Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

ΝΕΓΡΙΚΟΙ ΔΙΣΚΟΙ

   
   Ο Μπεμπέτο γύρισε σπίτι μ' ένα πλατύ και λεπτό δέμα κάτω από τη μασχάλη κι αμέσως πήγε στο σαλονάκι, όπου η αδελφή του, μαζί με τρεις φιληνάδες της, κάθονταν κι άκουγαν το γραμμόφωνο. Εκείνη τη στιγμή έπαιζε ένα ρωσικό δίσκο κι ακουγόταν μια φωνή ήρεμη, σπαραχτική, με σταθερό τόνο, σχεδόν σαν ψαλμωδία
. Οι κοπέλες ήταν μισοπλαγιασμένες εδώ κι εκεί πάνω στα ντιβάνια κι άκουγαν με μισόκλειστα μάτια. Η μια κάπνιζε τσιγάρο με μια πίπα με φίλτρο από ορυκτά άλατα που λιγόστευε τη νικοτίνη, και κουνούσε το πόδι της φορώντας ελαφρά μονοκόμματα παπούτσια με σόλα από φελλό. Όλες τους ήταν εκστασιασμένες κι η Ισαβέλλα κρατούσε τον ρυθμό κουνώντας το κεφάλι με τα μάτια κλειστά. Μια ατμόσφαιρα υψηλής και ραφινάτης πνευματικότητας πλανιόταν στο σαλόνι, την ανέπνεες μέσα σε κείνη τη μυρωδιά την ανάμικτη από καπνό, γυναικείες ρόμπες και φρεσκοδεμένα βιβλία. Αν ξαφνικά σου 'ρχόταν η ιδέα να βάλεις έναν δίσκο με τη Μερλίνη ή τον τενόρο Τζίνο ντελ Σινιόρε, οι κοπέλες θα επαναστατούσαν με φράσεις γεμάτες κοφτό και τσουχτερό σαρκασμό.  Θα σ' έσφαζαν με το γάντι. Αντίθετα η στυφή κι αργόσυρτη φωνή της Ρωσίδας τραγουδίστριας, που είχε  έναν αποσταμένο και λειτουργικό τόνο, τις έκανε προσεχτικές και συνεπαρμένες.
   Η Ισαβέλλα ήταν και ζωγράφος. Αλλά δεν έκανε τις συνηθισμένες ζωγραφιές που κάνουν τα κορίτσια των καλών οικογενειών. Ήταν ενημερωμένη για τις τελευταίες τάσεις της ζωγραφικής, παρακολουθούσε ορισμένα γαλλικά περιοδικά και ζωγράφιζε αχνά πορτραίτα, με νερουλιασμένα χρώματα, με πρόσωπα οβάλ και μελαγχολικά αλά Μοντιλιάνι. Είχε χτίσει μάλιστα κι ένα μικρό ατελιέ σε μια ταράτσα του σπιτιού της. Ένα ατελιέ γυμνό, με γυμνούς και ραγισμένους τοίχους, ανεπιτήδευτο, με έναν παλιό καναπέ πεταμένο σε μια γωνιά, μια παλιά τενεκεδένια σόμπα, έναν φεγγίτη στο ταβάνι, αράχνες στις γωνιές, ένα καβαλέτο και μια στραπατσαρισμένη τσαγιέρα. Είχε απαγορευθεί αυστηρά στην υπηρεσία να ξαραχνιάζει και να σκουπίζει το πάτωμα. Σε κείνο το ατελιέ αποσυρόταν για να δουλέψει μακριά από την ταπετσαρισμένη χλιδή του σπιτιού της. Καθισμένη σ' ένα ξεχαρβαλωμένο σκαμνάκι, ζούσε με την ψευδαίσθηση πως υπέφερε από κρύο κι από πείνα, απαραίτητες προϋποθέσεις για την καλλιτεχνική δημιουργία. Υπέμενε την πείνα και τη στέρηση μέχρι που ο αρχιθαλαμηπόλος, διασχίζοντας με μετρημένα βήματα τον κήπο, ερχόταν να της αναγγείλει ότι το γεύμα ήταν έτοιμο. Τότε η Ισαβέλλα άφηνε το ατελιέ της και πήγαινε στη ζεστή και βαριά επιπλωμένη τραπεζαρία, όπου ο υπηρέτης με άσπρα βαμβακερά γάντια σέρβιρε σε όλους μια σούπα μέσα στην οποία έπλεαν αραιά, κίτρινα, ανάλαφρα γιουβαρλάκια. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένοι πίνακες του Καρρά που παρίσταναν διαβήτες και ξύλινα κεφάλια.  
   Αντίθετα στο δωμάτιο του Μπεμπέτο, μέσα σε μια μυρωδιά λεβάντας και καπνού Βιρτζίνια, ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί μυθιστορήματα του Ντος Πάσσος και του Λώρενς, ένα μπλε εκδρομικό σακάκι, αναμμίτικες παντόφλες και μερικές εγγλέζικες πίπες. Μια φωτογραφία ρυθμού λίμπερτυ, κομμένη από τον «Ιταλό», ήταν κολλημένη στον τοίχο.
   Ο Μπεμπέτο, έχοντας πια ξεπεράσει τα πάντα, είχε φτάσει σ' έναν υπέρτατο βαθμό εκλεπτισμού. Προτιμούσε πια τα απλοϊκά, αφελή και πρωτόγονα πράγματα. Είχε σοδιάσει τόσο πολύ καλό γούστο, ήξερε να βλέπει τόσο βαθιά μέσα στα πράγματα, που είχε φτάσει ν' αγαπάει τα κοινώς λεγόμενα κακόγουστα πράγματα, γιατί αυτά, σ' ένα μυαλό τόσο καλλιεργημένο και μπασμένο σαν το δικό του, έδιναν ευχάριστες κι απολαυστικές εντυπώσεις. Έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό για τις συνοικιακές παραστάσεις του βαριετέ, τις γυαλιστερές καρτ - ποστάλ που στέλνουν οι φαντάροι στη γκόμενά τους, τις φωτογραφίες των υπαίθριων φωτογράφων, και μπορούσε να χώνεται μέσα στα πράγματα που η αστική τάξη τα χαρακτηρίζει επισήμως ως κακόγουστα και να τα χαίρεται χωρίς ενδοιασμούς. Αυτού του είδους το προνόμιο, ως γνωστό, παρέχεται μόνο σε λίγους εκλεκτούς. Ο Μπεμπέτο, εξαιτίας του εξαιρετικού εκλεπτισμού του, ήταν εκτός πάσης υποψίας και μπορούσε επομένως να επιτρέπει στον εαυτό του ορισμένες πολυτέλειες. Γιατί είναι αυτονόητο πως εκείνα τα μπανάλ και αφελή πράγματα που οι άλλοι τα θαυμάζουν με χονδροειδή ειλικρίνεια, εκείνος τα θαύμαζε αλλιώτικα, μ' έναν τρόπο πέρα για πέρα διαφορετικό, που δεν είχε καμιά σχέση με τον τρόπο των άλλων. Κι αυτός ο θαυμασμός, ενώ για τη μάζα των κοινών ανθρώπων ήταν γελοίος και ελεεινός, για τον Μπεμπέτο, τον πάρα πολύ καλλιεργημένο κι εκλεπτυσμένο, αντιπροσώπευε απεναντίας ένα ακόμη μεγαλύτερο ραφινάρισμα· μια προσωπική αρετή, μια έξοχη κατάκτηση. Αυτό τουλάχιστον πίστευε ο ίδιος για τον εαυτό του και το εξηγούσε και στους φίλους του.
   Ο Μπεμπέτο λοιπόν μπήκε στο δωμάτιο όπου ήταν η αδελφή του και οι φιλενάδες της, άνοιξε το δέμα κι έβγαλε από μέσα τον τελευταίο νέγρικο δίσκο.
   «Είναι ένας δίσκος της Μπίμπλακ Χάρμονι», είπε με μια απλότητα πραγματικά καταπληχτική, ίσως υπερβολική. «Αυτά τα νέγρικα τραγούδια είναι έξοχα. Συγκινητικά, σπαραχτικά».
   Έβαλε τον δίσκο στο γραμμόφωνο. Ακούστηκε ένας ήχος αργός και λυγμικός. Ξαφνικά ο Μπεμπέτο βάλθηκε να ακολουθεί τον ρυθμό απαγγέλλοντας κάθε φορά τα νέγρικα λόγια:
   «Μπάμπουμ... μπαΐλα... ουέ... ουέ... ουέ... μπάλουμ μπαλαΐλας... γιες», σιγοτραγουδούσε ο Μπεμπέτο με ένρινη αγγλοσαξονική προφορά, ενώ τα κορίτσια συνόδευαν το ρυθμό με ελαφρές κινήσεις των ώμων.
   Μία από τις κοπέλες, παίζοντας στα χέρια της το «Ημερολόγιο» της Κάθριν Μάνσφηλντ, άκοπο ακόμα, είπε αργά: 
   «Δεν υπάρχει φιλολογία σ' αυτό το τραγούδι. Είναι ανεπιτήδευτο και φυσικό. Σου δίνει τη ζωώδη, ενστικτώδη αίσθηση της φύσης».
   «Ναι, είναι καλό», περιορίστηκε να επιβεβαιώσει ο Μπεμπέτο με πολύ μετρημένο ύφος· κι αφού έβγαλε μια μικρή πίπα και ένα φάκελο από διαφανή κυτταρίνη βάλθηκε να καπνίζει. Τα είχε ξεπεράσει όλα. Ακόμα και τα ωραία λόγια. Η εξυπνάδα μάστιζε, δυνάστευε ολόκληρη την οικογένεια. Όλοι τους συναγωνίζονταν ποιος να φαίνεται πιο απλός, να λέει ευκολονόητα και ξεκάθαρα πράγματα. Για να το επιτύχουν έκαναν απίθανες και πολύπλοκες προσπάθειες. Επειδή είχαν κάνει τη σπουδαία ανακάλυψη ότι η απλότητα είναι σημάδι πραγματικής ευφυίας λύσσιαζαν να είναι απλοί, να λένε ανεπιτήδευτες φράσεις, όσο πιο ανεπιτήδευτες γινόταν.
   «Ταιριάζουν καλά τα λόγια», είπε η Ισαβέλλα, «μοιάζουν με άναρθρους ήχους. Οποιαδήποτε λέξη που θα καταλάβαινες το νόημά της, θα το αδικούσε».
   «Μπάλεμ... μπαΐλα... ουλέμα... γιες... μπάλουμ... γιες γιες... ουλέμα...» συμπλήρωσε ο Μπεμπέτο με πολλή συγκίνηση και συμπέρανε: «Ναι, εδώ στ' αλήθεια δεν υπάρχει ίχνος φιλολογίας. Είναι ένας θρήνος καθαρός, απόλυτος, τέλειος. Για ακούστε αυτό».
   Έβαλε έναν άλλο δίσκο.
   «Αυτός ο δίσκος είναι απίθανος. Είναι ο τέταρτος από τις “Μπλέικ Χάρμονι Σόνι Ούγλα” του Σικάγου», είπε ο Μπεμπέτο. 
   «Ω! Σόνι... ντάρλινγκ... ντάρλινγκ... ούγλα...» σιγοτραγούδησε η φωνή  του ψευτονέγρου στο χωνί του φωνογράφου, με ένα σταθερό παράπονο, παρατεταμένο σαν σκούξιμο σκυλιού προς το φεγγάρι.
   «Είναι του Λούις Τσίμερμαν από το Σικάγο;» ρώτησε μία από τις κοπέλες περνώντας ακόμα ένα τσιγάρο στην πίπα της με φίλτρο από ορυκτά άλατα και, αφού πήρε καταφατική απάντηση, πρόσθεσε με ύφος κοφτό: «Είναι καταπληχτικός».
   Στο δωμάτιο κυριαρχούσε μια μυρωδιά καπνού με μελάσσα και χαρτιού ιλουστρέ. Οι κοπέλες έδειχναν ελαφρά αναιμικές στα μάτια και στους κροτάφους με μια αίσθηση αδιαθεσίας και κούρασης στο δέρμα του λαιμού.
   Ένα μικρό μπουλντόγκ μπήκε μέσα ακολουθούμενο από μια καμαριέρα με άσπρο μπονεδάκι στα μαλλιά. Η καμαριέρα έφερνε ένα ποτήρι νερό και ένα μπουκαλάκι πάνω σε ένα δίσκο.
   «Εδώ, Τζιότο!» είπε μια από τις κοπέλες αποτεινόμενη στον σκύλο.
   «Η κυρία λέει να μην ξεχάσετε να πάρετε τις σταγόνες», είπε η καμαριέρα στην Ισαβέλλα.
   «Ακούσατε το “Σόνι ούγλα ”;» ρώτησε ο Μπεμπέτο μια κοπέλα με γυαλιά από ταρταρούγα, που στις πέντε θα πήγαινε στα εγκαίνια μιας έκθεσης στον «Κομήτη».  «Τι τόνος! Τι σπαραγμός! Εδώ δεν υπάρχουν τρικ. Είναι λυρισμός, καθαρή ποίηση».
   «Εγώ αυτά τα παραβάλλω με τα τραγούδια του Λεοπάρντι», είπε η Ισαβέλλα ενώ ετοιμαζόταν να πάρει τις σταγόνες.
 
Πάτι Ερκόλε 
Περιοδικό «Διαγώνιος», 
τεύχος 11, Μάιος - Αύγουστος 1975

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου