Η γαλάζια θάλασσα χλώμιαζε τώρα πια, καθώς ο ήλιος βουτούσε πίσω από την πόλη της Νίκαιας, που ήταν σκεπασμένη με καταχνιά. Στο δρόμο της Βιλφράνς μια νεαρή γυναίκα, που τη συνόδευε μια υπηρέτρια, περπατούσε βιαστικά για να μην την πιάσει η νύχτα. Πότε πότε έβηχε μ' έναν ξερό βήχα. Με το πηγούνι της βυθισμένο βαθιά μέσα στο γιακά του παλτού της και το κεφάλι χαμηλωμένο, δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ούτε τις επαύλεις ούτε τη θάλασσα της Μεσογείου. Ήταν φοβισμένη εξαιτίας του γιατρού της, ο οποίος την είχε διατάξει να μην κυκλοφορεί έξω μετά τη δύση του ήλιου. Και τότε σταμάτησε ξαφνικά. Το κλάμα ενός παιδιού, ένας λυγμός από κάποιο δυστυχισμένο πλάσμα, την έκανε να στραφεί προς το μέρος απ' όπου ερχόταν ο ήχος και ν' αντικρίσει ένα παιδί ντυμένο με κουρέλια. «Στάσου», είπε στην υπηρέτριά της, «είναι εκείνος ο μικρός Ιταλός που παίζει γκάιντα κάθε πρωί μπροστά στο παράθυρό μου. Γιατί κλαίει άραγε;»
«Ας συνεχίσουμε το δρόμο μας, δεσποινίς!... Αν η δεσποινίς μιλήσει τώρα στο αγόρι, εκείνο θα παίζει κάθε μέρα δέκα λεπτά περισσότερο το τρομερό του όργανο!... Κι έχει έναν ήχο άγριο, άσχημο, ενοχλητικό...»
«Πολύ ευαίσθητα αυτιά έχεις, Μαρί! Ωστόσο, αυτό το κακόμοιρο παιδί πρέπει να βγάζει, μ' όποιον τρόπο μπορεί, το ψωμί του!»
«Ναι, βέβαια... αν τα λεφτά ήταν για το δικό του ψωμί...»
«Τις πενταροδεκάρες που του δίνουν τις πηγαίνει στη μητέρα του, η οποία το ντύνει και το ταΐζει».
«Η δεσποινίς θεωρεί πως είναι ντυμένο;... Μμμ... ένας μπόγος από κουρέλια! Η δεσποινίς νομίζει πως το ταΐζουν; Μα είναι αδύνατο σαν κοκκαλιάρικο σκυλί».
«Φτωχό παιδάκι! Ας πλησιάσουμε κοντά...»
«Ο γιατρός της δεσποινίδος θα θυμώσει...»
Η κοπέλα έκανε αυτό που της έλεγε η καρδιά της. Το αγόρι συνέχιζε το κλάμα του.
Δε θα 'ταν παραπάνω από δώδεκα χρονών, μ' ένα πρόσωπο σκελετωμένο και μαυρισμένο κάτω από ένα φαρδύ ξεσκισμένο καπέλο, απ' το οποίο ξέφευγαν μακριές μαύρες μπούκλες και ξεχύνονταν πάνω στο γιακά του τριμμένου βελούδινου σακακιού του. Τα μάτια του έλαμπαν πλημμυρισμένα από τα δάκρυα. Στα χέρια κρατούσε τη γκάιντά του. Βλέποντας τις δυο γυναίκες να πλησιάζουν, νόμισε πως ήθελαν να τους παίξει μουσική. Σηκώθηκε όρθιο, τις χαιρέτισε και σταμάτησε το κλάμα.
«Όχι, μικρό μου, δε χρειάζεται να παίξεις... Μα πες μου... Γιατί κλαις;»
Δεν της απάντησε. Στεκόταν έκπληκτο μπροστά της σαν ν' αντίκριζε την ίδια την Παναγία. Για να του μιλήσει είχε ξεσκεπάσει το πρόσωπό της και, καθώς οι τελευταίες αναλαμπές της μέρας γέμιζαν με ιριδισμούς τη θάλασσα, στα μάτια της αντανακλούσαν οι λάμψεις ως ανταύγειες του απείρου.
Ήταν όμορφη, είχε εκείνη την απαλή και τρυφερή ομορφιά που μαγεύει τα παιδιά. Το αγόρι αναθάρρησε. «Είστε εσείς που μου δίνετε πεντάρες κάθε πρωί».
«Ναι, μικρέ μου φίλε».
«Δεν ήσασταν σήμερα στο παράθυρό σας...»
«Όχι... Είχα πάει στον Άγιο Ιωάννη».
«Γι' αυτό δεν έβγαλα τίποτα σήμερα. Όταν είστε εκεί βγάζω κι εγώ το μεροκάματό μου!»
«Αλήθεια; Χαίρομαι που τ' ακούω αυτό! Ώστε λοιπόν έκλαιγες επειδή τα κέρδη σου δεν είναι τόσο καλά όπως συνήθως;»
«Τόσο καλά; Μα δεν έβγαλα τίποτα, δεσποινίς, δε μου δώσανε τίποτα... Και τώρα δεν τολμώ να γυρίσω στο σπίτι!»
«Γιατί; Τόσο κακοί είναι οι γονείς σου;»
«Οι γονείς μου είναι στη Ρώμη. Με νοίκιασαν στον κύριό μου, ο οποίος με δέρνει όταν δεν του πάω αρκετά χρήματα».
«Και πόσα χρήματα απαιτεί να του πηγαίνεις κάθε βράδυ;»
«Τρία φράγκα, δεσποινίς».
Άνοιξε το πορτοφόλι της, μα δε βρήκε παρά μόνο ένα νόμισμα των δέκα φράγκων. Δίστασε για ένα δευτερόλεπτο. Κι έπειτα, με μια ξαφνική έκρηξη εγκαρδιότητας κι ευσπλαχνίας, του είπε: «Να, πάρε, μικρέ μου! Εδώ είναι τα κέρδη σου για τρεις μέρες. Έτσι, για τρεις μέρες θα μπορέσεις να διασκεδάσεις λιγάκι, να τρέξεις στην ακρογιαλιά, χωρίς να 'σαι υποχρεωμένος να παίζεις μουσική μπροστά στα καφενεία. Σταμάτα να κλαις λοιπόν. Αντίο, παιδί μου».
«Ω! Σας ευχαριστώ πολύ, δεσποινίς! Να 'στε καλά!»
Το αγόρι απέμεινε να κοιτάζει για κάμποση ώρα το χρυσαφένιο νόμισμα. Πάνω στη μπροστινή του όψη θαρρούσε πως έβλεπε το λαμπερό και γλυκό πρόσωπο της ευεργέτριάς του. Δέκα φράγκα! Δέκα φράγκα, έτσι χωρίς κόπο! Δέκα ολόκληρα φράγκα για χάρη του! Τι θα 'κανε μ' αυτά; Αντί να συνεχίσει το δρόμο του για τη Βιλφράνς, γύρισε πίσω στη Νίκαια. Πήγε σ' ένα μαγαζί κι αγόρασε ένα θαυμάσιο μαχαίρι για ξυλογλυπτική, με χαλύβδινες λεπίδες και στέρεη λαβή, κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί κι από μικρό χέρι. Γι' αυτό ξόδεψε εφτά φράγκα. Το έκρυψε προσεκτικά στην τσέπη του, κράτησε χωριστά τα τρία φράγκα που πήρε ρέστα για το αφεντικό του και, με μεγάλη χαρά κι ικανοποίηση, πήρε ξανά το δρόμο της επιστροφής στη Βιλφράνς.
Με τα χρήματα που του 'δωσε η νεαρή γυναίκα το αγόρι πραγματοποίησε ένα όνειρό του: μπορούσε πια ν' ασχοληθεί με το σκάλισμα του ξύλου που τόσο του άρεσε! Ναι, τού άρεσε να σκαλίζει στο ξύλο, πάνω σε κομμάτια βελανιδιάς ή ελιάς, μορφές ανθρώπων και ζώων. Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε την ευκαιρία να εξασκηθεί και να φτιάξει αξιόλογα πράγματα. Έχοντας μόνο ένα μικρό οδοντωτό μαχαιράκι στη διάθεσή του, τα έργα του ήταν απλοϊκά, όμορφα προσχέδια περισσότερο κι όχι ολοκληρωμένες φιγούρες. Τώρα, όμως, θα μπορούσε κι αυτός να γίνει καλλιτέχνης.
ΙΙ
Τον καιρό που φύλαγε πρόβατα στις εξοχές της Ρώμης, προτού τον παραδώσουν οι γονείς του στο τωρινό του αφεντικό που τον εκμεταλλευόταν, ο μικρός Τζιοβάνι συνήθιζε να σκαλίζει διάφορες φιγούρες και σχήματα πάνω στο ξύλο. Ως μοντέλα του είχε τα πρόβατά του, το σκυλί του κι άλλοτε πάλι τους άλλους βοσκούς. Του άρεσε να δίνει κίνηση και ζωή σ' ένα κομμάτι βελανιδιάς. Άλλοτε έφτιαχνε ένα πρόβατο να βόσκει με το λαιμό τεντωμένο και το κεφάλι χαμηλωμένο, άλλοτε το 'φτιαχνε να τρέχει με το κεφάλι ψηλά. Το σκυλί το έφτιαχνε άλλοτε να τρέχει λαχανιασμένο, άλλοτε να κάθεται ξαπλωμένο κι άλλοτε να στέκεται στα πισινά του πόδια.
Το αγόρι είχε γεμίσει μια κασετίνα μ' αυτά τα μικρά, σκαλισμένα στο ξύλο, αγαλματάκια και τις Κυριακές τα μοίραζε στους βοσκούς που του τα ζητούσαν. Άλλοτε πάλι κάποιοι πιο πλούσιοι τού 'διναν μερικές πεντάρες γι αυτά.
Αλλά από τότε που έπεσε στα χέρια του αφεντικού του, πριν από έξι μήνες, ήταν αναγκασμένος να χορεύει, να τραγουδά και να παίζει μουσική αδιάκοπα μπροστά στα καφενεία και στα ξενοδοχεία και δεν έβρισκε πια το χρόνο ν' ασχοληθεί με το μόνο πράγμα που τον γέμιζε χαρά. Ούτε βέβαια είχε και το κατάλληλο εργαλείο, ένα καλό μαχαίρι δηλαδή, για να δουλέψει σωστά. Έτσι, από τη στιγμή που τ' αγόρασε αυτό το μαχαίρι, το πάθος να σκαλίζει τα διάφορα αντικείμενα τον κυρίευσε ξανά. Αυτό τον έκανε να κάνει τη δουλειά του, το χορό και το τραγούδι, με μεγαλύτερη ζωντάνια, έπαιζε καλύτερα τη μουσική του κι οι πεντάρες μαζεύονταν γρηγορότερα. Κι ύστερα, αφού μάζευε τα χρήματα που ήταν αναγκασμένος να μαζέψει, πήγαινε και καθόταν στη λιακάδα, στα χαλίκια της προκυμαίας, μπροστά στη θάλασσα, κοντά στις εκβολές του ποταμού Πεγιόν, κι εκεί, προφυλαγμένος από τις ζωηρές αχτίνες του ήλιου, πίσω από τις απλωμένες μπουγάδες που στέγνωναν στα τεντωμένα σκοινιά, έβγαζε απ' την τσέπη το καινούργιο του μαχαίρι και σκάλιζε πάνω σε μικρά κομμάτια από ξύλο κέδρου, λεμονιάς ή ελιάς. Και ξεχνούσε, σκαλίζοντας ως το βράδυ, τα πάντα... Την πατρίδα του τη Ρώμη, τους αδιάφορους γονείς του, τον καιρό που ζούσε ανάμεσα στ' αγαπημένα του πρόβατα, τον σκληρό του αφέντη, την κούραση και την αθλιότητα της ζωής του!
Ω! Πόσο μεγάλη χαρά τού 'χε δώσει εκείνη η ευλογημένη απ' το Θεό δεσποινίδα!
Αυτή είχε πάντα στη σκέψη και στο μυαλό του. Από την ανάμνησή της έπαιρνε θάρρος και δύναμη! Μάλιστα μια φορά τόλμησε ν' αποτυπώσει τη μορφή της πάνω στο ξύλο... αλλά η προσπάθεια καθόλου δεν τον ικανοποίησε και, θυμωμένος με τον εαυτό του, πέταξε το έργο του στα βαθυγάλανα νερά της θάλασσας! Τα πρωινά δεν παρέλειπε να περνά κάτω απ' τα παράθυρά της. Έπαιζε τη γκάιντά του, αλλά όχι για λεφτά, μόνο για να την ευχαριστήσει. Κι όταν εκείνη εμφανιζόταν στο παράθυρο, τη χαιρετούσε με χαρά.
Πολλές φορές τού είχε ρίξει κάποιο κέρμα, αλλά, βλέποντάς τον ν' απομακρύνεται θυμωμένος, χωρίς να σκύψει να το μαζέψει, κατάλαβε ποια ήταν τα συναισθήματά του κι έτσι έπαψε να τού πετά χρήματα και τον αντάμειβε μόνο με την ελεημοσύνη του τρυφερού της χαμόγελου...
III
Η νεαρή γυναίκα έμενε σ' ένα ισόγειο σπίτι που 'χε μπροστά μια μικρή αυλή λιθόστρωτη, περιτριγυρισμένη από χαμηλούς θάμνους, που δημιουργούσαν μπροστά στο παράθυρό της ένα πλαίσιο από πένθιμη χλόη.
Κάποιες φορές ο Τζιοβάνι έμπαινε μέσα σ' αυτή την αυλή για να τη βλέπει από πιο κοντά. Ωστόσο, υπήρχαν μέρες που δεν έβγαινε καθόλου στο παράθυρο κι όσες φορές το 'κανε φαινόταν όλο και πιο χλωμή. Τ' απογεύματα, που καθόταν να φτιάξει τα γλυπτά του, ο Τζιοβάνι συλλογιζόταν τη δεσποινίδα και υπέθετε πως ήταν σίγουρα άρρωστη κι είχε έρθει στη Νίκαια για να γίνει καλά, μια ξένη που θα έφευγε σίγουρα στο τέλος του χειμώνα. Αυτή η σκέψη κι η ιδέα ότι θα έπαυε να τη βλέπει τού προξενούσε πόνο. Και δεν ήταν λίγες οι φορές, που ήταν τόσο λυπημένος, ώστε παρατούσε στην άκρη το μισοτελειωμένο έργο του κι έπαιρνε τους δρόμους με τη γκάιντα κάτω απ' το μπράτσο και τα χέρια στις τσέπες, περιφερόμενος άσκοπα από την άλλη μεριά του Πεγιόν, κατά μήκος της προκυμαίας, εκεί που συνήθιζαν να κάνουν περίπατο οι Άγγλοι. Σκεφτόταν τις πολλές μέρες που 'χε να δει το παράθυρό της ν' ανοίγει, αν κι είχε παίξει δυνατά, όπως πάντα, τη μουσική του. Μήπως είχε φύγει από την πόλη;
Έτσι και τώρα, βρισκόταν στην προκυμαία κι είχε ακουμπήσει σ' έναν πάσσαλο, βγάζοντας απ' την τσέπη του ένα μισοτελειωμένο αγαλματάκι που έμοιαζε στη μορφή με μια Παναγία που 'χε δει στη Σεντ - Ρεπαράντ προκειμένου να το τελειώσει, όταν ένας κύριος στάθηκε κοντά του και τον παρατηρούσε ενώ σκάλιζε το ξύλο.
«Πόσο το πουλάς αυτό που έκανες, μικρέ;»
«Αυτό, κύριε;» είπε ο Τζιοβάνι κοκκινίζοντας. «Δεν το πουλάω. Όταν θα φτιάξω καλύτερα έργα, ίσως ν' αρχίσω να τα πουλάω, μα ακόμη όχι».
«Ποιος σ' έμαθε να σκαλίζεις το ξύλο;»
«Κανείς, κύριε».
«Καλά τότε! Εγώ σού δίνω δέκα φράγκα γι' αυτό το αγαλματάκι, θέλεις;»
«Ω, ναι, κύριε!»
«Μόνο που πρέπει να το τελειώσεις».
«Οπωσδήποτε, κύριε».
«Και
θα μού το φέρεις εκεί απέναντι, στο ξενοδοχείο. Να κι η κάρτα με τ' όνομά μου.
Θα πάρεις δέκα φράγκα». Ο κύριος έδωσε την κάρτα του στον Τζιοβάνι.
« Σάς ευχαριστώ, κύριε», είπε το παιδί γεμάτο χαρά και περηφάνια. «Θα το
τελειώσω απόψε και θα το έχετε αύριο».
Είχε κερδίσει κιόλας δέκα φράγκα από τη δουλειά του! Άραγε τι θα μπορούσε να κερδίσει αργότερα; Η παιδική του ψυχή ήταν πλημμυρισμένη με όνειρα και σχέδια για το μέλλον, αλλά κυρίως μ' ευγνωμοσύνη για την «καλή
δεσποινίδα», που του 'χε δώσει την ευκαιρία ν' αγοράσει το καλό του το μαχαίρι με το οποίο μπορούσε πια να σκαλίζει στο ξύλο τόσο όμορφα πράγματα.
Το φως του δειλινού απλωνόταν πάνω απ' τον κολπίσκο των Αγγέλων και το νερό έπαιρνε
ένα μενεξεδί χρώμα, κυματίζοντας σιγά κι απαλά κάτω απ' τις
τελευταίες αναλαμπές του άστρου της μέρας που είχε γείρει στη δύση του. Ο Τζιοβάνι
είχε πια τελειώσει το αγαλματάκι του. Ήταν
πολύ αργά για να το πάει στον αγοραστή, προτού επιστρέψει στη Βιλ Φρανς όπου
κατοικούσε το αφεντικό του. Άλλωστε ήθελε να το σκαλίσει λίγο ακόμη την επόμενη μέρα με την αυγή.
Τα πρωινά στην καλύβα του σηκωνόταν νωρίς, έβραζε στην παραστιά νερό κι ύστερα καθισμένος πάνω
σε μια πέτρα κοντά στο τζάκι, είχε πάντα στη διάθεσή του μια ώρα απρόσκοπτης εργασίας. Εκείνο το πρωινό, όμως, ένα ισχυρό προαίσθημα τον έκανε να χαλάσει το καθημερινό του
πρόγραμμα. Ήταν ανήσυχος κι ήθελε να περάσει οπωσδήποτε απ' το σπίτι της δεσποινίδας. Κι αυτή τη φορά το παράθυρο ήταν κλειστό. Αλλά αυτό δεν ήταν περίεργο... Κανένας άρρωστος δεν εκτίθεται στη νυχτερινή υγρασία.
Ο Τζιοβάνι πέρασε ανάμεσα απ' τους θάμνους και μπήκε στην αυλή, πολύ ταραγμένος σαν να 'κανε καμιά κακή πράξη. Είδε φως μέσ' από τις κουρτίνες. «Είναι στο σπίτι!» σκέφτηκε. «Πρέπει να τής δείξω πως είμαι 'δω». Και ξεκίνησε να παίζει τη γκάιντά του, μα αμέσως ένας υπηρέτης φάνηκε στην πόρτα με το χέρι σηκωμένο απειλητικά κι ο Τζιοβάνι φοβήθηκε. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Ήταν τόσος καιρός που δεν είχε δει την καλή του φίλη. Και κρυφά, μ' όλο το πείσμα της παιδιάστικης αγάπης του, γύρισε πίσω, γλίστρησε στη σκιά κάτω απ' το παράθυρο, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και κοίταξε μέσα στο δωμάτιο. Την είδε αμέσως μπροστά του. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ξανθή και γαλανή, με τα μάτια κλειστά. Θα κοιμόταν το δίχως άλλο, μα ο Τζιοβάνι ένιωσε το κρύο χέρι του φόβου να τού σφίγγει την καρδιά.
Ο Τζιοβάνι πέρασε ανάμεσα απ' τους θάμνους και μπήκε στην αυλή, πολύ ταραγμένος σαν να 'κανε καμιά κακή πράξη. Είδε φως μέσ' από τις κουρτίνες. «Είναι στο σπίτι!» σκέφτηκε. «Πρέπει να τής δείξω πως είμαι 'δω». Και ξεκίνησε να παίζει τη γκάιντά του, μα αμέσως ένας υπηρέτης φάνηκε στην πόρτα με το χέρι σηκωμένο απειλητικά κι ο Τζιοβάνι φοβήθηκε. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Ήταν τόσος καιρός που δεν είχε δει την καλή του φίλη. Και κρυφά, μ' όλο το πείσμα της παιδιάστικης αγάπης του, γύρισε πίσω, γλίστρησε στη σκιά κάτω απ' το παράθυρο, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και κοίταξε μέσα στο δωμάτιο. Την είδε αμέσως μπροστά του. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ξανθή και γαλανή, με τα μάτια κλειστά. Θα κοιμόταν το δίχως άλλο, μα ο Τζιοβάνι ένιωσε το κρύο χέρι του φόβου να τού σφίγγει την καρδιά.
Τον φόβιζε αυτός ο ύπνος!
Γιατί άραγε υπήρχε αυτός ο σταυρός στα χέρια της; Και γιατί οι μεγάλες αναμμένες λαμπάδες γύρω από το κρεβάτι της; Κι η γονατισμένη γυναίκα μπροστά στο κρεβάτι; Το αγόρι κατάλαβε. Έφυγε γεμάτο ταραχή. Έτρεχε προς το δρόμο που συνήθιζαν να κάνουν τον περίπατό τους οι Άγγλοι, σκουπίζοντας με το χέρι τα δακρυσμένα του μάτια.
IV
«Σάς έφερα το έργο μου, κύριε».
«Α, πολύ καλά, μικρέ μου... Τέλεια... Θα γίνεις μεγάλος καλλιτέχνης μια μέρα... Να, τα χρήματα που σού υποσχέθηκα».
Ο Τζιοβάνι άρπαξε τα δέκα φράγκα και, χωρίς καλά - καλά να ευχαριστήσει τον άντρα, βγήκε βιαστικά έξω κι άρχισε να τρέχει κλαίγοντας, μέχρι που συνάντησε στο δρόμο του μια γυναίκα που πουλούσε λουλούδια. Τής έδωσε το χαρτονόμισμα των δέκα φράγκων και πήρε μια μεγάλη ανθοδέσμη. Έπειτα έτρεξε βαριανασαίνοντας στο σπίτι της κοπέλας, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Έστρωσε με λουλούδια όλη τη μικρή αυλή. Κι ύστερα γονάτισε, θρηνώντας μέσα στη νύχτα.
«Να, δεσποινίς, πάρτε τα δέκα φράγκα που μού δώσατε... Δεν τα θέλω πια, σάς τα χαρίζω... γιατί μ' εγκαταλείψατε... Να, πάρτε τα! Σάς χαιρετώ τώρα για πάντα!...»
Κι ο μικρός καλλιτέχνης αφέθηκε να πέσει εξαντλημένος μέσα στις ανεμώνες, τους μενεξέδες, τα ρόδα και τα γαρίφαλα.
V
Ζει μέχρι σήμερα, αν ψάξετε να βρείτε τ' όνομά του, θα διαπιστώσετε ότι είναι ένας από τους μεγαλύτερους γλύπτες του καιρού μας...
Λαφάργκ Φερνάντ
(Μετφρ. Νίκος Γ. Πρεβελάκης),
περιοδικό «Αθήνα», Ρέθυμνο, Μάιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου