζε απαλά το ρόδισμα της αυγής. Αναγάλλιασε ο ουρανός στην ανατολή, ξύπνησε η θάλασσα απ' το μακρύ της ύπνο. Ο Κίσαβος, σιγοβγάζοντας τα σκοτεινογάλανα πέπλα της νύχτας πάνω απ' τη λευκή φορεσιά του, παραδόθηκε στα τριαντάφυλλα του όρθρου· και τον χάιδευε η Ηώς με τα ρόδινα δαχτυλάκια της, παρθένα χαριτωμένα ξεδιάντροπη στον πρώτο ερωτισμό της.
   Ο υπομοίραρχος, ο Χρίστος κι ο Θοδωρής πήραν απ' το καμαράκι του νεκροθάφτη τσάπες και φτιάρια, κι άρχισαν να σκάβουν σε μια γωνιά, κάτω από 'να θλιβερό καραγάτσι, μια λακκουβίτσα τόση δα, όσο να χωρέσει ένας άνθρωπος που δεν έζησε ούτε μια στροφή της γης γύρω στον άξονά της.
   Το απόθεσαν μέσα στον παγωμένο λάκκο, τυλιγμένο στο άχρηστο χραμάκι του. Έριξε καθένας μια χούφτα χώμα στο μαύρο μουτράκι, και σκέπασαν τον τάφο γοργά, γιατί μεγάλωνε η μέρα. Πάνω απ' το χώμα ξάπλωσαν χιόνι, να μη φαίνεται αχνάρι, να ξεχαστεί ο τάφος όπου κείτεται ο μικρός τυραγνισμένος. Να μην έμπει σταυρός, να μην αποτεθεί ποτέ ευλαβικό λουλούδι, ούτε να κλίνει το γόνατο γονιού. Κι έφυγαν γοργά, να μη μαθευτεί πως έθαψαν, από σπλαχνιά, έναν άνθρωπο...
 
   Με την ανατολή του ήλιου, οι τέσσερις τρελοί ξύπνησαν τουρτουριασμένοι. Τεντώθηκαν, σκουντήθηκαν, χασμουρήθηκαν.
   Πρώτος βγήκε, απ' την κόχη, ο Παπύλας. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Στάθηκαν για λίγο ασάλευτοι, κατά το Λεβάντε. Κοιτούσαν, με μάτια ξαφνιασμένα, τον πορφυρό ήλιο να προβάλει απ' τα κύματα. Γέλασαν τα χείλια τους, φωτίστηκαν τα πρόσωπά τους. Με μιαν αυθόρμητη χειρονομία χαιρέτησαν το μεγάλο αστέρι: Τον Ήλιο, τον Τρισήλιο, με το φως και τη ζεστασιά:
   «Έεεεε! Έεεεε! Έεεεε! Γεια σου, ήλιε! Γεια σου!» 
   Κι όλο χαρά για την καινούργια μέρα, άρχισαν να χορεύουν ένα χορό τρελό, ανόητο, αλλοπρόσαλλο, σαν παλαβοί που ήσαν.
 
Καραγάτσης Μ.
 Η Μεγάλη Λιτανεία
 Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 
Αθήνα 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου