Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ

   
   Καθόλου δεν θυμάμαι με ποιο μέσο είχαμε φτάσει μέχρι εκεί. Σαν να μάς άδειασαν με φτιαριές πάνω στο παχύ χιόνι. Ήμασταν περίπου καμιά εικοσαριά παιδιά. Ανθρωπάκια από έξι μέχρι δέκα χρονώ το καθένα. Πάνω στην κάτασπρη από το χιόνι πεδιάδα μοιάζαμε σαν κινούμενα σχέδια. Είχαμε αναστατώσει ένα ολόκληρο χωριό. Βοδάμαξες, κάρα με άλογα, άνδρες και γυναίκες έφτασαν εκεί μαζί με τα μαντρόσκυλά τους να μάς υποδεχτούν. Ήμασταν όλοι χυμένοι, λίγα μέτρα πάνω από τη δημοσιά. Αυτοί όλοι τους έμοιαζαν χορτάτοι. Ήταν καλό σημάδι για μας. Έτσι ίσως έμπαινε κάποιο τέλος στη δική μας πείνα. Ήταν χειμώνας του 1941.
   Τα πόδια μου, μικροσκοπικά όπως ήταν, φυτεύτηκαν μέσα στο χιόνι. Αυτό με πάγωνε και με στήριζε ταυτόχρονα. Η μοιρασιά άρχισε χωρίς καθυστέρηση. Κάθε οικογένεια του χωριού μπορούσε να διαλέξει από ένα παιδί. Σίγουρα θα υπόγραφαν και κάποιο πρωτόκολλο για την παράδοση και παραλαβή. Αυτό εμείς ούτε καν το υποπτευόμασταν.
   Ήμουν τόσο αδύνατη και χλωμή, σχεδόν ψοφίμι. Τις στιγμές της αναμονής τα μάτια μου σπίθιζαν. Περνούσαν εξεταστικά, στα  γρήγορα, από όλες τις μορφές που μάς κύκλωναν. Και σήμερα ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ήταν δυνατό να χτυπούσε με τόση δύναμη η καρδιά μέσα σε ένα αναιμικό ανθρωπάκι. Μοιάζαμε θηράματα, και όλοι γύρω μας οι κυνηγοί με τα σκυλιά τους. Μέσα από το πλήθος ξεχώρισα ένα χοντρό, κατακόκκινο κύριο, με στολή. «Τι καλά να πέσω σ' αυτόν», σκέφτηκα. Εγώ τον είχα διαλέξει. Εκείνος όμως; Καρφώνω τα μάτια μου πάνω του και περιμένω. «Θεούλη μου, ας με προσέξει κι αυτός. Ας αποφασίσει για μένα», παρακαλούσα. Το μόνο που με φόβιζε ήταν ο σκύλος του. Ένας πελώριος μαντρόσκυλος. Πέρασε ξυστά από δίπλα μου. Το τρίχωμά του με άγγιξε. Μπιμπίκιασα από την τρομάρα. Δάγκωσα τα χείλη μου για να μη φωνάξω. Μια σπιθαμή πάνω από τη χιονισμένη γη, με τα μάτια μου καρφωμένα στον κύριο με τη στολή, προσπαθούσα να κινήσω την προσοχή του. Έμοιαζε τόσο δυνατός. Ήθελα να πέσω σ' αυτόν.
 
   Κουκουλωμένη πάνω στη βοδάμαξα, με το μαντρόσκυλο να μάς ακολουθεί σε κάποια απόσταση, φτάσαμε με τον κύριο Χαρίλαο, στο σπίτι του. Ο χοντρός κύριος με τη στολή, ο κύριος Χαρίλαος, ήταν από τα σπουδαία πρόσωπα του χωριού. Ήταν ο αγροφύλακας.
   Λαχανιασμένη από την παγωνιά, ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται όταν μπήκαμε στο σπίτι. Είχε τόση ζεστασιά εκεί. Ήμουν σαν παγωμένο κούτσουρο που βγάζει αφρούς στην επαφή του με τη φωτιά. Ανάπνεα με δυσκολία. Τα χέρια και τα πόδια μου μυρμήγκιαζαν. Η ζεστασιά ξεχυνόταν σε όλο το δωμάτιο, από την πυρωμένη θερμάστρα που μπουμπούνιζε. Αυτό με κέντριζε. Τα πόδια μου φούσκωναν και πρήζονταν ακόμη περισσότερο. Οι χιονίστρες μου θέριεψαν. Ήθελα να βγάλω τα λαστιχένια μου παπούτσια. Ίσως αυτό με ανακούφιζε. Είχα μια τέτοια φαγούρα ανάμεσα από τα δάχτυλα, που με τρέλαινε.
   Η κυρία Ουρανία, η γυναίκα του αγροφύλακα, ετοίμασε αυγά με φρέσκο βούτυρο. Η μυρωδιά αυτής της λιχουδιάς μού έφερνε λιγοθυμιά. Εδώ όλα ήταν φρέσκα: αυγά, βούτυρο, ζυμωτό ψωμί, τυρί, γάλα, γιαούρτι. Μπορεί και να ονειρευόμουν. Ήταν όλα τόσο αληθινά, που έμοιαζαν ψεύτικα.
   Δεν αργήσαμε να γίνουμε φίλοι με τον Μαξ. Από την πρώτη κιόλας μέρα ξάπλωσε με μια νωχέλεια ανεξήγητη κοντά μου. Η ζεστασιά του είχε τόση γλύκα που εκμηδένιζε το φόβο μου. Με ευχαρίστηση, αν ήθελε, θα τον άφηνα να γλύψει τα πόδια μου. Οι χιονίστρες μου είχαν ανοίξει σαν τριαντάφυλλα. Το γλύψιμο του Μαξ, με την υγρή και ζεστή του γλώσσα, θα πρέπει να ήταν ευχάριστο. Θα με τρέλαινε στο γαργαλητό. Μπορεί να με πονούσε και λίγο. Αυτό ίσως με ανακούφιζε.
   Μέσα σε μια ασφυκτική ζεστασιά και αναπάντεχη οικογενειακή θαλπωρή, σκεφτόμουν τις μέρες που είχα αφήσει πίσω μου. Ο φόβος ότι μπορούσα να ξαναγυρίσω στο ορφανοτροφείο κούρνιαζε μέσα μου. Και η νοσταλγία, ανάμικτη με κάποια θλίψη για τους φίλους που έχασα, με παίδευε. Τους γονείς μου δεν τούς είχα ποτέ. Η απουσία της μάνας μου δεν μού γινόταν καν αισθητή. Πάντα μού έλειπε. Στη σκέψη μου ξαναγύρισαν στιγμές αξέχαστες. Οι μικρές μου φιλενάδες. Οι μέρες του συναγερμού.
   Τρυπωμένες σε μια σοφίτα γεμάτη γαλέτες τρώγαμε με βουλιμία. Η πείνα μας ήταν τραγουδιστή: την ίδια στιγμή όλα τα άλλα παιδάκια, κλεισμένα στο υπόγειο, που χρησίμευε για καταφύγιο, έψελναν προσευχές και το «Τῃ Υπερμάχῳ» μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Παρακαλούσαν να τους σώσει, όσο οι μπόμπες έσκαγαν πάνω από τα κεφάλια μας. Αυτό γινόταν συστηματικά. Εμείς παρακαλούσαμε να γίνεται συναγερμός: έτσι ξαναβρισκόμασταν στη σοφίτα με τις γαλέτες. Μάς θέριζε τόσο η πείνα. Άλλοι προσεύχονταν για μας: εμείς πηγαίναμε στον παράδεισο της σοφίτας. Όσο ο κίνδυνος μεγάλωνε, τόσο οι προσευχές των παιδιών δυνάμωναν, ενώ η δική μας πείνα έβρισκε διέξοδο.
   Τη μέρα που μάς ανακάλυψαν ακούστηκαν πράγματα φοβερά και τρομερά. Δικαιολογηθήκαμε. «Ήμασταν στους κοιτώνες. Φοβηθήκαμε με το συναγερμό τόσο πολύ, και αντί να τρέξουμε στο υπόγειο ανεβήκαμε στη σοφίτα, που ήταν πιο κοντά μας». Αυτό ήταν όλο. Περιμέναμε την τιμωρία μας.
   Η αλήθεια μπορούσε γρήγορα να αποδειχτεί. Θα μάς έδιναν καθαρτικό. Το συσσίτιο ήταν γνωστό και μετρημένο. Μια μπουκιά μπομπότα ζυμωμένη με κοτσάνια, λίγο μεγαλύτερη σε μέγεθος από αντίδωρο, ήταν το καθημερινό μας. Εμείς τη μέρα εκείνη είχαμε φάει τόσες γαλέτες που λιγόστεψε το σάλιο μας. Καταπίναμε με δυσκολία. Αυτοί γνώριζαν περισσότερα. Το καθαρτικό μπορούσε να αποδείξει τα συστατικά του κλεμμένου θησαυρού που κλείναμε μέσα μας. Η αποκάλυψη ότι είχαμε καταβροχθίσει με τόση βουλιμία το δίκαιο των άλλων με μούδιαζε. Πάνω στην τρομάρα μου σκέφτηκα να βάλω τα δάχτυλα βαθιά στο στόμα για να κάνω εμετό. Έτσι θα απόφευγα τις αποδείξεις και τον κίνδυνο να χαρακτηρισθώ ένοχη. Είχαμε παγιδευτεί σαν τα ποντίκια στη φάκα. Ο φόβος τώρα έπαιρνε διαστάσεις τερατώδεις στην παιδική μου φαντασία. Μπορεί και να μάς έκλειναν μέσα στα σκοτάδια του υπογείου και εκεί να μάς ξεχνούσαν για πάντα.
   Με τον Μαξ υπογράψαμε, από την πρώτη κιόλας μέρα, μια μυστική συμφωνία φιλίας. Με ακολουθούσε παντού. Η παρουσία μου στο σπιτικό του φαίνεται ότι έδωσε διέξοδο στη δική του μοναξιά. Συναντιόμασταν και τα μάτια του χαμογελούσαν. Συντροφιά αρμέγαμε την αγελάδα, μέσα στο στάβλο. Η δουλειά αυτή, που γρήγορα την έμαθα, με διασκέδαζε: ήταν τελετουργική. Με τα υγρά μου δάχτυλα χάιδευα στην αρχή τους μαστούς της Λευκής. Τα κοκαλιάρικα μικροσκοπικά μου χέρια γέμιζαν ζεστασιά έτσι όπως για αρκετή ώρα πήγαιναν κι έρχονταν στην περιοχή όπου η Λευκή κρατούσε το θησαυρό της. Τα δάχτυλα πηδούσαν σε λίγο από τον ένα μαστό στον άλλο με τέτοια γρηγοράδα και κάτασπροι πίδακες από τα σπλάχνα της Λευκής έτρεχαν μέσα στον κουβά, που κρατούσα ανάμεσα στα σκέλια μου. Σταματούσα για λίγο να πάρω ανάσα. Τότε έφερνα το στόμα μου στο μαστό της Λευκής και τον βύζαινα, μέχρι που ένιωθα την ανάσα μου και πάλι να κόβεται και τα χείλη μου να μουδιάζουν. Ο ζεστός άσπρος χυμός έτρεχε από τους μαστούς της Λευκής κατευθείαν μέσα μου. Ένιωθα ευχαριστημένη και δυνατή.
   Το σούρουπο, τρέχαμε με τον Μαξ, μέσα στο πυκνό δάσος. Μέναμε εκεί μέχρι να νυχτώσει για καλά. Ακίνητοι, πίσω από τις φυλλωσιές, στήναμε καρτέρι στις νεράιδες. Περιμέναμε αμίλητοι να βγούνε. Χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μπορεί να περιμέναμε μια ολόκληρη ζωή. Μάς είχαν κοροϊδέψει. Όσο το καλοκαίρι προχωρούσε, αλλάζαμε παιχνίδι. Ξαπλωμένοι, κοντά στη ρεματιά, μετρούσαμε τα άστρα που έπεφταν από τον ουρανό και χάνονταν στο βαθύ σκοτάδι. Χαμένη στην απεραντοσύνη της φύσης, στην απόλυτη σιωπή, ξαπλωμένη πάνω στα χορτάρια, φιλούσα τη γη μέσα στη νύχτα. Ο φόβος ότι ονειρευόμουν με παίδευε.
   Πέρα από τις κλεμμένες στιγμές της ξενοιασιάς, έπρεπε καθημερινά να τα βγάζω πέρα με ένα σωρό δουλειές. Είχα αναλάβει πρωτοβουλίες  μεγαλύτερες από το μπόι και την ηλικία μου. Αυτό μού έδινε αυτοπεποίθηση και με διασκέδαζε. Μετρούσα τη δύναμή μου. Προχωρούσα πέρα από όσα περίμεναν τα αφεντικά μου. «Ατό το παιδώπον φωτίας βγάλ'», έλεγαν οι συχωριανοί του κυρίου Χαρίλαου. Η ελευθερία που ξαφνικά ανακάλυψα και ανάπνεα με έκανε ασυγκράτητη.
   Βρήκα τόσα πολλά παιχνίδια, που μέχρι τότε ούτε που τα υποπτευόμουν. Το άρμεγμα της Λευκής, το καθημερινό κυνηγητό με τις κότες, όταν καθάριζα το κοτέτσι και μάζευα στην ποδιά μου τα φρέσκα αυγά, το γάλα που χτυπούσα για να βγάλω το φρέσκο βούτυρο, την κρέμα που κατάπινα, κρυφά, σε μπάλες, μέσα από το ξύλινο σκεύος, το γιαούρτι που έφκιαχνα, τα χόρτα που ξεχώριζα και μάζευα, μέσα από δεκάδες άλλα, για τη χορτόπιτα, τον κήπο που έσκαβα, για να φυτέψουμε τα λογής λογής λαχανικά, όλα αυτά μού έδιναν μια δύναμη πρωτόγνωρη. Έτσι είχα εδραιώσει τη θέση μου στο χωριό. Αν ήθελα, μπορούσα να μείνω μια ζωή.
 
   Από το μυαλό μου περνούσαν εικόνες κατήχησης στο ίδρυμα. Η μορφή μιας κυρίας προβάλλει ακόμα και σήμερα ολοζώντανη στα μάτια μου. Βολεμένη, με το χρυσό της ρολογάκι να χάσκει έξω από το τσεπάκι της, μάς έλεγε: «Εσείς δεν πρέπει να έχετε μεγάλα όνειρα». Για μένα, τα όνειρα, μικρά ή μεγάλα, ήταν όνειρα. Ποιος μπορούσε να τα ελέγξει; Να τα απαγορέψει; Να μάς τιμωρήσει γι' αυτά; Βάσιζα τόσες ελπίδες σ' αυτά. Δεν έβλεπα την ώρα να κλείσω τα μάτια. Να με πάρει ο ύπνος. Τα όνειρα ήταν τόσο διαφορετικά από την πραγματικότητα. Τότε, πολύ σπάνια με τρόμαζαν.
 
   Ο Μαξ φαίνεται ότι είχε προηγούμενα με τα φίδια, τα μυρμήγκια, τους τυφλοπόντικες. Με ό,τι γενικά κρυβόταν σε τρύπες. Τα κυνηγούσε με μανία. Φερμάριζε και στύλωνε για ώρες τα μάτια του στα σκοτάδια. Μούδιαζε στην ακινησία. Κάθε προσπάθειά του πήγαινε χαμένη. Τον λυπόμουν. Κοντά του όμως ένιωθα δυνατή.
   Ένα καυτό μεσημέρι του καλοκαιριού, είχαμε ξαποστάσει κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Ο Μαξ είχε πετάξει έξω τη μεγάλη κόκκινη γλώσσα του και ανάπνεε με δυσκολία. Εγώ βύθισα τα δάχτυλά μου μέσα στο πυκνό του τρίχωμα και μετρούσα τους παλμούς του. Κάποια στιγμή,  μερικά φύλλα του δέντρου θρόισαν. Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά. Από την τρομάρα ακινητοποιήθηκα. Η φωνή μου πνίγηκε. Ο Μαξ πετάχτηκε όρθιος. Ένα τεράστιο φίδι κρεμόταν από το δέντρο. Πετάχτηκα κι εγώ σαν ελατήριο. Ο Μαξ πηδούσε πέρα δώθε. Γάβγιζε σαν τρελός. Σχεδόν ούρλιαζε. Το φίδι γλίστρησε ίσια επάνω του. Ο Μαξ αγωνιζόταν. Ήταν παλικάρι. Το ερπετό, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την παγίδα, τινάχτηκε για μια ακόμη φορά και τυλίχτηκε στο λαιμό του Μαξ. Έμοιαζε σαν να τον φιλούσε στο στόμα. Τον ακινητοποίησε. Έτρεμα σύγκορμη.Έκλαιγα με αναφιλητά. Ο Μαξ κλονίστηκε και νικήθηκε. Έφτασα στο χωριό σχεδόν λιπόθυμη. Όλοι έτρεξαν στο αμπέλι. Το ζώο ανάπνεε με δυσκολία. Την άλλη μέρα πέθανε. Ο Μαξ χάλασε τα όνειρά μου.
   Ζεματούσα στον πυρετό. Τίποτα δεν με κρατούσε πια στο χωριό. Οι μέρες της πείνας είχαν ξεχαστεί. Ήθελα να γυρίσω στην πόλη. Λαχταρούσα μια αλλαγή. Όποια κι αν ήταν. Η σιγουριά με κούραζε. Η φυγή ήταν η μόνη λύση.
 
   Χρόνια μετά, η σκέψη γύριζε κάθε τόσο στο χωριό. Τι να γινόταν τάχα όλοι αυτοί που με φρόντισαν και μ' αγάπησαν; Αργότερα έμαθα ότι όλοι τους πνίγηκαν στο αίμα. Το σπίτι του κυρίου Χαρίλαου το κατάπιαν οι φλόγες, που είχαν ανάψει τα τάγματα ασφαλείας. Τον ίδιο τον κρέμασαν ανάποδα σε ένα δέντρο, στο δάσος. Οι σφαίρες έπεσαν πάνω του βροχή. Μέχρι που σταμάτησε να αναπνέει.
 
Λαζαρίδου Ελένη
Περιοδικό «Διαγώνιος», τεύχος 1, Ιανουάριος - Απρίλιος 1979

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου