Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΒΡΟΧΙΑ

   
   Στο χωριουδάκι Λας Λόμας, ο Μάνκο στάθηκε στη μέση του λαχανόκηπου. Έγλυψε τα φρυγμένα χείλια του και σήκωσε τη ματιά του βαριά κατά τον άσπλαχνο ουρανό. Κάπου στα χωράφια μια γελάδα μουκάνισε παραπονεμένα και ξανάρχισε να μυρίζει το κατάξερο σκασμένο χώμα γυρεύοντας λίγη πρασινάδα. 
   Είκοσι χρόνια είχε να δει τόσο απελπισμένη τη γη του ο Μάνκο. Παντού όλα ήταν φρυγμένα. Τα φύλλα καταγής θρίβονταν τρίζοντας κάτω απ' τις πατούσες του. Τα δέντρα ήταν γυμνά και κομμάτια φλούδες ξεκόλλαγαν απ' τον κορμό. Τα γελάδια γύριζαν πέρα δώθε αγαλήνευτα. Όσο για τα πουλερικά -λοιπόν οι τέσσερις καλύτερες κότες του, που κάναν τα περισσότερα αυγά, ψόφησαν μόλις χτες γιατί δε βρισκόταν νερό.
   Ξαφνικές πυρκαγιές στα χαμόκλαδα σάρωσαν το Λας Λόμας και τ' άφησαν μαύρο, κάρκαλο (1). Ο Μάνκο ήξερε πολύ καλά πως η αφορμή γι' αυτές τις πυρκαγιές που ρήμαζαν τη σοδειά ήταν κείνες οι θειαφόπετρες που γέμιζαν τον τόπο. Σάμπως δε γινόταν το ίδιο και τις άλλες χρονιές, μ' όλο που το κακό δεν ήταν βέβαια σαν και τούτο το φετινό. Ο ήλιος έκαιγε με τόση λαύρα που και το παραμικρό τσούγκρισμα τις έκανε να πετάν ένα σωρό σπίθες. Και καθώς η γης ήταν παντού σκεπασμένη με ξερόκλαδα και φύλλα, έφτανε μια μικρή φλόγα για ν' απλωθεί σε μια στιγμή η φωτιά και να κάψει ολάκερα στρέμματα. 
   Όμως ο Μάνκο δεν στοχαζόταν τώρα τις πυρκαγιές. Δίψαγε. Κι η φαμίλια του δίψαγε. Τα ζωντανά του δίψαγαν. Και πουθενά νερό. Οι χωριανοί έφτασαν να πηγαίνουν ως κάτω στον ποταμό Γκουαγιαμάρε. Φόρτωναν το πολύτιμο υγρό στα μικρά κάρα και σέρνοντας απ' το καπίστρι τα γαϊδουράκια το κουβαλούσαν ως τα σπίτια τους. Μα κι αυτό ήταν βούρκος μονάχος. Πώς να το πιει κανείς; Έλα όμως που δε μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά. Ο Μάνκο συμβούλεψε τους χωριανούς του να το βράζουν πριν να το πιουν. Μα και μ' όλα τα βρασίματα ένα παιδί είχε κιόλας πεθάνει από τύφο και πολλά άλλα βρίσκονταν άρρωστα στο στρώμα.
   Ο Μάνκο σφούγγισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με το βρώμικο μανίκι του πουκαμίσου και βάλθηκε να κοιτάξει τα πράματα απ' τη ρόδινη όψη τους.
   Τούτη η μεγάλη αναβροχιά λέει πως σαν έρθουν τα πρωτοβρόχια το χώμα θα 'ναι πολύ καλό για τη σπορά του σταριού. Μα μια καλή σοδειά θα μπορέσει ίσως να βολέψει τα πράματα για να στείλει τον Σάνυ στο Γυμνάσιο, στο Πόρτο ντι Εσπάνια.
   Απ' τη μέρα που η Ράνι γέννησε το μοναδικό τους παιδί όλο τέτοια σκέδια κάνανε. Κι επειδή ήταν φτωχοί άνθρωποι παρακάλαγαν να 'χουν καλή σοδειά. Με το πούλημα μπορούσαν να βάζουν στην πάντα μερικά λεφτά για το παιδί.
   «Μάνκο, το παιδί πρέπει να το σπουδάξουμε», του 'χε πει η Ράνι. «Εμείς είμαστε φτωχοί και θα γεράσουμε γρήγορα μα έχουμε ένα παιδί και δεν κάνει να μη του δώσουμε ό,τι έχουνε κι οι άλλοι άνθρωποι».
   Κι έτσι δώδεκα ολόκληρα χρόνια οι δυο τους δούλευαν σκληρά για το σκοπό τους και με χίλια βάσανα κατάφερναν να κρύβουν μερικές πενταροδεκάρες απ' τα μεροκάματά τους. Τις έβαζαν μέσα στο παλιό ντενεκεδένιο κουτί κάτω απ' το κρεβάτι του Μάνκο.
   Έκατσε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Είχε σοδειάσει τώρα τις ντομάτες και τις γλυκοπατάτες μα τούτη την εποχή η αγορά ήταν γεμάτη και δεν θα 'βγαζε και σπουδαία πράματα πουλώντας τες.
   Κοντεύει μεσημέρι. Ο Σάνυ θα 'χει γυρίσει απ' το σκολειό κι η Ράνι πρέπει να τον έχει κιόλας στείλει για να του φέρει το μεσημεριανό του. Κοίταξε κατά το μονοπάτι που όλο στροφές οδηγούσε από το χωριό στα χωράφια κι αλήθεια το παιδί ερχόταν. Περπατούσε στητό με το κεφάλι ψηλά, φάτσα στον άνεμο.
   Ο Μάνκο ήταν περήφανος για το γιο του. Συχνά καυχιόταν στους χωριανούς του, λέγοντας πως ο Σάνυ θα γίνει μια μέρα γιατρός ή δικηγόρος. Τώρα όμως που βλέπει τα ζωντανά του να ψοφάν ένα ένα από τη δίψα δε νιώθει και τόσο σίγουρος.
   Ο Σάνυ ζύγωσε κι έκατσε πλάι του.
   «Η μάνα λέει δεν έχει πια νερό. Μια δυο γουλιές, λέει, μένουν για το βράδυ».
   Ο Μάνκο έτρωγε σιωπηλός, δαγκάνοντας πότε πότε με προσοχή μια ντομάτα και ρουφώντας το χυμό για να διώξει την ξεραΐλα απ' το λαιμό του. Ο Σάνυ είχε όρεξη για κουβέντα.
   «Σήμερα ήρθαν πολύ λίγα παιδιά στο σκολειό. Είχανε και νερό μαζί τους, μέσα σ' ένα μπουκάλι και μόνο εγώ δεν είχα. Ζήτησα και μονάχα μια κυρία που κάθεται κοντά στο σκολειό μας μού 'δωσε μια γουλίτσα».
   «Να, πάρε καλύτερα ντομάτες και φάε», αποκρίθηκε ο Μάνκο, δίνοντάς του ένα μεγάλο κατακόκκινο καρπό.
   «Πατέρα, πότε θα πάμε να κάτσουμε στην Πολιτεία;»
   «Πόσες φορές σου 'χω πει να μη με στεναχωράς;»
   Τα νεύρα του Μάνκο είχαν τεντώσει απ' την πολύμηνη σκασίλα. Συνέχισε μαλακότερα:
   «Είναι καλά να ζει κανείς στο χωριό. Βρίσκει να φάει καλά πράματα και γίνεται γερός. Έχει ησυχία, ούτε βρωμόπαιδα, ούτε συμμορίες να σου φορτώνονται. Γλιτώνεις ένα σωρό βάσανα. Κι όταν έρθουν οι βροχές, να δεις τι όμορφα που θα 'ναι όλος ο τόπος γιομάτος λουλούδια. Όταν μεγαλώσεις και γίνεις άντρας πήγαινε άμα θες στην Πολιτεία. Εγώ δε μπορώ να σε σταματήσω».
   «Μα εδώ δεν έχει νερό πατέρα, ενώ στο Πόρτο ντι Εσπάνια έχουνε όσο θέλουνε».
   «Μην είσαι λιγόψυχος, γιε μου. Κάνε την προσευχή σου στη Σάρμα και θα δεις που μια μέρα θα 'ρθει η βροχή περίσσια». 
   Έδειξε κατά τον ουρανό που πέρναγαν κάτι άσπρα σύννεφα.
   «Όταν δεις και ξεσπάσουν αυτά τα σύννεφα όλες μας οι στενοχώριες θα παν στον αγύριστο».
   Αλλά η αισιοδοξία του Μάνκο καψαλίστηκε μέσα στη λαύρα του Μάρτη. Ύστερα ήρθε ο Απρίλης και την τύλιξε στην πύρα του ώσπου μήτε στάχτη δεν έμεινε. Ακόμα κι όταν στην αυλή του Μάνκο άνθισε το δέντρο Πούι, δεν έφτασε για να του στυλώσει το κουράγιο του, μήτε αυτουνού μήτε της γυναίκας του. Η καλαμένια στέγη του σπιτιού έσπαγε σιγά σιγά τρίζοντας και το χρώμα της από χρυσαφί γύρισε στο σκούρο καστανό. Η Ράνι, όταν μαγείρευε, έπρεπε να 'χει τα μάτια της δεκατέσσερα. Ακόμα κι η παραμικρότερη σπίθα θα μπορούσε να τους φέρει συμφορά αν ξέφευγε ως το ταβάνι.
   Κι ο Σάνυ είχε πάει στο σκολειό έναν ολόκληρο μήνα.
   Την πρώτη βδομάδα του Μάη τα πράματα έφτασαν σε σημείο απελπιστικό για τους χωριάτες. Ο τύφος όλο κι απλωνόταν. Πέθαναν άλλοι δυο. Και χωρίς νερό κανένας δε μπορούσε να κρατήσει κεφάλι στο κακό. Η Κυβέρνηση έστελνε πότε πότε κανένα βυτίο, μα, ώσπου να φτάσει στο χωριό, δεν έμενε και πολύ νερό μες στα ντεπόζιτα. Κάθε μέρα με το παραμικρό τα χαμόκλαδα άρπαζαν φωτιά κι οι χωρικοί βρίσκονταν πάντα σ' άγρυπνη επιφυλακή.
   Μια μέρα ο Μάνκο γύρισε και βρήκε τον Σάνυ πεσμένο στο στρώμα άρρωστο.
   «Δίψαγα κι έπια ποταμίσιο νερό και τώρα δεν είμαι καλά».
   Το παιδί στριφογύρισε ανήσυχα πάνω στο σκληρό στρωσίδι. Ο Μάνκο πήγε σιωπηλός στο κρεβάτι του κι έσκυψε να πιάσει το ντενεκεδένιο κουτί.
   «Το παιδί πρέπει να γίνει καλά», είπε στη γυναίκα του. «Θα πάω στην πολιτεία να φέρω γιατρό και γιατρικά».
   Η Ράνι σύμφωνη κούνησε το κεφάλι της.
   Αργά το βράδυ γύρισε ο Μάνκο με το γιατρό. Αυτός μέτρησε τους σφυγμούς κι εξέτασε τα μάτια του Σάνυ. Όλη αυτή την ώρα ο Μάνκο κι η γυναίκα του παρακολουθούσαν κρατώντας την ανάσα τους.
   «Αυτό το παιδί είναι πολύ άρρωστο και το καλύτερο που μπορείτε να του κάνετε είναι να το πάτε σ' ένα νοσοκομείο», τους είπε στο τέλος. «Πάντως δώστε του αυτά τα φάρμακα που θα σας γράψω και αν εντός δύο ή τριών ημερών δεν παρουσιάσει βελτίωση, να με ξανακαλέσετε, ή πιο καλά φροντίστε να το στείλετε στο νοσοκομείο».
   «Μα, γιατρέ μου, εμείς δεν έχουμε τόσα λεφτά», είπε η Ράνι και τα μάτια της βούρκωσαν.
   «Χμ... Ας ελπίσουμε ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν επί τα χείρω. Μην ξεχάσετε τα φάρμακα».
   Πάνω από είκοσι δολλάρια ξόδεψε ο Μάνκο μα δεν τον ένοιαξε. Ο Σάνυ έπρεπε να γίνει καλά με κάθε θυσία. Τις νύχτες καθόταν, μια αυτός μια η γυναίκα του στο προσκεφάλι του παιδιού προσέχοντάς το μη θέλει τίποτα. Κι η γης ξεραινόταν όλο και πιο πολύ κι έσκαγε, κι απ' τα δέντρα πέφταν οι φλούδες. Ώσπου μια μέρα έπεσε μια ψιχάλα και τα πουλιά πετούσαν χαμηλά πάνω από το χωράφι. Ο Μάνκο ήταν όλο έξαψη. Έτρεξε βιαστικά στο σπίτι του για ν' αναγγείλει στη Ράνι πως όπου και να 'ταν η ευλογημένη βροχή θα 'ρχόταν επιτέλους να διώξει την ξεραΐλα.
   Τη μέρα που ήρθαν οι βροχές ο Μάνκο βρισκόταν στα χωράφια στο λαχανόκηπό του. Ήταν σκυμμένος με την τσάπα του πάνω στη γης και τη λάτρευε. Έτσι τον βρήκε το μεγάλο μαύρο σύννεφο που ανέβηκε στον ουρανό κι έκρυψε τον άγριο ήλιο. Από παντού μαζώχνονταν μεγάλα κατάμαυρα σύννεφα. Παράτησε την τσάπα του κι έμεινε να κοιτάει φορτωμένος ελπίδα.
   Μια βαριά ψιχάλα έπεσε στο χέρι του. Πάνω απ' τα δέντρα και τα χωράφια απλώθηκε ένα μουγκρητό. Οι χωριανοί σταμάτησαν και τ' άκουσαν σαν να 'ταν μουσική. Η μπόρα ξέσπασε μανιασμένη λες κι ήθελε μέσα σε δυο λεφτά να ισοφαρίσει την πολύμηνη απουσία της.
   Ο Μάνκο μούσκεψε ως το κόκκαλο. Στεκόταν κάτω απ' τη βροχή φωνάζοντας χαρούμενος τους χωριανούς του που δούλευαν στα χωράφια. Και ξαφνικά το 'βαλε στα πόδια για το καλύβι του.
   Η Ράνι τον είδε από μακριά κι έτρεξε έξω στα χωράφια να τον απαντήσει.
   «Ράνι, τέλειωσαν πια τα βάσανά μας», τής φώναξε όταν σίμωσαν, κι η γυναίκα του είδε πόσο ήταν πολύ ευτυχισμένος με το παλιό του πουκάμισο κολλημένο στο πετσί του και το νερό της βροχής να τρέχει στο πρόσωπό του. Και τότε με τον απλό χωριάτικό τρόπο της σκέφτηκε πόσο παράξενο ήταν τώρα να πέφτει η βροχή, που τόση ανάγκη την είχαν και τόσο την περίμεναν και να σμίγει με τα δάκρυα που τρέχαν στο πρόσωπό της.
   Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά.
   «Μάνκο, ο γιος μας πέθανε».
 
Σέλβον Σάμουελ
 Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», 
τεύχος 9, Σεπτέμβριος 1955
Σημειώσεις: 
(1) κάρκαλο: κάρβουνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου