Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

  
  Μέσα στην τρελή χαρά της κάθε Αποκριάς που έρχεται ο Γκρίτσας, δε μπορεί να μη θυμηθεί μια νύχτα Αποκριάς, που σ' ένα πλούσιο σπίτι είχε περάσει, όταν ήτανε νέος πολύ, σχεδόν παιδί.
   Πλησίαζε, τότε, να τελειώσει το γυμνάσιο και έμενε, ή καλύτερα υπηρετούσε στο σπίτι του γέρο Καυκαλά. Όταν μια αρρώστια έριξε τον κύριό του χάμω και ο θάνατος δεν άργησε να τον θερίσει!
   Και τον έκλαψε, τον έκλαψε τον γέρο Καυκαλά, όσο δεν είχε κλάψει τον πατέρα του, αν και φοβότανε να τον αντικρίσει, γιατί είχε πεθάνει γελώντας ένα τρομερό γέλιο, που έδειχνε τα λιγοστά μακρούτσουλά του δόντια. 
   Τρεις γριές τον είχανε ξενυχτίσει, μισοκοιμισμένες, ακίνητες στις καρέκλες, χωρίς να βγάζουν μιλιά, και βουτημένες στα μαύρα σαν να 'ταν οι μοίρες που είχανε έρθει και στο χαμό του.
   Την άλλη μέρα καθώς έκλαιγε ο Γκρίτσας, μαζί με τον γέρο Καυκαλά, το σχολείο και τα γράμματά του, γιατί θα αναγκαζότανε να πάρει το δρόμο του χωριού του, αφήνοντας στη μέση τα μαθήματα, τον πλησίασε μια μαυροφόρα κυρία, νέα γυναίκα και ωραία, και του είπε κοιτάζοντάς τον μ' ένα παράδοξο βλέμμα, να πάει να μείνει στο σπίτι της όσο να τελειώσει τις σπουδές του.
   Αυτή τη γυναίκα, συγγενή του Καυκαλά, άλλοτε δεν είχε δει και μόνο τότε,  κείνη την ημέρα παρουσιάσθηκε με μαύρα ρούχα που θορυβούσαν ερωτικά και με μάτια γεμάτα δάκρυα. Μετά την κηδεία επήγε. Έβρεχε σιγά, σιγά μια λεπτή κουραστικιά βροχή.
   Στο σπίτι, και ήταν ένα μεγάλο σπίτι, σε κεντρικό μέρος, πελώριο παλιό, σκυθρωπό, τον δέχτηκε μια μικρή δουλίτσα που στα γυμνά της κατακόκκινα πόδια φορούσε κι έσερνε κάτι παντούφλες μεγάλες κεντητές, και αυτή του έδειξε πού έπρεπε να βάλει τα ρούχα του. Και τα έβαλε σ' ένα καμαράκι μικρό, μικρό, που για να φωτίζεται είχε ένα παραθυράκι στρογγυλό, ψηλά, ψηλά, κοντά στο ταβάνι σχεδόν, σιδερόφραχτο.
   Το σπίτι ήτανε ήσυχο, ήσυχο. Η μικρή δουλίτσα και μια άλλη μεγάλη, που είδε έπειτα, κίτρινη με μεγάλα δόντια, βαδίζανε σιγά και μιλούσανε σιγά, πιο σιγά σα να φοβόντανε μη ξυπνήσουν κάποιον κοιμισμένον δράκοντα... Μύγες λίγες, δω κι εκεί,  ακίνητες και όχι όπως στο σπίτι του γέρο Καυκαλά, που γυρίζανε σε μεγάλο πλήθος τραγουδώντας γλυκά.
   Κουρτίνες βαριές στα παράθυρα που έκαναν τα δωμάτια σχεδόν σκοτεινά και χαλιά κάτω που πνίγανε τον κρότο του βήματος. Και στους τοίχους, μέσα στο μισοσκοτάδι, φαινόντανε μορφές γυναικών, ανδρών, γερόντων, μέσα σε χρυσές, χονδρές κορνίζες, να κοιτάζουν. 
   Την κυρία Ευθυμία δεν την  είδε. Και σα να επιθύμησε το φωτεινό σπίτι του γέρο Καυκαλά με το θόρυβό του, τις μύγες και τους χτύπους...
   Το βράδυ πάλι δεν την είδε. Έφαγε στο μαγερειό και κοιμήθηκε στο μικρό δωμάτιο.
   Πρωί, πρωί, και έβλεπε ότι ο γέρο Καυκαλάς χόρευε γυμνός, ολόγυμνος με μια αραπίνα ψηλή ντυμένη στα πράσινα και με κόκκινο σαρίκι στο κεφάλι της, ξύπνησε από ένα μικρό χτύπημα που του έκανε στην πόρτα η μικρή δουλίτσα.
   Ήτανε Κυριακή και με χαρά σηκώθηκε. Σε λίγο τον φώναξε η μεγάλη δούλα και πήγε μέσα στην τραπεζαρία όπου είδε την κυρία Ευθυμία να κάθεται στο τραπέζι μ' ένα μικρό κοριτσάκι μελαχρινό πολύ, που έτρωγε. Η κυρία Ευθυμία τον είδε πάλι με το παράδοξο βλέμμα, που τον είχε δει την πρώτη φορά, έπειτα τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον ακόμη καλά.
   «Ε, πώς σου φαίνεται δω;»
   «Πολύ καλά!» της απάντησε κατακόκκινος.
   «Τώρα θα πας να ψωνίσεις!»
 
 ..............
 
   Τις πρώτες ημέρες ενόμιζε ότι άλλος κάτοικος στο σπίτι αυτό, απ' όσους είχε δει, δεν υπήρχε, αλλ' έπειτα κατάλαβε, ότι ήτανε και κάποιος άλλος, άνδρας όμως αυτός, που δεν φαινότανε, και άρρωστος ίσως, γιατί δυο ή τρεις βραδιές είχε ακούσει βογκητά και φωνές χονδρές, αντρίστικες, και που πάντα έμενε μέσα στα δωμάτια του σπιτιού, που ο Γκρίτσας δεν μπορούσε να πατήσει.
   Ποιος να 'ταν αυτός;
   Μέσα στο νου του Γκρίτσα τότε φάνηκε μια ερώτηση:
   «Έχει άνδρα, ή χήρα είναι η κυρία Ευθυμία;»
   Μην αυτό το κρυμμένο πρόσωπο ήτανε ο άνδρας της; Αλλά τότε γιατί το όνομά του, ενώ είχε τόσες μέρες εκεί, δεν το είχε ακούσει διόλου; Όνομα κυρίου μέσα στο σπίτι αυτό δεν είχε ακούσει!
   Να ρωτήσει τη μεγάλη δούλα δεν τολμούσε, γιατί του φερότανε ψυχρά και σχεδόν δεν του μιλούσε. Και ρώτησε μια μέρα τη μικρή, καθώς βρισκόντανε μόνοι μέσα στο μαγερειό και αυτή προσπαθούσε να καθαρίσει  γλύφοντας τον τέντζερη.
   «Είναι θείος της κυρίας!...» του είπε χωρίς να πάψει τη δουλειά της.
   Ένα άλλο σ' αυτό το σπίτι τού είχε κάνει εντύπωση μεγάλη. Το κάτω πάτωμα του σπιτιού έμενε ανοίκιαστο, ακατοίκητο, έρημο. Κανείς δεν πατούσε ποτέ σ' αυτό, κανείς δεν άνοιγε την πόρτα του. Παχύ στρώμα σκόνης είχε στρωθεί σαν παχύ χαλί κάτω στο πάτωμα και στους τοίχους του, οι αράχνες είχανε στήσει τα δίχτυα τους.  
   Πολλές ώρες δεν έμενε στο σπίτι, γιατί πρωί, πρωί θα πήγαινε να ψωνίσει, έπειτα στο σχολειό ίσαμε το μεσημέρι σχεδόν. Όταν σχολούσε έπρεπε να περάσει από ένα σχολειό κοριτσιών για να πάρει την κόρη της κυρίας Ευθυμίας.
   Αυτή, η κόρη της κυρίας Ευθυμίας, αν και μικρή, βάδιζε, ή προσπαθούσε να βαδίζει πιο εμπρός απ' αυτόν, έχοντας στο πρόσωπο ένα ύφος ακαταδεξίας μεγάλης γυναίκας.
   Έτσι ο καιρός περνούσε ώσπου ήλθε η Αποκριά!
   Μια βραδιά η κυρία Ευθυμία τον φώναξε μέσα στην τραπεζαρία. Την είδε ντυμένη για έξω. Τον κοίταξε πάλι με το βλέμμα κείνο, που τον έκανε να ονειρεύεται και του είπε:
   «Άκου 'δω Κώστα! Εγώ θα πάω στο θέατρο απόψε, έχουνε χορό! Θα το ρίξω έξω! Λοιπόν, συ δε θα κοιμηθείς, θα με περιμένεις! Ίσως φέρω έπειτα και κάτι φίλους μου! Απ' τη μικρή σκαλίτσα θα έρθουμε! Πρόσεξε μην κοιμηθείς και χτυπούμε!» Και χτυπώντας το μάγουλό του με το γαντωμένο της χέρι, έφυγε όλο θόρυβο απ' τα μεταξωτά της ρούχα, αφήνοντας πίσω, στο πέρασμά της, την αγαπητή της μυρουδιά, για ενθύμηση.
   Ήτανε μια βραδιά παγωμένη, βραδιά του Φλεβάρη χωρίς τον άνεμο που φυσούσε όλη την ημέρα, σα να είχε παγώσει και αυτός.
   Εκάθησε πίσω απ' την πόρτα της μικρής σκαλίτσας για να περιμένει. Όλοι οι άλλοι είχανε κομηθεί και το σπίτι ήτανε σκοτεινό. Μέσα μόνο στην τραπεζαρία λίγο φως στη λάμπα περίμενε χαμηλωμένο. Αυτή τη βραδιά στο νου του Γκρίτσα, περισσότερο απ' άλλοτε γυρίζανε πολλά περασμένα. Θυμήθηκε το σπίτι του, τη μάνα του, που ζούσε μακριά, τον χαμένο πατέρα του, τα τρία αδελφάκια του... Ύστερα θυμήθηκε τον γέρο Καυκαλά. Αυτός ήτανε τόσο αγαθός όσο απότομος, υβριστής όσο φιλάνθρωπος και δίκαιος! Αλλά πάει κι αυτός!
   Με τις σκέψεις αυτές και με κάτι δάκρυα στα μάτια, έγειρε λίγο πάνω στο κάθισμα, σκεπασμένος από ένα παλιοεπανωφόρι και προσπάθησε να ζεσταθεί και να πάρει και έναν ύπνο.
   Και δεν άργησε να έρθει αυτός. Ξαφνικά όμως ξύπνησε από έναν κρότο τρομαγμένος.
   Είδε πού βρισκόταν. Κάποιος ήτανε μέσα στην τραπεζαρία. Είχε μουδιάσει και παγώσει εκεί. Το βήμα πάλι άρχισε και πλησίασε στο μαγερειό και σε λίγο ο Γκρίτσας είδε να φανεί η Κατερίνα η μεγάλη δούλα.
   «Εδώ κάθεσαι! Περιμένεις;... Και είναι μια παγωνιά, καημένε, απόψε!» του είπε αυτή.
   «Ναι, πολύ! Πάγωσα εδώ!» της απάντησε αυτός  και αισθάνθηκε ευχαρίστηση, που είδε να του μιλά.
   «Και να δούμε, θ' αργήσει πολύ; Ποιος ξέρει! Εγώ απόψε έχω κατατρομάξει! Κοιμόμουνα και πάνω στον ύπνο μου μού φάνηκε ν' ανοίγει η πόρτα και να μπαίνει ένας γέρος με κάτι άσπρα γένια, ίσαμε κάτω, και να μου ρίχνεται και να μ' αρπάζει απ' το λαιμό.
   “Το παιδί μου!” μου φώναζε! Ακούς το παιδί του! Και να σου πω όμως, δε θα τρόμαζα τόσο, αν δεν ήτανε η βραδιά της πεθαμένης κυρίας!» 
   «Τι, τι;... Πώς είπες;»
   «Ότι είναι η βραδιά της πεθαμένης κυρίας! Τι, δεν έχεις καμιά ιδέα γι' αυτό; Δεν ξέρεις τι γίνεται στο κάτω πάτωμα; Όλος ο κόσμος το ξέρει αυτό, είναι πια πασίγνωστο! Βγαίνει φάντασμα στο κάτω πάτωμα και γι' αυτό μένει έρημο! Και είναι, λένε, το φάντασμα της πρώτης γυναίκας του κυρίου!»
   «Του κυρίου! Ποιανού κυρίου;»
   «Του άνδρα της κυρίας μας!»
   «Του άνδρα της κυρίας μας! Μα ζει αυτός; Πού είναι;»  
   «Πώς δε ζει! Να, μέσα 'δω τον έχουνε... Είναι για τα πανηγύρια! Εσένα όμως, θα σου έχουνε πει πως είναι ο θείος της. Έτσι λένε. Άστα αυτά, άστα! Σε κείνο που λέγαμε καλύτερα. Ναι! Λοιπόν, που λες, αυτή, η πρώτη του γυναίκα, ήτανε πλουσιοκόριτσο και όλα αυτά που βλέπεις ήτανε δικά της! Και μόνο αυτά; Μαγαζιά, σπίτια, περιβόλια και, και... Αυτός, καθώς λένε, δεν είχε τίποτα, ήτανε να, μόνο με κείνο που φορούσε. Και του τ' άφησε όλα αυτά και τον έκανε πλούσιο, γιατί τον αγαπούσε σαν τρελή η καημένη! Κι αυτός, αλλά να, και τα πληρώνει τώρα! Δεν πέρασε πολύς καιρός απ' το θάνατό της και τα έμπλεξε με την κυρία Ευθυμία. Αυτή πάλι ήτανε μια κοπελούλα φτωχιά, φτωχιά που έκανε τη δασκάλισσα για να ζήσει. Την ήξερα καλά γιατί είμαστε και πατριώτισσες. Τα σπίτια μας να, ήτανε. Ας τ' αφήσουμε αυτά... Αν δεν την έπαιρνε, αλίμονό της! Που λες, απ' την αρχή, αυτή δεν κάθησε διόλου στο κάτω πάτωμα, δεν καταδεχόταν, αλλά ήρθε μια και δυο  σ' αυτό εδώ το ψηλό. Ενώ η άλλη, η καημένη, που ήτανε και δικό της είχε μείνει όσο καιρό έζησε, κείνα τα λίγα χρόνια, παντρεμένη, στο κάτω και το επάνω το νοικιάζανε.
   »Αλλά δε μου λες, και ποιος πάει να καθήσει τώρα σ' αυτό; Όσοι το είχανε πιάσει, όλοι, μετά λίγο καιρό, φύγανε απ' το φάντασμα που βγαίνει κάθε τόσο και γυρίζει μέσα στο σπίτι! Και όπου έτυχε να έχουνε γνωρίσει τη μακαρίτισσα, όλοι τα ίδια λέγανε, πως ήτανε το φάντασμά της! Εγώ, εγώ, με τ' αυτιά μου, άκουσα μια να λένε γι' αυτό!
   »Κοιμότανε, λέει, όταν ξαφνικά ξυπνάει και βλέπει μια γυναίκα με σταχτερά ρούχα να μπαίνει στην κάμαρα! Το καντήλι ήτανε σβησμένο, αλλά έξω ήτανε φεγγάρι και έπεφτε λίγο μέσα και φώταγε. Το φάντασμα σιγά, σιγά πλησίαζε στο κρεβάτι της! Αυτή πού να κουνηθεί! Έμεινε σαν πιασμένη και ούτε μιλιά μπορούσε να βγάλει! Και όταν πλησίασε είδε το πρόσωπό της και το γνώρισε. Ήτανε η πεθαμένη κυρία του σπιτιού!
   »Κοντά στο κρεβάτι της, η γυναίκα αυτή, που μου τα είπε, είχε την κούνια με το παιδί της, που κοιμότανε, και το φάντασμα έσκυψε από πάνω του σαν να ήθελε να το δει. Η γυναίκα νόμισε ότι ήθελε κάτι κακό να του κάνει και βάζει τα δυνατά της και μπήγει τις φωνές. Με μιας το φάντασμα χάθηκε σαν να έγινε ένα με το φως του φεγγαριού, που φώταγε μέσα!
   »Και που λες, αυτό, γυρίζει πάντα μέσα στο κάτω πάτωμα και δε βγαίνει παρά μια φορά μόνο, μόνο μια φορά το χρόνο στην αυλή! Και η βραδιά αυτή είναι η αποψινή! Μάλιστα, απόψε είναι η βραδιά του! Πάντα βγαίνει σα να έχει ορισμένη νύχτα, βγαίνει στις...»
   Η πόρτα κάτω, η εξώπορτα, άνοιξε με κρότο και πολλοί αρχίσανε να μπαίνουν στην αυλή σέρνοντας τα πόδια τους στις πλάκες.
   «Νάτοι!»
   Και η Κατερίνα έφυγε γρήγορα.
   Ο Γκρίτσας σηκώθηκε, πήγε την καρέκλα και το παλιοεπανωφόρι στο μαγερειό και στάθηκε περιμένοντας.
   Αυτοί ανέβαιναν. Άκουγε τα βήματά τους στη σκάλα.
   Άκουσε να χτυπούνε και έπειτα τη φωνή της.
   «Άνοιξε! Κώστα!»
   Και άνοιξε και έμεινε βλέποντας να μπαίνουν με ντόμινα πολλοί. Την κυρία Ευθυμία την γνώρισε απ' τη φωνή, που του είπε:
   «Τη λάμπα! Σήκωσέ τη!»
   Ο διάδρομος εγέμισε από φωνές και γέλια. Είδε ότι υπήρχαν και άνδρες.
   Η λάμπα υψώθηκε και φώτισε ντόμινα κόκκινα, πράσινα, μαύρα, που έμπαιναν μέσα πίσω απ' την κυρία Ευθυμία. Ήτανε επτά. Είδε δόντια μικρά, μικρά, χειλάκια και μάτια σα να παραμόνευαν.
   «Την καλαθιέρα! Απ' εκεί πίσω την έχω», του είπε η κυρία του.
   Έσυρε πίσω απ' τις κουρτίνες ένα καλάθι μεγάλο και της το παρέδωσε.
   «Βγάλε τώρα!»  
   Στεκόταν από πάνω του και κοίταζε. Οι άλλοι είχανε κάνει έναν κύκλο κοντά της.
   Αυτή έλεγε, καθώς αυτός έβγαζε τα ψώνια.
   «Σαλάμι... Ελιές... Το τυρί... Το ζαμπόν... Ωραία!»
   «Ωραία, ωραία!» έκαναν οι άλλοι όλοι μαζί.
   «Σταθείτε! Έχουμε και ένα μπούτι! Είναι με σκορδάκι! Δεν πειράζει πως είναι κρύο;»
   «Δεν πειράζει πως είναι κρύο... Μπα, μπα, μπα!» 
   «Θα έχουμε και ζεστά», μια φωνούλα λεπτή, μόνη, ακούστηκε να λέει.
   «Καλά λέει η Ανθώ», είπε ένας απ' τους άνδρες και έκανε να την δει.
   «Σιωπή!» εφώναξε προσταχτικά η κυρία Ευθυμία. Έπειτα:
   «Για φέρε και τις σαμπάνιες», είπε στον Γκρίτσα. «Κάνε γρήγορα!» 
   «Και τις σαμπάνιες, τις σαμπάνιες!» οι άλλοι ξαναείπαν.
   «Τώρα είμαστε καλά...»
   «Είμαστε καλά!» σαν ηχώ είπαν οι άλλοι.
   «Τώρα! Κάτω οι μάσκες!»
   Και πρώτη η κυρία Ευθυμία την έβγαλε. Οι άλλοι την μιμηθήκανε και ο Γκρίτσας είδε τα πρόσωπα που κρύβανε οι μάσκες.
   Μια κοντή και παχιά, μελαχρινή, που έμοιαζε με την κυρία Ευθυμία, άλλη καστανή, ωχρή, και άλλη κοντή αδύνατη με μικρά, μικρά μάτια και η τέταρτη ξανθή, ωχρή, με καστανά μάτια, που κοιτάζανε αθώα, σα μικρού παιδιού. Τα χείλια της ήτανε κόκκινα σαν αναμμένα και φαινόντανε να περιμένουν φίλημα, φιλήματα πολλά, πλήθος, για να σβήσουν.
   Οι άνδρες, ένας ξυρισμένος, χονδρός, οι άλλοι δυο με μουστάκια μακριά. Φαινόντανε στρατιωτικοί. Σε λίγο η τραπεζαρία γέμισε φωνές, γέλια και προσφωνήσεις...
   Αλλά μαζί μ' αυτά αρχίσανε και άλλα. Πειράγματα διαβολικά απ' τα λόγια στα χέρια, που ο δυστυχής ο Γκρίτσας αισθανότανε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα απ' το συνηθισμένο χτύπο και το κεφάλι του να γυρίζει, να ζαλίζεται σα να τον χτυπούσε κι αυτόν το κρασί που κείνοι έπιναν.
   Με φόβο είδε την ξανθή να είναι πιο ξετσίπωτη απ' τις άλλες. Και ένα φίλημα, που είδε να της δίνει ο ξυρισμένος, του έφερε την επιθυμιά να ορμήσει εναντίον όλων. Αλλ' ο χονδρός γύρισε, μετά έν άλλο φίλημα, και τον είδε.
   «Μα τι θέλει τούτος εδώ;» είπε.  
   «Πήγαινε έξω!»
   «Ο υπασπιστής δεν μπορεί, πρέπει...» άρχισε να λέει η ξανθή γελαστή. Το άλλο δεν τ' άκουσε, γιατί βγήκε έξω.
   Δεν είχε καθήσει πολύ, όταν κρότοι, χτύπος πόρτας που ανοίγει και χτυπά με δύναμη, φωνές, πεσίματα καρεκλών, πατήματα, τον έκαναν να ορμήσει μέσα.
   Όλοι ήτανε όρθιοι και μαζεμένοι ο ένας κοντά στον άλλον, ενώ σιγά, σιγά υποχωρούσανε προς την πόρτα, που μπήκε ο Γκρίτσας, κοιτάζοντας με τρόμο κάτι, που κυλιότανε στο πάτωμα και που με φωνή ζώου και ανθρώπου μαζί κάτι έλεγε, έβριζε μπερδεμένα.
   Περπατώντας με τα τέσσερα ένας άνθρωπος αδύνατος πολύ, μισόγυμνος με μακριά γένια καστανά, ενώ απ' το στόμα του τρέχανε σάλια όμοια με αφρούς, μανιακός, προσπαθούσε, έτσι με τα τέσσερα, βαρύς, κλονιζόμενος, να πλησιάσει την κυρία Ευθυμία.
   «Άτιμη!» ούρλιαζε παρά έλεγε και τα μάτια του έδειχναν μανία θηρίου.
   «Ε, σκάσε!»
   «Το τέρας!» 
   «Αυτή φταίει, αυτή, αυτή η καταραμένη φταίει, που τον άφησε!» φώναζε η κυρία Ευθυμία, καθώς ήτανε κυκλωμένη απ' τους άνδρες που είχανε μπει μπροστά της.
   Ένας απ' αυτούς πήρε μια καρέκλα και την έβαλε εμπρός στον μανιακό για να τον εμποδίσει να προχωρήσει, αλλ' αυτός  αρπάζοντας την πρώτη με το ένα χέρι, εκάθησε ή έπεσε στο πάτωμα και έκανε να την σύρει, να του την πάρει βγάζοντας άγριες, στριγκές, φωνές.
   Στην πόρτα, κείνη τη στιγμή, φάνηκε η Κατερίνα ξεμάλλιαστη και πιο κίτρινη απ' άλλοτε...
   Ο μύθος του Πενθέα και οι μαινάδες που κάτω πεσμένοι τον κατασπαράξανε, παρουσιάσθηκε στο νου του Γκρίτσα.
   Η Κατερίνα όρμησε πάνω, πάνω στον κύριό της και αρπάζοντάς τον με δύναμη τον ξάπλωσε καλά χάμω. Αυτός έκανε να παλέψει, να αντισταθεί, φωνάζοντας τρελά, αλλ' ορμήσανε και οι άνδρες.
   «Συ τι κάθεσαι;» έκανε άγρια η κυρία Ευθυμία στον Γκρίτσα, που τον είδε να στέκεται χωρίς να κάνει τίποτα.
   Ο άρρωστος δεν πάλευε πια. Παρατήθηκε με βογκητό γρήγορα και έμεινε στα χέρια τους σα νεκρός. Τον βγάλανε έξω. Το κεφάλι του χτύπησε δυνατά στην πόρτα. Περάσανε ένα μεγάλο διάδρομο, μπήκανε σ' ένα δωμάτιο και τον πετάξανε πάνω σ' ένα κρεβάτι.
   Ένα καντηλάκι φώτιζε το δωμάτιο και έριχνε μια αδύνατη λάμψη, φωτίζοντας το κιτρινιασμένο, αδύνατο πρόσωπο του αρρώστου, που έμεινε με κλειστά μάτια, ακίνητος. Οι άλλοι φύγανε. Ο Γκρίτσας στεκότανε με την Κατερίνα, αλλά η κυρία Ευθυμία όρμησε μέσα.
   «Είσαι ασυγχώρητη, γι' αυτό που μου έκανες απόψε! Ήτανε τρομερό! Με έκανες ρεζίλι! Συ να πας να κοιμηθείς. Τι κάθεσαι εδώ;»
   Ο Γκρίτσας έφυγε γρήγορα για το δωμάτιό του. Μέσα, καθώς περνούσε απ' έξω απ' την τραπεζαρία, άκουσε πάλι γέλια.
   Θέλησε να κοιμηθεί, αλλ' όσα είχε δει, όσα είχε ακούσει, γυρίζανε στο νου του σα κολασμένοι σε κόλαση.
   Για μια στιγμή κάποτε, ο ύπνος τού ερχόταν και έφευγε γρήγορος.
   Στο στιγμιαίο όμως αυτόν ύπνο, τού φαινότανε πάντα ν' ακούει τη βρύση της αυλής να τρέχει με κρότο στις πλάκες. Και όταν ξυπνούσε και πάλι νόμιζε να την ακούει, σιγαλά να τρέχει όσο που έσβηνε.
   Ξαφνικά του χτυπήσανε την πόρτα. Ήτανε η Κατερίνα.
   «Έλα, Κώστα! Ντύσου γρήγορα! Μέσα βουρλιασθήκανε και ποιος πάει να τους μιλήσει. Δεν ξέρω τι έχει ο άνδρας της».
   Ντύθηκε τουρτουρίζοντας και την ακολούθησε. Μέσα στην τραπεζαρία γλεντούσαν. Είχαμε κλειστές τις πόρτες. Άκουσε φωνές και γέλια και μια φωνή γυναικεία που μιμόταν κάποιον, μιλώντας με τη μύτη. Πάνω σ' αυτά μια φωνή χονδρή άρχισε να τραγουδεί:
Θα σπάσω κούπες
για τα λόγια που 'πες...
   Περάσανε στο μεγάλο διάδρομο και φθάσανε στο δωμάτιο του άρρωστου.
   Η Κατερίνα άνοιξε με το κλειδί την πόρτα και μπήκε πρώτη.
   «Μπα, μπα!» έκανε. 
   Ο άρρωστος βρισκόταν καθισμένος, πεσμένος στα σίδερα του κρεβατιού και φαινότανε να κοιτάζει το παράθυρο που έβλεπε έξω, στην αυλή.
   Και τον πλησίασε γρήγορα, σχεδόν όπως είχε ορμήσει μέσα στην τραπεζαρία και τον άρπαξε. Αλλ' ο άρρωστος αντί να φωνάξει, να φέρει αντίσταση, σωριάσθηκε, χωρίς μιλιά, στα χέρια της. Δεν ζούσε πια. Ίσως η ψυχή του, σκεπτόταν ο Γκρίτσας, πηγαίνοντας γρήγορα να χτυπήσει την πόρτα του γλεντιού, θα ακολούθησε το φάντασμα, που κάτι ζητώντας, κείνη τη νύχτα, γύριζε στην αυλή, μέσα στον παγωμένο αέρα!
 
Βουτυράς Δημοσθένης 
Περιοδικό «Γράμματα»
τεύχος 21 - 24, 1914
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου