Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΚΚΟΥΛΙ

   Σαν έκλεισε η πόρτα πίσω του, κι άκουσε να βάζουν απ' όξω μια βαριά σιδερένια αμπάρα -απαίσια θραυαλικά από σιδερικά- έμοιαζε άνθρωπο που υπνοβατούσε. Αλλού πάταγε κι αλλού βρισκόταν. Τρέμανε τα γόνατά του και στεκόταν αμπόρετο να στηριχτεί στα πόδια του.
   Ο Βασίλης ο Ρόβας -έτσι τον λέγανε- ένας άντρας μεσόκοπος, μέτριος στο μπόι, με πρόσωπο μαυροκίτρινο, σουρωμένο σα γέρικο, με δυο μάτια βαθουλά, αποκαρωμένα, που φόραγε ακόμα τη σκούρα φόρμα της δουλειάς, γεμάτη καρβουνόσκονη και λάδια απ' τις φωτιές και τα καζάνια, άπλωσε τα χέρια του σαν έμεινε μόνος στον μικρό χώρο, να πιαστεί, να βαστηχτεί από κάπου, όμως σκότος βαθύ ήταν απλωμένο μπρος στα μάτια του και τούτα, αφού ψαχούλεψαν για κάμποσο στο κενό, τέλος, ακριβώς τη στιγμή που ένιωθε τα πόδια του έτοιμα να σωριαστούνε, βρήκαν κι αβαντάρησαν πάνω σε κάτι στέρεο.
   Ο Βασίλης ο Ρόβας ψηλάφισε λαφιασμένα, με την ψυχή στο στόμα και πισωπλάτησε γρήγορα στον τοίχο. Έφερε κι ακούμπησε σύρριζα τη ράχη του, ανασαίνοντας μ' ανακούφιση.
   «Όχου...» έκανε, κι ήτανε σαν κάτι να ξεριζωνότανε από μέσα του.
   Έμεινε έτσι μερικά λεφτά, με το κεφάλι γερτό, ακουμπισμένο σχεδόν στο στήθος, σα να του 'χε απολείψει κάθε πνοή -αιστανόταν πως χτυπούσαν τα μελίγγια του, λες και τον έτρωε αψηλός πυρετός- κι ύστερα, σα να συνερχόταν απ' το βύθος, φάνηκε σιγά - σιγά να καταπραένεται τ' ανάβρυσμα του στήθους το, να συχάζει η ταραγμένη του ανάσα.
   Ανασήκωσε το κεφάλι του. Τα μάτια του άρχισαν να βλέπουν τότε λίγο φως -ένα ασπριδερό, αρρωστημένο φως που έμπαινε από μια μικρή τρύπα, ξανοιγμένη στ' απάνω μέρος της πόρτας, που ήταν κλειδωμένη μ' αμπάρα κι ένα σωρό σιδερικά, σκεπασμένη από κάγκελα, βαλμένα σταυρωτά -να ξεχωρίζουν τα γύρω του.
   Τάφος σωστός, που μύριζε χωματίλα και μούχλα, που 'χε στον αγέρα του κάτι κρυερό, κάτι πνιχτικό και βαρύ.
   Ο Βασίλης ο Ρόβας, πήρε τα πόδια του κι ήρθε και κόλλησε το πρόσωπό του πίσω απ' τα σίδερα της μικρής τρύπας, που ήταν ανοιγμένη ψηλά στην πόρτα. Κόλλησε σ' αυτή το μούτρο του προσπαθώντας ν' ανασάνει το λιγοστό αγέρα που 'φτανε απ' όξω, πάνω απ' τις σκάλες -κάτι πέτρινα, χορταριασμένα, μαυροπράσινα σκαλιά, που έφερναν ως το σκοτεινό ετούτο μπουντρούμι- ν' αποδιώξει απ' την ανάσα του τη βαριά οσμή, που ήταν κατακαθισμένη στην αποπνιχτική ατμόσφαιρά του. Ανάσαινε, ανάσαινε, μα μαζί με τις πνοές τ' αγέρα, έφταναν από πάνω πότε - πότε μπερδεμένες φωνές, απότομα, ράθυμα μιλήματα και ο αχός  από περπατήματα βαριά, λες κι ήταν στρατωνισμένη σ' αυτό το χτίριο ολάκερη φανταρία...
   Ο Βασίλης ο Ρόβας, πάσχισε να θυμηθεί, να ξαναταιριάξει στο θολωμένο του πνέμα, το πώς είχαν 'ρθει τα πράματα κι είχε βρεθεί σ' ετούτο τον ανήλιαγο, το σκοτεινό χώρο.
   Το πρωί -αυτό ήταν σίγουρο- είχε ξεκινήσει απ' το σπίτι του, όπως γινόταν την πάσα μέρα που 'χε πρωινή βάρδια, για τη δουλειά στο Γκάζι.
   Θυμόταν καλά, πως καθώς περνούσε το κατώφλι της πόρτας του, κρατώντας στο ζερβί χέρι, τυλιγμένο σε μια πετσέτα πράσινη καρό, το τενεκεδένιο κουτί με το μεσημεριανό του φαΐ -λίγες μελιτζάνες μαγερεμένες με λάδι, που 'χαν περισσέψει απ' το βράδυ- τον είχε προφτάξει η γυναίκα του, η Μαριέττα, να του πει να μην αποξεχάσει γυρίζοντας τ' απομεσήμερο να πάρει μαζί την κάρτα για το Επικουρικό σφραγισμένη απ' την υπερεσία του εργοστασίου, για να πήγαινε ετούτη αύριο να φρόντιζε για το επίδομα του Μικέλη, του μεγάλου τους γιου. «Χρειάζεται προσοχή», του 'χαν πει οι γιατροί, «γιατί έχει απομείνει αδύναμος απ' τον αψηλό πυρετό, που 'χε τόσες μέρες, και θέλει καλή θροφή κι ανάπαψη...»
   Κείνος της είχε αποκριθεί πως ετούτο θα γινόταν σίγουρα και να 'μενε ξέγνοιαστη.
   Ύστερα θυμόταν πως είχε φτάσει στο Γκάζι, πως είχε βάλει τη σκούρα φόρμα του κι είχε πιάσει βάρδια στη θέση του μάστρ-Αντρέα του Λούπη, που 'ταν χωμένος στις φωτιές και τα γράδα, να 'χει τα μάτια του τέσσερα, στην πίεση, κοντά απ' τα μεσάνυχτα. Κι έπειτα, πως καθώς τροφοδοτούσε με κάρβουνο τις φωτιές, καθώς φτυάριζε τη μαύρη, την καταραμένη σκόνη π' ανασηκωνόταν και γινόταν λάσπη στο στόμα και στα πλεμόνια του ακούστηκε κείνη η αναπάντεχη, η φαρμακερή είδηση.
   «Παιδιά... Κάνανε καινούργιο νόμο, κι αυξαίνουν τα χρόνια της δουλειάς...»
   Την είχε πει ο Δημήτρης του Γκα, ο λιπαντής, που τα 'χε τα χρονάκια του -πορπάταγε στα πενήντα τέσσερα- και δεν έβλεπε άλλο τίποτες, παρά πότε να πάταγε στον άλλο χρόνο για να 'παιρνε τη σύνταξη.
   «Όχι μωρέ παιδιά», τους είχε τριβελίσει το μυαλό, «πως θα χορτάσω ψωμί με τούτη τη σύνταξη που μας δίνουνε, μπας δα και το χορτάσαμε με το λειψό μεροκόπι, μα θα βγω όξω απ' αυτό το κάτεργο, που μας φαρμακώνει το αίμα με το μολεμένο τον αγέρα και θα ανασάνω! Θα δω τον ουρανό τι χρώμα έχει, τ' αστέρια πώς φωσφορίζουνε στο θόλο του τη νύχτα... Θ' ανοίξω το στήθος μου ν' ανασάνω αγέρι καθαρό, που φτάνει πέρα, απ' τη ζαφειρένια θάλασσα... Θα 'χω, μωρέ παιδιά, την κάθε μέρα δική μου, καταδική μου...»
   Μιλούσε, κι έβλεπες το ρουφηγμένο του πρόσωπο, το χλωμό σα θειάφινο, το γερασμένο πριν της ώρας του, να παίρνει μιαν άλλη όψη. Να φεύγουν οι μαύρες σκιές από πάνω του. Και τα μάτια του, τ' αποσβησμένα απ' το ταμάχι της δουλειάς, τα χαμένα μέσα στις κόγχες τους, να παίρνουν μια ζωηράδα, μια λάμψη, σαν να 'ταν ετούτη κιόλας η ώρα π' άφηνε τη φόρμα του στο Γκάζι για να μην την ξαναφορέσει ποτές πια.
   «Θα 'χω, μωρέ παιδιά, την κάθε μέρα δική μου, καταδική μου...»
   Αυτή η μέρα, πόσο άπιαστο πράμα ήταν μέσα σ' ετούτο το κάτεργο, με το μολεμένο, τον φαρμακερό αγέρα, για όλους! Πόσο λαχταρούσαν, πόσο ονειρεύονταν να την κάνουνε κάποτες δική τους! Να τη ζήσουν, να τη χαρούνε, να γευτούνε την ακριβή ουσία της, τη γλύκα και τη διάρκειά της...
   Θυμόταν πως δεν είχαν χαρεί, δεν είχαν ζήσει μια μέρα ολότελα δική τους. Πως κυνηγούσαν μέσα απ' το χώρο της φάμπρικας να προφτάξουν ένα κομμάτι ήλιου στα τζάμια των παραθυριών του, τα θολά, τα σκεπασμένα με συρμάτινη πλέξη. Πως σαν τέλειωνε η βάρδιά τους, βιάζονταν να προβάλουν στην πόρτα, να βγουν στο δρόμο πριχού σουρουπώσει για καλά, πριχού σβήσει και το πιο υστερνό φως του... Όμως, ετούτη έμοιαζε με αλλόκοτο πουλί π' άνοιγε τις χρυσές φτερούγες του και χανόταν μακριά τους, καθώς κείνοι νόμιζαν πως είχαν προφτάξει για λίγο να το κρατήσουν στις φούχτες τους...
   Ατέλειωτες μέρες και νύχτες, είχαν ζήσει μέσα στο Γκάζι. Πότε έφταναν απ' τα χαράματα σχεδόν, να δουλέψουν εννιά και δέκα ώρες πλάι στις φωτιές, στα καζάνια, στο κάρβουνο, στα γράδα και να ξαναβγούνε στο δρόμο, σαν είχε γείρει ο ήλιος αποκαμωμένος απ' το ολοήμερο τρεχιό, πίσω απ' τα βουνά, κατά τη Δύση -μπορεί και πικραμένος απ' την καταφρόνεψη π' έβλεπε να του 'χουν οι άνθρωποι ετούτης της μεγάλης πολιτείας, με τις άμετρες φάμπρικες, τα λογής κάτεργα, μια που το πιο πολύ πλήθος τους, χωνόταν κάθε πρωί, απ' τη νύχτα ακόμα του Θεού, στους ανήλιαγους χώρους τους- πότε τα βράδια για να βγούνε με την ανατολή, να πάνε ν' αναπάψουν το κορμί τους.
   Όχου... Πόσο άπιαστο πράμα ήταν η μέρα για όλους, με τούτη τη μίζερη ζήση, το άσωστο χτικιό και πόσο αποδιψούσαν, πόσο χτυποκάρδιζαν να την κάνουνε κάποτες δική τους, να τη ζήσουν, να την κρατήσουνε στα χέρια τους, να χαρούνε τη γλύκα και τη διάρκειά της!
   Είχαν μπει παλικάρια αμούστακα, πάνω στον ανθό της νιότης τους, με πρόσωπα φρέσκα, με κορμιά γεροδεμένα, σβέλτα, με καρδιές που χτύπαγαν μέσα τους όλο γρηγοράδα, που πηλάλιζαν δυνατά, λες κι ήθελαν να ξεπεταχούνε απ' το στήθος τους, κι είχαν δει να ζαρώνουν τα πρόσωπά τους, ν' αλλάζει χρώμα το μαλλί τους, να καμπουριάζει η ράχη τους, να γίνονται τα πόδια τους βαριά, ασήκωτα, κι άλλη κουβέντα δεν έφτανε στα χείλη τους, σαν έβλεπαν να σβήνει το τριανταφυλλένιο της φως πίσω απ' τα θολά τζάμια των παραθυριών με τη συρμάτινη πλέξη, από ετούτο το μεγάλο, τον αβάσταχτο καημό...
   Ο ένας, μιλούσε για τα χρόνια π' απόμεναν, ίσαμε που θα του 'διναν τη σύνταξη -λογάριαζε ακόμα και το μήνα- ο άλλος για τα σκέδια, που έκανε με το μυαλό του, σαν θα 'ρχόταν η βλογημένη, η πολυπόθητη εκείνη ώρα.
   «Μωρέ Δημήτρη», έλεε, «θα φεύγω το πρωί απ' το σπίτι και δεν θα 'χω μαζεμό απ' τους δρόμους, ίσαμε τη νύχτα. Θα σουλατσάρω, όπου θα με φχαριστεί... Θα τραβάω κάτω, στο λιμάνι και θα κάνω χάζι με τα καράβια που πηγαινοέρχονται, με τον ερχομό και το σαλπάρισμά τους».
   «Μωρέ μαστρο - Γιάννη», έμπαινε στη μέση ο άλλος, «ας έρθει κείνη η ώρα... Φτάνει να μπορώ ακόμα να σέρνω τα πόδια μου».
   Ένα βράδυ -σίγουρα θα 'χε ξανάψει το πνέμα του από τούτες τις κουβέντες- είχε δει στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο.
   Ήταν, λέει, ένας γέρος πελώριος, ίσαμε κει πάνω, με μακριά άσπρη γενειάδα, μ' ένα πρόσωπο φεγγαράτο και ξάστερα μάτια, ήμερα, γιομάτα πραότητα, που 'χε φανεί ξαφνικά στα σύνορα της μεγάλης πολιτείας και κατηφόριζε απ' τις ράχες του αντικρινού φαλακρού βουνού κατά τους δρόμους με τις αμέτρητες φάμπρικες, τα στενοσόκκακα με τα γύφτικα, τα εργαστήρια που μάλαζαν το σίδερο, τα χαμόσπιτα και τις παράγκες, στηριγμένος σ' ένα χοντρό ραβδί.
   Φορούσε ένα μαύρο, κατάμαυρο βελούδινο σκούφο κι απ' το δεξί ώμο του ήταν περασμένο και κρεμότανε στο πλευρό του ένα χρυσοκέντητο μακρόστενο σακκούλι.
   Κόσμος πολύς είχε συναχτεί γύρω του και τον ακολουθούσε, κι άλλοι ξεφώνιζαν, σα να 'χαν λωλαθεί από ξώφρενη χαρά με τον ξαφνικό ερχομό του, κι άλλοι ανάδευαν τα χέρια τους, σα ν' αποζητούσαν κάτι να τους δώκει απ' το σακκούλι του.
   «Τι 'ναι, καλέ;» φώναζε σε μεγάλη σάστιση ο Βασίλης ο Ρόβας σε μια μεσόκοπη γυναίκα, π' ερχόταν τρέχοντας κι έσκουζε παλαβά, λες κι είχε χάσει με τον ξαφνικό ερχομό του γέρου τα συλλοϊκά της.
   «Τι 'ναι, καλέ;...»
   Κείνη φρενιασμένη απ' το τρεχιό, του 'πε κάτι μπερδεμένα λόγια, συνεχίζοντας το δρόμο της.
   «Μωρέ μιλάτε...» επέμεινε κείνος, πέφτοντας σε μια ομάδα απ' άντρες, γυναίκες και παιδιά, που κατηφόριζαν πίσω της. «Μιλάτε, για το Θεό, πέστε μου τι είναι τούτη η οχλοβοή. Τι μας φέρνει ο γέρος με το σακκούλι;»
    Και τότες, ένα παιδί, ένα μαυροτσούκαλο αγόρι, με σγουρό μαλλί, κοντοστάθηκε και του φώναξε:
   «Μέρες!» 
   Κόπηκε η ανάσα του που τ' άκουσε. Σύγκρυα ένιωσε στο πετσί του.
   «Τι έκανε;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Πώς το 'πες, τι μας φέρνει ο γέρος με το σακκούλι;»
   «Μέρες!» του ξαναφώναξε τ' αγόρι με το μαυροτσούκαλο πρόσωπο και το σγουρόμαλλο κεφάλι. «Μέρες!»
   Όμως ο γέρος είχε φτάσει πια κοντά του, κι είδε κείνος τότες, να βάζει το χέρι του στο χρυσοκέντητο σακκούλι και κάτι να μοιράζει στο πλήθος, κάτι ανάερο, κάτι άσπρο σαν χιόνι, λαμπερό σαν αστραπή, κάτι που το 'βλεπες και θάμπωναν τα μάτια σου...
   Έδινε σε γυναίκες φτωχές, στερημένες, που 'χαν ξεπροβάλει απ' τα γύρω χαμόσπιτα, μέσα από ρυπαρές αυλές κι έπεφταν στα πόδια του να τον θερμοπαρακαλέσουν.
   «... Καλέ μου γέρο, δώσε και σε μας μιαν άσπρη μέρα... Δώσε μας μια μέρα ανθρωπινή».
   Σε κορίτσια λιγνά, αδύνατα, που 'χαν ξεχυθεί με το τσίτινο ρούχο της δουλειάς μέσα απ' τα γύρω καπνομάγαζα, απ' τις φάμπρικες, που φτιάχναν κλωστές και νήματα το μπαμπάκι, σε αργάτες, που 'χαν ξεπεταχτεί μέσα από κάτεργα που δούλευαν τ' αναλυτό γυαλί, π' αλέθαν μέρα και νύχτα στάρι, που φτιάναν λογής λιπάσματα για τη γης, κι έρχονταν να μποδίσουν το δρόμο του, να του μιλήσουν για τα δικά τους. Για το πώς λαχταρούσαν μια μέρα χωρίς βαρύ ταμάχι, χωρίς παιδεμό για το λειψό μεροκόπι. Μια μέρα που να 'νιωθε ανάπαψη το κορμί τους, μέρωμα η καρδιά τους, δρόσο τ' αχείλι τους.
  «Δώσε και σε μας, γέροντα, μια τέτοια μέρα απ' το σακκούλι σου...» 
  «Δώσε και σε μας...» έσμιξε την τρεμάμενη φωνή του με τις δικές τους κι ο Βασίλης ο Ρόβας. «Δώσε μας...»
   Μα πάνω που 'χε απλώσει τα χέρια του κι ετούτος στο γέρο με το χρυσοκέντητο σακκούλι, πάνω π' ακαρτερούσε μιαν άσπρη μέρα, να πάρει και να κρατήσει στις χούφτες του, άκουσε τη φωνή της γυναίκας του, που του μιλούσε, που τον ρωτούσε για το τι αιστανόταν κι ήταν ταραγμένος ο ύπνος του και ξύπνησε καταμουσκεμμένος στον ιδρώτα.
   Ο Λουκάς -κείνος ο νέος τεχνίτης που δούλευε στις μηχανές και είχε τα μάτια του τέσσερα στις βάννες, στους ατμοφράχτες για την πίεση, στα καζάνια και στην κανονική απόσταξη του αερίου- σαν πήρε τ' αυτί του την άλλη μέρα, που ιστορούσε ετούτος το παράξενο όνειρο  στο μαστρο - Γιάννη, πλάι στα βαγονέττα με το κάρβουνο, μπήκε στη μέση και του μίλησε ξαναμμένα κι άπρεπα.
   «... Αυτά είναι πράματα άρρωστα και χαζά. Την άσπρη μέρα π' αποζητάς μπορεί να την αποχτήσεις, με τα χέρια σου...»
   Και του θύμισε πως τις προάλλες, που 'χαν σύναξη οι άλλοι μαστόροι, να μιλήσουν για το λειψό μεροκάματο, ν' αποφασίσουν ενωμένοι το πώς θα καλυτέρευαν τη δουλειά, πώς θα την έκαναν πιο ανθρωπινή, ετούτος είχε απολείψει να πάει, μπας και μάθαιναν απ' το γραφείο τίποτες και του 'κοβαν -καθώς είχε πει- το ψωμί...
   Θυμόταν ακόμα πως, ύστερα από κάμποσο καιρό, είχε ξαναδεί στον ύπνο του το Γέρο με το σακκούλι. Μα τούτη τη φορά  δεν είχε φεγγαράτο πρόσωπο, ούτε μάτια γιομάτα από ημεράδα και πραότητα. Ήταν ένας γέρος άγριος, μ' απαίσια όψη. Ένας γέρος παρόμοιος με τους δράκους των παραμυθιών και δεν είχε περασμένο στο ζερβί του ώμο χρυσοκέντητο σακκούλι, μα ένα μαύρο, πίσσα μαύρο, και δε μοίραζε μέρες, μα τρύπωνε σαν αερικό στα λογής κάτεργα, στα στενοσόκκακα με τα χαμόσπιτα και τις παράγκες και μάζευε τις μέρες, τις έκλεβε απ' τους ανθρώπους που ζούσαν μέσα στους χώρους τους. Τις έπαιρνε μαζί του.
   Έμπηξε στον ύπνο του τις φωνές και ξύπνησε ξανά ταραγμένος και καταμουσκεμένος στον ιδρώτα.
   Αυτό το γέρο με την απαίσια όψη, το δράκο που τρύπωνε στα κάτεργα της μεγάλης ετούτης πολιτείας, που κατηφόριζε με το μαύρο σακκούλι στους δρόμους της, που κυκλόφερνε σαν αερικό στις φτωχογειτονιές και τα στενοσόκκακα κι έκλεβε τις μέρες τους, πριχού προφτάξουν να τις ζήσουν, να γευτούνε την ακριβή τους ουσία, τη γλύκα και τη διάρκειά τους -αναθυμόταν καθαρά, τώρα που μπρουμυτισμένος στη μικρή τρύπα με τα κάγκελα ψηλά στην πόρτα του σκοτεινού, του ανήλιαγου χώρου που τον είχαν κλείσει, και ξαναταίριαζε στο θολωμένο μυαλό του τα πράματα- νόμισε πως είχε αντικρίσει μπροστά του, μέσα στο κάτεργο του Γκαζιού, πλάι στα καζάνια και τις φωτιές κείνο το πρωί την ώρα που ο Δημήτρης του Γκα είχε φανεί κι είχε πει τη μαύρη είδηση.
   «Παιδιά, κάνανε καινούργιο νόμο και μάς αυξαίνουνε τα χρόνια της δουλειάς...»
   Είχε την παράξενη αίστηση πως τον έβλεπε να στέκεται καταντικρύ του, πελώριος, να τον κοιτάζει με κάτι άγρια, κατακίτρινα μάτια και να 'ναι απλωμένο στο απαίσιο πρόσωπό του ένα περιπαιχτικό χαμόγελο, λες κι αναγάλλιαζε μέσα του που δεν θ' απόσωνε να μαζεύει τις μέρες τους...
   Του 'ρθε σα ζάλη. Παράτησε ξαναμμένος το φτυάρι, έσφιξε τις γροθιές του και έμπηξε τη φωνή.
   «Ο κλέφτης. Αυτός είναι ο κλέφτης. Ο Δράκος που μάς κλέβει τις μέρες μας».
    Έγινε βουητό, σούσουρο μεγάλο. Όλοι οι μαστόροι, οι αργάτες που 'ταν σκορπισμένοι στο χώρο του παράτησαν κάτω τα σύνεργά τους, άφηκαν τα καζάνια, τα μανόμετρα, τα βαγονέττα και τις βάννες, τους ατμοφράχτες κι ήρθαν και στάθηκαν πλάι του.
   «Θέλουμε τις μέρες μας...» φώναζαν. «Τις μέρες, που μας κλέβετε μουλωχτά, που μας παίρνετε με τον καινούργιο νόμο...»
   Τα τσιράκια των αφεντάδων, που 'χανε το κάτεργο, φαίνεται πως γλίστρησαν στα κρυφά, από μέσα. Πως τρέξανε, πως γίνανε αστραπή και δώκανε σινιάλο. Και θυμόταν καλά, πως την ώρα που 'βγαίναν, που πέρναγαν το κατώφλι του με την απόφαση να μην ξαναπιάσουν δουλειά,  αν δεν τους ξανάδιναν τις χαμένες μέρες τους, αιστάνθηκε ξαφνικά πάνω του, χέρια βαριά να τον πιάνουν και να τον σέρνουν, να τον χώνουν σ' ένα γκρίζο, μολυβί, καμιόνι.
   Έκανε να μπήξει τη φωνή. Να πάρουν χαμπάρι οι άλλοι. Όμως κάποιος του 'δωκε μια γερή γροθιά, ψηλά απ' το απάνω χείλος.
   «Μιλιά...» του 'πε. «Μιλιά...»
   Ένα σύγνεφο μαύρο ήρθε και σκέπασε το μάτι του. Θολούρα πηχτή έπεσε στο μυαλό του. Και τώρα που σκόρπισε το μαύρο σύγνεφο, που διαλύθηκε η θολούρα που 'χε πέσει στο πνέμα του, έβλεπε, πως τον είχαν φέρει και τον είχαν κλείσει σ' ετούτο το σκοτεινό, το ανήλιαγο κατώι.
   Στέναξε...
   «... Σα γυρίζεις», θυμήθηκε τη γυναίκα του, τη Μαριέττα, «κοίταξε μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί σου την κάρτα για το Επικουρικό, για το επίδομα του Μικέλη...» 
 
Λεβάντας Χρήστος
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» 
τεύχος 8, Αύγουστος 1955

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου