Όταν παντρεύτηκα, ήμουνα είκοσι πέντε χρονών. Από καιρό είχα αποφασίσει να παντρευτώ και πολλές φορές είχα σκεφτεί, με μια ταπεινωτική μελαγχολία, πως δεν είχα πολλές πιθανότητες να το κατορθώσω. Ορφανή από μητέρα κι από πατέρα, κατοικούσα στην επαρχία με μια ηλικιωμένη θεία μου και με την αδερφή μου. Πολύ μονότονα ζούσαμε και η μόνη φροντίδα μας ήτανε το νοικοκυριό και τα κεντήματα που κάναμε σε κάτι μεγάλες πετσέτες, που δεν ξέραμε τι να τις κάνουμε στο τέλος. Υποχρεωτικές ασχολίες δεν είχαμε και πηγαίναμε και κάναμε επίσκεψη στις κυρίες, όπου και μ' αυτές μιλούσαμε ατέλειωτα γι' αυτές τις κεντημένες πετσέτες.
Ο άντρας, που θέλησε να με παντρευτεί, ήρθε τυχαία στο σπίτι μας. Ήθελε ν' αγοράσει ένα χτήμα που ήταν της θείας μου. Ούτε ξέρω πως έμαθε ότι πουλιότανε αυτό το χτήμα. Ήταν γιατρός σ' ένα χωριό στην επαρχία, αλλά ήταν αρκετά πλούσιος. Ήρθε με αυτοκίνητο κι επειδή έβρεχε, η θεία μου τον κράτησε να φάμε. Ήρθε λίγες φορές ακόμη και στο τέλος ζήτησε να με παντρευτεί. Του τονίσαμε πως δεν ήμουνα πλούσια, αλλά είπε πως καμιά σημασία δεν είχε γι' αυτόν.
Ο άντρας μου ήταν τριάντα εφτά χρονών. Ήταν ψηλός, αρκετά κομψός, με γυαλιά χρυσά και γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους. Συνηθισμένος να δίνει εντολές στους αρρώστους του, είχε ένα σοβαρό ύφος, ζωηρό και αποφασιστικό. Ήτανε πάρα πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Ορθός μέσ' στην κάμαρα, με το χέρι στο γιακά του σακακιού του, σιωπηλός, κοίταζε εξεταστικά ολόγυρά του.
Πριν να τον παντρευτώ, δεν είχα αλλάξει μ' αυτόν παρά λίγες κουβέντες. Δε με είχε φιλήσει, δε μου 'χε φέρει λουλούδια και δεν είχε κάμει τίποτα από ό,τι συνήθως κάνει ένας αρραβωνιαστικός. Εγώ ήξερα μονάχα πως κατοικούσε στην εξοχή, σ' ένα παλιό μεγάλο σπίτι με μεγάλο κήπο, μ' έναν νέο υπηρέτη χωριάτη και μια ηλικιωμένη υπηρέτρια, που τη λέγανε Φελιτσέτα. Δεν εγνώριζα αν κάτι τον είχε σπρώξει προς εμένα, αν χτυπήθηκε από έναν ξαφνικό έρωτα ή αν απλά με πήρε γιατί ήθελε να παντρευτεί. Μόλις μάς ξεπροβόδισε η θεία μου, αυτός με ανέβασε στο αυτοκίνητό του, που ήταν καταλασπωμένο, και άρχισε να οδηγεί. Ο δρόμος που θα μας έφερνε στο σπίτι είχε δέντρα δεξιά κι αριστερά. Τότε τον κοίταξα κι εγώ. Τον κοίταξα επίμονα, με περιέργεια, ίσως με κάποια αυθάδεια, τον κοίταξα με ολάνοιχτα μάτια κάτω απ' το καστορένιο καπέλο μου. Γύρισε στο μέρος μου, χαμογέλασε και μου 'σφιξε το χέρι μου που ήτανε κρύο. «Θα πρέπει να γνωριστούμε λίγο», μου είπε.
Περάσαμε την πρώτη νύχτα του γάμου σ' ένα ξενοδοχείο που βρισκόταν σ' ένα χωριό πολύ μακριά απ' το δικό μας. Θα εξακολουθούσαμε το ταξίδι την άλλη μέρα. Εγώ ανέβηκα στο δωμάτιο κι αυτός πήγε για να φροντίσει τη μπενζίνα. Έβγαλα το καπέλο μου και κοίταξα ολόκληρο τον εαυτό μου στο μεγάλο καθρέφτη. Ήξερα πως δεν ήμουνα όμορφη, αλλά είχα ένα πρόσχαρο ζωηρό πρόσωπο και το κορμί μου ήτανε ψηλό κι ελκυστικό, με το γκρίζο κοστούμι που φορούσα. Ένιωθα πως ήμουνα έτοιμη ν' αγαπήσω αυτόν τον άνθρωπο, αν με βοηθούσε κι αυτός. Έπρεπε να με βοηθήσει. Θα 'πρεπε να τον επηρεάσω να το κάμει αυτό.
Ώσπου φύγαμε την άλλη μέρα, καμιά αλλαγή δεν είχε γίνει. Κανένα φως δεν έφεξε ανάμεσά μας. Μόνο που είχαμε αλλάξει λίγες κουβέντες. Σκεφτόμουνα πάντοτε από την εφηβική μου ακόμα ηλικία πως ένα τέτοιο γεγονός θα μεταμόρφωνε δύο υπάρξεις. Ή θα τις απομάκρυνε ή θα τις ένωνε για πάντα. Γνώριζα τώρα ότι μπορούσε και να μην ήταν έτσι τα πράγματα. Ένιωσα να κρυώνω, τυλίχτηκα στο παλτό μου. Δεν ήμουνα ένα... άλλο πρόσωπο.
Φτάσαμε το μεσημέρι στο σπίτι και η Φελιτσέτα μάς περίμενε στην πόρτα. Ήταν μια σκυφτή γυναίκα ασπρομάλλα, με υποταχτικό και πονηρό ύφος. Το σπίτι, ο κήπος και η Φελιτσέτα ήταν όπως τα είχα φανταστεί. Αλλά στο σπίτι δεν ήτανε τίποτα το μελαγχολικό, όπως συμβαίνει στα παλιά σπίτια. Ήταν ένα ευρύχωρο, ένα αγαπητό σπίτι, με άσπρες κουρτίνες και καλαμένιες πολυθρόνες στις βεράντες. Στους τοίχους και στα κάγκελα σκαρφαλώναν κισσοί και πολλές τριανταφυλλιές ήταν παντού.
Όταν η Φελιτσέτα μου 'δωσε τα κλειδιά ακολουθώντας με μέσα στο σπίτι και δείχνοντάς μου το κάθε τι, αισθάνθηκα εύθυμη και έτοιμη να δείξω στον άντρα μου και σ' όλους την καλή μου διάθεση. Δεν ήμουνα μια μορφωμένη γυναίκα, ίσως δεν ήμουν και πολύ έξυπνη, αλλά ήξερα να διευθύνω ένα σπίτι με τάξη και με μέθοδο, όπως μου το είχε διδάξει η θεία μου. Θα δινόμουνα λοιπόν ολόκληρη στο καθήκον μου και θα 'βλεπε ο άντρας μου τι μπορούσα να κάνω.
Έτσι άρχισε η καινούργια μου ζωή. Όλη την ημέρα ο άντρας μου έλειπε. Εγώ εφρόντιζα για όλα στο σπίτι, επιτηρούσα για τα φαγητά, έκανα γλυκά, ετοίμαζα μαρμελάδες και μου άρεσε να κάνω κι εγώ κάτι στον κήπο, δίπλα στον κηπουρό. Με τη Φελιτσέτα φιλονικούσαμε λίγο, αλλά με τον κηπουρό τα πηγαίναμε πολύ καλά. Όταν έπαιζε τα μάτια του κι έριχνε το σκούφο του κατά πίσω, είχε κάτι στο γερό του πρόσωπο, είχε ένα γούστο που με διασκέδαζε. Έκανα μεγάλους περιπάτους στο χωριό και μιλούσα με όσους συναντούσα στο δρόμο, τους ρωτούσα και με ρωτούσαν κι αυτοί. Αλλά όταν ξαναγύριζα το βράδυ και καθόμουνα κοντά στη σόμπα, ένιωθα πολύ μόνη, νοσταλγούσα τη θεία μου και την αδερφή μου κι επιθυμούσα να βρισκόμουνα πάλι κοντά τους. Ξανασκεφτόμουνα τον καιρό που γδυνόμουνα με την αδερφή μου για να κοιμηθούμε στην κάμαρα με τα σιδερένια κρεβάτια. Θυμόμουνα το μπαλκόνι που 'βλεπε στο δρόμο και καθόμαστε εμείς εκεί ήσυχα - ήσυχα και κοιτάζαμε τις Κυριακές τον κόσμο που περνούσε. Ένα βράδυ, μ' έπιασε το παράπονο. Ξαφνικά μπήκε ο άντρας μου μέσα. Ήτανε πολύ κουρασμένος και κίτρινος. Είδε τα μαλλιά μου ανακατωμένα και τα μάγουλά μου βρεγμένα από δάκρυα. «Τι συμβαίνει;» μου είπε. Εγώ είχα σκύψει το κεφάλι χωρίς να μιλώ. Κάθισε κοντά μου και με χάιδεψε λίγο. «Είσαι λυπημένη;» με ρώτησε. Δεν του μίλησα κι έσκυψα το κεφάλι. Τότε αυτός μ' έσφιξε και μ' ακούμπησε στον ώμο του. Σηκώθηκε έπειτα απότομα και πήγε και κλείδωσε την πόρτα. «Από καιρό ήθελα να σου μιλήσω», είπε. «Δυσκολευόμουνα και γι' αυτό δεν το 'κανα ως τώρα. Κάθε μέρα σκεφτόμουνα “σήμερα θα της μιλήσω” και κάθε μέρα το ανέβαλα. Μου φαινόταν πως δε θα μπορούσα να 'βρω τα λόγια, σε φοβόμουνα κάπως. Μια γυναίκα σαν παντρεύεται φοβάται τον άντρα της, αλλά δεν ξέρει ότι κι ο άντρας, απ' τη μεριά τη δική του, φοβάται κι αυτός, δεν ξέρει ως ποιο σημείο φοβάται κι ο άντρας τη γυναίκα του. Είναι πολλά που πρέπει να σου πω. Αν θα μπορέσω να μιλήσω, θα γνωριστούμε σιγά - σιγά. Τότε ίσως θα συμπαθήσουμε ο ένας τον άλλον και θα φύγει η μελαγχολία. Όταν σε είδα για πρώτη φορά, σκέφτηκα: “Αυτή η γυναίκα μ' αρέσει, θέλω να την αγαπήσω, θέλω να μ' αγαπήσει κι αυτή, θέλω να με βοηθήσει και θέλω να 'μαι ευτυχισμένος μαζί της”. Σου φαίνεται, ίσως, παράξενο που έχω ανάγκη από τη βοήθειά σου, αλλά πραγματικά έτσι είναι». Με τα δάχτυλά του τσαλάκωνε το φόρεμά μου. «Εδώ στο χωριό είναι μια γυναίκα που πολύ την αγάπησα. Είναι κουτό να λέω μια γυναίκα. Δεν πρόκειται για μια γυναίκα, αλλά για μια παιδούλα, για ένα λερωμένο ζωάκι. Είναι κόρη ενός χωριάτη από 'δω. Πριν από δυο χρόνια είχε μια σοβαρή πλευρίτιδα και την κουράριζα. Ήτανε τότε δεκαπέντε χρονών. Είναι πολύ φτωχοί οι δικοί της, φτωχοί και τσιγκούνηδες. Έχουνε μια ντουζίνα παιδιά και δε θέλανε ν' αγοράσουνε φάρμακα. Φρόντισα εγώ για τα φάρμακα και όταν έγινε καλά έψαχνα να τη βρω στο δάσος που πήγαινε για ξύλα και της έδινα λεφτά για ν' αγοράσει κάτι να φάει. Στο σπίτι της είχανε μόνο ψωμί και πατάτες. Αυτό δεν ήταν παράξενο, άλλωστε, γιατί έτσι έτρωγαν όλοι, τ' αδέρφια της, η μητέρα της κι όλοι σχεδόν οι γειτόνοι. Αν θα 'δινα λεφτά στη μητέρα της, θα 'τρεχε να τα κρύψει στο στρώμα και δε θ' αγόραζε τίποτα. Έπειτα είδα πως η μικρή ντρεπότανε να μπαίνει στο μαγαζί ν' αγοράσει φαΐ, γιατί φοβόταν πως θα το μάθαινε η μάνα της, και ίσως γιατί είχε κι αυτή τον πειρασμό να τα ράψει στο στρώμα τα λεφτά, όπως είχε δει να το κάνει η μητέρα της, αν και της έλεγα εγώ πως, αν δε φάει καλά, θ' αρρώσταινε πάλι και θα πέθαινε. Τότε της πήγαινα εγώ φαγητό κάθε μέρα. Στην αρχή ντρεπόταν να το φάει μπροστά μου, αλλά συνήθισε ύστερα κι έτρωγε, έτρωγε. Όταν εχόρταινε, ξαπλωνόταν στον ήλιο και περνάγαμε έτσι ώρες μαζί, εκείνη κι εγώ. Ένιωθα ξεχωριστή ευχαρίστηση να τη βλέπω να τρώει. Αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή της ημέρας μου, κι όταν ήμουνα μόνος, σκεφτόμουνα τι είχε φάει και τι θα της πήγαινα να φάει την άλλη μέρα. Κι έτσι άρχισα να κάνω έρωτα μαζί της. Κάθε φορά που μπορούσα ανέβαινα στο δάσος, την καρτερούσα κι ερχότανε και δεν ήξερα ακριβώς τι την έσπρωχνε κι ερχόταν μαζί μου. Ερχόταν γιατί της άρεσε να κάνουμε έρωτα, ή γιατί φοβόταν πως θ' ανησυχούσα περιμένοντάς την; Αλλά εγώ την επερίμενα πώς και πώς. Όταν σ' ένα αίσθημα ενώνεται ο οίκτος και η μεταμέλεια, γίνεται σκλάβος κανείς και δεν έχει πια ησυχία. Ξυπνούσα τη νύχτα και σκεφτόμουνα τι θα γινότανε αν έμενε έγκυος και θα 'μουνα υποχρεωμένος να την παντρευτώ. Η ιδέα να μοιραστώ τη ζωή μ' αυτήν μου 'κανε φρίκη, αλλά ταυτόχρονα δε μπορούσα να υποφέρω τη σκέψη πως θα παντρευόταν κάποιον άλλο, θα πήγαινε στο σπίτι αυτού του άλλου. Ο έρωτας που δοκίμαζα γι' αυτήν την παιδούλα μού ήταν ανυπόφορος, μού αφαιρούσε κάθε δύναμη. Όταν σε είδα, σκεφτόμουνα πως, αν ενωνόμουνα με σένα, θα ελευθερωνόμουνα απ' αυτή, θα την ξεχνούσα ίσως, γιατί δεν ήθελα τη Μαουρίτσια, δεν ήθελα μια γυναίκα σαν αυτή. Μια γυναίκα σαν εσένα ήθελα εγώ, μια γυναίκα που να μοιάζει με μένα, μια ώριμη συνειδητή γυναίκα. Κάτι έβρισκα σε σένα, κάτι που μου 'λεγε πως θα μου το συγχωρούσες ίσως, πως θα δεχόσουνα να με βοηθήσεις. Και μου φαινόταν πως δε θα 'χε το παρελθόν σημασία, πως το παρελθόν αυτό θα σβηνόταν και πως θα συνηθίζαμε και θ' αγαπιόμαστε». Είπα εγώ: «Μα μπορεί να σβηστεί;» «Δεν ξέρω», μου είπε. «Από τότε που σε παντρεύτηκα, δεν τη σκέφτομαι σαν πρώτα, κι όταν τη συναντώ τη χαιρετάω ήσυχος κι αυτή γίνεται κατακόκκινη και γελάει. Λέω τότε στον εαυτό μου πως ύστερα από λίγα χρόνια θα τη δω παντρεμένη με κανένα χωριάτη, με πολλά παιδιά, χαλασμένη κι άσκημη. Ωστόσο, όταν τη συναντώ, κάτι μέσα μου σαλεύει. Θα 'θελα να την ακολουθήσω στο δάσος, να την ακούω να γελάει, να μιλάει σε διάλεκτο και να τη βλέπω να μαζεύει κλαδιά για τη φωτιά». «Θα 'θελα να τη γνωρίσω», είπα, «πρέπει να μου τη δείξεις. Αύριο θα βγούμε περίπατο κι όταν περνάει να μου τη δείξεις». Μου 'κανε ευχαρίστηση που το είπα αυτό, ήταν μια πράξη που 'δειξε τη θέλησή μου. «Δε μου κρατάς κακία;» μου είπε, κι εγώ κούνησα το κεφάλι. Δεν του κρατούσα κακία. Κι εγώ η ίδια δεν μπορούσα να ξεδιαλύνω αυτό που δοκίμαζα. Ένιωθα να 'μαι λυπημένη κι ευχαριστημένη μαζί. Πέρασε η ώρα, ήταν αργά κι όταν πήγαμε να φάμε, τα βρήκαμε όλα κρύα. Αλλά και όρεξη να φάμε δεν είχαμε. Κατεβήκαμε στον κήπο και περπατήσαμε πολύ στο σκοτάδι. Ο άντρας μου μού κρατούσε το μπράτσο και μου 'λεγε: «Το 'ξερα πως θα είχες κατανόηση». Και τη νύχτα πολλές φορές ξύπνησε και σφίγγοντάς με, έλεγε και ξανάλεγε: «Πώς τα κατάλαβες όλα».
Όταν είδα για πρώτη φορά τη Μαουρίτσια, γύριζε απ' τη βρύση βαστώντας τον κουβά με το νερό. Φορούσε ένα μπλε τριμμένο ρούχο, μαύρες κάλτσες, και στα πόδια της έσερνε ένα ζευγάρι χοντρά αντρίκια παπούτσια. Μόλις με είδε, κιτρίνισε και της χύθηκε λίγο νερό, ενώ γύριζε να με κοιτάξει. Η συνάντηση αυτή μου 'δωσε μια τόσο μεγάλη συγκίνηση, που ζήτησα απ' τον άντρα μου να σταθούμε κι εκαθίσαμε στα μαρμαρένια καθίσματα της εκκλησιάς απέναντι. Αλλά ήρθαν και φώναξαν το γιατρό τη στιγμή αυτή κι εγώ έμεινα μονάχη. Λύπη μεγάλη με τύλιξε τότε, στη σκέψη πως ίσως κάθε μέρα θα συναντούσα τη Μαουρίτσια, και ποτέ δε θα μπορούσα πια να περπατάω ξένοιαστη στους δρόμους του χωριού. Είχα πιστέψει πως ο τόπος που εγκαταστάθηκα θα μου ήταν αγαπητός, πως κάθε γωνιά του θα γινότανε δική μου, και τώρα αυτό μου ήταν για πάντα απαγορευμένο. Και πραγματικά κάθε φορά που 'βγαινα τη συναντούσα, την έβλεπα να πλένει τα ρούχα στην πηγή, ή να βαστάει κουβάδες, ή να κρατάει στην αγκαλιά ένα απ' τα βρώμικα αδέρφια της. Μια μέρα μάλιστα η μητέρα της, μια χοντρή χωριάτισσα, με φώναξε να μπω μέσ' στην κουζίνα, ενώ η Μαουρίτσια στεκότανε στην πόρτα με τα χέρια κάτω απ' την ποδιά της. Μου 'ριχνε κάθε τόσο μια ματιά γεμάτη περιέργεια και μοχθηρία και σε λίγο απότομα πολύ έγινε άφαντη. Γυρίζοντας στο σπίτι, έλεγα στον άντρα μου: «Είδα τη Μαουρίτσια σήμερα». Αλλ' αυτός δεν απαντούσε, γύριζε αλλού τα μάτια του, ώσπου μια μέρα μού είπε θυμωμένος: «Τι μ' ενδιαφέρει αν την είδες; Είναι μια παλιά ιστορία και δε χρειάζεται να μιλάμε γι' αυτήν».
Κατέληξε να μην απομακρύνομαι πια απ' τον κήπο. Ήμουνα έγκυος κι είχα γίνει βαριά και χοντρή. Καθόμουνα στον κήπο και έραβα, όλα γύρω μου ήταν ήσυχα, ρίχναν τους ίσκιους και μουρμουρίζαν τα δέντρα, ο κηπουρός έσκαβε στον κήπο και η Φελιτσέτα πηγαινοερχότανε στην κουζίνα κι εγυάλιζε τα χαλκώματα. Κάποτε σκεφτόμουνα με συγκίνηση το μωρό που θα γεννιόταν. Το μωρό ανήκε σε δυο πρόσωπα που δεν είχανε τίποτα κοινό μεταξύ τους, που δεν είχανε τίποτα να πουν, που καθόντανε συνεχώς ο ένας απέναντι στον άλλον αμίλητοι. Ύστερα από κείνο το βράδυ, που ο άντρας μου μού είχε μιλήσει για τη Μαουρίτσια, δεν ερχότανε πια μαζί μου. Ήταν κλεισμένος σε μια αδιαπέραστη σιωπή και πού και πού, σαν του μιλούσα εγώ, μου 'ριχνε ένα αφηρημένο βλέμμα, σαν να τον είχα τραβήξει από μια σοβαρή σκέψη του, σαν να τον είχα προσβάλει. Και τότε έλεγα μέσα μου εγώ πως ήταν απαραίτητο να γίνει αλλαγή στις σχέσεις μας, πριν γεννηθεί το παιδί. Γιατί, τι θα σκεφτότανε το παιδάκι αυτό για μας; Αλλά ύστερα μού ερχότανε σχεδόν να γελάω: λες και το μωρό θα μπορούσε να σκεφτεί, να καταλάβει.
Το παιδί γεννήθηκε τον Αύγουστο. Η θεία μου και η αδερφή μου φτάσανε, οργανώσαμε μια ωραία γιορτή για τα βαφτίσια και στο σπίτι ήτανε πολύ μεγάλη κίνηση. Το μωρό κοιμόταν στην κούνια του, δίπλα στο δικό μου κρεβάτι, ροδαλό, με κλειστή τη χουφτίτσα και μ' ένα μαύρο τσουλούφι που του πετιότανε απ' τη σκούφια του. Ο άντρας μου ερχότανε συνεχώς και το καμάρωνε. Ήτανε εύθυμος, γελούσε και σ' όλους μιλούσε για το μωρό. Ένα απόγευμα είμαστε μόνοι. Εγώ αδυνατισμένη, πολύ κουρασμένη, είχα ακουμπήσει στο μαξιλάρι μου, ξεθεωμένη όπως ήμουνα κι απ' τη ζέστη. Εκείνος κοίταζε το παιδί κι έπαιζε με τα μαλλάκια του, με τις κορδέλες και τη σκούφια του και χαμογελούσε. Σε μια στιγμή του είπα εγώ: «Δεν ήξερα πως σου αρέσανε τόσο πολύ τα παιδιά». Ξαφνιάστηκε, γύρισε κατά μένα κι απάντησε: «Δε μου αρέσουνε τα μωρά, μ' αρέσει αυτό το παιδί επειδή είναι δικό μας». «Δικό μας;» του είπα εγώ, «έχει σημασία για σένα αν είναι δικό μας, δηλαδή δικό μου και δικό σου; Αντιπροσωπεύω κάτι εγώ για σένα;» «Ναι», μού απάντησε αυτός ετοιμότατα, και ήρθε και κάθισε στο κρεβάτι μου. «Όταν γυρίζω στο σπίτι και σκέφτομαι πως θα σε βρω, αισθάνομαι ζεστασιά κι ευχαρίστηση». «Και ύστερα;» τον ρώτησα ήσυχα εγώ, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Ύστερα, όταν είμαι κοντά σου και θα 'θελα να σου διηγηθώ τι έκανα την ημέρα, τι σκέφτηκα, δεν ξέρω γιατί, μού είναι αδύνατο. Ή ίσως ξέρω το γιατί· γιατί είναι κάτι στην ημέρα μου που πρέπει να στο κρύβω, κι έτσι δε μπορώ να σου πω τίποτα». «Τι είναι αυτό που μου κρύβεις;» «Αυτό», μου απάντησε, «αυτό είναι πως άρχισα να συναντώ και πάλι τη Μαουρίτσια στο δάσος». «Το ήξερα», του είπα εγώ, «το αισθανόμουνα εδώ και λίγο καιρό». Έσκυψε και μου φίλησε το γυμνό μου μπράτσο. «Σε παρακαλώ, βοήθησέ με», μου έλεγε, «τι θα κάμω αν δε με βοηθήσεις εσύ;» «Μα τι πρέπει να κάμω για να σε βοηθήσω;» φώναξα σπρώχνοντάς τον και ξέσπασα σε κλάμα. Τότε ο άντρας μου πήγε και πήρε τον Τζόρτζιο το γιο μας, μου τον έβαλε στα χέρια και μου 'πε: «Θα δεις πως τώρα με το παιδί θα μας είναι πιο εύκολα όλα».
Δεν είχα γάλα και πήραμε μια παραμάνα από ένα γειτονικό χωριό. Και η ζωή μας ξαναπήρε τον κανονικό ρυθμό της· έφυγε η θεία με την αδερφή μου, εγώ ορθοπόδησα κι άρχισα να κατεβαίνω στον κήπο, και γενικά ξαναβρήκα τις παλιές μου συνήθειες. Αλλά ολόκληρο το σπίτι μεταμορφώθηκε με το παιδί. Στις ταράτσες τα άσπρα πανάκια του απλωμένα και η παραμάνα τριγύριζε τραγουδώντας στους διαδρόμους. Δεν ήτανε πολύ νέα η παραμάνα· ήταν χοντρή και ματαιόδοξη κι αγαπούσε ν' αναφέρει συνεχώς τα πλουσιόσπιτα που είχε δουλέψει. Κάθε μήνα έπρεπε να της αγοράσουμε κάποια καινούργια κεντημένη ποδιά και καμιά ωραία καρφίτσα για το μαντίλι του κεφαλιού της. Όταν ερχότανε ο άντρας μου, επήγαινα και τον υποδεχόμουνα στο κεφαλόσκαλο, ανεβαίναμε μαζί στην κάμαρα του Τζόρτζιο, τον κοιτάζαμε που κοιμότανε και πηγαίναμε έπειτα για φαΐ. Μιλούσαμε πολύ για το μωρό, για τους καυγάδες της νταντάς με τη Φελιτσέτα, για το χειμώνα που θα ερχότανε, για τα ξύλα που 'πρεπε να αποθηκέψουμε. Κάποτε του διηγιόμουνα και για κάποιο ρομάντσο που 'χα διαβάσει και του 'λεγα τις εντυπώσεις μου. Αυτός με κρατούσε απ' τη μέση, με χάϊδευε, κι εγώ ακουμπούσα το πρόσωπό μου στον ώμο του. Αλήθεια, η γέννηση του παιδιού είχε αλλάξει τις σχέσεις μας. Ωστόσο, ακόμα αισθανόμουνα εγώ πότε - πότε κάτι το βιασμένο στις κουβέντες μας και στην καλοσύνη και στην τρυφερότητα που μου 'δειχνε, κάτι το στανικό, χωρίς να ξέρω γιατί. Το παιδί μεγάλωνε, πάχαινε, τριγύριζε παντού και μου άρεσε πολύ να το βλέπω, αλλά αναρωτιόμουνα πολλές φορές αν αληθινά τ' αγαπούσα. Κάποτε δεν αισθανόμουνα την ανάγκη ν' ανέβω τις σκάλες για να το δω· μου φαινόταν πως δεν ήταν δικό μου το παιδί, πως ήταν της νταντάς ή της Φελιτσέτας, αλλά όχι δικό μου.
Μια μέρα έμαθα πως πέθανε ο πατέρας της Μαουρίτσιας. Ο άντρας μου τίποτα δε μου 'χε πει γι' αυτό, εγώ όμως έβαλα το παλτό μου και βγήκα. Χιόνιζε. Τον είχανε πάρει τον πεθαμένο απ' το πρωί. Στη σκοτεινή κουζίνα η Μαουρίτσια με τη μητέρα της, με τις γειτόνισσες γύρω - γύρω, κρατούσαν το κεφάλι στα χέρια τους και το κουνάγανε ρυθμικά και μοιρολογούσαν δυνατά, όπως συνηθίζεται να κάνουν στα χωριά, όταν πεθαίνει κανείς στο σπίτι. Τα αδερφάκια της ντυμένα με τα καλά τους ζεσταίνανε στη φωτιά τα μελανά παγωμένα τους χέρια. Όταν μπήκα, η Μαουρίτσια με κοίταξε μια στιγμή μ' ένα βλέμμα κουτό, αφηρημένο, που 'χε όμως και μια ξαφνική ευχαρίστηση. Σε λίγο όμως, άρχισε πάλι τις κλάψες.
Τώρα η Μαουρίτσια περπατούσε στους δρόμους μ' ένα μαύρο σάλι και πάντοτε ταραζόμουνα όταν τη συναντούσα και γύριζα λυπημένη στο σπίτι. Και στο σπίτι έβλεπα ακόμη μπροστά μου τα κατάμαυρά της μάτια κι αυτά τα μεγάλα της δόντια που πετιόνταν λιγάκι απ' τα χείλια. Αν δεν τη συναντούσα όμως στο δρόμο, σπάνια τη σκεφτόμουνα.
Την άλλη χρονιά, έφερα κι άλλο παιδί στον κόσμο. Ήτανε πάλι αγόρι και το ονομάσαμε Λουδοβίκο. Η αδερφή μου είχε παντρευτεί και ζούσε σε μια μακρινή πολιτεία, η θεία μου δεν ήρθε, κι έτσι κανένας δεν παραστάθηκε στον τοκετό, εκτός απ' τον άντρα μου. Η παραμάνα που 'χα στο πρώτο μου παιδί έφυγε κι ήρθε μια καινούργια, μια κοπέλα ψηλή και δειλή, που έμεινε κοντά μας κι έπειτα, αφού απόκοψε το παιδί. Ο άντρας μου ήταν ενθουσιασμένος που είχε τα παιδιά. Όταν γύριζε σπίτι, ρωτούσε αμέσως γι' αυτά, έτρεχε να τα δει, έπαιζε μαζί τους ώσπου να παν στο κρεβάτι. Τ' αγαπούσε και, χωρίς αμφιβολία, πίστευε πως τ' αγαπούσα κι εγώ. Κι εγώ τ' αγαπούσα βέβαια, αλλά όχι όπως πίστευα κάποιον καιρό πως θ' αγάπαγα τα παιδιά μου. Κάτι μέσα μου ήταν βουβό όταν τα κρατούσα αγκαλιά. Αυτά μου τραβούσαν τα μαλλιά, παίζανε με το γιακά μου, θέλανε να μπούνε μέσα στο καλαθάκι της δουλειάς μου, αλλά εμένα μ' ενοχλούσαν αυτά και φώναζα την παραμάνα. Κάποτε σκεφτόμουνα πως, ίσως, τόσο λυπημένη που ήμουνα, δεν έπρεπε να βρίσκομαι κοντά στα παιδιά. «Αλλά», αναρωτιόμουνα, «είμαι λυπημένη; Γιατί είμαι λυπημένη; Δεν έχω λόγο να είμαι λυπημένη, τι συμβαίνει;»
Ένα φθινοπωρινό απόγευμα με ωραιότατο ήλιο, καθόμαστε με τον άντρα μου οι δυο μας στον πέτσινο καναπέ του γραφείου. «Είμαστε τρία χρόνια παντρεμένοι», του είπα εγώ. «Ναι», μου απάντησε, «και βλέπεις πως, όπως το σκεφτόμουνα εγώ, καταφέραμε να μάθουμε να ζούμε μαζί». Εγώ δε μιλούσα και του χάιδευα λίγο το χέρι. Σε λίγο με φίλησε κι έφυγε. Έπειτ' από κάμποσες ώρες, βγήκα κι εγώ, πέρασα απ' τους δρόμους του χωριού και πήρα το μονοπάτι άκρη - άκρη στο ποτάμι. Ήθελα να περπατήσω λίγο, βλέποντας κοντά το νερό. Ακούμπησα στο ξύλινο κάγκελο της γέφυρας, είδα το νερό να τρέχει ήσυχο και θαμπό ανάμεσα στις πρασινάδες και τις πέτρες κι ένιωθα το μυαλό μου ησυχασμένο, σαν να με νανούριζε γλυκά το μαλακό κελάρυσμα του ποταμιού. Κρύωσα όμως κι ήμουν έτοιμη να γυρίσω, όταν είδα σε μια στιγμή τον άντρα μου να ανεβαίνει γρήγορα, από το πίσω μέρος της πράσινης κατηφοριάς, με κατεύθυνση προς το δάσος. Κατάλαβα ότι με είχε δει κι αυτός. Στάθηκε σε μια στιγμή αβέβαιος και ξανάρχισε να ανεβαίνει πιάνοντας τους πλαϊνούς θάμνους, ώσπου χάθηκε μέσα στα δέντρα. Γύρισα στο σπίτι και μπήκα στο γραφείο. Κάθισα στον καναπέ, εκεί που λίγο πριν ο άντρας μου μού 'χε πει πως είχαμε μάθει να ζούμε μαζί. Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε. Είχε μάθει να μου λέει ψέματα και δεν του κόστιζε αυτό καθόλου. Η παρουσία μου στο σπίτι θα του φαινόταν όμως τώρα χειρότερη. Κι εγώ άλλωστε αισθανόμουνα χειρότερα να μένω μαζί του. Ήμουνα ρουφηγμένη, σβησμένη. Δεν υπέφερα, δεν ένιωθα κανένα πόνο. Κι εγώ του 'λεγα ψέματα. Ζούσα κοντά του σαν να τον είχα αγαπήσει, ενώ δεν τον αγαπούσα, δεν αισθανόμουνα τίποτα γι' αυτόν.
Σε μια στιγμή, άκουσα στη σκάλα το βαρύ του βήμα. Μπήκε στο γραφείο χωρίς να με κοιτάξει, έβγαλε το σακάκι του κι έβαλε τη ρόμπα του σπιτιού. «Θα 'θελα να φεύγαμε απ' αυτόν τον τόπο», του είπα. «Αν το επιθυμείς, θα ζητήσω να πάω αλλού», μου απάντησε. «Αλλά εσύ οφείλεις να το επιθυμείς», του φώναξα. Και κατάλαβα τότε πως δεν ήταν αλήθεια πως δεν υπέφερα, αντίθετα, υπέφερα ανυπόφορα και έτρεμα απ' την κορφή ως τα νύχια. «Κάποτε μου 'χες πει πως ήθελες να σε βοηθήσω και γι' αυτό με παντρεύτηκες. Α... γιατί με παντρεύτηκες;» του είπα. «Ήτανε λάθος», είπε και κάθισε κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του. «Δε θέλω να πηγαίνεις πια μ' αυτήν, δε θέλω να την βλέπεις», είπα κι έσκυψα απάνω του. Αλλά με έσπρωξε αυτός μ' ένα απότομο κίνημα. «Τι μ' ενδιαφέρει για σένα;» είπε. «Συ δεν αντιπροσωπεύεις τίποτα καινούργιο για μένα, δεν έχεις τίποτα που να μ' ενδιαφέρει. Μοιάζεις με τη μητέρα μου και μ' όλες τις γυναίκες που 'χουνε κατοικήσει σ' αυτό το σπίτι. Εσένα δε σε δέρνανε σαν ήσουνα μικρή, δε σε τσάκισε η πείνα, δε σε υποχρεώσανε να δουλεύεις στους κάμπους απ' το πρωί ως το βράδυ κάτω απ' τον ήλιο που σου θέριζε την πλάτη... Η παρουσία σου, ναι, μου δίνει ξεκούραση και γαλήνη η παρουσία σου, αλλά τίποτα άλλο. Δεν ξέρω τι θα κάνουμε, αλλά να σ' αγαπήσω δε μπορώ». Πήρε την πίπα του, τη γέμισε προσεχτικά και την άναψε με μιαν αναπάντεχη ηρεμία. «Άλλωστε όλα αυτά είχαι χαμένα λόγια, κουβέντες χωρίς σημασία. Η Μαουρίτσια είναι έγκυος», είπε.
Ύστερα από λίγες ημέρες εγώ έφυγα με τα παιδιά και με την παραμάνα για ένα παραθαλάσσιο μέρος. Από καιρό το είχαμε αποφασίσει το ταξίδι, γιατί είχαν αρρωστήσει τα παιδιά και είχαν ανάγκη από θαλασσινό αέρα. Ο άντρας μου θα ερχότανε να μας συντροφέψει κι αυτός και θα 'μενε ένα μήνα μαζί μας. Μα χωρίς να πούμε τίποτα, ήτανε βέβαιο πως δεν θα ερχότανε. Όλο το χειμώνα μείναμε στην εξοχή. Έγραφα στον άντρα μου μια φορά τη βδομάδα και λάβαινα την απάντησή του. Τα γράμματά μας ήτανε σύντομα με λίγες κοφτές ψυχρές λέξεις.
Γυρίσαμε στην αρχή της άνοιξης. Μας περίμενε αυτός στο σταθμό. Ενώ περνάγαμε το χωριό με το αυτοκίνητο, είδα τη Μαουρίτσια με τη φουσκωμένη κοιλιά. Περπατούσε ελαφρά μ' όλο το βάρος της κοιλιάς και η εγκυμοσύνη δεν είχε αλλάξει το παιδιάστικο παρουσιαστικό της. Αλλά το πρόσωπό της είχε τώρα μια καινούργια έκφραση, μια έκφραση υποταγής και ντροπής και κοκκίνισε μόλις με είδε. Αλλά όχι με κείνο το κοκκίνισμά της το άλλοτε, που ήτανε γιομάτο αυθάδεια. Και σκεφτόμουνα εγώ πως γρήγορα θα την έβλεπα να κρατάει στα χέρια της ένα βρώμικο μωρό με το μακρύ ρούχο που φοράν όλα τα χωριατόπουλα και ότι αυτό το μωρό θα 'τανε παιδί του δικού μου άντρα κι αδέρφι των δικών μου παιδιών, του Τζόρτζιο και του Λουδοβίκου. Σκεφτόμουνα πως θα μου ήταν αδύνατο να υποφέρω αυτό το θέαμα του βρώμικου μωρού με το μακρύ ρούχο. Δε θα μπορούσα τότε να εξακολουθώ να ζω με τον άντρα μου, να μένω, να κατοικώ σ' αυτό τον τόπο. Θα 'πρεπε να φύγω και θα έφευγα.
Ο άντρας μου ήταν φοβερά αδυνατισμένος. Για μέρες και μέρες δεν έβγαζε ούτε μια λέξη απ' το στόμα του, ούτε με τα παιδιά διασκέδαζε πια. Τον έβλεπα γερασμένο με παραμελημένα ρούχα και είχε αφήσει κι ένα μικρό γενάκι στα μάγουλα. Ερχότανε πολύ αργά το βράδυ και πολλές φορές κοιμότανε χωρίς να φάει, κι ούτε ξαπλωνότανε καν στο κρεβάτι του· περνούσε τη νύχτα στο γραφείο.
Ύστερα από την απουσία μου, βρήκα φοβερά ακατάστατο το σπίτι. Είχε πια γεράσει η Φελιτσέτα, όλα τα ξέχναγε, τσακωνόταν με τον υπηρέτη και τον κατηγορούσε ότι πίνει πολύ. Βριζόντανε έτσι, που 'πρεπε να μπω εγώ στη μέση για να τους συμβιβάσω.
Για πολλές μέρες είχα πολλά να κάμω στο σπίτι. Έπρεπε να ταχτοποιήσω και να ετοιμάσω για καλοκαίρι, να κρύψω στα ντουλάπια τα μάλλινα, να περάσω τα καλύμματα στις πολυθρόνες, να βάλω τις τέντες στις ταράτσες. Ακόμα έπρεπε να σπείρουμε και να ποτίζουμε τον κήπο. Θυμόμουνα με πόση όρεξη, με πόση ζωηρότητα και περηφάνεια δινόμουνα σ' όλες αυτές τις ασχολίες τον πρώτο καιρό που παντρεύτηκα. Φανταζόμουνα ότι η πιο απλή πράξη είχε μεγάλη σπουδαιότητα. Από τότε δεν είχανε περάσει παρά τέσσερα χρόνια μονάχα, κι εγώ είχα τόσο αλλάξει. Και το παρουσιαστικό μου σήμερα ήταν μιας ώριμης γυναίκας. Χτενιζόμουνα χωρίς χωρίστρα, με μαζεμένα τα μαλλιά μου πίσω στο λαιμό. Φορές φορές στον καθρέφτη μπροστά, σκεφτόμουνα πως το χτένισμα αυτό μ' έκανε να φαίνομαι γερασμένη, αλλά δεν επιθυμούσα πια να 'μαι ωραία. Δεν επιθυμούσα τίποτα.
Ένα βράδυ καθόμουνα στην τραπεζαρία με την παραμάνα και μου 'δειχνε κάποιο πλέξιμο. Τα παιδιά κοιμόνταν κι ο άντρας μου είχε φύγει για κάποιο μακρινό χωριό, σε κάποιον σοβαρά άρρωστο. Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι και κατέβηκε ο υπηρέτης ξυπόλητος ν' ανοίξει. Κατέβηκα κι εγώ. Ήταν ένα αγόρι ως δεκατεσσάρων χρονών και το γνώρισα: ήταν της Μαουρίτσιας αδερφός. «Μ' έστειλαν να φωνάξω το γιατρό γιατί η αδερφή μου δεν είναι καλά», είπε. «Δεν είναι εδώ ο γιατρός». Πισωγύρισε κι έφυγε, αλλά ύστερα από λίγο ήρθε πάλι. «Γύρισε ο γιατρός;» ρώτησε. «Όχι», του είπα εγώ, «αλλά θα τον ειδοποιήσω». Και πραγματικά είχα στείλει τον υπηρέτη με τη μοτοσυκλέτα για να τον βρει και να τον φωνάξει. Ανέβηκα στην κάμαρά μου κι ετοιμαζόμουνα να γδυθώ· αλλά ήμουνα πολύ ανήσυχη, πολύ ταραγμένη. Σκεφτόμουνα πως κάτι έπρεπε να κάμω κι εγώ. Σκέπασα λοιπόν μ' ένα σάλι το κεφάλι μου και βγήκα· περπατούσα στο έρημο σκοτεινό χωριό. Στην κουζίνα τ' αδέρφια της Μαουρίτσιας κοιμόντανε με το κεφάλι στο τραπέζι. Οι γειτόνισσες μιλούσαν μαζεμένες μπροστά στην πόρτα. Στη διπλανή κάμαρα η Μαουρίτσια περπατούσε στο στενό χώρο, ανάμεσα στο κρεβάτι και την πόρτα, περπατούσε, ξεφώνιζε και στηριζόταν στον τοίχο. Με κοίταξε, χωρίς να ξεχωρίσει ποια είμαι, με κοίταξε και συνέχεια περπατούσε και φώναζε. Μπήκα και κάθισα στο κρεβάτι. Η μαμή με ρώτησε. «Θ' αργήσει ο γιατρός; Είναι αρκετές ώρες που 'χει τους πόνους η μικρή. Έχει χάσει πολύ αίμα. Είναι πολύ άσκημη γέννα». «Έστειλα να τον φωνάξουν κι όπου να 'ναι πρέπει να 'ρθει», της απάντησα.
Ύστερα η Μαουρίτσια έπεσε λιποθυμισμένη και τη βάλαμε στο κρεβάτι. Κάτι χρειαζόταν απ' το φαρμακείο κι έτρεξα να το πάρω εγώ. Μόλις γύρισα, η Μαουρίτσια είχε συνέρθει και άρχισε πάλι τις φωνές. Είχε ξαναμμένα τα μάγουλα, ταραζόταν, πετιόταν, πετούσε τις κουβέρτες. Πιασμένη απ' το κρεβάτι, φώναζε, φώναζε. Η μαμή πηγαινοερχόταν με τα νερά. «Πολύ άσκημα τα πράματα», μου 'πε. «Μα κάτι πρέπει να γίνει», της είπα εγώ. «Αν αργεί ο άντρας μου, πρέπει να φωνάξουμε έναν άλλο γιατρό». «Οι γιατροί ξέρουνε μόνο να λένε ωραία λόγια», είπε η μητέρα και μου 'ριξε πάλι μια πικρή ματιά κρύβοντας μέσα της όλη της την έθρα. «Όλες φωνάζουνε όταν γεννάνε», είπε μια άλλη γυναίκα.
Η Μαουρίτσια με ανακατωμένα μαλλιά χτυπιόταν στο κρεβάτι. Σε μια στιγμή αρπάχτηκε από μένα και μ' έσφιξε με τα μελαχρινά της χέρια φωνάζοντας: «Παναγία μου, Παναγία μου». Τα σεντόνια ήτανε λερωμένα με αίμα και πολύ αίμα ήταν χυμένο, ακόμα και χάμου. Η μαμή ήτανε πια συνεχώς κοντά της. «Κουράγιο», της έλεγε κάθε τόσο. «Κουράγιο». Τώρα η Μαουρίτσια μόνο βραχνούς αναστεναγμούς έβγαζε. Είχε ένα πελώριο μαύρο κύκλο γύρω στα μάτια της και το πρόσωπό της ήτανε ιδρωμένο και μελανόμαυρο. «Άσκημα πάει, πάει άσκημα», έλεγε και ξανάλεγε η μαμή. Τέλος βγήκε το μωρό, το πήρε στα χέρια, το σήκωσε, το κούνησε και το 'ριξε σε μια γωνιά του κρεβατιού. «Είναι πεθαμένο», είπε. Το είδα τότε κι εγώ. Ένα άσκημο μουτράκι μικρού Κινέζου. Το πήραν μακριά οι γυναίκες και το τύλιξαν μέσ' σ' ένα μάλλινο πανί.
Τώρα δε φώναζε πια η Μαουρίτσια. Ξαπλωμένη, κατακίτρινη και το αίμα της δε σταματούσε να τρέχει. Ακόμα κι εγώ είχα στα ρούχα μου αίματα. Μου 'πε η μαμή: «Τρέξε, φέρε νερό». «Δεν κάνει το νερό τίποτα», της απάντησα και η μητέρα της Μαουρίτσιας είπε: «Με βοηθήσατε πολύ, είσαστε μια θαρραλέα γυναίκα, όπως ταιριάζει να 'ναι η γυναίκα του γιατρού».
Μια γειτόνισσα επέμενε να μου δώσει να πιω καφέ στην κουζίνα. Μόλις γύρισα, η Μαουρίτσια είχε πεθάνει. Μου είπαν πως έσβησε χωρίς να συνέρθει από το λήθαργό της.
Της χτένισαν τα μαλλιά και ταχτοποιήσανε τα σεντόνια ολόγυρά της. Τέλος μπήκε κι ο άντρας μου. Ήταν λαχανιασμένος, κατακίτρινος, με το παλτό ανοιχτό και την πέτσινη τσάντα στα χέρια. Καθόμουν κοντά στο κρεβάτι, αλλά αυτός δε με πρόσεξε. Σα χαμένος στάθηκε στη μέση της κάμαρας, ενώ η μητέρα της Μαουρίτσιας πήγε κοντά του και του πήρε την τσάντα. «Δεν ήρθες ούτε να την δεις να πεθαίνει», του είπε.
Μάζεψα τότε εγώ τη βαλιτσούλα κι επήρα τον άντρα μου απ' το χέρι. Αφέθηκε στα χέρια μου, περάσαμε απ' την κουζίνα ανάμεσα στις γυναίκες που μουρμουρίζανε, και με ακολούθησε έξω. Στάθηκα για μια στιγμή. Μου φαινόταν πως θα 'πρεπε να του δείξω το παιδί, το Κινεζάκι. Αλλά πού ήτανε; Ποιος ξέρει πού το είχανε πάει.
Περπατώντας σφιγγόμουνα δίπλα του, αλλ' αυτός δεν απαντούσε με κανένα τρόπο στο σφίξιμό μου και κρεμόταν το μπράτσο του ακίνητο κοντά στο κορμί μου. Καταλάβαινα πως δε με ένιωθε διόλου, καταλάβαινα πως δεν έπρεπε να του μιλήσω και πως έπρεπε να 'μαι προσεχτική πολύ. Ήρθε μαζί μου ως την πόρτα της κάμαράς μας, μ' άφησε και κατέβηκε στο γραφείο, όπως έκανε συχνά τον τελευταίο καιρό.
Ήτανε πια πρωί. Άκουγα τα πουλιά να κελαηδούνε στα δέντρα. Ξάπλωσα. Και ξαφνικά αισθάνθηκα πως με τύλιξε μια απέραντη ευτυχία. Δεν το 'ξερα πως μπορούσε να 'ναι ευτυχισμένος κανείς με το θάνατο κάποιου άλλου. Αλλά δεν αισθανόμουνα καμιά τύψη. Ήταν πολύς καιρός που δεν ήμουνα ευτυχισμένη κι αυτό που με συνεπήρε αυτή τη στιγμή ήταν κάτι καινούργιο, που μ' έκανε άλλον άνθρωπο. Και ήμουνα μάλιστα γιομάτη από μια κουτή περηφάνεια για το φέρσιμό μου αυτής της νύχτας. Καταλάβαινα πως ο άντρας μου τώρα δε μπορούσε να μας σκεφτεί, αλλά αργότερα, όταν θα ξεχνιόταν όλα αυτά τα δραματικά, αργότερα θα ερχότανε κοντά μας και θα εκτιμούσε και το δικό μου φέρσιμο. Θα 'βρισκε πως είχα κάμει μια πολύ καλή πράξη.
Ξαφνικά στη σιγαλιά του σπιτιού, ένας πυροβολισμός ακούστηκε. Πετάχτηκα φωνάζοντας απ' το κρεβάτι, βγήκα και κατέβηκα τις σκάλες, ρίχτηκα στο γραφείο και είδα το ψηλό κορμί του ακίνητο στην πολυθρόνα με κρεμασμένα κάτω τα χέρια. Αίμα είχε βάψει τα μάγουλα, τα χείλη κι ολόκληρο το πρόσωπό του που τόσο καλά το εγνώριζα.
Ύστερα γιόμισε το σπίτι κόσμο. Έπρεπε να μιλάω και ν' απαντώ σε κάθε ερώτηση. Τα παιδιά τα πήραν απ' το σπίτι. Έπειτ΄από δυο μέρες συνόδεψα τον άντρα μου στο νεκροταφείο. Όταν γύρισα στο σπίτι, περπατούσα αφηρημένη, σκεφτική μέσ' στις κάμαρες. Αυτό το σπίτι μου 'χε γίνει αγαπητό, αλλά τώρα μου φαινότανε πως δεν είχα πια το δικαίωμα να το κατοικώ γιατί δεν ήταν δικό μου, γιατί το είχα μοιραστεί μ' έναν άνθρωπο που 'χε πεθάνει, χωρίς να πει ούτε μια λέξη για μένα. Κι ωστόσο, δεν ήξερα πού να πάω. Δεν υπήρχε στον κόσμο μέρος που θα επιθυμούσα να πάω εγώ.
Τζίντσμπουργκ Ναταλία
(μετφ. Ισμήνη Παπανικολάου)
«Νέα Εστία» (1972)
Ε. ΚΕ. ΒΙ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου