Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

   
   Στο καπηλειό του μάστρο - Μήτσου του Ηπειρώτη, εύρισκε αληθινά μια ζεστασιά η συντροφιά μας. Βρίσκαμε κάτι που τόσο πολύ μάς έλειπε τη χρονιά εκείνη, σαν και το απόσκιο του γεροπλάτανου στην αυγουστιάτικη κάψα, σαν και τη δροσιά της πηγής στα διψασμένα χείλη, σαν και τη ζεστασιά του σπιτιού μας ύστερα από μαρτυρική ακούσια απομάκρυνση. Οι τρεις μας γυρνούσαμε  πάντοτες μαζί, ο Πάνος, εγώ, κι ο συχωρεμένος ο Νίκος. Τέσσερις μήνες τώρα βρισκόμασταν στην Κέρκυρα, μαθητές στη Στρατιωτική Σχολή, κι αγαπήσαμε τόσο πολύ το όμορφο νησί που είναι φιλόξενο κι ευγενικό. Μάς σαγήνεψε αληθινά. Μα πιότερο απ' όλα, αγαπήσαμε τη γωνιά αυτή του μάστρο - Μήτσου που είχε για μάς μια γοητεία ανέλπιστη κι ως ένα βαθμό ανεξήγητη. Μείναμε κοντά ένα χρόνο μαθητές. Στην καθημερινή μας «έξοδο» απ' τη Σχολή, σχεδόν δυο ώρες τις περνούσαμε στο καπηλειό του μάστρο - Μήτσου για φαγί και κουβεντολόι. Κάναμε ένα μικρό σεργιάνι στη Σπιανάδα ν' ακούσουμε τη «Φαμφάρα», να δούμε τις Κορφιάτισσες στη «βόλτα», ή το πολύ, έναν περίπατο με το μόνιππο στο Κανόνι είτε στην Ανάληψη, κι υστερότερα, σα έπαιρνε να νυχτώνει, σταλιάζαμε και πάλι στου μάστρο - Μήτσου το καπηλειό με το νου πλημμυρισμένο σε θύμησες και την ψυχή βαριά και πονεμένη απ' την καινούρια σκληρή ζωή που μάς τύλιγε.
   Στο στενόμακρο καπηλειό, δεν μάς έφερνε μονάχα η ζεστασιά που έδιναν τα όμορφα και φωτεινά μάτια της Θεώνης, της κόρης του μάστρο - Μήτσου. Μπορώ να τ' ορκιστώ μάλιστα αυτό. Όχι πως δεν ήταν καλοστεκούμενη σε όλα της. Ήταν και με το παραπάνω να πει κανείς. Ψηλή και φανταχτερή με το δέρμα της κανελλί σαν και το πολυψημένο στάρι, ήταν γύρω στα δεκαοχτώ της χρόνια. Ο τσιτωτός μπούστος, που φορούσε πάντα, άφηνε να καλοφαίνονται τα λαχταριστά στήθη της και κάθε γραμμή της, που την έδειχνε ώριμη γυναίκα, γιομάτη χυμούς. Τα φερσίματά της, η αλαφριά περπατησιά και η μουσική συρτή μιλιά της, την έκαναν πάντα περσότερο αρεστή. Έτσι, σαγήνευε τον καθένα μας. Στου μάστρο - Μήτσου, όμως, μαζευόμασταν γιατί το καπηλιό του ήταν μια ήσυχη, γραφική και οικονομική γωνιά. Χάρη σε κάτι χαλάσματα από δυο μαγκουφιασμένα γεροντόσπιτα, απ' το στενό μεσόδρομο, που βρισκόταν στριμωγμένο αρχικά, τώρα ήρθε φάτσα στο λιμάνι απλόχωρα και φάνταζε φτωχικό, μα καθαρό και νοικοκυρεμένο. Τα μπακίρια, το χαβάνι (1), κι όλα του τ' ανάχρεια (2) πάνω στο ράφι, άστραφταν απ' την πάστρα και μ' ένα λόγο είχε χρώμα σπιτικό πάνω στο κάθε τι.
   Εξωτερικά, το μικρό μαγαζάκι, με χορταριασμένους στις άκριες τους γκριζοπράσινους σοβάδες του, φάνταζε σαν όμορφο σκηνικό ανάμεσα σε δυο μνημεία. Αριστερά του υψωνόταν μια αψίδα πελώρια, με σκουριασμένα απ' τα βροχοζούμια μάρμαρα, που ήταν η πύλη για την αρχαία πολιτεία των Φαιάκων, και δεξιά, το παμπάλαιο σπίτι του Σολωμού, αληθινό δεσποτικό κατάφατσα στην ανοιχτή αγκαλιά της Αδριατικής Θάλασσας. Από 'δω ανηφόριζες τα μουράγια προς το παλάτι του Βασιλιά. Παρέκει, λίγα μέτρα έξω απ' το λιμάνι, το μικρό νησάκι του Βίδο, που στέγαζε τις αγροτικές φυλακές, έμοιαζε σάματις κι ήταν χελώνα βγαλμένη απ' το καύκαλό της. Μικρούτσικο, πνιγμένο όμως στο πράσινο, σού τραβούσε τη ματιά και τη σκέψη. Μυρμηγκιά ολάκερη ξεχώριζες πάνω του τα στεγνά κορμιά τυλιγμένα στους ριγωτούς αλατζάδες, με τα μεγάλα σταμπωτά νούμερα στη ράχη, που δούλευαν ολημερίς χρόνια και χρόνια τώρα.
   Την άνοιξη άνθιζαν τα κλαριά και κάρπιζαν πλούσια. Ίσκιωναν το μικρό νησάκι με τ' ασβεστωμένα δρομάκια, τ' ομόρφαιναν και μοσκοβολούσε ο τόπος απ' τα όψιμα ξινά (3) και τις φουντωμένες φραουλιές. Ήταν μια παρηγοριά κι αυτό για τους κρατούμενους, ό,τι τούς απόμενε, ήταν το γέλιο κι η δροσιά της ζωής, η ζωή η ίδια. Κατόπι όμως, πλάκωνε το χινόπωρο και ξεγύμνωνε τα δέντρα με τις βροχές και τους βοριάδες. Ερχόταν κι ο χειμώνας απόκοντα κι αποτέλειωνε το κακό, κατάστρεφε τα κόπια και την προκομάρα (4) τους με τους χιονιάδες. Η θάλασσα που ήταν μοναδικός τους σύντροφος σαν είχε καλοσύνες, το χειμώνα αγρίευε κι αυτή, μαύριζε απ' την έχτρα της και λυσσομανούσε πάνω στα μουσκουλιασμένα γλιστερά βράχια. Όμορφο νησάκι, κατά τ' άλλα, το Βίδο. Κι έχει μια ιστορία ολάκερη, μια ιστορία μουντή, γιομάτη οδύνη και σπαραγμό, θαρρείς και το βαραίνει κατάρα. Στα παλιά τα χρόνια, στο δεκάξι, το βάφτισαν νησί του θανάτου, και για να μην πλανιέστε σάς το λέω, τότες, δεν ήταν φυλακές. Μια σέρβικη στρατιά, σακατεμένη στην κακοπόρεψη απ' τον πόλεμο του δεκαπέντε, ξαπόσταινε στην Κέρκυρα. Κατακαλόκαιρο ήταν, η ψείρα φουφούλιαζε τα κορμιά τους κι οι πληγές μολύνονταν και σκάβαν τα κορμιά τους σαν το σαράκι το ξύλο. Έπεσε λοιπόν χολέρα πάνω τους και καθένας που αρρώσταινε, τον ξεμονάχιαζαν στο Βίδο να κάμει τα στερνά του. Γλιτωμό δεν έλπιζε κανένας. Μια αργοκίνητη σκούνα ερχόταν κάθε τρεις και πέντε και τούς παρατούσε τροφές με τα ψάθινα ζεμπίλια κάτω - κάτω στα βράχια. Κι έτσι περίμεναν το γλιτωμό τους στο θάνατο. Όσοι στέκονταν ακόμη στα πόδια τους, ολημερίς φέρναν πέρα - δώθε το πυρωμένο νησάκι, κι οι άλλοι σάπιζαν πάνω στις χνουδιασμένες φασκομηλιές που τις είχαν για στρωσίδι. Κάθε μέρα ψοφούσαν τρεις και περσότεροι και βρωμούσε ο τόπος αβάσταχτα. Οι άλλοι τούς τραβούσαν απ' τα σκέλια ως τα βορεινά ακροβράχια που βλέπαν προς τον Κάβο - Ντόρο και τούς απόθεταν εκεί. Έκαναν ολόρθοι το σταυρό τους, προσεύχονταν για ένα σύντομο γλιτωμό κι απομακρύνονταν με τη σκέψη θολή και τα μάτια τζαμωμένα, κοιτάζοντας πέρα απ' τ' ακρωτήρι της Κασσιώπης, εκεί που η θάλασσα, με μια απροσδιόριστη γραμμή, έσμιγε με το άπειρο. Από 'δω, απ' τ' ακροβράχια, κάθε τόσο ερχόταν μια πλεούμενη νεκροφόρα, μάγκωνε τους νεκρούς με τις σιδεροδαγκάνες, τούς φόρτωνε πανωτά σαν τσουβάλια γένημα κι ύστερα τραβούσε και τους πόδιζε (5) στα βαθιά, πέρα απ' τον Κάβο.
   Ένα ζεστό πρωινό, κάποιος τους ένιωσε να τον ζυγώνει το τέλος του. Απόδιωχνε πάντοτες τη σκέψη να τον σβαρνούν νεκρό. Κόμποι - κόμποι  παγωμένος ίδρως μούσκεψε το μπλαβί σκαμμένο πρόσωπό του κι ένα σύγκρυο περνούσε τη ραχοκοκκαλιά του. Σύρθηκε τότες μονάχος ως τ' ακροβράχια αγκομαχώντας. Σβαρνήθηκε για κάμποση ώρα ώστε να κουβαλήσει το πληγιασμένο του κορμί ανάμεσα στους νεκρούς. Ύστερα γύρισε τ' απίστομα, σφάλισε τα μάτια κι ανάσανε βαθιά τον υγρό μαΐστρο. Ένιωσε κάτι σαν υγεία και ζωή να γεμίζει τα στήθη του, αναστέναξε βαθιά κι ο πόνος τον αποκοίμησε. Σε λιγάκι ζύγωσε κι η νεκροφόρα κι αρχίνησε να μαζεύει κορμιά στην αράδα. Πάνω στο γλυκό του πρωτοΰπνι, μάγκωσε με τις σιδεροδαγκάνες κι αυτόν, που ούρλιαξε απ' τον πόνο και πετάχτηκαν έξω σαν ματωμένοι βολβοί τα μάτια του. Το ουρλιαχτό του όμως πνίγηκε στο θόρυβο που κάναν τα κύματα σπάζοντας στα βράχια και στο στυγνό γρύλλισμα του γερανού της νεκροφόρας. Από τότε, καθώς λένε οι παλεϊκοί (6), δεν είδε προκοπή το φτωχό νησάκι, και ποιος ξέρει ως πότε.
   Ο μάστρο - Μήτσος ήταν ένας μεγαλόσωμος και γεροδεμένος Ηπειρώτης, με αρχόντου περπατησιά και λεβεντοσύνη ζηλευτή. Είχε σμιχτά και φουντωτά φρύδια σαν μπατανόβουρτσες, κρεμαστά πάνω στα μάτια του που μαρτυρούσαν οργή και δύναμη, και βαστούσε την κορμοστασιά του ίδια λαμπάδα παρά τα εξηντατόσα του χρόνια. Πάντοτες μεσ' στο μαγαζί γυρνούσε με το γιλέκο και τα μανίκια ανασκουμπωμένα, έτσι που ν' αφήνουν να φαίνεται τ' ακρομάνικο απ' τη χοντρή μάλλινη φανέλα του και το δασύτριχο μπράτσο του. Μια φαρδιά καδένα -δώρο του κουνιάδου του απ' την Αμέρικα- κομποθηλιασμένη στην κουμπότρυπα, πρόσθετε πολλά στην αρχοντιά του. Κι αληθινά ήταν αρχοντονοικοκύρης. Πάνω απ' την ταβέρνα, απλόχωρο και κουρντισμένο στην εντέλεια, είχε τ' αρχοντικό του. Τα ηπειρώτικα πολύχρωμα κιλίμια δεν άφηναν να φανεί μήτε απιθαμή σανίδι στο μισοφαγωμένο απ' την ποτάσα και το τρίψιμο πάτωμα που μοσκομύριζε. Και χειμώνα καιρό, δυο γιούκους τούς βαστούσε απείραγους, προικιό για το κορίτσι. Τ' αρσενικό του, ένας άντρακλας ως κει πάνω -καθώς μάς τον παρίστανε- τον είχε χάσει από χρόνια τώρα κι απόφευγε πάντοτε να μάς κουβεντιάζει γι' αυτόν. Χαλάλι του όμως, με το μόχτο του τα 'φτιαξε όλα ο μαστρο - Μήτσος. Ο κουλουρτζής απ' τη Ζίτσα στα πέντε χρόνια μέσα στέριωσε μαγαζί στη Γουμενίτσα. Εδώ έκαμε την τύχη του και παντρεύτηκε, κι ύστερα από κάμποσο καιρό, έστρωσε νοικοκυριό στην Κέρκυρα, που ήταν πέρασμα γερό και κυλούσαν οι παράδες στους δρόμους κείνα τα χρόνια που πρωτόρθε.  Δούλεψε σκληρά τρία χρόνια λάκερα (7) παραγιός στο μαγέρικο του Μωρόγιωργα κι άλλα τόσα στη λάτζα του Κουλού. Κι όλη του η φαμίλια ήταν δουλευτάρηδες άνθρωποι. Η γριά του βοηθούσε στη λάτζα και στο μαγείρεμα, στη λάτρα και στο κουμάντο. Χρυσοχέρα ακούραστη ήταν. Κι η Θεώνη η θυγατέρα του το ίδιο. Από δεκαπέντε χρόνων στρώθηκε υπεύθυνα στη δουλειά. Καθόταν στο μπεζαχτά (8), μαρκάριζε κι έφερνε τα μάτια γύρα, ποιος θα μπει και ποιος θα βγει. Και μάς παραξένευε μάλιστα το φέρσιμό της αυτό, γιατί, εκεί μέσα, μετριόμασταν στα δάχτυλα πόσοι μπαινοβγαίναμε. Ο Αντώνης απ' τις ψαρότρατες, ο μπαρμπα - Σπύρος, συνταξιούχος δάσκαλος, ξεζουμιασμένος και πνιγμένος στ' αψηλό λιωμένο σκληρό κολάρο του, δυο τρεις φορτωτές απ' την καρβουνόσκαλα του λιμανιού, που ξοφλούσαν το λογαριασμό τους κάθε που έπιανε ο Μουτζούρης στο λιμάνι και δούλευαν κάμποσα μεροκάματα, πέντε έως έξι τραπεζιτικοί με γυαλισμένα μαλλιά και τριμμένα ακρομάνικα, εμείς -οι τρεις μαθητές- δυο τελωνοφύλακες που έρχονταν πάντα για το κολατσό τους και για το καρτούτσο τους, και κάνας περαστικός στη χάση και στη φέξη. Πέρασε καιρός πολύς ώστε να «μυριστούμε» πως η Θεώνη δεν παρακολούθαγε  το έμπα - έβγα μας, μα φαινόταν να 'χει στο μάτι τον Αντώνη απ' τις ψαρότρατες. Έτσι εξηγιόταν κι η ανησυχία που φανέρωνε στο καθησιό της.  Εικοσιδυό χρόνων παλικάρι ο Αντώνης, αμούστακο βέβαια, θεωρητικό όμως, ψηλόλιγνο με λιπόσαρκο πρόσωπο, ζεστά δυνατά μάτια και σαρκωμένα χείλη, που τον ξεχώριζες με το πρώτο, γιατί είχε λέφτερη περπατησιά, γιομάτη θέληση και σιγουριά.
   Τον Αντώνη κάθε βράδυ τον ανταμώναμε στο καπηλειό. Ερχόταν για το κολατσό του πριν φύγει με την τράτα. Τυλιγμένος πάντα σ' ένα καφετί πέτσινο αμπέχωνο μισοτριμμένο, με τη μαύρη ναυτική του φανέλα φανερά ευρύχωρη για το κορμί του, τη λαιμαριά (9) ανασηκωμένη ως το πηγούνι κι ίδια τραγιάσκα πέτσινη, ανασηκωμένη τρία δάχτυλα πάνω στο κούτελο στεριωμένη στην πρώτη σκάλα στα μαλλιά. Καθόταν πάντα στην ίδια γωνιά, στο τραπέζι που βρισκόταν κατάντικρυ στη Θεώνη, κι ανακαθίζοντας, έπαιζε μέσα όξω ένα πανηγυριώτικο δαχτυλίδι με το κεφάλι της Αθηνάς που φορούσε στο μεσιανό του δάχτυλο. Δούλευε ψαράς σε ξένη τράτα κι όλοι τον ξέραμε για ξενοτοπίτη κι ορφανό και μάς τραβούσε τη συμπάθεια. Όλη τη νύχτα πολεμούσε στις ψαρότρατες, ξυπόλυτος με τα βρακιά αναδιπλιασμένα ως το γόνα. Ρίχναν τα δίχτυα στα βαθιά, πέρα απ' τον Κάβο - Σίδερο στ' ανοιχτά της Γαρίτσας, τ' άπλωναν ήρεμα και μαστορικά με αρμονικές κινήσεις στα νερά και, στο μεσοχάραμα, ματάρχονταν στη στεριά, τραβώντας τα αργά σ' έναν απαλό ρυθμό. Ύστερα τα τίναζαν, άδειαζαν το «πράμα» στις κάσσες, τα λαχταρισμένα ολοζώντανα ψάρια που τινάζονταν κι αγωνίζονταν φιλότιμα για το γλυτωμό τους, κατόπιν πλέναν τα δίχτυα στη θάλασσα και τ' αναδίπλιαζαν κουλούρα ν' αποστραγγίξουν. Πού και πού έβλεπες κανένα ψάρι να πετυχαίνει πήδημα γερό, να ματαπέφτει στη θάλασσα, γράφοντας μια μικρή τροχιά, και χανόταν με σβελτάδα στα γκριζοπράσινα νερά.
   Πολλές φορές ο μαστρο - Μήτσος, στην αναμπουμπούλα της δουλειάς, πλεύριζε στο τραπέζι του Αντώνη κι άλλαζαν κουβέντες. Για το κουβεντολόι τους όμως αυτό, ποτέ δεν μάς έκανε λόγο. Κι όταν ακόμα τον γυροφέρναμε ξεπιτούτου κάτι να μάς πει για τον Αντώνη, ο μαστρο - Μήτσος αναστέναζε βαθιά και πονεμένα, σκούπιζε τα λιγδιασμένα χέρια του στη ντρίλινη ποδιά που φόραγε  και, διπλιάζοντάς την,  έβγαζε και πάστρευε τα νοτισμένα στενόμακρα γυαλιά του:
   «Βασανισμένο κορμί και του λόγου του... μη τα συζητάς... μη τα συζητάς...» και ξεμάκραινε προς τη λάτζα μουρμουρίζοντας.
   Τα μάτια όμως της Θεώνης δεν ξεκολνούσαν απ' τον Αντώνη και μεις το 'χαμε δεμένο κόμπο στο ψιλό μαντήλι, πως ο μαστρο - Μήτσος ντρίτα (10) και παστρικά παντρολογούσε τη θυγατέρα του με τον λεγάμενο. Τη σκέψη μας άλλωστε αυτή, την καλλιεργούσε τόσο μαστορικά η γριά με τα φερσίματά της. Ήταν μια αντρογυναίκα αληθινή μα καλοσυνάτη. Είχε ένα συμπαθητικό  αλαφρόγελο πάντα στην άκρια στο στόμα για τον καθένα που θα 'μπαινε στο μαγαζί και περσότερο απ' όλους για τον Αντώνη. Με τα μαλλιά καλοχτενισμένα πάντοτες, τσιτωμένα, σφιχτοδεμένες τις πλεξούδες στεφάνι πάνω στο μαύρο κεφαλοπάνι της και τα σακκουλιασμένα γκρίζα μάτια της πάντοτες ξύπνια και πονηρά να παίζουν πότε 'δω πότε παρέκει.
   Ο μαστρο - Μήτσος κάθε φορά που θα 'φευγε απ' το τραπέζι του Αντώνη τραβούσε ίσια στη γριά, σπάζοντας την προσοχή του καθενός είτε με μια παραγγελία είτε μ' ένα χωρατό του:
   «Δώσε ένα καρτούτσο από το μαύρο στο τρία μικρέ... και ρίξε τα σκούρα, καρδιά μου... αααααχ γριά μου... πάλε το γύρισε στη σοροκάδα... κι αλί στους γέρους... κι αλί στους γέρους...»
   Και σφαλνούσε το 'να του μάτι μόρτικα σ' όσους τύχαινε να τον κοιτάζουν. Έστριβε με τα δυο πρώτα δάχτυλα  τ' ασίκικο μουστάκι του και χωνόταν πίσω απ' τον πάγκο δίπλα στη γριά. Τότες, μέσα απ' τα καπνισμένα τζάμια της μόστρας (11), τον βλέπαμε να σιγοκουβεντιάζει μαζί της.
   «Καλά πάει η δουλειά», λέγαμε αναμεταξύ μας.
   Η γριά φαίνεται ευχαριστημένη...
   «... Ώρα στην ώρα θ' ακούσουμε το μαντάτο...»
   Μια νύχτα, ξημέρωνε του Αγίου Σπυρίδωνα, κι όλο το νησί ήταν ντυμένο στα γιορτάσιμά του. Τρία - τρία τα μυξόπαιδα στην κάθε γειτονιά, σκαλωμένα  στα καμπαναριά μηνούσαν χαρούμενα τη μεγάλη γιορτή του προστάτη άγιου. Μπρος στο Ναό, λογής - λογής μικροπουλητές με λιανοκέρια και πολύχρωμες λαμπάδες με ταιριαστές κορδέλες, και πραματευτές με πανηγυριώτικα ψευτοπράματα, διαλαλούσαν την πραμάτεια τους ενώ οι προσκυνητές στριμώχνονταν ποιος να πρωτομπεί και ν' ασπαστεί το σκήνωμα.
   Απ' το πρωί έβρεχε με το καντάρι και σταματημό δεν είχε. Τ' απόγιομα μαζευτήκαμε νωρίς στου μαστρο - Μήτσου. Τον βρήκαμε να σουλατσάρει πέρα δώθε στη στενόμακρη σάλα. Ο μικρός, ο Γρεκός, ήταν στη λάτζα, η Θεώνη στο μπεζαχτά κάτω απ' το κρεμαστό κόκκινο καντήλι που 'καιγε μέρα νύχτα μπρος απ' το κόνισμα του αγίου, κι η γριά στον πάγκο με τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ' την ποδιά. Τίποτα παράξενο δεν ξεχώριζες στα φερσίματά τους. Όλα ήταν ίδια κι απαράλλαχτα όπως κάθε βράδυ. Μόνο που η Θεώνη φαινόταν χλωμή, σαν και το λείψανο του αγίου, τα μάτια της κουλουριασμένα σε μαύρα στεφάνια και το χείλι μπλαβί σαν και το σκοτωμένο αίμα. Ο καιρός αγρίευε όλο και πιο πολύ, κι η θάλασσα λίγα μέτρα παρέκει φούσκωνε κι έσκαζε κυματόβουνα στα μουράγια.
   «Μωρέ συ Γρεκό...» φώναξε ο μαστρο - Μήτσος στο μικρό σαν μάς είδε να μπαίνουμε, «ρίξε τα σκούρα καρδιά μου;... Σοροκάδα μάς φέρν' ο άγιος...»
   Εκείνο το βράδυ ο Αντώνης δε φάνηκε στο καπηλειό του μαστρο - Μήτσου κι όλους μάς παραξένεψε αυτό. Ο ένας είπε το κοντό του κι ο άλλος το μακρύ του και μ' ένα λόγο καθένας είπε το λόγο του. Φαίνεται όμως πως και για το μαστρο - Μήτσο το πράμα αυτό ήταν κάτι που τού κόστιζε, γιατί κάθε τόσο και λιγάκι, βαστώντας τη φαρδιά καδένα του, απίθωνε το ρολόι στην απαλάμη και κοίταζε την ώρα σπινιάζοντας τα μάτια μέσα απ' τα νικέλινα γυαλιά του. Κάτι παράξενο βαστούσε όλους μας εκεί μέσα σε μια αμιλησιά και κακοδιάθετους, γι' αυτό και φύγαμε νωρίτερα από κάθε άλλο βράδυ.
   Η γριά με τα χέρια σταυρωμένα μέσ' απ' την ποδιά ήταν άκεφη και συλλογισμένη κι η Θεώνη είχε στυλώσει σαν γυάλινα τα μάτια της στη τζαμόπορτα. Ο Γρεκός, σε λιγάκι στάλιασε (12) και κείνος σε μια σακάτικη καρέκλα σιμά στον πάγκο χουχουλιάζοντας απ' το κρύο, λιγδιασμένος και μουτζούρης καθώς ήταν. Έγειρε το κουρασμένο κεφάλι του στο στέρνο κι αποκοιμήθηκε.
   Ξημέρωσε ο Άγιος τη μέρα του μα η βροχή συνεχιζόταν μονότονη και κουραστική. Τ' απομεσήμερο ο ουρανός καθάρισε κάπως πάνω στις Ηπειρώτικες και τις Αλβανικές βουνοκορφές και τ' απόγιομα κατηφορίζαμε στα μουράγια τραβώντας για του μαστρο - Μήτσου. Τ' ακριανά κεραμίδια στις στέγες δάκρυζαν ακόμη πάνω στις λουκιασμένες λαμαρίνες και πιτσίλιζαν σαν διαμαντένια αστράκια πλαταγίζοντας στις ασπρόπετρες στους δρόμους. Στο λιμάνι, δυο καράβια με προσκυνητές χαιρετούσαν τη γιορτή στολισμένα με σημαιούλες και κατάφορτα με μικρά και πολύχρωμα φωτάκια. Οι πιο θαρραλέοι περπατητές αρχίνησαν τον περίπατο απ' τη Σπιανάδα στα μουράγια ως κάτω στο λιμάνι. Το νοτισμένο χώμα ανάδινε ένα παχύ κι έντονο άρωμα γόνιμης γης. Είχαμε φτάσει πια κοντά στου μαστρο - Μήτσου όταν από 'να στενόδρομο σιμά στη Μητρόπολη βλέπουμε στ' άξαφνα τον Αντώνη να τρέχει, και στο κατόπι του κάμποσοι άλλοι να τον κυνηγούν. Σφύριζαν, φώναζαν και χαλούσαν τον κόσμο στις φωνές τους:
   «... Πιάστε τον... πιάστε τον...»
   «Ε!... Σεις από κει πέρα... Πιάστε τον... πιάστε τον...»
   Οι περπατητές στέκονταν και κοιτούσαν απορεμένοι.
   Ο Αντώνης φαινόταν εξαντλημένος, με την ανάσα βαριά και το χνώτο σύννεφο. Καθώς έδειχνε, πολύ λίγο θ' άντεχε να τρέξει ακόμα. Ήταν ολοφάνερο πως τραβούσε για του μαστρο - Μήτσου, δεν πρόκαμε όμως να τρέξει μήτε τα δέκα μέτρα που τον χώριζαν. Νάσου κι άλλοι που τού βγαίνουν μπρος και τού φράζουν το δρόμο. Δεν χάνει όμως τα νερά του, κοντοστέκει λιγάκι, φέρνει ανήσυχα τα μάτια ένα γύρω -σαν το θεριό μπρος στη φωτιά- μια το 'χει και πάλι πολεμά να στρέψει σ' άλλο στενόδρομο. Όλοι οι εχτροί του όμως έχουν πέσει τώρα πάνω του όπως τα όρνια στο ψοφίμι και τον τραβολογούν απ' το πέτσινο αμπέχωνο που τραβώντας - τραβώντας, τούς μένει στα χέρια καθώς ο Αντώνης αγωνίζεται να λεφτερωθεί.
   Το σκηνικό μπρος στο καπηλειό του μαστρο - Μήτσου είναι το ίδιο, ταιριαστό και πολύ επιτυχημένο στο χρώμα, στη ζωντάνια. Ο ήλιος χανόταν πίσω απ' τις Αλβανικές βουνοκορφές φωτίζοντας απαλά μια πλατιά λουρίδα της ελεύθερης θάλασσας, μιαν ακρογωνιά απ' το Βίδο, κι αχνόσβηνε στη μεσόπορτα και στα παραθύρια φάτσα στ' αρχοντικό του Διονύση Σολωμού.
   Οι περπατητές στέκονταν απορεμένοι. Και μεις ανάμεσό τους. Και σταμάτησε η ανάσα μας σε τούτο που βλέπαμε μπροστά μας.Ήταν τόσο άξαφνο κι απίθανο. Ο Αντώνης, δίχως το καφετί του αμπέχωνο, ήταν μια λαχταριστή κοπέλα γιομάτη θηλυκότητα, με στήθια στητά, τη μέση κοντυλένια και τους γοφούς καλογραμμένους. Με τη ματιά περήφανη και το μούτρο ροδοκόκκινο και φουντωμένο, καρτερούσε παλικαρίσια μια συνέχεια. Έδειχνε όμως να κυριαρχεί και στους μικρότερους μυώνες στο πρόσωπό της. Με το 'να φρύδι πάνω και τ' άλλο χαμηλωμένο κοίταζε όλους μας σε περίγελο:
   «Το λοιπόν;... Τι καρτεράτε;...» ρωτά αυτούς που τη βαστούν.
   Και τίναξε με νεύρο ένα ατίθασο τσουλούφι που έπαιζε πέρα δώθε μπρος στα φλογισμένα μάτια της.
   Όλοι μας τα 'χαμε σαστίσει με τ' άξαφνο. Ό,τι μάς ιστορούσαν  κατόπι ήταν τόσο παράξενο. Ένας ισοβίτης «πολιτικός» δραπέτεψε απ' το Βίδο τη νύχτα, μια βάρκα απ' τις ψαρότρατες βρέθηκε αδέσποτη πέρα μακριά στον Ποταμό χωμένη στις καλαμιές, ο Αντώνης βρέθηκε θηλυκό, κι ο αγαπημένος της ισοβίτης στο Βίδο από χρόνια, από τότες που κι ο μαστρο - Μήτσος απόφευγε να κουβεντιάζει  για το γιο του.
   Πρώτος απ' όλους ήρθε στα σύγκαλά του ο φίλος μου ο Νίκος:
   «... Είναι παλιά ιστορία», μονολογούσε «... η Αθηνά στέλνει τον Οδυσσέα στην Ιθάκη...»
   Εκείνο το βράδυ κατηφορίσαμε σκεφτικοί για το Μαντούκι, γιατί του μαστρο - Μήτσου το καπηλειό ήταν σφαλιστό και τα σκούρα ριγμένα. Κι όμως ο καιρός ήταν σεγόντος στη μπουνάτσα. Μονάχα ο Γρεκός ήταν καθισμένος στο πορτόσκαλο με τα σκέλια ανοιχτά κι έκανε χάζι τους πανηγυριώτες. Πιο κει, στον πρασινισμένο μαντρότοιχο του Σολωμού, ένας αδιάκριτος σκύλος μ' ανασηκωμένο το πισινό του ποδάρι κατουρούσε τηρώντας πέρα μακριά στη θάλασσα.
   Η μέρα του Άγιου έσβηνε σε όμορφα χρώματα. Λειψός ο ήλιος χρύσωνε τις χορταριασμένες στέγες προς τ' ανατολικά του νησιού κι αντιφεγγούσε γιομάτος καλοσύνεμα κι ελπίδα πάνω στο Βίδο. Στα καλογωνιασμένα καφετιά χωράφια του και στα περβόλια, γύρω τριγύρω στο κάτασπρο εκκλησάκι του Πρωτομάστορα, φάνταζαν μελισσολόι ολάκερο τα στεγνά κορμιά, τυλιγμένα στους ριγωτούς αλατζάδες, που πάσκιζαν χρόνια τώρα να δώκουν ομορφιά και ζωή στο Νησί του Θανάτου, με την καρδιά πλημμυρισμένη από θύμησες και νοσταλγίες, για το χάδι και το γέλιο του παιδιού τους, για τη στοργή της μάνας, για την επιστροφή στην Ιθάκη τους...
 
Μωραΐτης Λεωνίδας 
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχος 11, Νοέμβριος 1955
 
Σημειώσεις:
(1) χαβάνι: ορειχάλκινο γουδί για το κοπάνισμα ξηρών καρπών, των καβουρδισμένων κόκκων καφέ κ.λπ.
(2) ανάχρειο: αναγκαίο
(3) ξινά: εσπεριδοειδή
(4) προκομάρα: προκοπή, επιτεύγματα
(5) ποδίζω - ποντίζω: βυθίζω
(6) παλεϊκός: παλαιός, παλιότερος
(7) λάκερος: ολάκερος
(8) μπεζαχτάς: το ταμείο, το συρτάρι με τα λεφτά
(9) λαιμαριά: κολάρο, περιλαίμιο, γιακάς
(10) ντρίτα: ίσια, ευθεία, μπροστά
(11) μόστρα: η βιτρίνα
(12) σταλιάζω: κάθομαι, απαγκιάζω, ξεροσταλιάζω

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ

   
   Καθόλου δεν θυμάμαι με ποιο μέσο είχαμε φτάσει μέχρι εκεί. Σαν να μάς άδειασαν με φτιαριές πάνω στο παχύ χιόνι. Ήμασταν περίπου καμιά εικοσαριά παιδιά. Ανθρωπάκια από έξι μέχρι δέκα χρονώ το καθένα. Πάνω στην κάτασπρη από το χιόνι πεδιάδα μοιάζαμε σαν κινούμενα σχέδια. Είχαμε αναστατώσει ένα ολόκληρο χωριό. Βοδάμαξες, κάρα με άλογα, άνδρες και γυναίκες έφτασαν εκεί μαζί με τα μαντρόσκυλά τους να μάς υποδεχτούν. Ήμασταν όλοι χυμένοι, λίγα μέτρα πάνω από τη δημοσιά. Αυτοί όλοι τους έμοιαζαν χορτάτοι. Ήταν καλό σημάδι για μας. Έτσι ίσως έμπαινε κάποιο τέλος στη δική μας πείνα. Ήταν χειμώνας του 1941.
   Τα πόδια μου, μικροσκοπικά όπως ήταν, φυτεύτηκαν μέσα στο χιόνι. Αυτό με πάγωνε και με στήριζε ταυτόχρονα. Η μοιρασιά άρχισε χωρίς καθυστέρηση. Κάθε οικογένεια του χωριού μπορούσε να διαλέξει από ένα παιδί. Σίγουρα θα υπόγραφαν και κάποιο πρωτόκολλο για την παράδοση και παραλαβή. Αυτό εμείς ούτε καν το υποπτευόμασταν.
   Ήμουν τόσο αδύνατη και χλωμή, σχεδόν ψοφίμι. Τις στιγμές της αναμονής τα μάτια μου σπίθιζαν. Περνούσαν εξεταστικά, στα  γρήγορα, από όλες τις μορφές που μάς κύκλωναν. Και σήμερα ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ήταν δυνατό να χτυπούσε με τόση δύναμη η καρδιά μέσα σε ένα αναιμικό ανθρωπάκι. Μοιάζαμε θηράματα, και όλοι γύρω μας οι κυνηγοί με τα σκυλιά τους. Μέσα από το πλήθος ξεχώρισα ένα χοντρό, κατακόκκινο κύριο, με στολή. «Τι καλά να πέσω σ' αυτόν», σκέφτηκα. Εγώ τον είχα διαλέξει. Εκείνος όμως; Καρφώνω τα μάτια μου πάνω του και περιμένω. «Θεούλη μου, ας με προσέξει κι αυτός. Ας αποφασίσει για μένα», παρακαλούσα. Το μόνο που με φόβιζε ήταν ο σκύλος του. Ένας πελώριος μαντρόσκυλος. Πέρασε ξυστά από δίπλα μου. Το τρίχωμά του με άγγιξε. Μπιμπίκιασα από την τρομάρα. Δάγκωσα τα χείλη μου για να μη φωνάξω. Μια σπιθαμή πάνω από τη χιονισμένη γη, με τα μάτια μου καρφωμένα στον κύριο με τη στολή, προσπαθούσα να κινήσω την προσοχή του. Έμοιαζε τόσο δυνατός. Ήθελα να πέσω σ' αυτόν.
 
   Κουκουλωμένη πάνω στη βοδάμαξα, με το μαντρόσκυλο να μάς ακολουθεί σε κάποια απόσταση, φτάσαμε με τον κύριο Χαρίλαο, στο σπίτι του. Ο χοντρός κύριος με τη στολή, ο κύριος Χαρίλαος, ήταν από τα σπουδαία πρόσωπα του χωριού. Ήταν ο αγροφύλακας.
   Λαχανιασμένη από την παγωνιά, ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται όταν μπήκαμε στο σπίτι. Είχε τόση ζεστασιά εκεί. Ήμουν σαν παγωμένο κούτσουρο που βγάζει αφρούς στην επαφή του με τη φωτιά. Ανάπνεα με δυσκολία. Τα χέρια και τα πόδια μου μυρμήγκιαζαν. Η ζεστασιά ξεχυνόταν σε όλο το δωμάτιο, από την πυρωμένη θερμάστρα που μπουμπούνιζε. Αυτό με κέντριζε. Τα πόδια μου φούσκωναν και πρήζονταν ακόμη περισσότερο. Οι χιονίστρες μου θέριεψαν. Ήθελα να βγάλω τα λαστιχένια μου παπούτσια. Ίσως αυτό με ανακούφιζε. Είχα μια τέτοια φαγούρα ανάμεσα από τα δάχτυλα, που με τρέλαινε.
   Η κυρία Ουρανία, η γυναίκα του αγροφύλακα, ετοίμασε αυγά με φρέσκο βούτυρο. Η μυρωδιά αυτής της λιχουδιάς μού έφερνε λιγοθυμιά. Εδώ όλα ήταν φρέσκα: αυγά, βούτυρο, ζυμωτό ψωμί, τυρί, γάλα, γιαούρτι. Μπορεί και να ονειρευόμουν. Ήταν όλα τόσο αληθινά, που έμοιαζαν ψεύτικα.
   Δεν αργήσαμε να γίνουμε φίλοι με τον Μαξ. Από την πρώτη κιόλας μέρα ξάπλωσε με μια νωχέλεια ανεξήγητη κοντά μου. Η ζεστασιά του είχε τόση γλύκα που εκμηδένιζε το φόβο μου. Με ευχαρίστηση, αν ήθελε, θα τον άφηνα να γλύψει τα πόδια μου. Οι χιονίστρες μου είχαν ανοίξει σαν τριαντάφυλλα. Το γλύψιμο του Μαξ, με την υγρή και ζεστή του γλώσσα, θα πρέπει να ήταν ευχάριστο. Θα με τρέλαινε στο γαργαλητό. Μπορεί να με πονούσε και λίγο. Αυτό ίσως με ανακούφιζε.
   Μέσα σε μια ασφυκτική ζεστασιά και αναπάντεχη οικογενειακή θαλπωρή, σκεφτόμουν τις μέρες που είχα αφήσει πίσω μου. Ο φόβος ότι μπορούσα να ξαναγυρίσω στο ορφανοτροφείο κούρνιαζε μέσα μου. Και η νοσταλγία, ανάμικτη με κάποια θλίψη για τους φίλους που έχασα, με παίδευε. Τους γονείς μου δεν τούς είχα ποτέ. Η απουσία της μάνας μου δεν μού γινόταν καν αισθητή. Πάντα μού έλειπε. Στη σκέψη μου ξαναγύρισαν στιγμές αξέχαστες. Οι μικρές μου φιλενάδες. Οι μέρες του συναγερμού.
   Τρυπωμένες σε μια σοφίτα γεμάτη γαλέτες τρώγαμε με βουλιμία. Η πείνα μας ήταν τραγουδιστή: την ίδια στιγμή όλα τα άλλα παιδάκια, κλεισμένα στο υπόγειο, που χρησίμευε για καταφύγιο, έψελναν προσευχές και το «Τῃ Υπερμάχῳ» μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Παρακαλούσαν να τους σώσει, όσο οι μπόμπες έσκαγαν πάνω από τα κεφάλια μας. Αυτό γινόταν συστηματικά. Εμείς παρακαλούσαμε να γίνεται συναγερμός: έτσι ξαναβρισκόμασταν στη σοφίτα με τις γαλέτες. Μάς θέριζε τόσο η πείνα. Άλλοι προσεύχονταν για μας: εμείς πηγαίναμε στον παράδεισο της σοφίτας. Όσο ο κίνδυνος μεγάλωνε, τόσο οι προσευχές των παιδιών δυνάμωναν, ενώ η δική μας πείνα έβρισκε διέξοδο.
   Τη μέρα που μάς ανακάλυψαν ακούστηκαν πράγματα φοβερά και τρομερά. Δικαιολογηθήκαμε. «Ήμασταν στους κοιτώνες. Φοβηθήκαμε με το συναγερμό τόσο πολύ, και αντί να τρέξουμε στο υπόγειο ανεβήκαμε στη σοφίτα, που ήταν πιο κοντά μας». Αυτό ήταν όλο. Περιμέναμε την τιμωρία μας.
   Η αλήθεια μπορούσε γρήγορα να αποδειχτεί. Θα μάς έδιναν καθαρτικό. Το συσσίτιο ήταν γνωστό και μετρημένο. Μια μπουκιά μπομπότα ζυμωμένη με κοτσάνια, λίγο μεγαλύτερη σε μέγεθος από αντίδωρο, ήταν το καθημερινό μας. Εμείς τη μέρα εκείνη είχαμε φάει τόσες γαλέτες που λιγόστεψε το σάλιο μας. Καταπίναμε με δυσκολία. Αυτοί γνώριζαν περισσότερα. Το καθαρτικό μπορούσε να αποδείξει τα συστατικά του κλεμμένου θησαυρού που κλείναμε μέσα μας. Η αποκάλυψη ότι είχαμε καταβροχθίσει με τόση βουλιμία το δίκαιο των άλλων με μούδιαζε. Πάνω στην τρομάρα μου σκέφτηκα να βάλω τα δάχτυλα βαθιά στο στόμα για να κάνω εμετό. Έτσι θα απόφευγα τις αποδείξεις και τον κίνδυνο να χαρακτηρισθώ ένοχη. Είχαμε παγιδευτεί σαν τα ποντίκια στη φάκα. Ο φόβος τώρα έπαιρνε διαστάσεις τερατώδεις στην παιδική μου φαντασία. Μπορεί και να μάς έκλειναν μέσα στα σκοτάδια του υπογείου και εκεί να μάς ξεχνούσαν για πάντα.
   Με τον Μαξ υπογράψαμε, από την πρώτη κιόλας μέρα, μια μυστική συμφωνία φιλίας. Με ακολουθούσε παντού. Η παρουσία μου στο σπιτικό του φαίνεται ότι έδωσε διέξοδο στη δική του μοναξιά. Συναντιόμασταν και τα μάτια του χαμογελούσαν. Συντροφιά αρμέγαμε την αγελάδα, μέσα στο στάβλο. Η δουλειά αυτή, που γρήγορα την έμαθα, με διασκέδαζε: ήταν τελετουργική. Με τα υγρά μου δάχτυλα χάιδευα στην αρχή τους μαστούς της Λευκής. Τα κοκαλιάρικα μικροσκοπικά μου χέρια γέμιζαν ζεστασιά έτσι όπως για αρκετή ώρα πήγαιναν κι έρχονταν στην περιοχή όπου η Λευκή κρατούσε το θησαυρό της. Τα δάχτυλα πηδούσαν σε λίγο από τον ένα μαστό στον άλλο με τέτοια γρηγοράδα και κάτασπροι πίδακες από τα σπλάχνα της Λευκής έτρεχαν μέσα στον κουβά, που κρατούσα ανάμεσα στα σκέλια μου. Σταματούσα για λίγο να πάρω ανάσα. Τότε έφερνα το στόμα μου στο μαστό της Λευκής και τον βύζαινα, μέχρι που ένιωθα την ανάσα μου και πάλι να κόβεται και τα χείλη μου να μουδιάζουν. Ο ζεστός άσπρος χυμός έτρεχε από τους μαστούς της Λευκής κατευθείαν μέσα μου. Ένιωθα ευχαριστημένη και δυνατή.
   Το σούρουπο, τρέχαμε με τον Μαξ, μέσα στο πυκνό δάσος. Μέναμε εκεί μέχρι να νυχτώσει για καλά. Ακίνητοι, πίσω από τις φυλλωσιές, στήναμε καρτέρι στις νεράιδες. Περιμέναμε αμίλητοι να βγούνε. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μπορεί να περιμέναμε μια ολόκληρη ζωή. Μάς είχαν κοροϊδέψει. Όσο το καλοκαίρι προχωρούσε, αλλάζαμε παιχνίδι. Ξαπλωμένοι, κοντά στη ρεματιά, μετρούσαμε τα άστρα που έπεφταν από τον ουρανό και χάνονταν στο βαθύ σκοτάδι. Χαμένη στην απεραντοσύνη της φύσης, στην απόλυτη σιωπή, ξαπλωμένη πάνω στα χορτάρια, φιλούσα τη γη μέσα στη νύχτα. Ο φόβος ότι ονειρευόμουν με παίδευε.
   Πέρα από τις κλεμμένες στιγμές της ξενοιασιάς, έπρεπε καθημερινά να τα βγάζω πέρα με ένα σωρό δουλειές. Είχα αναλάβει πρωτοβουλίες  μεγαλύτερες από το μπόι και την ηλικία μου. Αυτό μού έδινε αυτοπεποίθηση και με διασκέδαζε. Μετρούσα τη δύναμή μου. Προχωρούσα πέρα από όσα περίμεναν τα αφεντικά μου. «Ατό το παιδώπον φωτίας βγάλ'», έλεγαν οι συχωριανοί του κυρίου Χαρίλαου. Η ελευθερία που ξαφνικά ανακάλυψα και ανάπνεα με έκανε ασυγκράτητη.
   Βρήκα τόσα πολλά παιχνίδια, που μέχρι τότε ούτε που τα υποπτευόμουν. Το άρμεγμα της Λευκής, το καθημερινό κυνηγητό με τις κότες, όταν καθάριζα το κοτέτσι και μάζευα στην ποδιά μου τα φρέσκα αυγά, το γάλα που χτυπούσα για να βγάλω το φρέσκο βούτυρο, την κρέμα που κατάπινα, κρυφά, σε μπάλες, μέσα από το ξύλινο σκεύος, το γιαούρτι που έφκιαχνα, τα χόρτα που ξεχώριζα και μάζευα, μέσα από δεκάδες άλλα, για τη χορτόπιτα, τον κήπο που έσκαβα, για να φυτέψουμε τα λογής λογής λαχανικά, όλα αυτά μού έδιναν μια δύναμη πρωτόγνωρη. Έτσι είχα εδραιώσει τη θέση μου στο χωριό. Αν ήθελα, μπορούσα να μείνω μια ζωή.
 
   Από το μυαλό μου περνούσαν εικόνες κατήχησης στο ίδρυμα. Η μορφή μιας κυρίας προβάλλει ακόμα και σήμερα ολοζώντανη στα μάτια μου. Βολεμένη, με το χρυσό της ρολογάκι να χάσκει έξω από το τσεπάκι της, μάς έλεγε: «Εσείς δεν πρέπει να έχετε μεγάλα όνειρα». Για μένα, τα όνειρα, μικρά ή μεγάλα, ήταν όνειρα. Ποιος μπορούσε να τα ελέγξει; Να τα απαγορέψει; Να μάς τιμωρήσει γι' αυτά; Βάσιζα τόσες ελπίδες σ' αυτά. Δεν έβλεπα την ώρα να κλείσω τα μάτια. Να με πάρει ο ύπνος. Τα όνειρα ήταν τόσο διαφορετικά από την πραγματικότητα. Τότε, πολύ σπάνια με τρόμαζαν.
 
   Ο Μαξ φαίνεται ότι είχε προηγούμενα με τα φίδια, τα μυρμήγκια, τους τυφλοπόντικες. Με ό,τι γενικά κρυβόταν σε τρύπες. Τα κυνηγούσε με μανία. Φερμάριζε και στύλωνε για ώρες τα μάτια του στα σκοτάδια. Μούδιαζε στην ακινησία. Κάθε προσπάθειά του πήγαινε χαμένη. Τον λυπόμουν. Κοντά του όμως ένιωθα δυνατή.
   Ένα καυτό μεσημέρι του καλοκαιριού, είχαμε ξαποστάσει κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Ο Μαξ είχε πετάξει έξω τη μεγάλη κόκκινη γλώσσα του και ανάπνεε με δυσκολία. Εγώ βύθισα τα δάχτυλά μου μέσα στο πυκνό του τρίχωμα και μετρούσα τους παλμούς του. Κάποια στιγμή,  μερικά φύλλα του δέντρου θρόισαν. Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά. Από την τρομάρα ακινητοποιήθηκα. Η φωνή μου πνίγηκε. Ο Μαξ πετάχτηκε όρθιος. Ένα τεράστιο φίδι κρεμόταν από το δέντρο. Πετάχτηκα κι εγώ σαν ελατήριο. Ο Μαξ πηδούσε πέρα δώθε. Γάβγιζε σαν τρελός. Σχεδόν ούρλιαζε. Το φίδι γλίστρησε ίσια επάνω του. Ο Μαξ αγωνιζόταν. Ήταν παλικάρι. Το ερπετό, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την παγίδα, τινάχτηκε για μια ακόμη φορά και τυλίχτηκε στο λαιμό του Μαξ. Έμοιαζε σαν να τον φιλούσε στο στόμα. Τον ακινητοποίησε. Έτρεμα σύγκορμη.Έκλαιγα με αναφιλητά. Ο Μαξ κλονίστηκε και νικήθηκε. Έφτασα στο χωριό σχεδόν λιπόθυμη. Όλοι έτρεξαν στο αμπέλι. Το ζώο ανάπνεε με δυσκολία. Την άλλη μέρα πέθανε. Ο Μαξ χάλασε τα όνειρά μου.
   Ζεματούσα στον πυρετό. Τίποτα δεν με κρατούσε πια στο χωριό. Οι μέρες της πείνας είχαν ξεχαστεί. Ήθελα να γυρίσω στην πόλη. Λαχταρούσα μια αλλαγή. Όποια κι αν ήταν. Η σιγουριά με κούραζε. Η φυγή ήταν η μόνη λύση.
 
   Χρόνια μετά, η σκέψη γύριζε κάθε τόσο στο χωριό. Τι να γινόταν τάχα όλοι αυτοί που με φρόντισαν και μ' αγάπησαν; Αργότερα έμαθα ότι όλοι τους πνίγηκαν στο αίμα. Το σπίτι του κυρίου Χαρίλαου το κατάπιαν οι φλόγες, που είχαν ανάψει τα τάγματα ασφαλείας. Τον ίδιο τον κρέμασαν ανάποδα σε ένα δέντρο, στο δάσος. Οι σφαίρες έπεσαν πάνω του βροχή. Μέχρι που σταμάτησε να αναπνέει.
 
Λαζαρίδου Ελένη
Περιοδικό «Διαγώνιος», τεύχος 1, Ιανουάριος - Απρίλιος 1979

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΒΡΟΧΙΑ

   
   Στο χωριουδάκι Λας Λόμας, ο Μάνκο στάθηκε στη μέση του λαχανόκηπου. Έγλυψε τα φρυγμένα χείλια του και σήκωσε τη ματιά του βαριά κατά τον άσπλαχνο ουρανό. Κάπου στα χωράφια μια γελάδα μουκάνισε παραπονεμένα και ξανάρχισε να μυρίζει το κατάξερο σκασμένο χώμα γυρεύοντας λίγη πρασινάδα. 
   Είκοσι χρόνια είχε να δει τόσο απελπισμένη τη γη του ο Μάνκο. Παντού όλα ήταν φρυγμένα. Τα φύλλα καταγής θρίβονταν τρίζοντας κάτω απ' τις πατούσες του. Τα δέντρα ήταν γυμνά και κομμάτια φλούδες ξεκόλλαγαν απ' τον κορμό. Τα γελάδια γύριζαν πέρα δώθε αγαλήνευτα. Όσο για τα πουλερικά -λοιπόν οι τέσσερις καλύτερες κότες του, που κάναν τα περισσότερα αυγά, ψόφησαν μόλις χτες γιατί δε βρισκόταν νερό.
   Ξαφνικές πυρκαγιές στα χαμόκλαδα σάρωσαν το Λας Λόμας και τ' άφησαν μαύρο, κάρκαλο (1). Ο Μάνκο ήξερε πολύ καλά πως η αφορμή γι' αυτές τις πυρκαγιές που ρήμαζαν τη σοδειά ήταν κείνες οι θειαφόπετρες που γέμιζαν τον τόπο. Σάμπως δε γινόταν το ίδιο και τις άλλες χρονιές, μ' όλο που το κακό δεν ήταν βέβαια σαν και τούτο το φετινό. Ο ήλιος έκαιγε με τόση λαύρα που και το παραμικρό τσούγκρισμα τις έκανε να πετάν ένα σωρό σπίθες. Και καθώς η γης ήταν παντού σκεπασμένη με ξερόκλαδα και φύλλα, έφτανε μια μικρή φλόγα για ν' απλωθεί σε μια στιγμή η φωτιά και να κάψει ολάκερα στρέμματα. 
   Όμως ο Μάνκο δεν στοχαζόταν τώρα τις πυρκαγιές. Δίψαγε. Κι η φαμίλια του δίψαγε. Τα ζωντανά του δίψαγαν. Και πουθενά νερό. Οι χωριανοί έφτασαν να πηγαίνουν ως κάτω στον ποταμό Γκουαγιαμάρε. Φόρτωναν το πολύτιμο υγρό στα μικρά κάρα και σέρνοντας απ' το καπίστρι τα γαϊδουράκια το κουβαλούσαν ως τα σπίτια τους. Μα κι αυτό ήταν βούρκος μονάχος. Πώς να το πιει κανείς; Έλα όμως που δε μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά. Ο Μάνκο συμβούλεψε τους χωριανούς του να το βράζουν πριν να το πιουν. Μα και μ' όλα τα βρασίματα ένα παιδί είχε κιόλας πεθάνει από τύφο και πολλά άλλα βρίσκονταν άρρωστα στο στρώμα.
   Ο Μάνκο σφούγγισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με το βρώμικο μανίκι του πουκαμίσου και βάλθηκε να κοιτάξει τα πράματα απ' τη ρόδινη όψη τους.
   Τούτη η μεγάλη αναβροχιά λέει πως σαν έρθουν τα πρωτοβρόχια το χώμα θα 'ναι πολύ καλό για τη σπορά του σταριού. Μα μια καλή σοδειά θα μπορέσει ίσως να βολέψει τα πράματα για να στείλει τον Σάνυ στο Γυμνάσιο, στο Πόρτο ντι Εσπάνια.
   Απ' τη μέρα που η Ράνι γέννησε το μοναδικό τους παιδί όλο τέτοια σκέδια κάνανε. Κι επειδή ήταν φτωχοί άνθρωποι παρακάλαγαν να 'χουν καλή σοδειά. Με το πούλημα μπορούσαν να βάζουν στην πάντα μερικά λεφτά για το παιδί.
   «Μάνκο, το παιδί πρέπει να το σπουδάξουμε», του 'χε πει η Ράνι. «Εμείς είμαστε φτωχοί και θα γεράσουμε γρήγορα μα έχουμε ένα παιδί και δεν κάνει να μη του δώσουμε ό,τι έχουνε κι οι άλλοι άνθρωποι».
   Κι έτσι δώδεκα ολόκληρα χρόνια οι δυο τους δούλευαν σκληρά για το σκοπό τους και με χίλια βάσανα κατάφερναν να κρύβουν μερικές πενταροδεκάρες απ' τα μεροκάματά τους. Τις έβαζαν μέσα στο παλιό ντενεκεδένιο κουτί κάτω απ' το κρεβάτι του Μάνκο.
   Έκατσε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Είχε σοδειάσει τώρα τις ντομάτες και τις γλυκοπατάτες μα τούτη την εποχή η αγορά ήταν γεμάτη και δεν θα 'βγαζε και σπουδαία πράματα πουλώντας τες.
   Κοντεύει μεσημέρι. Ο Σάνυ θα 'χει γυρίσει απ' το σκολειό κι η Ράνι πρέπει να τον έχει κιόλας στείλει για να του φέρει το μεσημεριανό του. Κοίταξε κατά το μονοπάτι που όλο στροφές οδηγούσε από το χωριό στα χωράφια κι αλήθεια το παιδί ερχόταν. Περπατούσε στητό με το κεφάλι ψηλά, φάτσα στον άνεμο.
   Ο Μάνκο ήταν περήφανος για το γιο του. Συχνά καυχιόταν στους χωριανούς του, λέγοντας πως ο Σάνυ θα γίνει μια μέρα γιατρός ή δικηγόρος. Τώρα όμως που βλέπει τα ζωντανά του να ψοφάν ένα ένα από τη δίψα δε νιώθει και τόσο σίγουρος.
   Ο Σάνυ ζύγωσε κι έκατσε πλάι του.
   «Η μάνα λέει δεν έχει πια νερό. Μια δυο γουλιές, λέει, μένουν για το βράδυ».
   Ο Μάνκο έτρωγε σιωπηλός, δαγκάνοντας πότε πότε με προσοχή μια ντομάτα και ρουφώντας το χυμό για να διώξει την ξεραΐλα απ' το λαιμό του. Ο Σάνυ είχε όρεξη για κουβέντα.
   «Σήμερα ήρθαν πολύ λίγα παιδιά στο σκολειό. Είχανε και νερό μαζί τους, μέσα σ' ένα μπουκάλι και μόνο εγώ δεν είχα. Ζήτησα και μονάχα μια κυρία που κάθεται κοντά στο σκολειό μας μού 'δωσε μια γουλίτσα».
   «Να, πάρε καλύτερα ντομάτες και φάε», αποκρίθηκε ο Μάνκο, δίνοντάς του ένα μεγάλο κατακόκκινο καρπό.
   «Πατέρα, πότε θα πάμε να κάτσουμε στην Πολιτεία;»
   «Πόσες φορές σου 'χω πει να μη με στεναχωράς;»
   Τα νεύρα του Μάνκο είχαν τεντώσει απ' την πολύμηνη σκασίλα. Συνέχισε μαλακότερα:
   «Είναι καλά να ζει κανείς στο χωριό. Βρίσκει να φάει καλά πράματα και γίνεται γερός. Έχει ησυχία, ούτε βρωμόπαιδα, ούτε συμμορίες να σου φορτώνονται. Γλιτώνεις ένα σωρό βάσανα. Κι όταν έρθουν οι βροχές, να δεις τι όμορφα που θα 'ναι όλος ο τόπος γιομάτος λουλούδια. Όταν μεγαλώσεις και γίνεις άντρας πήγαινε άμα θες στην Πολιτεία. Εγώ δε μπορώ να σε σταματήσω».
   «Μα εδώ δεν έχει νερό πατέρα, ενώ στο Πόρτο ντι Εσπάνια έχουνε όσο θέλουνε».
   «Μην είσαι λιγόψυχος, γιε μου. Κάνε την προσευχή σου στη Σάρμα και θα δεις που μια μέρα θα 'ρθει η βροχή περίσσια». 
   Έδειξε κατά τον ουρανό που πέρναγαν κάτι άσπρα σύννεφα.
   «Όταν δεις και ξεσπάσουν αυτά τα σύννεφα όλες μας οι στενοχώριες θα παν στον αγύριστο».
   Αλλά η αισιοδοξία του Μάνκο καψαλίστηκε μέσα στη λαύρα του Μάρτη. Ύστερα ήρθε ο Απρίλης και την τύλιξε στην πύρα του ώσπου μήτε στάχτη δεν έμεινε. Ακόμα κι όταν στην αυλή του Μάνκο άνθισε το δέντρο Πούι, δεν έφτασε για να του στυλώσει το κουράγιο του, μήτε αυτουνού μήτε της γυναίκας του. Η καλαμένια στέγη του σπιτιού έσπαγε σιγά σιγά τρίζοντας και το χρώμα της από χρυσαφί γύρισε στο σκούρο καστανό. Η Ράνι, όταν μαγείρευε, έπρεπε να 'χει τα μάτια της δεκατέσσερα. Ακόμα κι η παραμικρότερη σπίθα θα μπορούσε να τους φέρει συμφορά αν ξέφευγε ως το ταβάνι.
   Κι ο Σάνυ είχε πάει στο σκολειό έναν ολόκληρο μήνα.
   Την πρώτη βδομάδα του Μάη τα πράματα έφτασαν σε σημείο απελπιστικό για τους χωριάτες. Ο τύφος όλο κι απλωνόταν. Πέθαναν άλλοι δυο. Και χωρίς νερό κανένας δε μπορούσε να κρατήσει κεφάλι στο κακό. Η Κυβέρνηση έστελνε πότε πότε κανένα βυτίο, μα, ώσπου να φτάσει στο χωριό, δεν έμενε και πολύ νερό μες στα ντεπόζιτα. Κάθε μέρα με το παραμικρό τα χαμόκλαδα άρπαζαν φωτιά κι οι χωρικοί βρίσκονταν πάντα σ' άγρυπνη επιφυλακή.
   Μια μέρα ο Μάνκο γύρισε και βρήκε τον Σάνυ πεσμένο στο στρώμα άρρωστο.
   «Δίψαγα κι έπια ποταμίσιο νερό και τώρα δεν είμαι καλά».
   Το παιδί στριφογύρισε ανήσυχα πάνω στο σκληρό στρωσίδι. Ο Μάνκο πήγε σιωπηλός στο κρεβάτι του κι έσκυψε να πιάσει το ντενεκεδένιο κουτί.
   «Το παιδί πρέπει να γίνει καλά», είπε στη γυναίκα του. «Θα πάω στην πολιτεία να φέρω γιατρό και γιατρικά».
   Η Ράνι σύμφωνη κούνησε το κεφάλι της.
   Αργά το βράδυ γύρισε ο Μάνκο με το γιατρό. Αυτός μέτρησε τους σφυγμούς κι εξέτασε τα μάτια του Σάνυ. Όλη αυτή την ώρα ο Μάνκο κι η γυναίκα του παρακολουθούσαν κρατώντας την ανάσα τους.
   «Αυτό το παιδί είναι πολύ άρρωστο και το καλύτερο που μπορείτε να του κάνετε είναι να το πάτε σ' ένα νοσοκομείο», τους είπε στο τέλος. «Πάντως δώστε του αυτά τα φάρμακα που θα σας γράψω και αν εντός δύο ή τριών ημερών δεν παρουσιάσει βελτίωση, να με ξανακαλέσετε, ή πιο καλά φροντίστε να το στείλετε στο νοσοκομείο».
   «Μα, γιατρέ μου, εμείς δεν έχουμε τόσα λεφτά», είπε η Ράνι και τα μάτια της βούρκωσαν.
   «Χμ... Ας ελπίσουμε ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν επί τα χείρω. Μην ξεχάσετε τα φάρμακα».
   Πάνω από είκοσι δολλάρια ξόδεψε ο Μάνκο μα δεν τον ένοιαξε. Ο Σάνυ έπρεπε να γίνει καλά με κάθε θυσία. Τις νύχτες καθόταν, μια αυτός μια η γυναίκα του στο προσκεφάλι του παιδιού προσέχοντάς το μη θέλει τίποτα. Κι η γης ξεραινόταν όλο και πιο πολύ κι έσκαγε, κι απ' τα δέντρα πέφταν οι φλούδες. Ώσπου μια μέρα έπεσε μια ψιχάλα και τα πουλιά πετούσαν χαμηλά πάνω από το χωράφι. Ο Μάνκο ήταν όλο έξαψη. Έτρεξε βιαστικά στο σπίτι του για ν' αναγγείλει στη Ράνι πως όπου και να 'ταν η ευλογημένη βροχή θα 'ρχόταν επιτέλους να διώξει την ξεραΐλα.
   Τη μέρα που ήρθαν οι βροχές ο Μάνκο βρισκόταν στα χωράφια στο λαχανόκηπό του. Ήταν σκυμμένος με την τσάπα του πάνω στη γης και τη λάτρευε. Έτσι τον βρήκε το μεγάλο μαύρο σύννεφο που ανέβηκε στον ουρανό κι έκρυψε τον άγριο ήλιο. Από παντού μαζώχνονταν μεγάλα κατάμαυρα σύννεφα. Παράτησε την τσάπα του κι έμεινε να κοιτάει φορτωμένος ελπίδα.
   Μια βαριά ψιχάλα έπεσε στο χέρι του. Πάνω απ' τα δέντρα και τα χωράφια απλώθηκε ένα μουγκρητό. Οι χωριανοί σταμάτησαν και τ' άκουσαν σαν να 'ταν μουσική. Η μπόρα ξέσπασε μανιασμένη λες κι ήθελε μέσα σε δυο λεφτά να ισοφαρίσει την πολύμηνη απουσία της.
   Ο Μάνκο μούσκεψε ως το κόκκαλο. Στεκόταν κάτω απ' τη βροχή φωνάζοντας χαρούμενος τους χωριανούς του που δούλευαν στα χωράφια. Και ξαφνικά το 'βαλε στα πόδια για το καλύβι του.
   Η Ράνι τον είδε από μακριά κι έτρεξε έξω στα χωράφια να τον απαντήσει.
   «Ράνι, τέλειωσαν πια τα βάσανά μας», τής φώναξε όταν σίμωσαν, κι η γυναίκα του είδε πόσο ήταν πολύ ευτυχισμένος με το παλιό του πουκάμισο κολλημένο στο πετσί του και το νερό της βροχής να τρέχει στο πρόσωπό του. Και τότε με τον απλό χωριάτικό τρόπο της σκέφτηκε πόσο παράξενο ήταν τώρα να πέφτει η βροχή, που τόση ανάγκη την είχαν και τόσο την περίμεναν και να σμίγει με τα δάκρυα που τρέχαν στο πρόσωπό της.
   Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά.
   «Μάνκο, ο γιος μας πέθανε».
 
Σέλβον Σάμουελ
 Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», 
τεύχος 9, Σεπτέμβριος 1955
Σημειώσεις: 
(1) κάρκαλο: κάρβουνο

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

ΝΕΓΡΙΚΟΙ ΔΙΣΚΟΙ

   
   Ο Μπεμπέτο γύρισε σπίτι μ' ένα πλατύ και λεπτό δέμα κάτω από τη μασχάλη κι αμέσως πήγε στο σαλονάκι, όπου η αδελφή του, μαζί με τρεις φιληνάδες της, κάθονταν κι άκουγαν το γραμμόφωνο. Εκείνη τη στιγμή έπαιζε ένα ρωσικό δίσκο κι ακουγόταν μια φωνή ήρεμη, σπαραχτική, με σταθερό τόνο, σχεδόν σαν ψαλμωδία
. Οι κοπέλες ήταν μισοπλαγιασμένες εδώ κι εκεί πάνω στα ντιβάνια κι άκουγαν με μισόκλειστα μάτια. Η μια κάπνιζε τσιγάρο με μια πίπα με φίλτρο από ορυκτά άλατα που λιγόστευε τη νικοτίνη, και κουνούσε το πόδι της φορώντας ελαφρά μονοκόμματα παπούτσια με σόλα από φελλό. Όλες τους ήταν εκστασιασμένες κι η Ισαβέλλα κρατούσε τον ρυθμό κουνώντας το κεφάλι με τα μάτια κλειστά. Μια ατμόσφαιρα υψηλής και ραφινάτης πνευματικότητας πλανιόταν στο σαλόνι, την ανέπνεες μέσα σε κείνη τη μυρωδιά την ανάμικτη από καπνό, γυναικείες ρόμπες και φρεσκοδεμένα βιβλία. Αν ξαφνικά σου 'ρχόταν η ιδέα να βάλεις έναν δίσκο με τη Μερλίνη ή τον τενόρο Τζίνο ντελ Σινιόρε, οι κοπέλες θα επαναστατούσαν με φράσεις γεμάτες κοφτό και τσουχτερό σαρκασμό.  Θα σ' έσφαζαν με το γάντι. Αντίθετα η στυφή κι αργόσυρτη φωνή της Ρωσίδας τραγουδίστριας, που είχε  έναν αποσταμένο και λειτουργικό τόνο, τις έκανε προσεχτικές και συνεπαρμένες.
   Η Ισαβέλλα ήταν και ζωγράφος. Αλλά δεν έκανε τις συνηθισμένες ζωγραφιές που κάνουν τα κορίτσια των καλών οικογενειών. Ήταν ενημερωμένη για τις τελευταίες τάσεις της ζωγραφικής, παρακολουθούσε ορισμένα γαλλικά περιοδικά και ζωγράφιζε αχνά πορτραίτα, με νερουλιασμένα χρώματα, με πρόσωπα οβάλ και μελαγχολικά αλά Μοντιλιάνι. Είχε χτίσει μάλιστα κι ένα μικρό ατελιέ σε μια ταράτσα του σπιτιού της. Ένα ατελιέ γυμνό, με γυμνούς και ραγισμένους τοίχους, ανεπιτήδευτο, με έναν παλιό καναπέ πεταμένο σε μια γωνιά, μια παλιά τενεκεδένια σόμπα, έναν φεγγίτη στο ταβάνι, αράχνες στις γωνιές, ένα καβαλέτο και μια στραπατσαρισμένη τσαγιέρα. Είχε απαγορευθεί αυστηρά στην υπηρεσία να ξαραχνιάζει και να σκουπίζει το πάτωμα. Σε κείνο το ατελιέ αποσυρόταν για να δουλέψει μακριά από την ταπετσαρισμένη χλιδή του σπιτιού της. Καθισμένη σ' ένα ξεχαρβαλωμένο σκαμνάκι, ζούσε με την ψευδαίσθηση πως υπέφερε από κρύο κι από πείνα, απαραίτητες προϋποθέσεις για την καλλιτεχνική δημιουργία. Υπέμενε την πείνα και τη στέρηση μέχρι που ο αρχιθαλαμηπόλος, διασχίζοντας με μετρημένα βήματα τον κήπο, ερχόταν να της αναγγείλει ότι το γεύμα ήταν έτοιμο. Τότε η Ισαβέλλα άφηνε το ατελιέ της και πήγαινε στη ζεστή και βαριά επιπλωμένη τραπεζαρία, όπου ο υπηρέτης με άσπρα βαμβακερά γάντια σέρβιρε σε όλους μια σούπα μέσα στην οποία έπλεαν αραιά, κίτρινα, ανάλαφρα γιουβαρλάκια. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένοι πίνακες του Καρρά που παρίσταναν διαβήτες και ξύλινα κεφάλια.  
   Αντίθετα στο δωμάτιο του Μπεμπέτο, μέσα σε μια μυρωδιά λεβάντας και καπνού Βιρτζίνια, ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί μυθιστορήματα του Ντος Πάσσος και του Λώρενς, ένα μπλε εκδρομικό σακάκι, αναμμίτικες παντόφλες και μερικές εγγλέζικες πίπες. Μια φωτογραφία ρυθμού λίμπερτυ, κομμένη από τον «Ιταλό», ήταν κολλημένη στον τοίχο.
   Ο Μπεμπέτο, έχοντας πια ξεπεράσει τα πάντα, είχε φτάσει σ' έναν υπέρτατο βαθμό εκλεπτισμού. Προτιμούσε πια τα απλοϊκά, αφελή και πρωτόγονα πράγματα. Είχε σοδιάσει τόσο πολύ καλό γούστο, ήξερε να βλέπει τόσο βαθιά μέσα στα πράγματα, που είχε φτάσει ν' αγαπάει τα κοινώς λεγόμενα κακόγουστα πράγματα, γιατί αυτά, σ' ένα μυαλό τόσο καλλιεργημένο και μπασμένο σαν το δικό του, έδιναν ευχάριστες κι απολαυστικές εντυπώσεις. Έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό για τις συνοικιακές παραστάσεις του βαριετέ, τις γυαλιστερές καρτ - ποστάλ που στέλνουν οι φαντάροι στη γκόμενά τους, τις φωτογραφίες των υπαίθριων φωτογράφων, και μπορούσε να χώνεται μέσα στα πράγματα που η αστική τάξη τα χαρακτηρίζει επισήμως ως κακόγουστα και να τα χαίρεται χωρίς ενδοιασμούς. Αυτού του είδους το προνόμιο, ως γνωστό, παρέχεται μόνο σε λίγους εκλεκτούς. Ο Μπεμπέτο, εξαιτίας του εξαιρετικού εκλεπτισμού του, ήταν εκτός πάσης υποψίας και μπορούσε επομένως να επιτρέπει στον εαυτό του ορισμένες πολυτέλειες. Γιατί είναι αυτονόητο πως εκείνα τα μπανάλ και αφελή πράγματα που οι άλλοι τα θαυμάζουν με χονδροειδή ειλικρίνεια, εκείνος τα θαύμαζε αλλιώτικα, μ' έναν τρόπο πέρα για πέρα διαφορετικό, που δεν είχε καμιά σχέση με τον τρόπο των άλλων. Κι αυτός ο θαυμασμός, ενώ για τη μάζα των κοινών ανθρώπων ήταν γελοίος και ελεεινός, για τον Μπεμπέτο, τον πάρα πολύ καλλιεργημένο κι εκλεπτυσμένο, αντιπροσώπευε απεναντίας ένα ακόμη μεγαλύτερο ραφινάρισμα· μια προσωπική αρετή, μια έξοχη κατάκτηση. Αυτό τουλάχιστον πίστευε ο ίδιος για τον εαυτό του και το εξηγούσε και στους φίλους του.
   Ο Μπεμπέτο λοιπόν μπήκε στο δωμάτιο όπου ήταν η αδελφή του και οι φιλενάδες της, άνοιξε το δέμα κι έβγαλε από μέσα τον τελευταίο νέγρικο δίσκο.
   «Είναι ένας δίσκος της Μπίμπλακ Χάρμονι», είπε με μια απλότητα πραγματικά καταπληχτική, ίσως υπερβολική. «Αυτά τα νέγρικα τραγούδια είναι έξοχα. Συγκινητικά, σπαραχτικά».
   Έβαλε τον δίσκο στο γραμμόφωνο. Ακούστηκε ένας ήχος αργός και λυγμικός. Ξαφνικά ο Μπεμπέτο βάλθηκε να ακολουθεί τον ρυθμό απαγγέλλοντας κάθε φορά τα νέγρικα λόγια:
   «Μπάμπουμ... μπαΐλα... ουέ... ουέ... ουέ... μπάλουμ μπαλαΐλας... γιες», σιγοτραγουδούσε ο Μπεμπέτο με ένρινη αγγλοσαξονική προφορά, ενώ τα κορίτσια συνόδευαν το ρυθμό με ελαφρές κινήσεις των ώμων.
   Μία από τις κοπέλες, παίζοντας στα χέρια της το «Ημερολόγιο» της Κάθριν Μάνσφηλντ, άκοπο ακόμα, είπε αργά: 
   «Δεν υπάρχει φιλολογία σ' αυτό το τραγούδι. Είναι ανεπιτήδευτο και φυσικό. Σου δίνει τη ζωώδη, ενστικτώδη αίσθηση της φύσης».
   «Ναι, είναι καλό», περιορίστηκε να επιβεβαιώσει ο Μπεμπέτο με πολύ μετρημένο ύφος· κι αφού έβγαλε μια μικρή πίπα και ένα φάκελο από διαφανή κυτταρίνη βάλθηκε να καπνίζει. Τα είχε ξεπεράσει όλα. Ακόμα και τα ωραία λόγια. Η εξυπνάδα μάστιζε, δυνάστευε ολόκληρη την οικογένεια. Όλοι τους συναγωνίζονταν ποιος να φαίνεται πιο απλός, να λέει ευκολονόητα και ξεκάθαρα πράγματα. Για να το επιτύχουν έκαναν απίθανες και πολύπλοκες προσπάθειες. Επειδή είχαν κάνει τη σπουδαία ανακάλυψη ότι η απλότητα είναι σημάδι πραγματικής ευφυίας λύσσιαζαν να είναι απλοί, να λένε ανεπιτήδευτες φράσεις, όσο πιο ανεπιτήδευτες γινόταν.
   «Ταιριάζουν καλά τα λόγια», είπε η Ισαβέλλα, «μοιάζουν με άναρθρους ήχους. Οποιαδήποτε λέξη που θα καταλάβαινες το νόημά της, θα το αδικούσε».
   «Μπάλεμ... μπαΐλα... ουλέμα... γιες... μπάλουμ... γιες γιες... ουλέμα...» συμπλήρωσε ο Μπεμπέτο με πολλή συγκίνηση και συμπέρανε: «Ναι, εδώ στ' αλήθεια δεν υπάρχει ίχνος φιλολογίας. Είναι ένας θρήνος καθαρός, απόλυτος, τέλειος. Για ακούστε αυτό».
   Έβαλε έναν άλλο δίσκο.
   «Αυτός ο δίσκος είναι απίθανος. Είναι ο τέταρτος από τις “Μπλέικ Χάρμονι Σόνι Ούγλα” του Σικάγου», είπε ο Μπεμπέτο. 
   «Ω! Σόνι... ντάρλινγκ... ντάρλινγκ... ούγλα...» σιγοτραγούδησε η φωνή  του ψευτονέγρου στο χωνί του φωνογράφου, με ένα σταθερό παράπονο, παρατεταμένο σαν σκούξιμο σκυλιού προς το φεγγάρι.
   «Είναι του Λούις Τσίμερμαν από το Σικάγο;» ρώτησε μία από τις κοπέλες περνώντας ακόμα ένα τσιγάρο στην πίπα της με φίλτρο από ορυκτά άλατα και, αφού πήρε καταφατική απάντηση, πρόσθεσε με ύφος κοφτό: «Είναι καταπληχτικός».
   Στο δωμάτιο κυριαρχούσε μια μυρωδιά καπνού με μελάσσα και χαρτιού ιλουστρέ. Οι κοπέλες έδειχναν ελαφρά αναιμικές στα μάτια και στους κροτάφους με μια αίσθηση αδιαθεσίας και κούρασης στο δέρμα του λαιμού.
   Ένα μικρό μπουλντόγκ μπήκε μέσα ακολουθούμενο από μια καμαριέρα με άσπρο μπονεδάκι στα μαλλιά. Η καμαριέρα έφερνε ένα ποτήρι νερό και ένα μπουκαλάκι πάνω σε ένα δίσκο.
   «Εδώ, Τζιότο!» είπε μια από τις κοπέλες αποτεινόμενη στον σκύλο.
   «Η κυρία λέει να μην ξεχάσετε να πάρετε τις σταγόνες», είπε η καμαριέρα στην Ισαβέλλα.
   «Ακούσατε το “Σόνι ούγλα ”;» ρώτησε ο Μπεμπέτο μια κοπέλα με γυαλιά από ταρταρούγα, που στις πέντε θα πήγαινε στα εγκαίνια μιας έκθεσης στον «Κομήτη».  «Τι τόνος! Τι σπαραγμός! Εδώ δεν υπάρχουν τρικ. Είναι λυρισμός, καθαρή ποίηση».
   «Εγώ αυτά τα παραβάλλω με τα τραγούδια του Λεοπάρντι», είπε η Ισαβέλλα ενώ ετοιμαζόταν να πάρει τις σταγόνες.
 
Πάτι Ερκόλε 
Περιοδικό «Διαγώνιος», 
τεύχος 11, Μάιος - Αύγουστος 1975

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ

  
   Η Έλλη Φύσαρη ήτανε ένα κορίτσι ή ένα γεροντοκόριτσο -όπως νομίζετε- πολύ αυστηρά, δηλαδή παλαιϊκά αναθρεμμένο. Ήταν τριάντα ετών, αλλά για την ακρίβεια θα προσθέσω ότι για να κλείσει τα τριάντα ήθελε τέσσερις μήνες ακόμη. Η ζωή της όλη πέρασε στην επαρχία και τούτο επειδή ο πατέρας της, ή διότι δεν ήθελε ή διότι δεν μπορούσε έμενε πάντα επαρχιακός εισαγγελεύς, εκτός σπανίων εξαιρέσεων που διορίστηκε στην Αθήνα.
   Μητέρα δεν είχε η Έλλη, ήτανε πεθαμένη σχεδόν από τον καιρό που εγεννήθηκε αυτή, αλλ' ούτε και συγγενείς στενούς είχε. Όλη της η οικογένεια  ήτανε ο πατέρας της, μια γριά υπηρέτρια που είχαν από τον καιρό που η Έλλη ήτανε μικρή και αυτή η ίδια.
   Όταν ο πατέρας της συμπλήρωσε τα έτη της συντάξεώς του εμάζεψε τις οικονομίες του, τη γριά υπηρέτριά του και την κόρη του και ήρθε στην Αθήνα. Αγόρασε ένα σπιτάκι στο τέρμα ενός κεντρικού συνοικιακού δρόμου και τα ρέστα, καμιά σαρανταριά χιλιάδες, τα 'βαλε στην τράπεζα.
   Η σύνταξίς του ήτανε αρκετή για να ζούνε καλά, δυστυχώς δεν ήτανε γραφτό να χαρεί πολύ καιρό την πρωτεύουσα ο γερο - εισαγγελεύς και ύστερα από τέσσερα χρόνια την αποχαιρέτησε για πάντα. Πάνε τώρα έντεκα μήνες που πέθανε και η Έλλη εκτός από τη γριά Πολυξένη, την υπηρέτρια, δεν έχει καμιά άλλη συντροφιά.
   Ήταν ωραία η Έλλη; Η κακομοίρα θα 'ταν αρκετά ωραία αν δεν ήταν βλογιοκομμένη· μάλιστα μια βλογιά που 'χε στο κούτελο, ανάμεσα στα δυο της φρύδια, ήταν τόσο μεγάλη και βαθουλή, που αν μπορούσε κανείς να τη γεμίσει νερό, ήτανε πολύ εύκολο πράγμα να πνιγεί ένα μερμηγκάκι εκεί μέσα. Όμως το κορμί της, εκτός που δεν είχε πειραχθεί από την αρρώστια, ήτανε ωραιότατο και πλουσιότατο υπό πάσαν έποψιν και, προ πάντων, πραγματικά παρθένο.
   Στο διάβασμα. Εκεί το είχε ρίξει η Έλλη· ιδίως από τον καιρό που πέθανε ο πατέρας της, άλλο δεν έκανε παρά να διαβάζει δικούς μας και ξένους συγγραφείς. Αργά και πού πεταγότανε ως την Κηφισιά στη θεια της -μια μακρινή θεια, δεύτερη ξαδέρφη της μάνας της, που είχε κι αυτή δυο κόρες- και περνούσε λίγες ώρες μαζί τους. Αλλά η καρδιά της δε ζεσταινότανε καθόλου με τους μοναδικούς αυτούς συγγενείς, γιατί όσο μυρίζανε αυτοί νεοπλουτισμό και ξιπασιά άλλο τόσο μύριζε αυτή επαρχία. Ωστόσο όμως δεν παρέλειπε από το να πηγαίνει, διότι, αν με τα κορίτσια δεν ευκολυνότανε να κάνει παρέα, με τη θεια της όμως περνούσε αξιόλογα την ώρα της. Πάντα η θεια της είχε επισκέψεις γειτονικές από μισόκοπες φιλενάδες και πάντα ο κύκλος αυτός οργίαζε με το κουτσομπολιό. Αυτό την διασκέδαζε αρκετά την Έλλη.
   Ζεστό καλοκαιριάτικο βράδυ, η ώρα περασμένες δέκα. Η μπαλκονόπορτα και το παράθυρο τέντα, στη μέση του δωματίου ένα κομψό τραπεζάκι, μια λάμπα αναμμένη με πολύ φως κι ένα βιβλίο μ' ανοιχτές σελίδες. Γύρω στο δωμάτιο τα απαραίτητα επιπλάκια, για μια κρεβατοκάμαρη κόρης όλα, από ακριβό ξύλο. Το κρεβατάκι της φροντισμένο με πολύ επιμέλεια και καλαισθησία.
   Γύρω στη λάμπα, κοντά στο αμπαζούρ, διάφορα φτερωτά ζωάκια χορεύουν με χαρά το χορό του θανάτου. Πάνω στις ανοιχτές σελίδες του βιβλίου δυο μάτια -τα μάτια της Έλλης- περπατάνε βιαστικά, ρουφώντας λέξη προς λέξη το περιεχόμενό του. 
   Ένα μερμήγκι φτερωτό πέφτει απάνω στο ανοιχτό βιβλίο, στριφογυρίζει λίγο σαν σβούρα ανάποδη με το κεφάλι προς τα κάτω, ύστερα βρίσκει τη φυσική του θέση, δοκιμάζει τα φτερά του και ξαναπετάει προς το φως της λάμπας. Και πάλι πέφτει με τον ίδιο τρόπο και πάλι με τον ίδιο τρόπο ξαναπετάει και επαναλαμβάνεται το ίδιο πράγμα ολοένα χωρίς να κατορθώνει να καεί.
   Ύστερα του κάπνισε να μην πετάξει άλλο παρά να μείνει επάνω στο βιβλίο και να σουλατσέρνει με μια αδιαφορία απερίγραφτη, λες και βρισκότανε στα χωράφια του πατέρα του, αλλά γιατί όχι; Μονάχα το βιβλίο, τον κόσμο ολόκληρο ορίζει ένα μερμήγκι. Μόνον ο άνθρωπος, αυτό το δόλιο αριστούργημα του πλάστη, για να κουνήσει το βλέφαρό του πρέπει να πάρει άδεια από θεούς και ανθρώπους.
   Α! Ναι! Έλεγα λοιπόν για το μερμήγκι ότι έκανε ένα εκνευριστικότατο  ζικ - ζακ ακριβώς κάθετα στις σειρές του βιβλίου με μια αναίδεια αξιοθαύμαστη.
   Η Έλλη, χωρίς να διακόψει το διάβασμα, το 'διωξε μ' ένα ελαφρό κούνημα του χεριού της, αλλ' αυτό ξαναγύρισε πάλι και εξακολούθησε το γλέντι του. Πολλές φορές το 'διωξε η Έλλη αλλά του κάκου, αυτό με κανένα τρόπο δεν εννοούσε να διακόψει τη διασκέδασή του και κατάντησε να μη μπορεί η Έλλη να συνεχίσει το διάβασμά της. «Α, μα είναι ανυπόφορο», είπε και σήκωσε το χέρι της να το σκοτώσει, αλλά συγχρόνως σκέφτηκε: «Δεν είναι κρίμα; Γιατί να το σκοτώσω; Μπα», είπε πάλι, «ένα μερμηγκάκι τόσο δα, χαράς το, μήπως υπάρχει και τίποτα πιο ασήμαντο απ' αυτό; Τι είναι ένα μερμηγκάκι; Ένα τίποτα. Ένα τίποτα, ωραία. Τότε φτιάσε μου λοιπόν ένα μερμηγκάκι, ω, μεγάλο εσύ, ανθρώπινο μυαλό, φτιάσε μου λοιπόν ένα τίποτα. Όχι, δεν μπορείς; Σε δυσκολεύουνε ίσως τα φτερά. Καλά, δεν πειράζει, ας είναι χωρίς φτερά. Μπα! Ούτε και χωρίς φτερά δεν μπορείς; Παράξενο και όμως έχεις κάνει ανακαλύψεις και εφευρέσεις που καταπλήσσουν. Αυτό γιατί δεν το μπορείς; Ω, συφορά σου δεν είσαι άξιος να ξέρεις ούτε το γιατί; Τουλάχιστον να 'ξερες αυτό!...  Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, είναι φανερό πως ολόκληρο το ανθρώπινο πνεύμα -όχι μονάχα το τωρινό- αλλά από τον καιρό που φανερώθηκε, ίσαμε τον καιρό που θα... γιατί όχι; Ναι, ίσαμε τον καιρό που θα εκλείψει· αν συγκεντρωνότανε μέσα σ' ένα τεράστιο εγκέφαλο, πάλι θα ήταν ανήμπορο να φτιάσει αυτό το ασήμαντο πραγματάκι. Να, λοιπόν, που ένα τίποτα γίνεται ένα τεράστιο και ένα τεράστιο γίνεται ένα τίποτα. Και τώρα συμπέρασμα: Δεν πρέπει να καταστρέφουμε ό,τι δεν είμεθα άξιοι να φτιάσουμε. Μεγαλειώδες πράγματι, σοφότατο συμπέρασμα. Ω, δυστυχισμένο ανθρώπινο μυαλό, τι κούφιο που είσαι! Τι ιλλιγγιωδώς αστείο που φανερώνεσαι σαν καταπιάνεσαι με τέτοια ζητήματα. Και χωρίς να χασομεράμε, ας κάνουμε μια πολύ απλή ερώτηση. Τη λέμε απλή, γιατί υπάρχουν πράγματι τρομερές ερωτήσεις. Θ' άφηνες το μυαλό σου να κατασκευάσει όλες αυτές τις χαριτωμένες ανοησίες, αν το μερμήγκι, που πήγαινε πέρα - δώθε μέσα στο βιβλίο, δεν ήτανε μερμήγκι, αλλά ένα κουνούπι απ' αυτά που φυτεύουν το μικρόβιο της ελονοσίας;»
   «Όχι βέβαια θα το σκότωνα αμέσως το κουνούπι, αλλά στην περίπτωση αυτή θα ενεργούσε το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως. Και αφού το ένστικτο ενεργεί τόσο σοφά και τόσο γρήγορα, γιατί να μην το αφήνουμε να κανονίζει κάθε μας πράξη και κάθε μας επιθυμία, αλλά επιτρέπουμε στη σκέψη να χώνει τη μύτη της και να τα κάνει θάλασσα; Έτσι, αν όχι άλλο, τουλάχιστον θα γλιτώνουμε από την ευθύνη. Η ευθύνη των πράξεών μας θα βαρύνει το ένστικτο ή καλύτερα εκείνον που έδωσε το ένστικτο».
   «Και μήπως εκείνος που έδωσε το ένστικτο και κείνος που έδωσε τη σκέψη, το λογικό, δεν είναι ο ίδιος;»  
   «Ε, τότε χαιρετισμούς στον πλάτανο και σε παρακαλώ, κύριε εαυτέ μου, μην επιμένεις να ξεφυτρώνεις εκεί που δε σε σπείρανε. Κατάλαβε, επιτέλους, ότι για το ανθρώπινο μυαλό υπάρχουν ανυπέρβλητα όρια, πέραν των οποίων είναι αδύνατο να προχωρήσεις. Του κάκου κοπανάς το κεφάλι σου επάνω στα πελώρια αυτά τείχη. Με κουτουλιές δε γκρεμίζονται φρούρια. Ένα μονάχα μπορείς να ελπίζεις, αν επιμένεις να πιτσιλίσεις τα τείχη αυτά με το περιεχόμενο του κρανίου σου».
   Ύστερα από τις σκέψεις αυτές η Έλλη έκλεισε το βιβλίο ορμητικά και, απογοητευμένη, πετάχτηκε στο μπαλκόνι και ξαπλώθηκε σε μια σεζ - λογκ. Ακουμπώντας το κεφάλι της στη ράχη της καρέκλας, έπεσαν μηχανικά τα μάτια της στα πλήθη των άστρων που λάμπανε στον ουρανό. Το ωραίο και τρομερό αυτό χάος βοήθησε τη σκέψη της ν' αναμετρήσει και να νιώσει τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης οντότητας και να γελάσει με τον γελειωδώς μάταιο αγώνα της που επιμένει σώνει και καλά να κλείσει το άπειρο μέσα στο απείρως μικρό κεφαλάκι της. «Α! Μα τι είναι αυτά; Πάλι αρχίνησα ν' αναμασώ τα ίδια και τα ίδια; Μα επιτέλους δεν υποφέρομαι!» Και με μια επίμονη και δυνατή σπρωξιά πέταξε τη σκέψη της στην απογευματινή επίσκεψη που έκανε στης θείας της το σπίτι και όπου το κουτσομπολιό έδωσε και πήρε... Συλλογιζόταν. Γιατί αυτές οι μισογερασμένες κυρίες -οι φιλενάδες της θείας της- δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να χωνέψουν το φέρσιμο  της Δέσπως,  της καμαριέρας; Έβλαψε, εζημίωσε κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της; Γιατί λοιπόν αυτές οι κυρίες όλο το απόγιομα δεν έκαναν άλλο παρά να την κακολογούν; «Η παλιοβρόμα, ακούς εκεί η παλιοβρόμα η Δέσπω, τόσο λιγωμένη ήτανε πια που πήγε και ξαπλώθηκε με τόση ξετσιπωσιά σ' ένα λιγδωμένο φουστανελά, σ' έναν τσοπάνο! Και να 'βρισκε τουλάχιστον η σιχαμένη κανέναν άνθρωπο της προκοπής, ένα μυαλωμένο άνθρωπο που να μπορεί να ελπίζει κάτι;»
   «Μα ποιος είναι αυτός;» ρώτησε κάποια κυρία από τον κύκλο. «Κανένας του δρόμου;»
   «Καλέ, του γαλατά μας ο γιος», αποκρίθηκε η κυρά της, «ένα τσοπανόπαιδο, που μόλις πέρασε τα είκοσι χρόνια».
    «Μα πώς εγώ άκουσα από τις δικές μου υπηρέτριες πως είναι ένα παλικάρι ίσαμε κει πάνω!»
   «Ναι, είναι μεγαλόκορμο και πολύ εύρωστο παιδί, αλλά η ηλικία του είναι μικρή, ποτέ δεν είναι παραπάνω από είκοσι ενός χρόνου, ενώ αυτή τα 'χει τα χρονάκια της».
   «Ώστε λοιπόν», λέει κάποια άλλη χαμογελώντας, «χαρήκανε τα νιάτα τους στα γιομάτα». Όλες γελάσανε πονηρά -θαρρεύτηκε αυτή και ξακολούθησε. «Μωρέ, θαυμάζω την Ασημίνα, τη μαγείρισσα, θα πεις αυτή έχει πατήσει τα τριάντα και εκτός απ' αυτό είναι και πολύ άσκημη. Αλλά ίσα - ίσα γι' αυτό ακριβώς την θαυμάζω ακόμη περισσότερο. Να φάει καλά από βραδύς, να κοιμηθεί όλη νύχτα ακόμη καλύτερα και τα ξημερώματα, μαζί με το κελάηδημα των πουλιών, ανοίγοντας τα μάτια της να δει αυτόν τον παίδαρο να της φιλεί τα πόδια κλαίοντας από αβάσταχτο καημό κι αυτή να μη δώσει πεντάρα παρά να σηκωθεί επάνω και να τον στείλει στο διάολο. Ε, θέλει κουράγιο αυτό που δεν βρίσκεται εύκολα, ψέματα;»  
   Όλων τα μάτια, αν και σαρανταπεντάρες είχαν μια έκφραση ένοχη, αλλά δεν πρόφθασαν να πούνε τίποτα, γιατί πετάχτηκε η θεία της Έλλης και είπε: «Αχ, καημένη, πώς μιλάς έτσι, δεν είμεθα όλες παντρεμένες εδώ μέσα, έχουμε και κορίτσι μπροστά μας». Αχ, ναι, της ξέφυγε, είπε, την πήρε ο κατήφορος της κουβέντας και όλως διόλου δεν το σκέφτηκε αυτό, αλλά να τη συγχωρούν, δεν είπε δα και τίποτα... για την Ασημίνα ήθελε να πει πως, μπράβο της, φέρθηκε καθώς πρέπει, τίμια και φρόνιμα, να, αυτό ακριβώς ήθελε να πει, αν την άφηναν να τελειώσει.
   Γύρω σ' αυτό το θέμα τριγύριζαν τα σχόλια της κουτσομπόλικης συντροφιάς όλο τ' απόγιομα. Και τα σχόλια αυτά τα 'χε πει και ξαναπεί στον εαυτό της η Έλλη πολλές φορές μέσα στο τραίνο και στο δρόμο όσο να φθάσει στο σπίτι της. Την καθ' εαυτού όμως ιστορία, όπως την διηγήθηκε η ίδια η κυρά της Δέσπως, δεν άφηνε τον εαυτό της να τη θυμηθεί καθόλου, αυτή την κράταγε για την κατάλληλη ώρα -την ώρα που θα 'πεφτε στο κρεβάτι της- τότε η ησυχία, η μοναξιά και το σκοτάδι θα βοηθούσαν τη φαντασία της να ζωντανέψει και ιστορία και πρόσωπα και να παρακολουθήσει όσο μπορούσε πιο πιστά τον ηδονικό τους δρόμο. Αλλά γιατί τόση επιμέλεια και τόση φροντίδα για μια εντελώς ξένη υπόθεση; Μα γιατί άλλο, παρά να μαζέψει κι αυτή η δυστυχισμένη τα ψίχουλα που θα 'πεφταν από το πλούσιο ηδονικό τραπέζι των άλλων...
   Έτσι είχε υποσχεθεί στον εαυτό της η Έλλη και να που ήρθε η ώρα. Κάτω στο δρόμο δεν ακουγόταν ψυχή, στα σπίτια γύρω ησυχία απόλυτη. Σηκώθηκε απ' τη σεζ - λογκ, στηρίχτηκε στα δάχτυλα των ποδιών της και τέντωσε το κορμί της να ξεμουδιάσει. Ύστερα μπαίνει μέσα και ανάβει ένα σπίρτο να δει τι ώρα είναι. «Περασμένα μεσάνυχτα», είπε, «κι ακόμα να δροσίσει, πφ! Τι τρομερή ζέστη πάλι απόψε, ούτε αυτή η ρόμπα δε βαστιέται». Και διαμιάς πέταξε το μοναδικό ρούχο που είχε απομείνει απάνω της. Κατόπιν έριξε την τούλινη κουνουπιέρα κι ολόγυμνη ξαπλώθηκε στα δροσερά σεντόνια...
   Θα 'ταν καμιά εικοσαριά μέρες που το γάλα δεν μας το 'φερνε όπως πάντα ο μπάρμπα - Τάσος παρά το 'στελνε με το γιο του το Λάμπρο. Πάνω από έξι χρόνια θα 'ναι που ο μπάρμπα - Τάσος μας φέρνει το γάλα το καλοκαίρι στην Κηφισιά και το χειμώνα στην Αθήνα. Είχε γίνει πια δικός μας άνθρωπος. Σε τέτοιο βαθμό τον εμπιστευόμαστε, που του 'χουμε δείξει το ελατήριο της σιδερένιας εξώπορτας κι ανοίγει μονάχος, αφήνει το γάλα και φεύγει. Κι αυτό επειδή κατεβαίνει τόσο πρωί που κι οι υπηρέτριες ακόμη κοιμούνται την ώρα εκείνη.
   Η Ασημίνα, κατά τη συνήθειά της, έφαγε από βραδύς σαν αγελάδα -έκανε και ζέστη- κι ήταν αδύνατον να την πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι της. Άρπαξε λοιπόν τα στρωσίδια της κι ανέβηκε στην είσοδο και ξάπλωσε εκεί. Αλλά για να 'χει ακόμα περισσότερο φρέσκο, άφησε και την πόρτα της σκάλας ανοιχτή. Το πρωί έρχεται ο Λάμπρος και, πηγαίνοντας ν' αδειάσει το γάλα στην κατσαρόλα, παίρνει το μάτι του την Ασημίνα που κοιμότανε στο κοριντόρ (1). Τώρα ποιος ξέρει σε τι χάλι βρισκότανε -αν κι αυτή ορκίζεται πως ήταν σκεπασμένη- γιατί κατά τα χαράματα, λέει, αισθάνθηκε ψύχρα και διπλώθηκε μέσ' το σεντόνι, ίσως μονάχα τα πόδια της να βρισκόντουσαν ξεσκέπαστα, τίποτε άλλο. Εγώ να σας πω το πιστεύω, αλλά μήπως ήθελε να δει και περισσότερα αυτό το αγρίμι για ν' αφηνιάσει; Και σου 'χει κάτι ποδάρες αυτή η Ασημίνα, να κάτι γάμπες χοντρές και άσπρες -το μόνο δα που 'χει κι αυτή τρομάρα της- γιατί κατά τα άλλα είναι σωστό τέρας. Μπόι σαν πατάτα, μούτρο τετράγωνο και ζαρωμένο, κάτι δόντια αραιά και πεταχτά προς τα έξω σαν σκεπάρνια, μάτια γελοιωδέστατα και μια μύτη χοντρή, κοντή και τρομερά γυριστή προς τα επάνω, αν πεις και για τα χέρια της, αυτά είναι δα που είναι απαίσια. Μοναχά τα πόδια της είναι κομμάτι της προκοπής κι αυτά έτυχε να δει ο κακόμοιρος ο Λάμπρος. «Στην αρχή», λέει η Ασημίνα, «χωρίς να ξυπνήσω ολότελα ένιωθα ένα γλυκό γαργαλητό στα πόδια μου που, αντί να με ξυπνήσει, με αποκοίμιζε περισσότερο. Άξαφνα όμως νιώθω κάτι τανάλιες να μου σφίγγουν τους αστραγάλους μου και μια καυτή αναπνοή στις γάμπες μου. Ξύπνησα από τον πόνο κι ανοίγοντας τα μάτια μου βλέπω το Λάμπρο να μου φιλεί τα πόδια. Βρε παλιόβλαχε, του λέω, τι θες να κάμεις; -Όχι τίποτα, Ασημίνα, τίποτα, μη φωνάζεις, μονάχα τα πόδια σου ήθελα να φιλήσω, που τόσο άσπρα δεν έχω δει ποτέ μου, άφησέ με να τα φιλήσω, τι σε πειράζει, μα γιατί θυμώνεις, τι έχεις να χάσεις, κάμε μου αυτή τη χάρη, και παρακαλούσε. Έκανα να τραβήξω τα πόδια μου αλλά πού να μου τ' αφήσει, ένιωθα πάλι τις σιδερένιες του τανάλιες να με σφίγγουν χειρότερα από πριν. Στηρίχτηκα τότε στα χέρια μου και σηκώθηκα από τη μέση κι απάνω με την ιδέα πως, βλέποντάς τον αγριωπά όπως ήμουν θυμωμένη, θα κατόρθωνα να του επιβληθώ. Αλλά μόλις αντίκρισα τα μάτια του μ' έπιασε τρομάρα. Τι μάτια ήσαν αυτά; Πήγαιναν να με φάνε, να με ρουφήξουν, έτρεμα -όχι από το φόβο μου- αλλά έτρεμα, δεν ξέρω κι εγώ γιατί έτρεμα, ίσως που έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου άντρα να κάνει έτσι στα πόδια μου. Ν' ακούατε τη φωνή του πώς κόμπιαζε, ενόμιζες πως τον βασάνιζε ρίγος. Ωστόσο έκαμα κουράγιο και του 'μπηξα μια δυνατή φωνή. Βρε συ, του λέω, ή μ' αφήνεις τώρα αμέσως ή βάζω τις φωνές και ξυπνώ τ' αφεντικά και τότε αλίμονό σου. Άρχισαν τα χέρια του να λύνονται σιγά - σιγά γύρω από τους αστραγάλους μου, αλλά τα παρακάλια του δυναμώνανε, σχεδόν έκλαιγε και με παρακαλούσε, μια στιγμή, μου 'λεγε, μια στιγμή μονάχα να του άφηνα ακόμη, γιατί είμαι τόσο γρουσούζα; Τόση κακία εκ μέρους μου δεν μπορούσε να τη χωρέσει το μυαλό του. Μόλις κατάλαβα τα πόδια μου ελεύθερα, δίνω ένα σάλτο και πετάγουμαι απάνω. Γκρεμίσου παλιοχωργιάτακα από δω χάμου και μη ξαναπάρεις τα μούτρα σου και μου κουβαληθείς εδώ μέσα, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια. Όχι, όχι, να τον συχωρέσω -λέει- να μην πω σε κανέναν τίποτα κι αυτός έννοια μου, δε θα το ξανάκανε ποτέ αυτό το πράγμα. Δε φαντάστηκε πως θα 'ταν τόσο κακό αυτό που έκανε, πως θα μου κακοφαινότανε τόσο πολύ».
   Την Τετάρτη έγινε αυτό, την Παρασκευή είχαμε τηλεγράφημα από τη Χαλκίδα ότι την Κυριακή θα γίνουν οι γάμοι της ανεψιάς μου. Δε μπορούσαμε να λείψουμε, διότι, εκτός που ήμουνα κουμπάρα, είμεθα και οι μόνοι προστάτες της ορφανής. Το Σάββατο το μεσημέρι ξεκινήσαμε για τη Χαλκίδα και, μια που θα πηγαίναμε ίσαμε κει, είπαμε να καθίσουμε και στα χτήματά μας καμιά δεκαριά μέρες. Γι' αυτό εκτός από τα παιδιά πήραμε μαζί μας τη νταντά και τη μαγείρισσα. Τη Δέσπω την αφήσαμε εδώ να φυλάει το σπίτι και της είπαμε μάλιστα, αν τυχόν φοβάται να μείνει το βράδυ μόνη της, να ζητήσει από τον περιβολάρη, τον κυρ - Μαθιό, τη μεγάλη του κόρη να τη συντροφεύει τη νύχτα. Εμείς αυτά της είπαμε, αλλά αυτή έκαμε εκείνα που θ' ακούσετε τώρα. Την ίδια μέρα που φύγαμε, μόλις βράδιασε, μπήκε στο δωμάτιο του λουτρού κι ετοίμασε μπάνιο χλιαρό, κατόπιν γδύθηκε και άρχισε να πλένεται και να σαπουνίζεται ώρες ολόκληρες. Τον περισσότερο όμως καιρό τον πέρασε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου, καμαρώνοντας το γυμνό της κορμί· και είχε ένα κορμί η σιχαμένη πράγματι καλοπλασμένο και καλλίγραμμο. Ύστερα από αυτά, επήγε και έστρωσε στο ίδιο ακριβώς μέρος που είχε στρώσει η Ασημίνα. Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι εβάδιζε πάνω σε ορισμένο σχέδιο, το σχέδιο αυτό εγεννήθηκε στο μυαλό της από την ώρα που άκουσε το επεισόδιο του Λάμπρου και της Ασημίνας.
   Ένιωσε -καθώς λέγει η ίδια- πάρα πολύ καλά τη λαχτάρα του παλικαριού, γιατί κι αυτή από τον ίδιο καημό βασανιζότανε. Βασανιζότανε από καιρό, αλλά δεν άφηνε τον εαυτό της να βιαστεί. Ήθελε, όπως αυτή ήταν αγνή κι αμόλυντη, έτσι αγνός κι αμόλυντος έπρεπε, λέει, να 'ναι κι ο άνδρας που θα αποφάσιζε μαζί του να εορτάσει το μεγάλο αυτό πανηγύρι της ζωής. Τέλος πάντων, ήρθε η ώρα του ύπνου κι η Δέσπω πήγε και ξάπλωσε στα στρωσίδια της για να κοιμηθεί, ήθελε να κοιμηθεί για να 'ναι το πρωί φρέσκια, αλλά πού να την πάρει ο ύπνος. Ύστερα από την απόφαση που 'χε κάνει, η φαντασία της είχε πάρει τέτοιο δρόμο, που της ήταν αδύνατο να τη συμμαζέψει. Έφτιανε εικόνες τρομερά σκανδαλιστικές, τις απολάμβανε μια στιγμή και κατόπιν τις έδιωχνε για να φέρει άλλες, και πάλι άλλες, και όλο νέες διψούσε ακόμη η φαντασία της. Υπήρξε στιγμή που η μανία της ηδονής την είχε ξετρελάνει τόσο που σκέφτηκε, μάλιστα και πίστεψε, ότι μπορούσε να βρεθεί τρόπος να 'ρθει το ξημέρωμα κι ο Λάμπρος την ίδια εκείνη ώρα. Όμως, αντί του Λάμπρου, ήρθε ο ύπνος και ήρθε καλά γιατί πολύ είχε βασανιστεί.
   Όταν εξύπνησε, μόλις επρόβαινε το θαμποχάραγμα· να κοιμηθεί άλλο δεν μπορούσε κι ακόμα την χωρίζανε δυο ώρες από την πρωτόγνωρη χαρά. Για να περάσει λοιπόν η ώρα αλλά και για να συγκρατήσει τον εαυτό της μέσα στην ηδονοπάθεια που παράδερνε όλη τη νύχτα, ξαναμπήκε πάλι στο λουτρό και ξαναλούστηκε ολόκληρη. Καμάρωσε την παρθενική της γύμνια για τελευταία φορά μέσ' τον καθρέφτη και κατόπιν τυλίχτηκε σ' ένα παστρικό σεντόνι και πήγε και ξαπλώθηκε στα στρωσίδια της.
   Η ώρα είχε περάσει αρκετά, μισή ώρα, το πολύ τρία τέταρτα και... Ω! Ύστερα... Δεν ήθελε, λέει, να το συλλογιστεί, την έπιανε τρεμούλα, λιγωνότανε η καρδιά της, νόμιζε πως θα σβήσει, σαν συλλογιζότανε αυτό το ύστερα. Όμως το συλλογιζότανε χωρίς να θέλει και τίποτ' άλλο δεν είχε στο μυαλό της παρά μονάχα αυτό. Τακ, τακ, θ' άκουγε τα βήματα του Λάμπρου την ώρα που θ' ανέβαινε τη μαρμαρένια σκάλα, έξι σκαλιά θ' ανέβαινε κι ύστερα θα προχωρούσε προς τη γλάστρα με τον αθάνατο. Αλλά η κατσαρόλα δε θα 'ταν εκεί για ν' αδειάσει το γάλα και τότε, μην ξέροντας τι να κάνει, θα πρόβαινε στην μισοανοιχτή πόρτα και θα την έβλεπε. Θα την έβλεπε, ήταν ένας λόγος, πώς θα 'ταν όμως πιο τσαχπίνικο να τη δει; Γιατί ήθελε να το κάμει αυτό το συμπαθητικό αγριόπαιδο να φρενιάσει, να τρελαθεί, να γίνει θηρίο μόλις θα την αντίκριζε. Εκείνο που ποθούσε τη στιγμή εκείνη ήταν να δει το Λάμπρο να γίνεται ολοκαύτωμα μέσα στις φλόγες του πιο εξωφρενικού πόθου, γιατί κι αυτή μέσα στις ίδιες φλόγες τσιτσιριζότανε. Σκεφτότανε: Ολόγυμνη; Α! Όχι αμέσως έτσι, πήγαινε πολύ. Πιο καλά θα 'ταν να τυλιχτεί σφιχτά μεσ' το σεντόνι που το γυμνό κορμί της να ξεχώριζε καθαρά. Μα πάλι να μην αφήσει τίποτα γυμνό; Να στερηθεί τη λαχταριστή ανατριχίλα που θα της έφερνε η καυτερή αναπνοή του τη στιγμή που θα της φιλούσε τα πόδια; Γιατί βέβαια έτσι θ' άρχιζε, έτσι όπως άρχισε και με την Ασημίνα. Έκανε ένα σωρό σχέδια με το μυαλό της αλλά κανένα δεν αποφάσιζε να εφαρμόσει, γιατί κανένα δεν ικανοποιούσε την ξετρελαμένη της φαντασία. Ωστόσο όμως η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει και τα πατήματα του Λάμπρου ακούστηκαν άξαφνα στη μαρμαρένια σκάλα...
   Ένας δυνατός χτύπος στην καρδιά της ξεπάστρεψε -όπως δυνατός αέρας τον καπνό- όλα τα σχέδια και όλες τις σκέψεις που προ μιας στιγμής οργίαζαν μέσ' το μυαλό της. Αβουλία και φόβος την κατέλαβε σε τέτοιο σημείο, που αν της έμενε καιρός θα 'τρεχε να κλειδωθεί μέσα σ' ένα δωμάτιο. Όμως δευτερόλεπτα την εχώριζαν από τα μάτια του Λάμπρου και, μην έχοντας τι άλλο να κάνει, άρπαξε το σεντόνι και κουλουριάστηκε μέσα όπως όπως.
   Ούτε αυτή η ίδια δεν ξέρει, λέει, τι είχε κρύψει και τι είχε αφήσει. Θυμάται μόνο πως ήταν πεσμένη με το πλάι, πως είχε μαζέψει το ένα της πόδι σε σχήμα γωνίας για να μπορέσει να κρυφτεί κάτω από κάποια άκρη σεντονιού και πως το μόνο που πρόφτασε να κάμει ύστερα από τόσα που είχε σκεφτεί ήτανε που έβαλε το χέρι της μπροστά στα μάτια της για να μπορεί μέσα από τις χαραμάδες των δακτύλων να παρακολουθεί το φέρσιμο του Λάμπρου.
   Φαίνεται όμως πως όσα κι αν έκρυψε, τα φανερά ήσαν αρκετά τόσο που όταν πλησίασε ο Λάμπρος κι είδε άξαφνα αυτό που είδε άνοιξε τα μάτια του σε τέτοιο σημείο, που μοναχά ένας που θα 'βλεπε τη Λερναία Ύδρα -όχι με εννιά, αλλά με σαράντα εννιά κεφάλια- θα τ' άνοιγε μ' αυτό τον τρόπο.
   Τίποτα δεν έγινε απ' όσα φαντάσθηκε κι απ' όσα ήλπισεν η Δέσπω. Το θέαμα ήταν τόσο τρομερά δυσανάλογο για τα παρθένα μάτια του Λάμπρου, που εκουκούλωσε κάθε του ορμή και συναίσθημα και τον μετάβαλε σε στήλη άλατος. Έμεινε έτσι, κοιτάζοντας, χωρίς να παίρνει αναπνοή. Έμεινε λίγο· ύστερα γύρισε ξαφνικά προς τα έξω και με βήματα ελαφρά και γρήγορα έφτασε στην πόρτα. Εκεί ανέπνευσε. Εκάθισε κάμποσο ακουμπισμένος στην κάσα της πόρτας, πότε κοιτάζοντας και πότε σκεπτόμενος, πότε κάνοντας να ξαναγυρίσει προς τα μέσα και πότε δείχνοντας πως θα ξεπόρτιζε στο δρόμο. Τέλος αποφασίζει και διευθύνεται προς στη σκάλα, κατεβαίνει το πρώτο σκαλοπάτι, αλλά πάλι το ξανανεβαίνει και καρφώνεται εκεί. Συλλογίστηκε πάλι αρκετά, ύστερα προχώρησε προς στην πόρτα και ετοιμάστηκε να χτυπήσει, δεν το κατόρθωσε όμως γιατί τα μάτια του αντίκρισαν και πάλι το θέαμα της μισόγυμνης Δέσπως. Τη φορά αυτή δεν είχε πια ούτε θέληση ούτε δύναμη κι ο τρομερός μαγνήτης τον τράβηξε αιχμάλωτο κοντά του. Ακούμπησε στον τοίχο απέναντι της Δέσπως, δηλαδή δυο τρία μέτρα μακρύτερά της και κάρφωσε τα μάτια του επάνω της. Πετάγανε φωτιές τα μάτια του και η ανάσα του ήτανε τόσο βαθιά, που το πλατύ του στήθος ανέβαινε ίσαμε το σαγόνι. Την ώρα εκείνη ένιωσε η Δέσπω πως ήρθε η στιγμή να του δώσει την τελευταία δυνατή κεντιά. Έκανε λοιπόν ένα ελαφρό μουγκρισματάκι σαν να βρισκότανε μέσ' τα κατάβαθα του ύπνου, κατόπιν γύρισε ανάσκελα και τέντωσε χέρια και πόδια. Μια ξαφνική κλωτσιά ανθρώπου κοιμωμένου που παραστενοχωρήθηκε από τη ζέστη, έκανε το σεντόνι να παραμερίσει και το κορμί της να φανερωθεί ολόγυμνο. Στάθηκε έτσι μια στιγμή, ύστερα αργά - αργά κύλησε από το άλλο πλάι, κατόπιν μπρούμυτα και πήγαινε να καταλήξει στην αρχική της θέση, αλλά δεν πρόφτασε. Εβρέθηκε σφιχτοκουβαριασμένη στην αγκαλιά του Λάμπρου.
   «Τα ρέστα είναι εύκολο να τα συμπληρώσετε και μόνες σας», είπε η κυρά της Δέσπως, «και γι' αυτό τα παραλείπω. Θα σας πω μονάχα -έτσι για να σας βοηθήσω στη συμπλήρωση- πως ο μπάρμπα - Τάσος είχε  χάσει το γιο του δέκα ολόκληρα μερόνυχτα και πως έφαγε τον κόσμο να τον γυρεύει χωρίς να τον βρίσκει πουθενά. Πού να 'ξερε ο γέρος ο φουκαράς πως ήτανε κλεισμένος με τη Δέσποινα μέσα στο σπίτι μας και ότι εκουβαλούσε ο ίδιος το γάλα κάθε πρωί που πίνανε τα  δυο τρυγωνάκια»
   Όλες εσκάσανε στα γέλια στην τελευταία αυτή λέξη, εκτός από την Έλλη που στενοχωρήθηκε υπερβολικά, γιατί καταλάβαινε ότι εξαιτίας της η κυρά της Δέσπως είχε κουτσουρέψει τη διήγησή της. Αλλά δεν εστενοχωρήθηκε μονάχα η Έλλη, είχε λυπηθεί και πάρα πολύ. Γιατί να ρίξουνε την αυλαία στο πιο ενδιαφέρον σημείο της υποθέσεως; Ω! Τι θα 'δινε για ν' ακούσει τη συνέχεια. Ήθελε, ποθούσε, λαχταρούσε τη συνέχεια. Αν ήταν δυνατό, θα 'πεφτε στα πόδια αυτής της κυρίας να την παρακαλέσει να εξακολουθήσει, αλλά πώς να το κάμει αυτό που ακριβώς για χατήρι της την είχε διακόψει. Αχ, αυτά τα ρέστα που τα νιώθανε όλες τους τόσο εύκολα, γιατί αυτή να μη μπορεί να τ' ακούσει;
   «Θέλετε και τον επίλογο;» εξακολούθησε η κυρά της Δέσπως. «Μόλις τον ηύρε το γιο του ο μπάρμπα - Τάσος και φυσικά είχε μάθει και τα σχετικά του 'δωσε ένα γερό φύσημα για το Δαδί. Τον έστειλε στον αδερφό του με την παραγγελία να μην τον αφήσει να ξεμυτίσει από τη στρούγκα ίσαμε που να πήγαινε ο ίδιος να τον παραλάβαινε. Πρόσεχέ το το παλιοζαγάρι του διαόλου γιατί ξεμυαλίστηκε με τις περματόνες. Έτσι έγραφε στον αδερφό του ο μπάρμπα - Τάσος, γιατί ίσαμε σήμερα ακόμη δεν ξέρει ο δόλιος με ποιαν ήταν χαμένος ο γιος του επί δέκα μερόνυχτα.
   »Σας τα είπα όπως μου τα διηγήθηκε η νταντά και είναι ακριβώς όπως τ' άκουσε κι αυτή από την ίδια τη Δέσποινα. Αλλά το νόστιμο είναι ότι απ' όλα αυτά που σας διηγήθηκα δεν θα 'ξερα τίποτα -κι ας γένηκαν μέσ' το σπίτι μου- αν δεν συνέβαινε να κατεβώ στην κουζίνα σε μια στιγμή που η Ασημίνα με τη Δέσπω είχανε στήσει τρικούβερτο καυγά. Δεν πρόφτασα τα προηγούμενά τους, επρόφτασα μονάχα τη Δέσποινα την ώρα που κοπάναγε τη γροθιά της στο τραπέζι -μια δυνατή γροθιά που έκαμε τα μαχαιροπίρουνα να ανασηκωθούν από το τραπέζι και να κυλίσουν χάμω. Μωρή, της λέει και ανασκούμπωσε τα μανίκια της, τα βλέπεις αυτά τα ολοστρόγγυλα μπράτσα; Θα τα λιώσω στη δουλειά, σκελετούς θα τα καταντήσω, αλλά το παιδί μου -το μπασταρδάκι όπως το λες εσύ- θα τ' αναθρέψω και θα το μεγαλώσω καλύτερα από πριγκιπόπουλο. Τον κόσμο, τον κόσμο σου, εγώ δεν τόνε γράφω ούτε στις παλιές μου μετζεσόλες (2). Μέσα στο μάτι του θα μπω κρατώντας περήφανα αυτό το μπασταρδάκι που λες εσύ. Το παιδί μου, το θησαυρό μου, την ευτυχία μου, έτσι το λέω εγώ!... 
   »Απάνω στη λέξη αυτή παρουσιάστηκα μπροστά τους κι αντίκρισα τα μάτια της Δέσπως που ήσαν βουρκωμένα. Τι να σας πω, την ώρα εκείνη, σαν τη θυμούμαι, της τα συχωρώ όλα, τόσο πολύ με συνεκίνησε. Δεν επερίμενα από ένα τέτοιο παλιοκόριτσο να μιλεί με τόση στοργή για το παιδί της που δεν το 'χε γεννήσει ακόμα. Αλλά εκτός απ' αυτό έχει και κάτι ιδέες, κάτι παράξενες, αλλόκοτες ιδέες, που άμα τις ακούσετε θα φρίξετε. Πού στην οργή ξεφύτρωσαν αυτά τα πράγματα μέσ' το μυαλό αυτουνού του κοριτσιού, μου φαίνεται μυστήριο. Αλλά αυτά πια αύριο, γιατί τώρα περιμένω βίζιτες και πρέπει να φύγω».
   Σηκώθηκε κι έφυγε η κυρά της Δέσπως, αλλά τα τελευταία της λόγια έβαλαν μέσα στο μυαλό της Έλλης μια ακόμη περιέργεια που, μαζί με την άλλη, τα ρέστα τα ήξεραν όλες, είχαν σχηματίσει ένα τεράστιο ερωτηματικό που την εβασάνιζε τρομερά. Τι ιδέες λοιπόν ήσαν αυτές που θα φρίξει κανείς άμα τις ακούσει; Και άραγε θα τα 'λεγε αυτή η κυρία μπροστά της ή μήπως για χατήρι της πάλι, θα 'λεγε άκρες μέσες και θ' αποσιωπούσε τα κυριότερα σημεία;
   Έτσι σκεφτότανε η Έλλη και μολονότι κατά βάθος δεν την αδικούσε για την καλύπτρα που έριξε στη διήγησή της, εν τούτοις ήταν αγανακτισμένη γιατί ο πόθος της να μάθει αυτά τα μυστηριώδη ρέστα ήτανε τυραννικός. Βέβαια δεν ήταν κι αυτή μικρό παιδί, μπορούσε αξιόλογα να τα συμπληρώσει εκείνα που δεν άκουσε. Αλλά το συμπλήρωμα το δικό της θα ήταν ψεύτικο, φανταστικό, υποθετικό, και ήθελε την αλήθεια, τη φυσική αλήθεια ήθελε να μάθει. Ώρα πολλή παράδερνε μέσα στον κυκλώνα των ηδονιστικών αυτών σκέψεων, ώσπου άραξε επιτέλους σε μια ιδέα: Καθώς ήταν ξαπλωμένη ολόγυμνη  απάνω στο κρεβάτι, τυλίχτηκε με το σεντόνι όπως όπως, έβαλε και το χέρι της μπροστά στα μάτια και, έχοντας βοηθούς την αναμμένη της φαντασία και το σκοτάδι, προσπαθούσε να αναπαραστήσει το ρόλο της Δέσπως την στιγμή που άκουσε το Λάμπρο ν' ανεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια. Το ρόλο της Δέσπως τον κρατούσε αυτή, ποιος όμως θα παίξει το ρόλο του Λάμπρου; Ποιος άλλος παρά ο Φώτης. Και ποιος ήταν ο Φώτης; Ένα παιδί είκοσι δύο χρονών, ένας νησιώτης δυνατός σαν ταύρος κι ωραίος σαν Απόλλωνας. Κι ήταν ακόμα αθώος και αγνός, σαν τα λουλούδια που ξεφυτρώνουν στις βουνοκορφές. Αυτός ήταν ο Φώτης. Ποτέ του δεν είχε ταξιδέψει πέρα απ' τ' ακρογιάλι του χωριού του, παρά μονάχα τώρα που ήρθε στην Αθήνα για να τελειοποιήσει την τέχνη του, κοντά στο θείο του, το μαστρο - Γιακουμή, που είχε το μαγαζί του δυο δρόμους παρακάτω από το σπίτι της Έλλης.
   Μόλις θα 'χουν περάσει δυο μήνες από τον καιρό που πρωτοείδε το Φώτη η Έλλη. Χρειάστηκε τότες κάποιο μερεμετάκι και ειδοποίησε το μαστρο - Γιακουμή. Εκείνος, αντί άλλου, έστειλε επίτηδες τον ανιψιό του, μόνο και μόνο για να ξεθαρρέψει το παιδί, να συνηθίσει την πιάτσα. Ο Φώτης έβαλε αμέσως μερικά εργαλεία στο ζεμπιλάκι του και, καθώς ήταν, τράβηξε για το σπίτι της Έλλης. Μόλις βγήκε έξω οι άλλοι μαστόροι έμπηξαν τα γέλια. Βρε το ζώον, μπρε αυτός είναι ντιπ κουτάβι. Όπως ήτανε στον πάγκο του και δούλευε έτσι πάει να παρουσιαστεί και στο ξένο σπίτι. - Ε, ο κακομοίρης, βρέθηκε κάποιος κι είπε, είκοσι μερών Αθηναίος είναι τι να σου κάνει; -Τι θέλω να μου κάνει; λέει ένας άλλος, μα έτσι πάλι; Ξεσκούφωτος, χωρίς σακάκι, χωρίς καπέλο, μοναχά με το πουκάμισο και κείνο ανεβασμένα τα μανίκια πάνω απ' τον αγκώνα και ξεκουμπωμένος ο λαιμός του ίσαμε το στήθος; Έτσι, έτσι παρουσιάζονται στ' αφεντικά; 
   Οι μαστόροι δεν ήξεραν ή δεν τους ήρθε καθόλου στο νου πως όποιος φορεί την ομορφιά φορεί τα καλύτερα ρούχα του κόσμου.
   Ο Φώτης πήγε για ένα απλό μερεμετάκι κι όμως κοντεύει μεσημέρι και βρίσκεται ακόμη στης Έλλης το σπίτι. Η κακομοίρα η Έλλη τόση χαρά αισθανότανε να τον βλέπει, που πήγε και ξετρύπωσε ένα σωρό μικροδουλίτσες, άχρηστες, εντελώς περιττές, μόνο και μόνο για να τον κρατάει όσο μπορούσε πιο πολλή ώρα κοντά της. Αλλά επιτέλους και οι δουλειές τελείωσαν και το μεσημέρι ήρθε κι ο Φώτης μάζεψε τα εργαλεία του να φύγει. Την τελευταία στιγμή του είπε: «Α, αλήθεια, καημένε, αυτή την κορνίζα την ξεχάσαμε και είναι μια όμορφη κορνιζούλα, πάρτηνε μαζί σου κι άμα τη διορθώσεις -λίγο κόλλημα θέλει- μου τη στέλνεις». Λέγοντας αυτά είχε ανεβεί απάνω σε μια καρέκλα να την φθάσει, στο κατέβασμά της όμως άνοιξαν οι σούστες της ρόμπας της και φάνηκε το πόδι της πάνω από το γόνατο. Το πόδι της Έλλης δεν ήταν τυχαίο και, καθώς ήτανε γυμνό, έκανε τα μάτια του Φώτη ν' αστράψουν. Την εντύπωση αυτή την πρόφθασε η Έλλη κι ο φουκαράς ο Φώτης, νομίζοντας πως τον ετσάκωσε σε κάτι απαγορευμένο, κοκκίνισε ντροπιασμένος και χαμήλωσε τα μάτια. Τι μεγάλα ματόκλαδα, θεέ μου! Τι ωραίο πρόσωπο! Της ήρθε να χιμήξει επάνω του, να χώσει τα δάχτυλά της μέσα στα σγουρά του μαλλιά και να φιλεί το ωραίο αυτό πρόσωπο χωρίς να πάρει αναπνοή, ώσπου να σταματήσει για πάντα! Όχι, μικρέ μου, μη ντρέπεσαι, δεν σε μαλώνω, να, ξανακοίταξε άμα θέλεις, έλα μονάχος σου και βγάλε μου τη ρόμπα μου, κομμάτιασέ την αν βιάζεσαι, γλυκέ μου. Κομμάτιασέ τα όλα όσα εμποδίζουν τα ωραία σου μάτια να χαρούν. Κι ακόμα, αν θέλεις, όρμησε σαν κατακτητής και λεηλάτησέ με. Δε θα σε μαλώσω, γλυκέ μου, δε θα σε μαλώσω.
   Εκόντεψε να σωριαστεί χάμω η δύστυχη την ώρα που πέρναγαν σαν αστραπές οι συγκλονιστικές αυτές σκέψεις μέσα από το μυαλό της. Ωστόσο τα κατάφερε και συγκρατήθηκε, του 'δωσε την κορνίζα και του ξανάπε πάλι, έτσι μηχανικά για να κρύψει την ταραχή της: «Άμα τη διορθώσεις, να την στείλεις». 
   «Πολύ καλά, κυρία», είπε ο Φώτης κι έφυγε.
   Εκείνη βγήκε στο μπαλκόνι και τον παρακολούθησε όσο που χάθηκε στο στρίψιμο του δρόμου. Ύστερα σωριάστηκε απάνω στο κρεβάτι της και έκλαιγε σαν να 'τανε μικρό παιδί.
   Από τότε δεν τον ξανάδε, δεν άφησε τον εαυτό της να τον ξαναδεί, μολονότι τον είχε μεσ' στο μυαλό της όλη μέρα. Τώρα όμως που χρειάστηκε κάποιος να παίξει το ρόλο του Λάμπρου, δεν μπορούσε να ήταν κανείς άλλος παρά μονάχα ο Φώτης. Και να ο Φώτης που ανεβαίνει τη σκάλα και η Έλλη ακούει τα πατήματά του, περνούν λίγες στιγμές, λίγες στιγμές αγωνίας και ο Φώτης μπαίνει στην κάμαρά της και στέκεται δίπλα στο κρεβάτι της και την κοιτάζει. Η Έλλη τον παρακολουθεί μέσα από τα κενά των δακτύλων της και περιμένει. Αλλά ο Φώτης δεν κάνει όπως ο Λάμπρος, δεν πάει να φύγει προς την πόρτα, στέκεται εκεί, χαμηλώνει μονάχα τα μάτια και κοκκινίζει, ακριβώς όπως εκείνη την ημέρα. Κι η Έλλη, όπως τότε, και κείνη ψιθυρίζει: «Έλα, γλυκέ μου, σαν κατακτητής και λεηλάτησέ με!» Και μεμιάς πετάει το σεντόνι από πάνω της κι αρχίζει να στριφογυρίζει το κορμί της ακριβώς όπως η Δέσπω, δεν πρόφτασε όμως να τελειώσει και βρέθηκε κουβαριασμένη στην αγκαλιά του Φώτη. Εβρέθηκε στην αγκαλιά του Φώτη κι ύστερα; Ύστερα σταμάτησε. Από 'κει και πέρα άρχιζαν τα περίφημα ρέστα που τα ήξεραν όλες. Εδάγκωσε τα χείλη της ίσαμε που τα μάτωσε. Αμ αυτά τα ρέστα, είπε με μανία, θα τα μάθαινε κι αυτή, θα τα μάθαινε χωρίς άλλο, αύριο κιόλας. Να πώς θα 'κανε: Θα σηκωνόταν το πρωί και θα πήγαινε κατευθείαν στην Κηφισιά να συναντήσει τη Δέσποινα, θα της έλεγε καθαρά και ξάστερα: Την Κυριακή όπως συνήθως έχεις δικαίωμα εξόδου, κάμε μου τη χάρη, σε παρακαλώ πολύ, έλα στο σπίτι μου, έχω ανάγκη να σου μιλήσω. Το ότι θα δεχόταν δεν είχε καμιά αμφιβολία η Έλλη. Και έτσι θα καθόντουσαν μονάχες τους ένα ολόκληρο απόγιομα να τα μιλήσουν και να τα πουν όλα με κάθε λεπτομέρεια. Αλλά εκείνο που την έκανε να πετάει από τη χαρά της ήτανε το ότι θ' άκουγε μαζί με τ' άλλα και κείνες τις παράξενες ιδέες που, καθώς έλεγε η κυρά της Δέσπως, ήτανε να φρίξει κανείς.
   Αυτή η σκέψη γαλήνεψε την ταλαιπωρημένη της ψυχή και σιγά  - σιγά, ο ύπνος και η νυχτιάτικη δροσούλα την αποκοίμισαν βαθιά...
 
   «Πω! Πω! Καλέ τι αράχνες είναι αυτές. Για κοίταξε πώς κρέμονται από το ταβάνι», ξεφώνισε με φρίκη η Έλλη. «Καλέ κοντεύουν να 'γγίξουν χάμω, τι περίεργο πράμα είναι αυτό, αυτές είναι χρονών αράχνες» και όμως το πρωί το συγύρισε μονάχη της το δωμάτιο, πώς δεν τις είχε δει; «Ω, δυστυχία μου», έλεγε απελπισμένη, «πώς θα παστρέψω αυτή την κόλαση, πώς θα την παστρέψω;»
   «Θα σε βοηθήσω εγώ», αποκρίθηκε κάποια φωνή έξω από το δωμάτιό της. «Θα σε βοηθήσω εγώ και το δωμάτιό σου θα γίνει αληθινός παράδεισος, φτάνει να θέλεις». Μόλις ειπώθηκαν αυτά, ανοίγει η πόρτα με φόρα και μπαίνει μέσα ένα κορίτσι κρατώντας ένα κοντάρι μακρύ στα χέρια του. Ούτε την κοίταξε, ούτε της μίλησε καν παρά άρχισε γρήγορα γρήγορα να γκρεμίζει τις αράχνες με το κοντάρι που βαστούσε σαν να βρισκότανε στο σπίτι της. Η Έλλη πέφτοντας από κατάπληξη σε κατάπληξη κοίταζε σαν να τα 'χε χαμένα και παρακολουθούσε όλα αυτά τα παράξενα που γίνονταν στο δωμάτιό της, σαν να ήταν μια ξένη εκεί μέσα.
   Άξαφνα σταμάτησε η αναπνοή της και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, όχι από κατάπληξη τόσο, όσο από χαρά. Το όμορφο και προκομμένο κορίτσι που γκρέμιζε τις αράχνες δεν ήταν άλλο παρά η Δέσπω, καλά - καλά δεν την εγνώριζε, μόλις την είχε δει μια φορά όλη όλη, εν τούτοις ήταν βέβαιη πως αυτή ήταν η Δέσπω, χωρίς καμιά αμφιβολία ήταν αυτή.
   Τώρα πια με ησυχία και εμπιστοσύνη ανακάθισε στο κρεβάτι της επάνω και μοναχά με μια απλή περιέργεια παρακολουθεί τη Δέσπω να δει πότε θα τελειώσει για να τη φωνάξει κοντά της. Η Δέσπω όμως φαίνεται πως έχει ακόμη δουλειές με φούντες. Μόλις καθάρισε τις αράχνες ξαπλώθηκε κατάχαμα και, χώνοντας το χέρι της ίσαμε τον ώμο κάτω από ένα παλιό κομό, αγωνίζεται να τραβήξει κάτι. Η Έλλη άρχισε πάλι να τα χάνει. Το παλιό κομό αυτό ήτανε του πατέρα της και βρισκότανε πάντα στο δωμάτιό του, τώρα το βλέπει στο δικό της δωμάτιο. Ποιος το 'φερε εκεί μέσα, ποιος το κουβάλησε χωρίς να τη ρωτήσει; Μα κι η Δέσπω πάλι τι πράγμα είναι αυτό που θέλει να τραβήξει από 'κει κάτου και αγωνίζεται και ιδρωκοπά με τόση μανία; Εντείνει την προσοχή της και περιμένει ανυπόμονα. Επιτέλους σηκώθηκε η Δέσπω κατακόκκινη και λαχανιασμένη κρατώντας στα χέρια της ένα μεγάλο βιβλίο. Η Έλλη απορεί. Υπήρχε ένα τέτοιο βιβλίο μέσα στο σπίτι της κι αυτή δεν το 'χε δει ποτέ; Α, μπα! Πώς είναι δυνατόν! Κάποιο από τα δικά της βιβλία θα 'ναι αλλά δυσκολεύεται να το γνωρίσει, επειδή εκεί κάτω που ήταν πεταμένο το είχαν παραμορφώσει οι σκόνες και οι αράχνες. Αλλά πάλι όχι, δε θα 'τανε δικό της. Τέτοιο μεγάλο βιβλίο σαν Ευαγγέλιο ποτέ δεν είχε αγοράσει, έπειτα το χρώμα του ήταν εντελώς άγνωστο. Αλλά μήπως το διακρίνει και καλά τι χρώμα έχει; Πότε το βλέπει άσπρο, πότε μαύρο, πότε κόκκινο και κάποτε όλα τα χρώματα μαζί. Εν τω μεταξύ η Δέσποινα το είχε καθαρίσει και το κρατούσε στα χέρια της, καμαρώνοντάς το, με μια φουντωμένη χαρά και ευτυχία στο πρόσωπό της. Αυτό όμως δεν βάσταξε πολύ, ύστερα από λίγο άλλαξε έκφραση και μ' ένα πικρό παράπονο είπε, κοιτάζοντας το βιβλίο ευλαβικά και στοργικά: «Κακόμοιρη ζωή πώς σ' έχουν καταντήσει». Μα την ίδια στιγμή βλέπει και μόνη της η Έλλη πως στο εξώφυλλο του βιβλίου είναι γραμμένη με γράμματα που λάμπουν σαν φως η λέξη «ΖΩΗ».  Αυτό την ενθουσίασε τόσο που είπε δυνατά: «Κρίμα να 'χω στα χέρια μου τόσο καιρό ένα τέτοιο βιβλίο και να μη το 'χω διαβάσει». Τότε ακούστηκε μια φωνή σαν να μιλούσε το ίδιο το βιβλίο, αλλά με τη φωνή της Δέσποινας και είπε: «Εμένα δεν με διαβάζουνε, εμένα με γράφουνε όσοι σέβονται τον εαυτό τους και το Θεό τους». Μόλις τελειώσαν τα λόγια αυτά, ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε, η πόρτα άνοιξε διάπλατη και ένα πλήθος γυναικών όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Το δωμάτιο χωρίς ν' αλλάξει την όψη του, είχε μεγαλώσει κι είχε γίνει σαν μια πλατεία απέραντη και η πλατεία αυτή ήταν πλημμυρισμένη από μυριάδες γυναικών που οι περισσότερες απ' αυτές ήσαν γεροντοκόρες. Χειρονομούσε το πλήθος αυτό απειλητικά και φώναζε τόσο άγρια εναντίον της Δέσποινας, που νόμιζε κανείς πώς όλος αυτός ο γυναικόκοσμος είχε καταληφθεί από μανία παραφροσύνης. Αλλά η Δέσποινα ήταν ανεβασμένη κιόλας απάνω στο κομό και χαρωπή, μειδιούσε στα πλήθη, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της το μεγάλο βιβλίο της «Ζωής». Θεέ μου, πόσο ψηλά ανέβηκε η Δέσποινα. Δεν είναι πια το παλιό κομό που την υποβαστάζει, το παλιό κομό γίνηκε ένα πανύψηλο μαρμάρινο βάθρο γιομάτο στολίδια και λουλούδια. Από 'κει πάνω με δυνατή φωνή που έφθανε σαν σάλπιγγα στ' αυτιά του πλήθους, εφώναξε η Δέσποινα:
   «Τι θέλετε, τι ζητάτε, μήπως το βιβλίο της ζωής; Ιδού αυτό». Και έδειξε το βιβλίο, κρατώντας το ψηλά πάνω από το κεφάλι της, προς όλες τις διευθύνσεις.
   «Όχι, όχι», ακούστηκαν πολλές φωνές από το πλήθος, «δεν θέλουμε τίποτα από σένα, εκείνο που θέλουμε είναι να σου δώσουμε την απάντηση που σου πρέπει για τα λόγια που είπες πρωτύτερα. Όποιος σέβεται τον εαυτό του και το Θεό του, είπες ε;»
   «Ναι, αυτό είπα, κι είπα την αλήθεια».
   Έξω φρενών μια που πίσω της έχει και πολλές άλλες απαντά:
   «Μια ανήθικη πράξη, μια άτιμη πράξη δεν είναι σεβασμός ούτε προς το Θεό σου, ούτε προς τον εαυτό σου».
    «Όταν ανθίζει το δένδρο κάνει μια ανήθικη πράξη;»
   «Το δένδρο είναι δένδρο, δεν είναι άνθρωπος και μη μου τα στρίβεις, έξυπνή μου. Κανένα δένδρο δεν καταδίκασε το άλλο γιατί το είδε ανθισμένο. Η αφεντιά σου όμως να δούμε πού θα 'βρει τόπο να σταθεί μεθαύριο και ποιος θα καταδεχθεί να σου πει και μια καλημέρα ακόμη. Στάσου, κορούλα μου, μη βιάζεσαι, στάσου να φουσκώσει η κοιλίτσα σου λιγάκι και τότε τα κουβεντιάζουμε. Τότε και μεις με τη σειρά μας θα σου πούμε ποιος είναι ο σεβασμός και προς τον Θεό σου και προς τον εαυτό σου. Και θα σου μιλήσουμε ακόμη με τον τόκο, θα σου πούμε για κάτι νόμους κοινωνικούς που τους λένε και που τους σέβονται όλοι οι άνθρωποι, εκτός από σένα».
   «Είμεθα σύμφωνοι, μάλιστα, κανένα δένδρο δεν κατηγόρησε βέβαια ποτέ το άλλο για την άνθησή του, ξέρετε όμως το γιατί; Όχι, δεν το ξέρετε, θα σας το πω εγώ, είναι πολύ απλό -γιατί ανθίζουν όλα και ανθίζουν όλα γιατί καθένα έχει τις ρίζες του. Έχει δικές του ρίζες, εντελώς δικές του ρίζες, κάθε δένδρο. Αυτό είναι όλο. Αφήσετε και σεις τις ρίζες του ατομισμού σας να χωθούν και να σκάψουν ελεύθερα στο μεγάλο χωράφι της ζωής, αφήσετέ τις να θεριέψουν και να στερεωθούν. Πάψετε να είσθε παράσιτα των οικογενειών σας. Πάψετε να εξαρτάσθε από τους άλλους και τότε θα δείτε τι όμορφα που στέκει στον άνθρωπο η λευτεριά. Τότε θα δείτε πως όταν δεν εξαρτάσθε από κανένα, κανένας δε θα 'χει το δικαίωμα να κανονίζει τη ζωή σας σύμφωνα με το γούστο του. Τα δένδρα των βουνών της πατρίδος μου θυμάμαι, τώρα που σας μιλώ. Είδα δενδράκια μικρά να φυτρώνουν απάνω σε βράχους ολόξερους χωρίς μια στάλα χώμα. Είδα τις ριζούλες των που ήσαν ίδιες κλωστές να χώνονται σταθερά μέσα στις χαραμάδες του βράχου και είδα τις κλωστές αυτές, χοντρότερες και δυο και τρεις φορές από το παλαμάρι, να έχουν σπάσει το βράχο και να 'χουν στήσει απάνω του γερά κι ατράνταχτα ένα ωραίο και υπερήφανο δένδρο γιομάτο ζωή, γιομάτο ακμή. Ε! Ήταν ένα θαυμάσιο θέαμα το δένδρο αυτό και για τη σκέψη και για την όραση κάθε παρατηρητού που θα μπορούσε να δει λιγάκι πιο βαθιά από τον άλλο κόσμο. Εκεί να βλέπατε με τι πεποίθηση δεχότανε το πάλεμα με τον αγέρα και με όλα τα άλλα στοιχεία της φύσεως και πώς τα 'παιρνε σαν παιγνίδι, σαν να τους έλεγε: Ελάτε να παίξουμε, δεν σας φοβάμαι. Οι ρίζες μου είναι τόσο δυνατές. Μη μου επαναλάβετε: Τα δένδρα είναι δένδρα, δεν είναι άνθρωποι, γιατί κάνετε λάθος. Και τα δένδρα και οι άνθρωποι και κάθε άλλη ζωική εκδήλωσις κάτω από τον ίδιο νόμο δουλεύουνε. Κάτω από το νόμο της αναπαραγωγής, κάτω από το νόμο της διαιωνίσεως του είδους. Ανθίζουν τα δένδρα, ανθίζουν οι άνθρωποι, ανθίζουν τα πάντα, όταν ακούσουν τη θεία αυτή προσταγή. Το ίδιο έκαμα και εγώ. Έδωσα τα του θεού τω θεώ και τα του ανθρώπου των ανθρώπω. Γιατί λοιπόν η κοινωνία θα με καταδικάσει, γιατί θα με περιφρονήσει; Ποιον έβλαψα, ποιον αδίκησα; Ποιον αδίκησα με την πράξη μου αυτή που εξαιτίας της με φωνάζετε άτιμη και ανήθικη; Θα ήμουν μήπως ηθική και τίμια αν έκαμα όπως εκάνατε εσείς; Είσθε ηθικές και τίμιες εσείς», και έδειξε πολλές μέσα στο πλήθος, «επειδή επνίξατε τα παιδιά σας και για να μην ανακαλυφθούν τα ίχνη τους, τα δώσατε στους σκύλους να τα φάνε; Ή εσείς», και έδειξε άλλες, «που τα θάψατε ζωντανά στα χωράφια, ή εσείς εκεί κάτω που τα κομματιάσατε για να χωρέσουν  μέσα στις καταβόθρες των σπιτιών σας; Αυτή είναι λοιπόν η ηθική, αυτή είναι η τιμιότης! Να την χαίρεσθε και σεις και η κοινωνία σας που σας την επέβαλε. Εγώ, τι θα κάμω εγώ, ρωτάτε; Να σας το πω αμέσως. Το παιδί μου στην αγκαλιά -την τρομερή αυτή απόδειξη της ατιμίας μου- και θα βγω στον κόσμο να διαλαλήσω την ανηθικότητά μου, αυτό θα κάμω. Ο κόσμος; Ας πει ό,τι θέλει ο κόσμος. Για μένα δεν θα υπάρχει ούτε αυτός, ούτε τα λόγια του τα πικρά, ούτε η περιφρόνησή του, μονάχα το παιδί μου θα υπάρχει. Αυτό θα βλέπω, αυτό θα ακούω κι αυτό θα είναι όλος ο κόσμος για μένα. Όσο για την τιμή και την ηθική που χαίρεσθε σεις, ας μη μ' αξιώσει ο Θεός ποτέ να σας μιμηθώ για να την αποκτήσω».
   «Μη μας κατηγορείς και μη μας κάνεις τη σπουδαία γιατί ίσια κι όμοια με μας δεν είσαι, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ μας. Εμείς εσφάλαμε ή μάλλον μάς έσυραν εις το σφάλμα άλλοι, αλλά δεν εχάσαμεν ούτε τη συνείδησή μας ούτε τη φιλοτιμία μας και, μόλις αντιληφθήκαμε το κακό που μας έκαμαν, δεν εδιστάσαμε να μεταχειρισθούμε κάθε μέσο για ν' αποκτήσουμε την υπόληψή μας απέναντι της κοινωνίας. Ευτυχώς τα καταφέραμε, ο κόσμος δεν έμαθε τίποτα και τώρα πια, δόξα σοι ο Θεός, είναι σαν να μην έγινε τίποτα. Εσύ όμως εντελώς αντίθετα από μας, το θέλησες μονάχη σου και μάλιστα μεταχειρίστηκες κάθε ξετσιπωσιά για να το επιτύχεις. Για το ίδιο πράγμα που κλαίμε μεις, διότι μας συνέβη, καυχάσαι συ διότι το κατόρθωσες. Αυτό είναι αρκετό νομίζουμε ν' αποδείξει πόσο υψηλά βρισκόμαστε εμείς και πόσο χαμηλά κυλιέσαι εσύ».
   «Εγώ είμαι πολύ χαμηλά, εσείς πολύ υψηλά, αυτό πάει καλά. Η κοινωνία δεν ξέρει τίποτα και είναι σαν να μην έγινε τίποτα. Αυτό μου φαίνεται πως δεν πάει και τόσο καλά. Η κοινωνία, ναι, δεν ξέρει τίποτα, ξέρει όμως κάποιος άλλος -αυτός ακριβώς που εδοξολογήσατε προ ολίγου. Όταν θα σας ρωτήσει λοιπόν αυτός ο κάποιος:  Τι κάματε τα παιδιά σας; Τι κάματε τα παιδιά μου; Τι απάντηση θα του δώσετε δυστυχισμένες; Μήπως την απάντηση που του 'δωσε ο Κάιν;...»
   Εσώπασαν αυτές και υπεχώρησαν λίγο, αλλ' αμέσως ήρθαν μπροστά άλλες, που με την ίδια ορμή και με το ίδιο ύφος άρχισαν να λένε:
   «Βέβαια, έκαμαν λίγο άσκημα αυτές, αλλά και συ έκαμες επίσης άσχημα. Δεν υπάρχουν μήπως άλλες καταστάσεις, δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι παρά μοναχά εκείνος που τράβηξες εσύ κι εκείνος που τράβηξαν εκείνες; Ο δικός μας δρόμος δεν σου άρεσε; Δεν μπορούσες να περιμένεις; Πώς περιμένουμε εμείς; Ή μήπως νομίζεις πως μονάχα το δικό σου αίμα βράζει; Αμ, τα ξέρουμε και μεις αυτά και τα αισθανόμεθα, ίσως περισσότερο κι από σένα, αλλά βλέπουμε και λιγάκι παραπέρα, βλέπουμε το κατόπιν και γι' αυτό περιμένουμε. Δεν θέλουμε να ντροπιάσουμε τις οικογένειές μας. Δεν θέλουμε να σκύβουν το κεφάλι τους εξαιτίας μας. Θέλουμε το μέτωπό μας να είναι καθαρό και τίμιο μπροστά στον κόσμο για να μπορούμε να αντικρίζουμε τον καθένα υπερήφανα. Έτσι είμαστε μεις, τα δαμάζουμε εμείς τα πάθη μας, τα κυβερνούμε εμείς. Δεν τ' αφήνουμε να μας ρεζιλέψουν. Εδώ σε θέλω, αν είσαι παλικάρι, να καθίσεις να περιμένεις. Τον ίδιο το χάρο να περιμένεις για γαμπρό, αν δεν σου τύχει άλλος. Αν όμως έρθει βολικά η τύχη και παντρευτείς κάποτε, θα μπεις μέσα στο σπίτι του αντρός σου τίμια και δοξασμένη. Θα μπεις μέσα στο σπίτι σου με τις ευλογίες της εκκλησίας και με τις ευχές των γονιών σου, με όλου του κόσμου τις ευχές. Μάλιστα αυτός είναι ο δρόμος, ο σωστός δρόμος και όχι αυτές οι πομπές και τα ρεζιλίκια που κατασκεύασες του λόγου σου κι έχεις και την αξίωση να σε μιμηθεί όλος ο κόσμος. Τι διάβολο, την αλεπού με την κομμένη ουρά θέλεις να μας παραστήσεις; Τα δένδρα τ' ανθισμένα, λέει, και θα κάμεις όπως κάνουνε τα δένδρα κι ένα σωρό άλλες αερολογίες. Ορίστε, κόπιασε, πήγαινε να ζήσεις με τα δένδρα και κάμε όπως αρέσει εις τα δένδρα. Αν όμως μείνεις με τους ανθρώπους, οφείλεις να κάμεις όπως αρέσει εις τους ανθρώπους. Οφείλεις δηλαδή να υπακούσεις και να σεβασθείς τους νόμους των, τους κοινωνικούς νόμους, αλλιώς η τιμωρία, μια τιμωρία σκληρή και σύντομη, σε περιμένει. Αυτός είναι ο λόγος που ανάγκασε κι αυτές τις δυστυχισμένες να φθάσουν ίσαμε το έγκλημα. Εγκλημάτισαν για να σωθούν και να σώσουν. Κακό και ολέθριο βέβαια το έγκλημα, αλλά τι να κάμουν; Ήταν ανάγκη να καταφύγουν ίσαμε αυτό για να προλάβουν άλλα εγκλήματα μεγαλύτερα και περισσότερα. Άλλωστε δε μπορείς ν' αρνηθείς και συ η ίδια τι πετσοκομός θα γινότανε με τις οικογένειές των και με τις οικογένειες των απατεώνων αν συνέβαινε να μαθευτεί το πράγμα. Ή μήπως τολμάς να φαντασθείς πως, λέγοντας ότι υπετάχθησαν στους φυσικούς των νόμους, έφθανε και επομένως όλα θα τελείωναν μέλι γάλα; Αν είναι έτσι, να μας συμπαθάς, γιατί σε μας είναι αδύνατο να πιστέψουμε ότι μυαλό λογικού ανθρώπου είναι δυνατόν να παραδεχθεί αυτού του είδους τα σαχλολοήματα». 
   «Δυστυχώς», είπε η Δέσπω, «δεν είναι μονάχα αυτό που δε μπορείτε να πιστέψετε, είναι πολλά -όχι που δεν μπορείτε- αλλά που δεν αφήνετε το μυαλό σας ελεύθερο για να τα φθάσει. Έχετε τη νοοτροπία των σκλαβωμένων πουλιών. Δεν λέω για τα πουλιά που οπωσδήποτε εγνώρισαν τη λευτεριά, λέω για κείνα που γεννηθήκανε από σκλάβους γονείς μέσα στο κλουβί τους και που μέσα στο αίμα τους κληρονομικά έχουνε το μικρόβιο της σκλαβιάς. Γι' αυτά, το άπειρον αρχίζει από τη μια μεριά του κλουβιού και τελειώνει εις την άλλη και η απέραντος βλάστησις δεν είναι άλλο από το κιτρινιασμένο φυλλαράκι του μαρουλιού που πότε - πότε τους προσφέρουν. Ποτέ τους δεν αναπνεύσανε τον αέρα του δάσους, δεν ήπιανε ποτέ τους νερό κρύο από τον ποταμό, ποτέ δεν φάγανε τροφή που να την έχουνε βρει μοναχά τους. Ούτε του ανθισμένου κάμπου το θέαμα είδανε ποτέ, ούτε τα μύρα του αναπνεύσανε, ούτε στων δένδρων τις κορφές ανέβηκαν να κελαηδήσουν. Αλλά γιατί λοιπόν κακόμοιρα πουλάκια σας έδωσε η φύσις τα φτερά; Μήπως για να πετάτε από το ένα ξυλαράκι στο άλλο που, για ειρωνεία, σάς έχουν βάλει μέσα στο κλουβί; Φτωχά πουλάκια να ξέρατε τι θλιβερό θέαμα παρουσιάζετε! Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από τα λόγια, θα σας το πω ξεσκέπαστα. Σεις είσαστε τα πουλιά που παρουσιάζουν το θλιβερό θέαμα, τα αξιοθρήνητα πουλιά σεις είσαστε. Είσθε υποχρεωμένες, λέτε, να σέβεσθε τους κοινωνικούς νόμους που τους έκαμαν άνθρωποι και δεν είσθε υποχρεωμένες νομίζετε να σεβασθείτε τους φυσικούς νόμους που γένηκαν από το Θεό! Ξεχνάτε την οργή του Χριστού όταν πλησίασε τη συκιά και δε βρήκε καρπούς! Ξεχνάτε την κατάρα του; Ή το άλλο που είπε: Δένδρο μη φέρον καρπούς κόπτεται και εις πυρ βάλλεται. Αλλ' ας τα πούμε και χειροπιαστά. Αν η κότα σας δεν κάνει αυγά, την σφάζετε, αν η κατσίκα σας δεν γεννάει, την σφάζετε, αν το λουλούδι που έχετε στη γλάστρα σας δεν ανθίσει, το πετάτε στα σκουπίδια. Με ένα λόγο, κάθε ζωή που βρίσκεται κάτω από τα χέρια σας αν δεν σας φέρει άλλη ζωή καινούργια, την θανατώνετε. Έτσι μετράτε σεις, αυτό είναι το μοναδικό σας μέτρο και όμως υπάρχει μια τρομερή προειδοποίησις. Εν ω μέτρω μετρήτε, αντιμετρηθήσητε υμίν».
   «Ο Θεός ξέρει πόσο μεγάλος είναι ο πόθος μας να εξυπηρετήσουμε και τη ζωή και τους εαυτούς μας, αλλά ξέρει ακόμα και πως μας λείπει η δύναμις και γι' αυτό θα μας δικαιώσει. Πώς είναι δυνατόν μια γυναίκα μόνη της να ζήσει τα παιδιά της και τον εαυτόν της και μάλιστα τη στιγμή που θα είναι απ' όλο τον κόσμο στιγματισμένη, από δικούς και ξένους; Ξέρεις μονάχα να λες λόγια, εύκολα είναι τα λόγια, αλλά η πραγματικότης είναι που φανερώνει πόσα απίδια βάζει ο σάκος».
   «Έχετε όλη τη διάθεση αλλά ο Θεός ξέρει, λέτε, ότι σας λείπει η δύναμις, πολύ καλά, ξέρει ο Θεός, ξέρετε όμως και σεις ότι, αν την ζητήσετε, θα σας την δώσει τη δύναμη; Ζητήσατε και θα εύρητε, χτυπήσατε και θα σας ανοίξουν. Γιατί δεν το κάνετε αυτό; Η πραγματικότης δείχνει, λέει, κ.τ.λ. Ώστε δεν υπάρχει άλλη πραγματικότης παρά μονάχα η πραγματικότης του φυλακισμένου; Σας το 'πα και πριν, αναγκάζομαι να σας το ξαναπώ. Μένετε σφικτά αμπαρωμένες μέσα στην κοινωνική φυλακή και τα μάτια σας και η σκέψη σας και το αίσθημά σας δεν βλέπουν άλλο από τις αράχνες που κρέμονται από τους τοίχους της. Πραγματικότης φωνάζετε, αυτή είναι η πραγματικότης. Και μένετε μέσα στη φυλακή και πιστεύετε πως δεν υπάρχει άλλη παρά μονάχα αυτή. Ο ουρανός, ο ήλιος, ο αέρας και τόσες άλλες χαρές, που βρίσκονται στην απεραντοσύνη, είναι λόγια, πραγματικότης είναι μονάχα οι γυμνοσαλιάγκοι και οι αράχνες που βλέπετε μέσα στη φυλακή. Σε κάποια στιγμιαία ξαστεριά του μυαλού σας, είπατε, ναι, είναι ωραία αυτά που λες κι ο Θεός ξέρει πόσο τα ποθούμε κι εμείς, αλλά πώς; Δεν βλέπεις τα σίδερα; Ναι, τα βλέπω, το ίδιο ήμουνα κι εγώ κλεισμένη. Σα φούντωσε όμως η αγανάκτησις μέσα μου έγινα θεριό και τα κομμάτιασα αυτά τα σίδερα σαν να 'ταν καλάμια σάπια. Καλάμια σάπια γίνονται τα σίδερα μπρος στη θέληση τ' ανθρώπου που τον σουβλίζει ο πόνος της αδικίας. Μια σκληρή, μια τρομερή σφραγίδα απάνω στο μέτωπο. Όχι μονάχα στο μέτωπο, απάνω στην ύπαρξή σου, στην οντότητά σου ολόκληρη απλώνεται αυτή η σφραγίδα. Ύστερα όπου κι αν πας, όπου κι αν σταθείς, βλέπεις τα κεφάλια να σκύβουν πονηρά το ένα δίπλα στο άλλο και να ψιθυρίζουν χαιρέκακα. Γεροντοκόρη, να η γεροντοκόρη. Κατόπιν χάχανα πνιγμένα, βλέμματα ειρωνικά και λόγια σκληρά και βάναυσα που σου τρυπούν την ψυχή σαν σούβλες πυρωμένες μεσ' στο καμίνι της κολάσεως. Τι φταίω εγώ; ρωτάς. Τι φταίω 'γω; Και κλαις και ζητάς ευσπλαχνία. Του κάκου, όσο κλαις εσύ τόσο δυναμώνουν εκείνα, τόσο πιο δυνατά σε τρυπούν. Ο πόνος σου, ο καημός σου, η δυστυχία σου, η απελπισία σου είναι χαρά, είναι γλέντι τρικούβερτο για την κοινωνία, γλέντι τρικούβερτο είναι για την χυδαία αυτή πόρνη το δάκρυ σου κι ο εξευτελισμός σου. Και κουβαριάζεσαι συ μες στον εαυτό σου και ζαρώνεις κι όλο ζαρώνεις, ώσπου τα καταφέρνεις και γίνεσαι ένα σωστό μηδενικό, κλείνεσαι μέσα και λες: Με ξέχασαν, ησύχασα. Ποιος σου το 'πε; Την ίδια ώρα κιόλας έχουνε γράψει επάνω στο μηδενικό που σε σκεπάζει τη λέξη «Ράφι» με μεγάλα χτυπητά γράμματα. Εμπήκε στο ράφι, λένε, δηλαδή είσαι πεθαμένη για τη ζωή. Μ' όλα ταύτα η ζωή δεν συμφωνάει μαζί τους και εξακολουθεί να σου τραγουδάει το σκοπό της. Εσύ ακούς το γλυκό τραγούδι της και σκέπτεσαι. Τώρα πια που κατήντησα ένα μηδενικό κανείς δεν με προσέχει. Ποιος προσέχει τα μηδενικά; Ας αναπνεύσω, λες, είναι ευκαιρία, δεν θα με νοιαχτεί κανείς, ας αναπνεύσω λίγη ζωή. Ας αναπνεύσω έστω και μέσα στον κύκλο αυτό της μηδαμηνότητός μου. Τι; Να αναπνεύσεις; Όχι, να μην αναπνεύσεις, να πεθάνεις από ασφυξία, έτσι το θέλουμε εμείς. Ξέρεις ποιες είμαστε εμείς; Αντιπροσωπεύουμε την κοινωνία ολόκληρη. Η Τιμή, η Αρετή, η Ηθική, αυτές είμαστε μεις. Η Δικαιοσύνη, ρωτάς εσύ ταπεινά, είναι μαζί σας η Δικαιοσύνη; Σου πετούν τα σαρκαστικά τους γέλια για απάντηση και φεύγουν αφήνοντάς σε να πνιγείς μέσα στα δάκρυά σου. Την ώρα εκείνη, αν έχεις μέσα σου μια στάλα σεβασμό στον εαυτό σου και μια στάλα πεποίθηση στα χέρια σου, ότι μπορείς να ζήσεις με τα δικά σου χέρια, ε τότε, όρμησε σαν πληγωμένη τίγρις και πνίξε, ξέσκισε, τσαλαπάτησε όλες αυτές τις άτιμες Τιμές και Ηθικές -τις φαύλες αυτές θεότητες- και ξαπολύσου στους κάμπους της ζωής σαν το πρωτόβγαλτο αγρίμι. Τρέξε, τραγούδησε, κυλίσου, κάμε ότι θέλεις, ένα μονάχα πρόσεξε. Να μη σου φύγει ούτε στιγμή από το νου ότι είσαι υποχρεωμένη να ζήσεις μοναχή σου. Το όπλο σου, η δύναμή σου, είναι η ατομική σου εργασία. Το ξέχασες αυτό; Εχάθηκαν τα πάντα και μαζί μ' αυτά εχάθηκες και συ.  Το παραείπα και όμως θα το ξαναπώ ακόμα μια φορά. Η λευτεριά δεν κάνει παρέα παρά με κείνους μονάχα που την ταΐζουν με τα ίδια τους τα χέρια, με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Καταλάβετέ το αυτό, θέλω να το καταλάβετε καλά, εφαρμόστε το και ύστερα όλα τα άλλα είναι εύκολα. Πώς θα το εφαρμόσετε; Κάθε μια αναλόγως των προσόντων που έχει και των μέσων που διαθέτει. Εγώ δεν είχα ούτε τα εφόδια ούτε τα μέσα για να ζήσω μόνη μου, που πολλές από σας έχετε. Μ' όλα ταύτα δεν δείλιασα, άκουσα τη συνείδησή μου και τράβηξα το δρόμο που μου έδειχνε εκείνη, αλλά ας τα πω καλύτερα με τη σειρά.
   » Ο πατέρας μου δεν ήταν πλούσιος, οπωσδήποτε όμως είχε τη σειρά του. Μ' έμαθε λίγα γραμματάκια -έβγαλα το Ελληνικό σχολείο του τόπου μας-  και μ' ανάθρεψε όπως καταλάβαινε εκείνος. Προ έξι ετών -ήμουν τότε δεκαεννέα ετών- μου πρότεινε να πάρω για άντρα μου τον πλουσιότερο του χωριού μας, ένα γέρο κτηματία πενηντάρη, που τα λεφτά του τα είχε κάνει στην ξενιτιά. Αυτή τη λεπτομέρεια τη λέω για να καταλάβετε και σεις εκείνο που έλεγε ο κόσμος. Ήταν, έλεγαν, πολύ κακοστομαχιασμένος από τις απολαύσεις της ζωής. Όμως ο πατέρας μου δεν έβλεπε παρά μονάχα τα λεφτά του και τη φήμη του, αυτά του 'φτάναν, δεν ήθελε, δεν σκεπτότανε τίποτε άλλο. Δούλος κι αυτός, σκλάβος της κοινωνίας, δεν έβλεπε παρά μονάχα  όσα η μαγαρισμένη αυτή ψευτοθεά τον υποχρέωνε να δει με τα δικά της μάτια. Έλαμπε από χαρά σαν μου 'φερε την είδηση ότι αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος με ήθελε για γυναίκα του. Ξέρετε ποια ήταν η απάντησή μου; Όχι. Δεν τον θέλω, του είπα. Στην αρχή -μέρες πολλές- προσπαθούσε να με πείσει με το καλό. Η δική μου όμως απάντηση ήταν πάντα η ίδια. Όχι, δεν τον θέλω. Ώσπου μια μέρα αγριεμένος και τρομερός μου λέει: - Δεν έχεις το δικαίωμα εσύ να θέλεις και να μη θέλεις. Ό,τι θέλω εγώ είσαι υποχρεωμένη να το θέλεις και συ, και ό,τι δεν θέλω εγώ και συ δεν μπορείς να το θέλεις. Εγώ σ' έφερα στον κόσμο, εγώ σε μεγάλωσα, εγώ σε θρέφω μέχρι σήμερα, εγώ θα κανονίσω και το μέλλον σου όπως μ' αρέσει εμένα. Αυτό δα έλειψε να μας επιβάλεις του λόγου σου τη δική σου γνώμη. Άνθρωποι που τους θρέφουν άλλοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να έχουν γνώμη σε τίποτε, να υπακούουν μονάχα εκείνον που τους θρέφει, τίποτε άλλο. -Όσο γι' αυτό, πατέρα, που με έφερες στον κόσμο δεν σου χρωστάω τίποτε, αυτό το καταλαβαίνεις και μονάχος σου. Που μ' εμεγάλωσες; Γι' αυτό σ' ευχαριστώ και σ' ευγνωμονώ, αν κι είχες υποχρέωση να το κάμεις. Το μόνο που με υποχρεώνει απέναντί σου  αληθινά, πραγματικά, είναι το ότι με θρέφεις τώρα -τώρα που είμαι πια σε ηλικία να βγάλω το ψωμί μου μοναχή μου- αλλά ετελείωσε, από σήμερα και πέρα δε θα σε επιβαρύνω πια, πατέρα, ούτε μια πεντάρα. Εγώ θα τον θρέφω τον εαυτό μου, εγώ με τον κόπο μου. Μόνο και μόνο για να 'χω το δικαίωμα όταν θέλω να λέω θέλω κι όταν δεν θέλω να λέω δεν θέλω. Η απάντησή του ήταν ένα χαστούκι και μια βλαστήμια. -Σύρε στο διάολο, μου είπε, ξεκουμπίσου από μπροστά μου και να μη σε ξαναδούν τα μάτια μου, αχάριστο, ελεεινό πλάσμα. Ό,τι με πρόσταξε έκαμα, έφυγα από το σπίτι μου και μέχρι σήμερα δεν έδωσα τον κόπο στα μάτια του να με ξαναδούνε. Τώρα μας χωρίζει χάος πια. Αυτός νομίζει πως πήρα το δρόμο του διαόλου και μ' αποκλήρωσε, ενώ εγώ πιστεύω με όλη μου τη συνείδηση πως περπατώ το δρόμο του Θεού και τον αγαπώ. Τον αγαπώ τον πατέρα μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, όπως και δεν συνέβη. Όσα έκαμε και όσα είπε δεν ήταν θέλημα δικό του, ήταν το θέλημα των άλλων, το θέλημα της Κοινωνίας. Θα ρωτήσει κανείς: Μα επιτέλους τι είναι αυτή η Κοινωνία; Κανένα τέρας που καταπίνει όποιον δεν υπακούει στα προστάγματά της; Τι άλλο είναι η Κοινωνία παρά εγώ, εσύ, ο άλλος, ένα σύνολο τέλος πάντων ανθρώπων καμωμένο από εμάς τους ίδιους; Σύμφωνοι, αυτό είναι η Κοινωνία, αλλά το ακατανόητο, το τερατώδες είναι τούτο: Ότι ενώ ως σύνολο έχει μια ενιαία αντίληψη για όλα, ως άτομο διαφωνεί. Κάθε ένας χωριστά έχει εντελώς αντίθετα αισθήματα, αντίθετες αντιλήψεις για το καλό, για το κακό, για το δίκαιο, για όλα εν γένει τα πράγματα. Ό,τι κάνει ως σύνολο, το αρνιέται, το σιχαίνεται ως άτομο. Ο πατέρας μου, μια και μιλούμε γι' αυτόν, ας πάρουμε παράδειγμα τον πατέρα μου, γιατί νομίζετε επέμενε να με δώσει σ' αυτόν τον κύριο άνθρωπο; Είχε καμιά ιδιαίτερη εκτίμηση σ' αυτόν; Όχι. Ήξερε πολύ καλά ότι αν τον εχώριζες από τα λεφτά του δεν του 'μενε καμιά άλλη αξία. Αλλά τότε γιατί λοιπόν; Έχει εκτίμηση στην Κοινωνία, σου 'λεγε, τον εκτιμά και τον σέβεται όλος ο κόσμος. Όλος ο κόσμος τον εκτιμούσε και τον σεβότανε, στα καφενεία, στην εκκλησία, στην πλατεία, στην αγορά, αν κατόρθωνες όμως να μπεις κρυφά μέσα στο σπίτι του καθενός θ' άκουγες: Αν αφαιρέσεις τα λεφτά απ' αυτόν τον καμπόσο δεν μένει άλλο παρά ένα γουρούνι όρθιο. Μπράβο του, θα 'λεγε η Κοινωνία για τον πατέρα μου, τα κατάφερε κι έκαμε γαμπρό τον τάδε και θα θαύμαζαν, θα θαύμαζαν αν ήσαν έστω και δυο άνθρωποι που θα κουβέντιαζαν μαζί. Μόλις χωρίζανε όμως και θα βρισκότανε καθένας μοναχός του θα 'λεγε: Κρίμα το κορίτσι, το χαντάκωσε ο πατέρας του. Πάντα στον εαυτό του κανείς, όταν δεν τον ακούει άλλος, λέει την αλήθεια. Κι ο ίδιος ο πατέρας μου αυτό έλεγε στον εαυτό του, όταν βρισκότανε μόνος, την αλήθεια. Αλλά η αλήθεια δεν μπόραγε να φθάσει ίσαμε τ' αυτιά του, την έπνιγε η μεγάλη βοή της ψευτιάς, η μεγάλη βοή της Κοινωνίας. Εύγε του τάδε τι έξυπνος άνθρωπος, τι όμορφα που τα κατάφερε, έκαμε γαμπρό του τον τάδε, αυτόν τον σπουδαίο, τον σημαντικό άνθρωπο! Εύγε του!
   Αυτή η βοή θα 'βγαινε απ' όλο το χωριό, όλη η κοινωνία του χωριού θα ξελαρυγκιαζότανε να διαλαλήσει αυτή τη μεγάλη ψευτιά. Το επεισοδιάκι αυτό είναι πολύ μικρό κι ασήμαντο, απέναντι των εγκλημάτων που γίνονται εν ονόματι της σκληρής αυτής μέγαιρας. Ξέρω αδερφό -και υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι αδερφοί- που έφαγε την προίκα της αδερφής του, γλεντώντας και πίνοντας. Προίκα όχι κληρονομική, προίκα καμωμένη και εξαγορασμένη με τα μάτια της -γιατί κινδύνεψε να χάσει το φως της από το σκύψιμο μέρα και νύχτα απάνω στη βελόνα. Την προίκα αυτή -τα μάτια και την υγεία της αδερφής του- την πήρε ο αδερφός δήθεν για εμπορική επιχείρηση, πραγματικά όμως για να την σπαταλήσει όπως είπα, με τον πιο ασυνείδητο τρόπο. Και όταν κι αυτή κουρασμένη και απογοητευμένη -γιατί ήταν καληώρα σαν και μας μεγαλοκοπέλα- έγειρε το πονεμένο της κορμί σε κάποια αγαπημένη αγκαλιά, παρουσιάστηκε ο προστάτης της ηθικής, ο περίφημος αδερφός και της εφύτεψε μια σφαίρα στο στήθος. Μια σφαίρα αγορασμένη με τα λεφτά της, με τα ίδια της τα λεφτά που έχυσε τα μάτια της για να τ' αποχτήσει. Και σηκώθηκε πάλι η ίδια βοή μέσα από το λαρύγγι αυτής της μέγαιρας, η ίδια βοή της ψευτιάς κι έπνιξε την αλήθεια. Ύστερα ειπώθηκαν τα καλύτερα λόγια για το κακούργημα. Του κακούργου το κεφάλι το στεφάνωσαν με τα πιο διαλεχτά άνθη του κήπου της ηθικής και μοναχά για το ματωμένο στήθος της κόρης δεν βρέθηκε ούτε ένα χαμομήλι! Κανένα λουλούδι δε βρέθηκε, μοναχά τσουκνίδες. Με τις τσουκνίδες τον σκέπασαν τον μαρτυρικό τάφο αυτής της δυστυχίας. Ε λοιπόν φτου, ένα εκατομμύριο φορές φτου, επάνω στα μούτρα αυτής της ηθικής. Χίλια εκατομμύρια φτυσίματα απάνω στην ψυχή, απάνω στη συνείδηση εκείνων που πιστεύουνε αυτή την ηθική, αυτή τη δικαιοσύνη. Αλλά ας την κλείσουμε πια αυτή την παρένθεση, πού να βρούμε άκρη, τα κατορθώματα αυτού του είδους είναι άπειρα, και ας ξαναγυρίσουμε στην ιστορία που σας έλεγα -στην ιστορία μου. Έλεγα λοιπόν ότι, ύστερα από το επεισόδιο που έγινε με τον πατέρα μου, έφυγα από το σπίτι μας. Μπορούσα βέβαια και να μη φύγω, γιατί αυτά που μου 'πε ο πατέρας μού τα είπε απάνω στο θυμό του και δε θα 'φθανε βέβαια ποτέ εις το σημείο να με πετάξει έξω από το σπίτι, αλλά τι τα θέλετε, ύστερα από τα λόγια που ανταλλάξαμε ήταν φανερό πως μια μέρα γλυκιά δεν θα ξημέρωνε πια για το σπίτι μας, αν εξακολουθούσα να μένω εγώ κει μέσα. Ήξερα καλά το χαρακτήρα του πατέρα μου, ήταν πεισματάρης και αυταρχικός, αλλά και 'γω (το 'ξερα επίσης καλά κι αυτό) στα δυο αυτά σημεία, ελαττώματα ή προτερήματα -αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις- ήμουν το ίδιο και χειρότερη από τον πατέρα μου. Θα επέμενε λοιπόν αυτός να υποκύψω στη θέλησή του, θα επέμενα και 'γω να αρνούμαι και ο Θεός ξέρει ως πού  μπορούσε να φθάσει αυτή η κατάσταση. Μα δυο φορές αν ξαναγινότανε αυτή η σκηνή -που θα ξαναγινότανε ασφαλώς- δεν είναι καθόλου υπερβολικό να σας πω ότι θα με σκότωνε. Δεν ήταν κακής ψυχής ο πατέρας μου αλλά επάνω στο θυμό του δεν ήξερε τι έκανε. Γι' αυτό εσκέφθηκα ότι έπρεπε να φύγω και ότι η φυγή μου ήταν το μικρότερο κακό που μπορούσε να πάθει η οικογένειά μου εξαιτίας μου. Φεύγοντας εστερήθηκα τη μάνα μου και τα δυο μικρότερά μου αδερφάκια, που τόσο λαχταρούσα γι' αυτά, με μια λέξη έχασα όλα όσα είχα αγαπήσει στη ζωή μου ίσαμε εκείνη τη στιγμή. Αυτά τα έχασα αλλά εκέρδισα ένα άλλο, εκέρδισα το πολυτιμότερο αγαθό για έναν άνθρωπο που σέβεται τον εαυτό του, εκέρδισα την ατομική μου ελευθερία. Αλλά θα μου πείτε, αύριο γίνεσαι μητέρα και τότε η ατομική σου ελευθερία πάει περίπατο, τι θα πρωτοκοιτάξεις τον εαυτό σου ή το παιδί σου; Σας απαντώ. Για τη λογική εκείνων που έχουν παρατήσει τη θέλησή τους και τη φρόνηση ακαλλιέργητες και περιμένουν από τους άλλους να σκεφθούν και να θελήσουν για λογαριασμό τους, για κείνες βέβαια το πράγμα είναι απείρως τραγικό. Γι' αυτές δεν υπάρχει άλλο από την ταπείνωση, τα δάκρυα, τη συντριβή, τον εξευτελισμό και τέλος το έγκλημα! Για όσες όμως έχουν σφυροκοπήσει τη θέλησή τους, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν θέλω να πω πως είμαι αξιότερη από σας, θέλω να πω μονάχα ότι εγώ ετόλμησα και εμπιστεύθηκα τον εαυτό μου, στον εαυτό μου. Τίποτε άλλο. Και τώρα ακούσατε πόσο ωραία μπορεί να τα καταφέρει ο εαυτός μας, όταν θελήσουμε να του δώσουμε την εμπιστοσύνη μας. Δουλεύω οχτώ χρόνια. Οχτώ χρόνων μισθοί με περιμένουν στην τράπεζα. Τα χρήματα αυτά μαζί με τους τόκους υπολογίζω ότι με φθάνουν να περάσω, ώσπου να γίνει το παιδί μου τριών, ίσως και τεσσάρων ετών. Ύστερα...  Ύστερα, έχω αυτά. Κι έδειξε τον ουρανό και τα χέρια της. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο στον άνθρωπο είναι η εμπιστοσύνη και η πεποίθηση στον εαυτό του. Δόξα σοι ο Θεός, δεν μου λείπει ούτε το ένα ούτε το άλλο, είμαι ολωσδιόλου ήσυχη, για τίποτε δεν ανησυχώ, μάλιστα ανυπομονώ και λαχταρώ πότε να σφίξω το παιδί μου στην αγκαλιά μου. Η ευτυχία μου τη στιγμή εκείνη δεν θα μετριέται με τίποτε στον κόσμο, μοναχά ο πόνος άλλων δυστυχισμένων γυναικών που θα βρεθούν στην ίδια με εμέ θέση -αλλά που η ψυχή τους και το μυαλό τους θα στενάζουν από το βάρος της κοινωνικής ψευτιάς- μοναχά αυτονών ο πόνος κατ' αντίστροφο διεύθυνση θα μπορούσε ίσως να φθάσει το βαθμό της χαράς μου και της ευτυχίας μου. Ίσως τη στιγμή αυτή φτερουγίζει μέσα στο μυαλό σας η σκέψη: «Ένα αηδόνι δεν φέρνει την άνοιξη». Αλλά γιατί να σκέπτεσθε έτσι; Δεν είναι τ' αηδόνια που φέρνουν την άνοιξη, η άνοιξη φέρνει τ' αηδόνια. Η άνοιξη της ζωής σάς έχει φέρει όλες εσάς για να την τραγουδήσετε, γιατί δεν την τραγουδάτε; Τι περιμένετε; Τι περιμένεις τυραννισμένη ψυχή; Τι περιμένεις Ασημίνα; Μιλώ στην Ασημίνα επειδή ξέρω λεπτομερέστερα τη ζωή της, τα λόγια μου όμως θα 'ναι για όλες σας, γιατί όλες σας λίγο πιο 'δω λίγο πιο κει, στον ίδιο δρόμο περπατάτε. Η ζωή της Ασημίνας δεν ξέρει τίποτ' άλλο εκτός από το τζάκι της κουζίνας και τα βρώμικα πιάτα. Έπνιξε η δυστυχισμένη όλη της τη ζωή μέσα στη σγούρνα του νεροχύτη. Η άμοιρη! Να πνιγότανε τουλάχιστον σε μια πλατιά θάλασσα, σε μια γαλανή ωραία θάλασσα, θα βρισκότανε επιτέλους κάποιος να λυπηθεί το χαμό της. Ποιος ξέρει, θα 'λεγε, τι ιδανικά κυνηγούσε η άτυχη αυτή ταξιδεύτρα! Αλλά τώρα ποιος περιμένει να την λυπηθεί; Χίλιες φορές πιο καλά είναι να σπάσει κανείς αυτό το παλιοσκαφίδι της ζωής παλεύοντας με τα μεγαλόπρεπα κύματα μιας φουρτουνιασμένης θάλασσας, παρά να τ' αφήσει μέσα στα βρώμικα νερά του λιμανιού να σαπίσει, περιμένοντας τάχα κάποιο καιρό κατάλληλο -που δεν ξέρει αν θα 'ρθει ποτέ- για να ταξιδέψει. Κάνει το αίμα της λεφτά, το κλειδώνει στην τράπεζα και περιμένει κάποιο μεσόκοπο, κάποιο γέρο φθαρμένο από τις καταχρήσεις να του τα παραδώσει και μαζί μ' αυτά και τον εαυτό της. Και περιμένει να 'ρθει, αλλά θα 'ρθει; Ας πούμε πως ήρθε. Τι έκαμε μ' αυτό; Τίποτε άλλο παρά να αφιερώσει το υπόλοιπο της βασανισμένης ζωής της, υπηρετώντας και νταντεύοντας έναν άνθρωπο άχρηστο. Έναν άχρηστο άνθρωπο που ο Θεός ξέρει με τι σπατάλη σκόρπισε τα νιάτα του και τι αρρώστιες φωλιάζουν μέσα στο χωνεμένο του κουφάρι. Αυτός δεν μπορεί να σου δώσει οικογένεια, καμιά χαρά δεν μπορεί να σου δώσει. Τι καρπό είναι άξιος να φέρει ένας σαρακοφαγωμένος, ένας ξερός οργανισμός; Μα αν μπορέσει, θα μου πεις. Αλίμονο, εάν μπορέσει. Τέτοια κατάρα ας μην σάς τη χρωστάει ο Θεός. Όπως ο παρ' ολίγον άνδρας μου. Παντρεύτηκε μόλις έφυγα εγώ, παντρεύτηκε αμέσως. Όλοι δα στο χωριό παρακαλούσαν να δώσουνε την κόρη τους σ' ένα τέτοιο σπουδαίο υποκείμενο. Το κορίτσι που του 'δώσαν για γυναίκα του ήταν ξεχειλισμένο από υγεία κι ήταν ωραίο σα τη χαρά! Και όμως το πρώτο τους παιδί πέθανε προτού κλείσει τους τέσσερις μήνες. Το δεύτερο ζει ακόμα, αλλά ζει για να βασανίζει με το αποτρόπαιο θέαμα της υπάρξεώς του όχι μονάχα τους γονιούς του αλλά και όποιον έχει τη δυστυχία να το αντικρίσει! Αυτά, αν έρθει. Αν όμως δεν έρθει, που είναι και το πιο βέβαιο, τι γίνεται τότε; Τότε θα εξακολουθήσει η θλιβερή ζωή της κουζίνας, τα λεφτά θα εξακολουθήσουν να πληθαίνουν στην τράπεζα και μοναχά το αίμα της και η ζωή της θα λιγοστεύουν. Θα λιγοστεύουν έτσι άχαρα κι ανόητα, ώσπου κάποτε θα ξεπεζέψει στα γεράματα. Ωστόσο τα λεφτά -το μοναδικό αυτό απόκτημα της ζωής της- είναι κάμποσα, είναι πολλά, αλλά τι μ' αυτό; Η Ασημίνα είναι γριά! Έχει λεφτά αλλά δεν έχει τίποτ' άλλο. Ούτε πόθους, ούτε όνειρα, ούτε ελπίδες, ούτε αναμνήσεις. Για σκεφτείτε το καλά, ούτε αναμνήσεις! Δεν θα 'χει ούτε τη μικρή αυτή παρηγοριά, το λυχναράκι αυτό που με τις απόμακρες αχτίδες των περασμένων φέγγει και ανακουφίζει τα τελευταία και επίπονα βήματα της ζωής μας. Ύστερα πεθαίνει. Πολύ καλά, πεθαίνει. Αλλά γιατί έζησε; Γιατί λοιπόν έζησες, ω άνθρωπε, μπορείς να μας πεις; Δεν θέλω ν' αμαρτήσω, δεν θέλω ούτε ως αμφιβολία να περάσει από το νου μου ότι ένας άνθρωπος γεννήθηκε και έζησε μόνο και μόνο για να πλύνει κάμποσες χιλιάδες βρώμικα πιάτα, άλλες τόσες βρώμικες κατσαρόλες κι ύστερα να πεθάνει. Τέτοια βλαστήμια, εγώ δεν θα την πω ποτέ. Γιατί θυμάμαι, σα να 'ναι τούτη η ώρα που τ' ακούω, τα ίδια της τα λόγια: «Τον έβρισα τον παλιόβλαχο», μάς έλεγε, «και όμως σαν συλλογίζομαι αυτή τη σκηνή, λιγώνομαι από μια παράξενη ευχαρίστηση, τόσο, που αν ξαναρχότανε και με πετύχαινε σε μια τέτοια κατάσταση, πολύ φοβούμαι πως δεν θα μπορούσα να του αρνηθώ τίποτε». Αυτό είναι αρκετό Ασημίνα για να σου δείξει πως δεν γεννήθηκες μοναχά για να πλένεις τα ξένα πιάτα. Αυτή η παράξενη, η γλυκιά ευχαρίστηση δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια απόδειξη της Δημιουργίας, μια υπενθύμιση του προορισμού σου εις το να προσφέρεις και συ ό,τι σου αναλογεί εις τον υπέρτατο νόμο της διαιωνίσεως του είδους σου. Θα πω και για την Έλλη. Το ίδιο και αυτή, από την ώρα που άκουσε το επεισόδιό μου δεν κάνει άλλο παρά να βασανίζει την ψυχή της. Και όμως λίγες έχουνε την εύνοια της μοίρας, όπως την έχει αυτή. Έχει το σπιτάκι της, την περιουσία της, την ερημιά της. Έχει ακόμα το Φώτη της -τον ωραιότερο και υγιέστερο άντρα που μπορούσε να ποθήσει μια γυναίκα για πατέρα του παιδιού της- τον έχει στη διάθεσή της κι όμως αν κι έχει κλείσει τα τριάντα προτιμά να λιώνει την ψυχή της μέσα σε νοσηρές φαντασίες και να κρατεί κλειστά τα μάτια της μπρος στην αλήθεια της ζωής! Περιμένει κι αυτή. Περιμένει τον άγνωστο, έναν οποιονδήποτε άγνωστο, για ένα οποιοδήποτε μέλλον. Αλλά γιατί; Γιατί κακόμοιρο πλάσμα, ενώ διαμαρτύρεται ολόκληρο το είναι σου αφήνεις να σε καρφώνουν με τα οδυνηρά καρφιά των προλήψεων απάνω σ' αυτό το ξόανο, σ' αυτόν τον μπαμπούλα της κοινωνικής ηθικής; Γιατί δεν την ελευθερώνεις την ψυχή σου, γιατί δεν την αφήνεις να πετάξει στο φως της ζωής που το λαχταρά όπως η πεταλούδα  λαχταρά τον ήλιο; Ποιο είναι το φως της ζωής; Το φανέρωμα αυτής της ίδιας της ζωής δια μέσου του είναι μας. Αλλά αυτό που είπα και που θα πω δεν λέει τίποτα. Ποιος είναι άξιος να δώσει με λόγια την αληθινή εικόνα, την πραγματική ιδέα του ήλιου σ' έναν που δεν τον έχει δει ποτέ του; Πρέπει με τα δικά του μάτια καθένας να τ' αντικρίσει αυτό το φως, ειδεμή ας μην περιμένει από κανένα να του φωτίσει το σκοτάδι του. Ένα τρυφερό, αγνό, αθώο προσωπάκι, δυο ματάκια υγρά, λαμπερά, ολοκάθαρα, ελπιδοφόρα. Φωνούλες, γέλια κρυσταλλένια, κλάματα παραπονιάρικα, τρόμος, χαρά, λαχτάρα, θυσία, αυταπάρνηση, αγάπη απέραντη. Δράση αέναος στο νου, στην ψυχή,  στη θέληση, σε όλο τέλος το συγκρότημα των αισθημάτων και των δυνάμεων που κλείνει μέσα της η ύπαρξις μας, η οντότης μας. Αυτή είναι μια εικόνα, θέλεις και την αντίθεσή της; Η ζωή που περνάς συ. Η ζωή να καθρεπτίζεσαι από το πρωί έως το βράδυ μέσα σ΄ένα ζευγάρι θαμπά γέρικα μάτια, να μην ακούς άλλον ήχο μέσα στο σπίτι σου, από το βογγητό που κάνει η Πολυξένη, σούρνοντας με τα σακατεμένα της πόδια τη γεροντική της αθλιότητα από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Πλήξις όταν ξυπνάς, πλήξις όταν κοιμάσαι, πλήξις κι όταν προσεύχεσαι. Μίσος για ό,τι σε τριγυρίζει. Ανία, σιχασιά, βαργεστισμός, νάρκη, ύπνος αρρωστιάρικος. Θάνατος με μια λέξη σε υπολανθάνουσα κατάσταση. Αυτή είναι η άλλη εικόνα. Ποια από τις δυο αυτές καταστάσεις, ποιος από τους δυο αυτούς δρόμους είναι ο πρεπούμενος στον άνθρωπο, δεν χρειάζεται νομίζω να μας το πει κανείς, καθένας σύμφωνα με την κρίση του, ας πάρει το δρόμο που του ταιριάζει. Αλλά θα πω δυο λόγια ακόμη, δυο τελευταία λόγια για κείνες που θα προτιμήσουν τον αληθινό δρόμο της ζωής, τον δρόμο τον ανηφορικό, τον δρόμο του κόπου και του πόνου. Του πόνου το δρόμο αλλά και της χαράς, του κόπου αλλά και της ευτυχίας. Για κείνες που θέλουν να μοιάσουν σαν το τρεχούμενο νερό, για τις συντρόφισσές μου, θέλω να μιλήσω. Για το τρεχούμενο νερό είναι τα λόγια αυτά, όχι για το στερνιασμένο. Διαλέξετε τους υγιέστερους και ωραιότερους άνδρες για πατέρες των παιδιών σας, καλλιεργήσατε τον καρπό της επιλογής σας ευλαβικά κι αγαπημένα και δώστε στη γέρικια κοινωνία, εκείνο που δεν έχει, δώστε της καινούργιο αίμα, καινούργιες αντιλήψεις, καινούργια δικαιοσύνη. Δώσετέ της όλα αυτά εσείς οι παραπεταμένες, οι σβησμένες από τα τεφτέρια της, εσείς οι περιφρονημένες, οι γεροντοκόρες. Η τιμιότερη και ηθικότερη πράξη της ζωής σας θα είναι αυτή. Τα γερά, τα δυνατά παιδιά». Αυτά ήσαν τα τελευταία λόγια της Δέσπως.
   Ύστερα έσβησαν όλα με μιας και με την ευκολία που διαθέτουν τα όνειρα, η Έλλη βρέθηκε σ' ένα πυκνότατο δάσος, γεμάτο από γιγάντια έλατα και πεύκα. Κάτω στα πόδια των δένδρων, χνουδάτο καταπράσινο ταπέτο απλώνεται χωρίς τελειωμό. Ήλιος βαρύς, καλοκαιριάτικος ήλιος θερμαίνει κι ομορφαίνει την πλάση κι ένας μικρός  ποταμάκος που τρέχει λίγο κει δά παρακάτω, συναγωνίζεται με το μουρμούρισμά του το πλήθος των πουλιών που κελαηδούνε ερωτικά μέσα στο δάσος. Μαινάδες και Βακχίδες κρινόκορμες πολλές και Σάτυροι άλλοι τόσοι, πότε κυνηγιούνται γύρω από τους πελώριους κορμούς των δένδρων και πότε κολυμπούν μέσα στις στέρνες που σχηματίζουν οι μικροκαταράχτες του ποταμού. Και σαν εχόρτασαν τα παιγνίδια και σαν εχόρτασαν τα κολύμπια, ριχτήκανε στα όργια με μια μανία εξωφρενική, με μια αφάνταστη μανία. Όργια, που νους ανθρώπου αδυνατεί να τα συλλάβει. Και τότε είδαν τα παρθένα μάτια της Έλλης. Είδαν! Είδαν! Είδαν!... Εφούντωσε το δάσος από την πυρκαγιά των οργίων κι οι φλόγες της ηδονής ξεπρόβαλαν μανιασμένες πάνω από τις κορυφές των πεύκων και πάνω από τα έλατα. Και το κορμί, το δόλιο κορμί της Έλλης που κρυφοβλέπει πίσω από το δίχαλο γέρικου πεύκου, λιώνει μέσα στις φλόγες του πάθους και πνίγεται μέσα στη λάβα του πόθου της ηδονής. Ω! Αν ημπορούσε, συλλογιζόταν, να βρισκότανε ο Φώτης εκεί. Αλλά πώς ήταν δυνατόν να ελπίσει μια τέτοια ευτυχία. Πώς ήταν δυνατόν; Ωστόσο επήρε την ελπίδα του απελπισμένου και φώναξε με όλη τη λαχτάρα της στιγμής εκείνης. «Φώτη, Φώτη, αγαπημένε μου Φώτη». Δεν είχε φύγει ακόμα από το στόμα της η τελευταία συλλαβή και να ο Φώτης  ήταν κιόλας μπροστά της, είχε χαμηλωμένα τα μάτια, όπως τότε που τσάκωσε τη ματιά του απάνω της, κι ήταν γυμνός, ολόγυμνος, όπως οι σάτυροι. Αλλά κι αυτή ήταν το ίδιο γυμνή, το ίδιο όπως οι νύμφες. Ούτε δειλία, ούτε δισταγμός, σαν τότε, παρά όρμησε στο στιβαρό νεανικό κορμί και περιπλέχτηκε σαν την περιπλοκάδα στο κυπαρίσσι και όπως το διψασμένο ελάφι ρουφά το δροσερό νερό της πηγής, ερούφηξε τα χείλη του... Ύστερα ίλιγγος, ηδονή, εκμηδένησις, ανυπαρξία!...
   Όταν ξύπνησε -και ξύπνησε από το δυνατό κλονισμό της ηδονικής αυτής λαχτάρας- έριξε μια βιαστική ματιά γύρω στο δωμάτιο ζητώντας το λατρευτό κορμί που τώρα δα ακόμα σφικτοκρατούσε στην αγκαλιά της. Όμως, αλίμονο! Ήταν κατάμονη, ολομόναχη όπως πάντα. Ώστε ήταν όνειρο λοιπόν; Ήταν όνειρο; Ξανάκλεισε τότε τα μάτια της -όχι για να ξαναδεί τ' όνειρο- αλλά για να μη βλέπει την ερημιά της που μέσα από τα δάκρυα που είχαν πλημμυρίσει τα μάτια της δυνάμωνε και μεγάλωνε ακόμη περισσότερο.  Δεν έκλαψε όμως πολύ. Την ίδια στιγμή που τρέχανε ακόμη τα δάκρυα από τα κλειστά της μάτια, τής ήρθε μια καινούρια σκέψις, τόσον παρήγορη που έκανε τα κλαμμένα αυτά μάτια ν' ανοίξουν διάπλατα και χαρούμενα. Ναι, ήταν όνειρο αυτή η θεία στιγμή. Τι μ' εμποδίζει όμως να κάμω το όνειρο θαύμα, να κάμω το όνειρο πραγματικότητα; Και χωρίς να χάσει καιρό, πετιέται από το κρεβάτι, ντύνεται και φωνάζει τη γριά Πολυξένη.
   «Θεία», έτσι την έλεγε, «είχες πει την περασμένη βδομάδα πως επεθύμησες πολύ να πήγαινες στους δικούς σου που έχεις δυο χρόνια να τους δεις. Δεν τ' αποφασίσαμε τότε, γιατί συλλογιστήκαμε τη μοναξιά τη δική μου. Τώρα όμως τα πράγματα ήρθαν βολικά. Η θεία μου θα πάει στα χτήματά της στη Χαλκίδα να περάσει το υπόλοιπο του καλοκαιριού εκεί. Θα πάω λοιπόν κι εγώ μαζί τους, μια και με προσκαλέσανε και όσο μείνουμε εκεί -ένα δυο μήνες- μένεις και συ στους συγγενείς σου. Σύμφωνοι;» Η γριά κατενθουσιάστηκε από την πρόταση της Έλλης και την άλλη μέρα πρωί πρωί έφυγε με το πρώτο τραίνο για τον τόπο της. Η πρώτη δουλειά της Έλλης σαν έμεινε μόνη, ήταν να καλέσει το Φώτη να πάει σπίτι της. Με λίγα λόγια είπε στο Φώτη την ιστορία της, τού είπε τα όνειρά της, τις σκέψεις της, το σκοπό της. Για το σκοπό της εμίλησε αναλυτικά και εκτεταμένα, δικαιολογώντας τον εαυτό της όσο μπορούσε πιο καλά και πιο πολύ. Δεν ήθελε, στην παρθενικιά ψυχή του απλοϊκού αυτού παιδιού να κάμει την εντύπωση μιας γυναίκας που ζητιανεύει έναν πρόχειρο έρωτα. Δεν το 'θελε αυτό αφού δεν ήταν άλλωστε και η αλήθεια. Την αλήθεια προσπαθούσε να τού δώσει να εννοήσει και φαίνεται πως τα κατάφερε καλά. Λέμε καλά, γιατί πολλές φορές κατά το διάστημα που τού μιλούσε εβούρκωσαν τα μάτια του και στο τέλος κατήντησε να κλαίνε κι οι δυο μαζί.
   «Δεν ζητώ να σκλαβώσεις τη δροσιά και την ομορφιά σου  κοντά στη μαραμένη μου ύπαρξη, ζητώ μονάχα κείνα που σού προσφέρω. Και σού προσφέρω όλα όσα απόμειναν στη στεγνωμένη μου ψυχή, να τα δεχθείς με ευλάβεια, να τα δεχθείς με συμπόνια. Δώσε και συ σε μια ζωή που τώρα πια έγειρε προς τη δύση της, μιαν αχτίδα αγάπης να τη συντροφεύει, μιαν αχτίδα ελπίδας από τη δική σου ολόφωτη ζωική άνοιξη, από τη δική σου ελπιδοφόρα ανατολή». Κάπως έτσι ήτανε το φινάλε, κάπως έτσι τελείωσε η πρωινή αυτή εξομολόγησις.
   Το βράδυ στις εννιά ο Φώτης, λουσμένος, ξυρισμένος, ολοκάθαρος, έμπαινε μ' ένα γλυκό χτυποκάρδι μέσα στο ανθοστολισμένο δωμάτιο της Έλλης. Κι ήταν το δωμάτιο αυτό σωστός νυφικός θάλαμος, τέλεια εναρμονισμένος με ό,τι επρόκειτο  να συντελεσθεί εκεί μέσα ύστερα από λίγο. Το γνωστό μαρμαρένιο τραπεζάκι που βρισκόταν πάντα στη γωνιά φορτωμένο βιβλία, ήταν τώρα καταμεσίς του δωματίου. Δεν είχε πια βιβλία απάνω όπως άλλοτε, μοναχά ένα ασημένιο δίσκο είχε με κουφέτα και δυο άσπρες μεγάλες λαμπάδες στηριγμένες σε ασημένια σαμτάνια και στολισμένες με φιόγκους από μεταξωτή άσπρη κορδέλα. Γύρω στο δωμάτιο, στην εταζέρα, στο λαβομάνο, όπου μπορούσε τέλος να σταθεί ανθογυάλι, ήσαν άνθη. Άνθη, άνθη παντού, ως και το νυφικό κρεβάτι αντί άλλου καλύμματος ήταν σκεπασμένο με κατακόκκινα άφθονα πέταλα ρόδων. Αλλά το πιο όμορφο και το πιο χαρούμενο άνθος εκεί μέσα ήτανε η ψυχή της Έλλης. Μια δέησις, μια μυστική δέησις που ξεκινούσε μέσα από τα βάθη της φτωχούλας αυτής ψυχής ανέβαινε σαν ευχαριστήριο θυμίαμα γεμάτο μύρα και ευγνωμοσύνη προς τον Πλάστη. Ήταν ευτυχής. Η Έλλη ήταν ευτυχισμένη...
   Έκαιγαν οι λαμπάδες, έκαιγαν οι φαντασίες, έκαιγαν τα κορμιά!... Η πυρκαϊά του δάσους, το όραμα του δάσους επρόβαλε τότε ολοζώντανο... Κι ήταν γυμνός όπως οι σάτυροι κι ήταν κι αυτή το ίδιο γυμνή, ολόγυμνη όπως οι νύμφες.
   Έλα γλυκέ μου και λεηλάτησε τους θησαυρούς του κορμιού μου, τρύγησε τους καρπούςτου με όλη τη σπατάλη που θα εμπνεύσει το ηδονικό μεθύσι στη δύναμή σου. Με όλη τη συνείδηση του μυστηρίου της μεταγγίσεως της ζωής. Έλα. Δεν είναι τίποτα πια δικό μου και είναι όλα, όλα δικά σου...
   Τέλος...
 
Σταμπούζος Κώστας 
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»,
τεύχη 3-6, 1931
 
Σημειώσεις:
(1) κοριντόρ: διάδρομος 
(2) μετζεσόλα: το τμήμα του παπουτσιού ανάμεσα στη σόλα και την εσωτερική επένδυση