Στης κυρα - Λισάβετ έγινε πάλι σκοτωμός. Της πέσαν οι τρεις κόρες της να τη φάνε, κι αυτή, παχύσαρκη κι αργοκίνητη όπως ήταν, όσο να γυρίσει για να καταχεριάσει τη μια, τις άρπαζε απ' τις άλλες. Δεν τα 'βαζε όμως κάτω. Σε μια στιγμή μάλιστα που τις ξέφυγε, βγήκε στο μπαλκόνι και «βρώμες, που μου χαλάσατε τ' όνομα» φώναζε, κι άλλα χειρότερα. Όμως, συνηθισμένοι όπως ήμασταν απ' τα τέτοια της οικογένειας, δε δώσαμε σημασία. Ύστερα, λίγο πολύ, ξέραμε την αιτία των καβγάδων. Έφταιγε, δηλαδή, ο Ούγκο Κλας, ο Γερμανός υπολιμενάρχης, που σαν είδε τη Μαρία, τη δεύτερη κόρη της κυρα - Λισάβετ, παρέα με παιδιά της γειτονιάς στην οικογενειακή ταβέρνα «Κούτσουρα», φλογίστηκε ο άνθρωπος, κι από τότε πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στη γειτονιά. Πότε με τη μαύρη λιμουζίνα για φιγούρα, πότε σουλάτσο με τη μακριά του πελερίνα και την ατσαλάκωτη στολή, ατσάκιστο κι ορθοκατέβατο και τάχατες αδιάφορο. Μέχρι να συναντήσει τη Μαρία, και τότε να 'βλεπες πως έλιωνε ο άνθρωπος στην τσιριμόνια, στα «Μάινε Λίντια» και στα χειροφιλήματα. Η Μαρία πάλι το 'χε τελευταία πάρει απάνω της, λίγο το 'χεις, και μας παράσταινε την ακατάδεχτη. Δος του, λοιπόν, γυαλιά του ήλιου, νύχτα Θεού, και μαντήλα δεμένη αλά Γκρέτα Γκάρμπο. Ωστόσο ο Ούγκος δεν άντεξε, ως φαίνεται, γιατί, πονηρή η Μαρία, εκτός απ' τα χειροφιλήματα και τα σου 'πα - μου 'πες, δεν άφηνε άλλο παραπάνω στο Γερμανό, ώσπου τον πλάνταξε κι ένα βράδυ της είπε πως θέλει να γνωρίσει τη μάνα της και να τη γυρέψει. Τίμια πράματα.
Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενε η Μαρία το «όχι» της κυρα - Λισάβετ. Το 'πε πρώτα στις αδερφές της, κι αυτές την αγκαλιάσανε συγκινημένες για το τυχερό της, χωρίς να παραλείψουνε και τα μικροπειράγματα.
«Πώς θα τα λένε τα παιδιά σου, ρε Μαρία;» ρώτησε η Κυβέλη, η μικρή· κι η Μαρία:
«Πού να ξέρω;»
«Κλασάκια», είπε η Κυβέλη και ξεκαρδίστηκαν.
Σαν τα 'μαθε όμως η κυρα - Λισάβετ, παν τα κέφια. Έγινε με μιας σωστό θηρίο και σαν είπε τ' όχι στήθηκε απέναντι στις κόρες της έτοιμη να τις σκίσει. Αυτές το πήγαν στην αρχή με το καλό, μα πού! Η κυρα - Λισάβετ τις ξέρασε με το πρώτο μια αρμαθιά βρισίδια και βλαστήμιες και τελευταία στη Μαρία: «Τι όνομα θ' αφήσεις, μωρή, στις άλλες δυο», κι οι άλλες «Τι σε νοιάζει εσένα» της απαντήσανε, κι η κυρα - Λισάβετ «Τι τη νοιάζει τη μάνα σας, σκρόφες!» Είπανε να ρωτήσουνε και τον Κοσμά, τον αδερφό τους, κι αυτός ν' αποφασίσει, σαν άντρας που ήτανε. Μ' αυτό κόρωσε ακόμα πιο πολύ την κυρα - Λισάβετ, που εκείνο τον καιρό τον είχε αποκληρώσει, γιατί εκτός που 'θελε να παντρευτεί και ν' αφήσει τρεις αδερφές ανύπαντρες, ήθελε να πάρει τη «Μαύρη», τη «δημόσια», και μάλιστα τη σπίτωσε στο Αξά Μετζίτ.
«Εγώ να ρωτήσω τον Κοσμά», φρύαξε η κυρα - Λισάβετ, «αυτό το χασαπόσκυλο που τ' αποκλήρωσα;»
«Από τι τον αποκλήρωσες, ρε μάνα, που δεν έχουμε βρακί στον κώλο μας;» έριξε το φαρμάκι της η μεγάλη, η Ευανθούλα· κι η κυρα - Λισάβετ:
«Απ' την ευχή μου, μωρή πολύξερη, λίγο το 'χεις;»
«Χαρά στο πράμα», ειρωνεύτηκε η Κυβέλη.
Δεν τ' άντεξε αυτό η κυρα - Λισάβετ:
«Στάσου, βρώμα, και σε σιάχνω», είπε κι όρμηξε στην Κυβέλη, μα πριν να την προλάβει, της έβαλε πουρδουκλιά (1) η Μαρία και βρέθηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα.
«Πουτάνα γκεσταμπίτισσα», ούρλιαξε η κυρα - Λισάβετ κι άρπαξε τη γάμπα της Μαρίας να τη δαγκάσει. Πριν όμως προκάνει, την άρπαξε η Ευανθούλα απ' τα μαλλιά, η Κυβέλη καβάλησε στη μέση της κι η Μαρία βαρούσε όπου έφτανε. Η κυρα - Λισάβετ τις μάζευε, και μόνο να ουρλιάζει και να βρίζει μπόραγε, ώσπου ευτυχώς άκουσε από δίπλα η Αρμένισσα, η Κίτσα, «το κουζούμ» (2), κι έτρεξε για να τη σώσει.
Τότε, σα γλίτωσε απ' τα χέρια τους η κυρα - Λισάβετ, έκανε πως λιγοθύμησε. Έβγαζε τάχατες αφρούς, ντερέκωνε (3) τα κρέατά της και κάπου κάπου έκανε πως έχει σπασμούς και συνταράζεται. Οι κόρες της τα χρειάστηκαν. «Μανούλα μου, μανούλα μου», φωνάζανε κι η μια έριχνε το φταίξιμο στην άλλη, μα αναβάλλανε τον καβγά μέχρι να δούνε τι θα γίνει, κι η μια βάραγε μπατσάκια στα πλαδαρά μάγουλα, η άλλη έτριβε τους καρπούς με οινόπνευμα κι η Μαρία:
«Αχ, η κακούργα, έφαγα τη μάνα μου», θρηνούσε.
Όταν κατάλαβε η κυρα - Λισάβετ πως αρκετά τις τρόμαξε, πήρε τάχατες να συνέρχεται:
«Πού βρίσκομαι; Πού βρίσκομαι;» ρωτούσε. Κι οι κόρες της:
«Εδώ, μανούλα, στο σπιτάκι σου», απαντούσανε συγκινημένες.
Ύστερα απ' αυτό, γίνονταν καθημερινά τέτοιοι καβγάδες κι η γειτονιά συνήθισε και δεν της έκαναν εντύπωση. Κι ύστερα απ' τον καβγά όλα μέλι γάλα. Η οικογένεια έπαιρνε την άλλη όψη της: Η Ευανθούλα με το κέντημά της, το ίδιο εδώ και χρόνια, καθόταν στο μπαλκόνι κι έκανε κόρτε με το Νίκο, το νοικάρη της Πωλίνας, που ήτανε, λέει, λοχαγός της επιμελητείας πριν τον πόλεμο, και μάλιστα της σχολής. Η Μαρία καπάρωνε τον καθρέφτη με τις ώρες και γελούσε με τη μάνα της που μπαινοβγαίνοντας:
«Θα βγει χαλκομανία η φάτσα σου», της έλεγε.
Η Κυβέλη, πάλι, κούφωνε (4) τα παράθυρα, έκανε χουνί το περιοδικό και τραγουδούσε όλα τα σουξέ της εποχής ν' ακούει η γειτονιά που 'χει ωραία φωνή. Κι όταν όλες βαριόντανε, μαζεύονταν μάνα και θυγατέρες στο μπαλκόνι και πιάνανε ωραία κουβεντούλα. Ώσπου τα κορίτσια σηκώνονταν μια μια και παίρνανε η κάθε μια το δρόμο της, κι η κυρα - Λισάβετ:
«Να μην αργήσετε», τις συμβούλευε.
Καβγά τον καβγά και πες να πω, άρχισε να σπάνει (5) η κυρα - Λισάβετ. Ώσπου ήρθε κάτι που την αποτέλειωσε. Ένα βραδάκι, δηλαδή, η μαύρη λιμουζίνα σταμάτησε μπροστά στο σπίτι της κι από μέσα βγήκε επίσημος ο Ούγκος με μια αγκαλιά λουλούδια. Όσο να το πάρει χαμπάρι η κυρα - Λισάβετ βρέθηκε φάτσα με το Γερμανό, ντράπηκε που ήταν με τη ρόμπα και την ποδιά, κι ακόμα πιο πολύ όταν της φίλησε επίσημα το χέρι βαρώντας τα τακούνια του κι η κυρα - Λισάβετ απ' τη σαστιμάρα της δεν τα κατάφερνε να λύσει την ποδιά. Στο τέλος τα βόλεψε πάλι:
«Αρμπάιτ», είπε.
«Για, για», απάντησε όλο κατανόηση ο Γερμανός, γελάσανε κι ο πάγος έλιωσε.
Ξετρελάθηκε με την ευγένεια του Ούγκου η κυρα - Λισάβετ. Όταν μάλιστα καταφτάσανε κάτι τσιπούρες σαν παντόφλες, ορκιζότανε στ' όνομά του. «Και τι σκεφτικός». Μαζί με τις τσιπούρες έφερε κι ένα ντενεκέ λάδι. Ύστερα, κάθε μέρα, ο ναύτης κουβαλούσε του πουλιού το γάλα. Μα η κυρα - Λισάβετ, αφού χώριζε όσα χρειαζότανε στο σπίτι, μοίραζε τα υπόλοιπα σ' όσους υποφέρανε στη γειτονιά. Γιατί, στ' αλήθεια, ήταν πολύ πονετικιά γυναίκα. Όποιος φτωχός και ξέστεγος ξέπεφτε στη γειτονιά -κι ήταν πολλοί αυτή την εποχή- έβρισκε αποκούμπι στο σπιτικό της, που 'κοβε απ' το στόμα της να τον ταΐσει και του 'στρωνε τα καλύτερα να κοιμηθεί. Τι Εγγλέζους δεν έκρυψε, τι στρατιώτες δεν έντυσε στην υποχώρηση με ρούχα του Χριστάκη εφέντη, του άντρα της του μακαρίτη, που ως τότε ούτε τον Κοσμά δεν άφηνε να τα φτιάξει απάνω του, γιατί τα 'χε για ενθύμιο. Κι όλοι την αγαπούσανε στη γειτονιά την κυρα - Λισάβετ. Όλοι την είχανε για έμπιστη. Γιατί η αλήθεια είναι πως τα δικά της τα 'βγαζε στη φόρα με το πρώτο, μα έτσι και της εμπιστευόσουνα κάτι δικό σου, λέξη δεν της έφευγε, και προπαντός στις κόρες της. Κι αυτή περηφανευόταν που όλοι την αγαπούσαν και την εμπιστεύονταν κι έδειχνε σ' όλη τη γειτονιά τις κάρτες που 'παιρνε στις γιορτές, ακόμη κι απ' την Αγγλία. Άσε από καλλιτέχνες, Τσιτσάνη και Ζωζώ Νταλμάς και άλλους.
Εν τω μεταξύ τα επίσημα του αρραβώνα ορίστηκαν για τα τέλη Μαΐου κι από μέρες μπροστά εγκαταστάθηκε η ράφτρα η Κατίνα στης κυρα - Λισάβετ. Εκεί να δεις χαρές και γέλια. Οι γειτόνοι κάνανε συνέχεια επισκέψεις για τα καλορίζικα, μα πιο πολύ για να δούνε και να μάθουνε τα νέα. Κι η κυρα - Λισάβετ όλα τα προλάβαινε. Απαντούσε, κερνούσε και πρόσεχε τις πρόβες, πετώντας ανάμεσα κι από κανένα από κείνα τα χοντρά της χωρατά. Κι ύστερα το βράδυ ψόφιοι όλοι στην κούραση, μα ευχαριστημένοι, πιάνανε τη γωνιά τους και κοιμόντανε.
Ώσπου τρεις μέρες πριν τον αρραβώνα, η Μαρία, συνεννοημένη με τις άλλες, το 'σκασε το παραμύθι. Το βράδυ μόλις έφυγε η Κατίνα και κάθισαν μάνα και κόρες ψόφιες στην κούραση, ανάμεσα σε κουρελάκια και τρυπώματα, η Μαρία είπε δειλά:
«Το μεσημέρι είδα στον φούρνο τον Κοσμά».
«Κι εγώ τον είδα χτες», πετάχτηκε η Κυβέλη.
Η κυρα - Λισάβετ σκοτείνιασε κι έκανε να σηκωθεί να φύγει.
«Κάτσε μάνα», της είπε η Ευανθούλα και την κράτησε απ' τον ώμο.
«Μάνα», είπε η Μαρία, «δώσε τόπο στην οργή, τέτοιες μέρες».
«Έλα, μανούλα, να ησυχάσει κι η ψυχή σου», συμπλήρωσε η Κυβέλη.
Δάκρυα βρέξανε τα μάγουλα της κυρα - Λισάβετ.
«Τι θα 'λεγε ο πατέρας του που πήρε τη δημόσια», αναστέναξε.
«Αυτές καμιά φορά στέκονται καλύτερα», είπε η Μαρία.
Η κυρα - Λισάβετ κούνησε πονεμένα το κεφάλι.
«Ας έρθουν να πάρουν την ευχή μου», είπε, κι όλες φιλιά, κακό, κι η Κυβέλη έκανε τρία τρία τα σκαλιά και σε λιγάκι κουβάλησε τον Κοσμά με τη Μαύρη, που στάθηκαν στην πόρτα σαν χαμένοι. Η κυρα - Λισάβετ σκούπισε τα δάκρυα, φύσηξε δυνατά τη μύτη της και κίνησε αργά κατά πάνω τους ζυγιάζοντάς τους. Ύστερα φίλησε τη Μαύρη δίχως λέξη και μετά έπεσε στην αγκαλιά του Κοσμά κι έμεινε γαντζωμένη απάνω του κλαίγοντας για ώρα. Σαν πέρασε η πρώτη συγκίνηση, κάτσανε στο τραπέζι και τα κορίτσια βγάλανε στο φτερό μεζέδες, ό,τι βρέθηκε, μαζί με μια μπουκάλα ούζο. Στην αρχή τρώγαν αμίλητοι. Ύστερα η κυρα - Λισάβετ ρώτησε πώς τα περνάν κι η Μαύρη -κοπελάρα μια φορά- έδινε αναφορά με το νι και με το σίγμα κι όταν είπε μητέρα την κυρα - Λισάβετ όλοι συγκινηθήκανε και το πράμα ζέστανε. Η Κυβέλη τραγούδησε δυο τραγούδια μοναχιά της, όλοι χειροκροτήσανε, να μας ζήσετε, τσούγκριζαν τα ποτήρια κι ο Κοσμάς καμάρωσε που 'κανε η Μαύρη να σηκώσει το τραπέζι, κι η μάνα του τη βάσταξε απ' το χέρι:
«Φερμπότεν», είπε κι αγριομάτιαξε τις αδερφές του, κι αυτές γέλια και κακό, πού τα 'βρισκε η μάνα αυτά τα νόστιμα, και σήκωσαν στο πι και φι τα πάντα.
Την μέρα του αρραβώνα, ανήμερα τ' Αγίου Κωνσταντίνου, στρώθηκε ένα τραπέζι πέρα πέρα στην αυλή της οικογενειακής ταβέρνας «Βάκχος», που ήτανε πλάι στο σπίτι της κυρα - Λισάβετ. Απ' το πρωί ολόκληρη η οικογένεια, μαζί κι η Μαύρη, σκοτώθηκαν στο πήγαιν' έλα.
Και κατά τις οχτώ το βράδυ όλα ήταν έτοιμα. Ο Κοσμάς επίσημος στα σκούρα, η κυρα - Λισάβετ πάντα μαύρα, τα κορίτσια εμπριμέ της μόδας, κι ανάμεσά τους η Μαρία ν' ανυπομονεί και να φεγγοβολάει. Σιγά σιγά άρχισαν να 'ρχονται οι καλεσμένοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και παίρνανε τις θέσεις που τους όριζε η Ευανθούλα και το γκαρσόνι, ο «μαχαλόμαγκας», όπως τον λέγαμε, κι άρχισαν οι απανωτές ευχές κι οι κουβέντες. Σε λίγο φτάσανε ο Κυπραίος με το Μένιο με τα μπουζούκια τους κι ο Τσανάκας με την κιθάρα, είπαν την καλησπέρα στους γειτόνους και πήρανε τη θέση τους στο πάλκο. Έξω απ' το φράχτη μαζεύτηκαν όσοι απ' τη γειτονιά δεν είχαν καλεστεί κι η Μαρία που είδε δυο τρεις που 'χε ξεχάσει, πήγε, τους έφερε μέσα κι αυτοί στρωθήκανε ευχαριστημένοι.
Στις οχτώμιση ακριβώς, όπως το 'χανε συμφωνημένο, σταμάτησαν δυο κούρσες έξω απ' το «Βάκχο», κατέβηκε ο Ούγκος πρώτος με λουλούδια και το κατόπι του οχτώ Γερμανοί αξιωματικοί. Η Μαρία έτρεξε να τους υποδεχτεί. Από πίσω η άλλη οικογένεια κι οι γείτονες χάσκανε τα χειροφιλήματα και τις αστραφτερές στολές. Ο Ούγκος κι η Μαρία καθίσανε στη μέση απ' το τραπέζι ανάμεσα κυρα - Λισάβετ και Κοσμά. Οι άλλοι Γερμανοί σκορπίστηκαν ανάμεσα στον κόσμο. Σαν έπεσε λιγάκι η βαβούρα η κυρα - Λισάβετ σηκώθηκε κι είπε: «Παρακαλώ ν' αλλάξουμε τις βέρες», η Μαρία έκανε νόημα του Ούγκου τα δαχτυλίδια κι αυτός για, για, κούνησε το κατάξανθο κεφάλι του. Ύστερα έβγαλε το κατηφένιο κουτάκι κι ένας Γερμανός, ανώτερος του Ούγκου, πέρασε τις βέρες. Όλοι στριμώχνονταν ποιος πρώτος να χαιρετήσει, μιας κι οι μεζέδες άρχισαν κιόλας να 'ρχονται, να ζήσουνε, να ζήσουνε ευχόντανε, η κυρα - Λισάβετ ευχαριστούσε ταιριαστά στον καθένα κι όλοι πίνανε και στεριωμένοι εύχονταν.
Ύστερα όλοι ξαναπήρανε τις θέσεις τους κι άρχισε το φαγοπότι, όλα μπόλικα Παναγιά μου, και το κρασί κατέβαινε νεράκι. Ο Κυπραίος κι οι άλλοι, σαν φάγανε και ήπιανε για πρώτη δόση και φώναξαν από ψηλά κυρα - Λισάβετ, να σου ζήσουνε, πίνοντας για το καλό, πιάσαν τα όργανα και ρίξανε ένα μερακλήδικο ταξίμι. Ύστερα πήρε το τραγούδι ν' ανάβει από χείλι σε χείλι. Η γειτονιά, χορτάτη κι ευχαριστημένη, θαρρείς εκείνη τη στιγμή τα 'χε ξεχάσει όλα. Τι 'ναι ο άνθρωπος... Ως κι οι Γερμανοί, μόλις τους πέρασε η πρώτη έκπληξη, ξεκούμπωσαν επιτέλους τους γιακάδες και δείχνανε στους διπλανούς τη φωτογραφία με τις γυναίκες τους, μάινε φράου εξηγούσανε, και κάτι παιδάκια μ' αχυρένια μαλλιά. Κι οι διπλανοί γκουτ πίκολο απαντούσαν και το κρασί κύλαγε πιο εύκολα μαζί με τη συγκίνηση. Ο Κυπραίος το γύρισε στη ζεμπεκιά, ο Κοσμάς, κοτζά λεβέντης, σαλτάρησε στην πίστα, άλα Κοσμά φωνάξανε, κι αυτός έφερε γύρα ανάλαφρη, με το τσιγάρο να κρέμεται στα χείλια, λύγιζε κι ύστερα σηκωνόταν κι έμενε ακίνητος, γερτός κατά μπροστά κι έλεγες τώρα πέφτει, μα στη στιγμή έριχνε βήμα εμπρός, σύγκαιρα με το χτύπημα της χορδής. Ξαφνικά το μπουζούκι σταμάτησε. Ο Κοσμάς απόμεινε σαν καρφωμένος με τα χέρια απλωμένα στα πλευρά. Στην πόρτα στέκονταν δυο πεταλάδες (6) μ' έναν αξιωματικό. Ο Ούγκος κι εκείνος που 'κανε τον κουμπάρο πήγαν και κάτι είπανε στον αξιωματικό κι αυτός χαιρέτισε κι έφυγαν. Ο Ούγκος έκανε νόημα όλα εντάξει κι ο Κυπραίος το γύρισε στο χασαποσέρβικο μπας κι ο γρήγορος ρυθμός κατάφερνε να διώξει την παγωμάρα. Μα που... Το κέφι είχε κοπεί και δεν περάσανε δέκα λεφτά κι οι πρώτοι καλεσμένοι χαιρέτησαν και φύγανε. Οι άλλοι, λες, αυτό περίμεναν, ν' αρχίσει να ξηλώνεται το πράμα. Δεν πέρασε μισή ώρα και στο τραπέζι απόμεινε μονάχα η οικογένεια, οι Γερμανοί και τρεις, τύφλα στο μεθύσι, που κοιμόντανε με το κεφάλι ακουμπισμένο απάνω στο τραπέζι.
Από τη μέρα εκείνη ο Ούγκος μπαινόβγαινε στο σπίτι, επίσημος γαμπρός και σε λιγάκι αρχίσανε οι ετοιμασίες για το γάμο. Τα νέα όμως για τους Γερμανούς δεν ήτανε καλά. Από παντού ερχόντανε ειδήσεις πως νικιούνται. Οι δικοί μας, πάλι, μέρα με τη μέρα ξεθαρρεύαν πιο πολύ. Γράφαν στους τοίχους, και στους συνοικισμούς παραφυλάγανε τους ταγματαλήτες και τους καθαρίζανε. Η Μαρία κι όλοι στην οικογένεια ανησυχούσαν, μ' όλο που ο Ούγκος, όσο καταλάβαινε την ανησυχία τους, τόσο πιο πολύ τους κουβαλούσε, με τα δυο τα χέρια, που λέει ο λόγος. Αυτά όμως δεν πιάνανε εδώ. Εδώ ο κόμπος ήτανε αν η Μαρία θ' ακολουθούσε τον Ούγκο στη Γερμανία. Η κυρα - Λισάβετ κι όλη η οικογένεια ούτε ν' ακούσουν. Η Μαρία το 'χε πάρει απόφαση να φύγει. Νέοι καβγάδες άρχισαν. Νέο ξύλο, κι αυτή τη φορά όλοι πέφταν απάνω στη Μαρία. Μάλιστα, τις πιο πολλές φορές μπερδευόταν κι ο Ούγκος για να σώσει τη Μαρία κι άρπαζε κι αυτός από καμιά ξώφαλτση. Η κατάσταση όμως για τους Γερμανούς χειροτέρευε και μαζί πλήθαιναν οι καυγάδες στην οικογένεια. Σε λίγο άρχισε να διαδίδεται πως όπου να 'ναι τα μαζεύουνε. Άλλωστε το πράμα φαινόταν. Στα τρία μέγαρα στη γειτονιά η κίνηση πλήθαινε. Όλη τη μέρα κουβαλούσαν στοίβες έγγραφα κι άλλα άχρηστα και τα καίγανε. Αν πεις οι μοτοσυκλετιστές, οι περίπολοι κι η συσκότιση, αυτά γινήκανε διπλά κι τρίδιπλα. Όλοι περιμέναμε τη στιγμή που θα 'φεύγαν με κρατημένη την ανάσα, κι η στιγμή δεν άργησε. Ένα πρωί τα φόρτωσαν και φύγανε. Οι γείτονες, αφού κάνανε το ντου στα τρία μέγαρα και ξαφρίσανε όλα όσα είχανε εγκαταλείψει οι Γερμανοί, συμμαζεύτηκαν όλοι στα σπίτια τους, γιατί οι Γερμανοί ανατίναζαν στο λιμάνι τα καράβια και καίγανε στο Φρουραρχείο όπλα και πυρομαχικά. Κι εμείς, που η γειτονιάς μας ήταν κοντά στη θάλασσα και πλάι στο Φρουραρχείο, όσο να πεις είχαμε κίνδυνο. Ωστόσο σ' όλα τα σπίτια αντηχούσαν γέλια και χωρατά. Στους δρόμους ερημιά και ησυχία. Ξαφνικά απάνω στο λιθόστρωτο ακούστηκε ένα κάρο να 'ρχεται τρέχοντας από κάτω. Βγήκαμε όλοι έξω και τι να δούμε. Το κάρο στάθηκε μπροστά στης κυρα - Λισάβετ. Από μέσα πήδησε αξύριστος ο Ούγκος και δυο ναύτες Γερμανοί. Στην πόρτα φάνηκε για μια στιγμή η Μαρία με μια βαλίτσα, αναμαλλιασμένη. Ύστερα την τραβήξαν μέσα και χάθηκε. Ο Ούγκος κι οι ναύτες σπρώξανε την πόρτα. Μέσα στο σπίτι ακούστηκαν χτυπήματα και βρισιές και σε λιγάκι οι Γερμανοί φανήκανε με τη βαλίτσα και τη Μαρία που ανέβηκε όπως όπως στο κάρο. Πίσω ο Κοσμάς, η μάνα του κι οι αδερφές του, πιάστε τους, πιάστε τους, φώναζαν στους γειτόνους, μα κανείς δεν κουνήθηκε. Ώσπου η κυρα - Λισάβετ και τα παιδιά της λαχάνιασαν απ' το κυνηγητό. Απόμειναν για μια στιγμή αμίλητοι στο δρόμο. Κι ύστερα όλοι τους, θαρρείς συνεννοημένοι, ξεσπάσανε σε κλάματα βουβά. Η κυρα - Λισάβετ κίνησε πρώτη, κρεμασμένη, ασήκωτη, στο μπράτσο του Κοσμά. Γύρισαν σπίτι τους κι έκλεισαν πόρτες και παράθυρα.
ΙΙ. ΚΥΒΕΛΗ 1945
Τελευταία η Κυβέλη είχε παραγίνει. Το 'χε, βέβαια, από μικρή μεράκι να γίνει ηθοποιός του μουσικού θεάτρου. Μας μάζευε, λοιπόν, μικρά παιδιά, και δος του τραγούδια και χορούς, πονηριές και σηκώματα της φούστας. Κι όλα αυτά όχι απ' το νου της, μα απ' αυτά που άκουγε από βραδύς στο υπαίθριο θέατρο της Τούλας Δράκου. Καινούρια φίδια ζώσανε την κυρα - Λισάβετ, γιατί εκτός απ' αυτά, η Ακτίνα, που δούλευε καθαρίστρια στης Τούλας Δράκου, της είπε πως η Κυβέλη, εκτός που ξημεροβραδιαζότανε στο θέατρο, τα 'χε μπλεγμένα και με κάτι δεύτερους ηθοποιούς, που τη γελούσανε πως θα τη βοηθήσουν να βγει στη σκηνή για να τη βάζουν χέρι νουμεράδα.
Η κυρα - Λισάβετ μήνυσε του Κοσμά να 'ρθει, μα αυτός, μπλεγμένος στο χασάπικο που 'χε ανοίξει συνεταιρικά με το Σταύρο, τον ταγματαλήτη, ούτε έδωσε σημασία. Σημασία όμως έδωσε ο Σταύρος, μεγαλούτσικος, τριανταπεντάρης, μα χουβαρδάς κι ερωτευμένος φουλ με την Κυβέλη. Άρχισε λοιπόν η κυρα - Λισάβετ τα πήγαιν' έλα στο χασάπικο και τα ιδιαίτερά της με το Σταύρο, τάχατες βρήκε άνθρωπο ν' ακούει τον καημό της. Ο Σταύρος πάλι άκουγε και πλάνταζε απ' τη ζήλια του και το βράδυ γινόταν τύφλα στο μεθύσι, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε κι είπε:
«Δε μου τη δίνεις για γυναίκα μου, κυρα - Λισάβετ;»
Η κυρα - Λισάβετ, τάχα της ήρθε κεραμίδα στην αρχή, κι από κει τα δάκρυα τα 'χουμε εύκολα.
«Άσε με να σ' ασπαστώ», είπε του Σταύρου δακρυσμένη και το 'κανε.
Φωνάξαν τον Κοσμά κι αγκαλιαστήκαν με το Σταύρο και παραγγείλαν τρία ούζα για το στεριωμένοι.
Το βράδυ ο Κοσμάς κι ο Σταύρος πήγαν παρέα στα «Πράσινα άλογα», σα συνεταίροι κι αδέρφια που θα γίνονταν. Τα κανονίσανε οι δυο τους μια χαρά. Αμέσως γάμος. Την έπαιρνε όπως ήταν... Απόμενε η Κυβέλη να πει το ναι, έτσι για τον τύπο, μιας και γι' αντίρρηση ούτε λόγος... Γιατί να φέρει, δηλαδή, αντίρρηση; Κοτζά λεβέντης, σπαθάτος και μελαχρινός, κι αν πεις για το ξόδεψε; Γιάγμα (7) τα λεφτά. Πέσανε όμως απ' τα σύννεφα σαν είδαν την Κυβέλη να τους λέει: «Εγώ κι αυτός να μείνουμε στον κόσμο, δεν τον παίρνω». Ο Κοσμάς έκανε πίσω την κυρα - Λισάβετ που έκανε να χιμήξει με το πρώτο.
«Έτσι νομίζεις πως παίρνω πίσω εγώ το λόγο μου;» της είπε.
«Πάρ' τον εσύ που 'ναι και συνεταίρος σου», ειρωνεύτηκε η Κυβέλη, «εμένα μ' ενδιαφέρει η καριέρα μου».
«Ποια καριέρα σου, μωρή καλιακούδα;» φρύαξε η κυρα - Λισάβετ. Κι η Κυβέλη:
«Της ηθοποιού, την άλλη βδομάδα ντεμπουτάρω (8)».
«Έτσι σε λένε για να σε βάζουνε χέρι;» της σφύριξε η Ευανθούλα.
Η Κυβέλη τους έβγαλε γλώσσα γερή. Τους έβρισε μάλιστα ξεγυρισμένα κι όλοι τής πέσανε σα λυσσαγμένοι και την κάνανε τόπι στο ξύλο, τόσο που πια δεν μπόραγε να φέρει αντίρρηση.
«Την άλλη βδομάδα λοιπόν ο γάμος», έλεγε και ξανάλεγε η κυρα - Λισάβετ βάζοντας ζεστές κομπρέσες στα μάγουλα της Κυβέλης για να μη μπλαβιάσουνε. Η Κυβέλη δεν απάντησε. «Δόξα σοι ο Θεός». Η Κατίνα εγκαταστάθηκε πάλι στο σπίτι κι αρχίσαν πάλι τα ραψίματα και τα συρ' τα φερ' τα της γειτονιάς. Μα πού εκείνα τα κέφια της Μαρίας. Μιλιά δεν έβγαζε η Κυβέλη, κι όλοι είπανε πως σοβάρεψε.
«Θα της περάσει», είπε ο Σταύρος. Κι η κυρα - Λισάβετ:
«Ακούς εκεί που δε θα της περάσει...» απάντησε.
Ο Σταύρος καθησύχασε λιγάκι που ήταν ανήσυχος, όχι μονάχα με την Κυβέλη. Τον τελευταίο, δηλαδή, καιρό, από τότε που διαλύθηκαν τα τάγματα του Πούλου, ο Σταύρος που ήταν εκεί λοχίας και μάλιστα ονομαστός για το νταηλίκι του, πέρναγε λαχτάρες που δε λέγονται κι ας τις κράταγε μυστικές. Τον είχαν μάλιστα ειδοποιήσει κάτι δικοί τους να φυλάγεται γιατί είχε αποφασιστεί να του τη στήσουνε. Δυο φορές, μάλιστα, τον φώναξαν στ' απέναντι τηλέφωνο και του 'πανε έφτασε η ώρα σου και κάτι τέτοια. Στην αρχή τα χρειάστηκε. Βρήκε κάτι δικούς του που κρυβόντανε, κι αυτοί του είπαν να κρυφτεί κι αυτός, γιατί ο Παντελής ο κουρέας απάνω στο κρασί στα «Όνειρα» είπε ε ρε, και να το πετύχω το χασαπόσκυλο και κάτι τέτοια. Μα ο Σταύρος πού ν' ακούσει για κρυψίματα. Ήτανε, βλέπεις, στη μέση η Κυβέλη, που ήθελε κάθε τόσο και λιγάκι να τη βλέπει. Μα ωστόσο φυλαγότανε. Πέρναγε πάντα από κεντρικούς δρόμους, να 'χει φως, κι όταν ήταν ανάγκη να περάσει από στενό, χούφτωνε στην τσέπη της καμπαρντίνας το περίστροφο και κάθε τόσο γύρναγε πίσω του να δει.
Κι έφτασε η Κυριακή του γάμου. Στις έντεκα, όπως ορίστηκε, ο Σταύρος περίμενε στην είσοδο της Νέας Παναγίας τη νύφη. Οι καλεσμένοι, όλη η γειτονιά, πιάσανε θέσεις, και σε λιγάκι να και το ταξί με τη νύφη, την κυρα -Λισάβετ και τον κουμπάρο, τον Κοσμά. Έγινε ο γάμος, σκόρπισαν μερικά ρύζια κι ευχές, μα κρύα πράματα είπε η γειτονιά.
Το αντρόγυνο εγκαταστάθηκε στο μπροστινό δωμάτιο, το ηλιόλουστο, και στ' άλλο η κυρα - Λισάβετ με την Ευανθούλα, μιας κι ο Κοσμάς είχε στεφανωθεί, χρόνο κοντά, τη Μαύρη, που ευτυχώς του στεκόταν καλά. Από την πρώτη μέρα φάνηκε το πράμα αταίριαστο. Μόλις γυρίσανε απ' το φωτογραφείο, κάθισαν όλοι μαζί να φάνε. Είπανε μερικές ευχές, ήπιαν λιγάκι για να ευθυμήσουν, όμως τ' αντρόγυνο καθότανε με κάτι μούτρα δυο πιθαμές, τόσο που οι άλλοι απόσωσαν το φαγητό τους όπως όπως και πήγανε για να ξεκουραστούνε.
Απόμειναν ο Σταύρος κι η Κυβέλη μοναχοί. Ο Σταύρος σηκώθηκε:
«Δε θα 'ρθεις μέσα;» ρώτησε. Η Κυβέλη ούτε λέξη.
«Μη σώσεις κι έρθεις», είπε ο Σταύρος και βρόντηξε την πόρτα της κάμαρας να την ξεπατώσει.
Το βράδυ μεθοκόπησε στα «Κούτσουρα», κι όλοι στη γειτονιά παραξενεύτηκαν μαζί του, που 'κανε έτσι πρώτη μέρα παντρεμένος.
Η Κυβέλη, πάλι, σ' ένα μήνα έρεψε. Ούτε μιλούσε σε κανέναν ούτε και νοιαζόταν για τίποτα. Τον άντρα της τον έβλεπε αριά και πού, και κείνο αργά τη νύχτα, όταν, τις πιο πολλές φορές, τον φέρναν σηκωτό, λιώμα στο μεθύσι. Όλη την άλλη μέρα, μετά το χασάπικο, έπαιρνε μπάλα τις ταβέρνες και μεις τον παίρναμε από πίσω στο ψιλό. Η κυρα - Λισάβετ τα 'βαλε με την Κυβέλη που τον κατάντησε σωστό ρεντίκολο, κι η Κυβέλη πέρα βρέχει, και μόνο όταν τη ζόριζε πολύ με τη μουρμούρα της:
«Εσύ μου τον φόρτωσες, καμάρωσέ τον τώρα», απαντούσε αφήνοντας σύξυλη την κυρα - Λισάβετ.
Εκείνη τη νύχτα ο Σταύρος γύρισε αλαφιασμένος και ξεμέθυστος στο σπίτι. Μπήκε στην κάμαρη χωρίς καλησπέρα και κατέβασε τη βαλίτσα.
«Φεύγεις;» ρώτησε η Κυβέλη μαλακά, κι αυτός:
«Θα πάω να κρυφτώ στης θειας μου», είπε.
Η Κυβέλη έδειξε πως συμπονάει. Ο Σταύρος συγκινήθηκε, ζεστάθηκε και της διηγήθηκε πως πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα. Κοντά στην Εγνατία είδε δυο που τον είχαν πάρει από πίσω. Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Οι δυο το κατόπι του. Πριν προλάβει να βγει στην Αρριανού σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του. Κρύφτηκε όσο μπορούσε σε μια πόρτα κι οι άλλοι εξαφανίστηκαν σα ν' άνοιξε η γης και τους κατάπιε.
«Θα πάω στης θειας μου στη Βαγγελίστρα» είπε στο τέλος.
Ετοίμασε όπως όπως τη βαλίτσα και γύρεψε καφέ.
Η Κυβέλη του 'φτιαξε, κι εκεί απάνω:
«Απόψε μπορεί να σου τη στήσουνε ξανά».
Ο Σταύρος έμεινε συλλογισμένος.
«Μπορεί», απάντησε.
«Εγώ λέω να πας αύριο», είπε η Κυβέλη.
Ο Σταύρος πείστηκε. Ήτανε βλέπεις η πρώτη φορά που 'δειχνε ενδιαφέρον η Κυβέλη.
Το πρωί, όπως τα 'χανε σχεδιάσει, πήγε στο χασάπικό του σα να μην είχε γίνει τίποτα. Η Κυβέλη πάλι, πρώτη φορά από τότε που παντρεύτηκε, ντύθηκε και βγήκε στη γειτονιά για ψώνια. Η κυρα - Λισάβετ σταυροκοπήθηκε ξαλαφρωμένη και την καμάρωνε απ' το μπαλκόνι. Η Κυβέλη χαιρέτισε δυο τρεις γειτόνους, χάζεψε στο περίπτερο τα περιοδικά και πήγε κατά το μανάβικο. Στο δρόμο της ήταν το κουρείο του Παντελή που εκείνη την ώρα λιαζότανε στην πόρτα.
«Απόψε στη Βαγγελίστρα», του ψιθύρισε περνώντας χωρίς να γυρίσει να τον δει.
Ύστερα ψώνισε απ' το μανάβικο, πέρασε απ' το χασάπικο τ' αντρός της και γύρισε στο σπίτι.
Το βράδυ ο Σταύρος γύρισε μ' ένα μάτσο λεφτά. Άφησε στην Κυβέλη τα μισά και παραπάνω κι έχωσε τα υπόλοιπα στην τσέπη του.
Ο Κοσμάς πήγε με τρόπο κι έφερε ταξί.
«Θα 'ρχεσαι να με βλέπεις;» ρώτησε ο Σταύρος την Κυβέλη. Κι αυτή:
«Σε λίγες μέρες, να ησυχάσουνε πρώτα τα πράγματα».
Φίλησε την Κυβέλη κι έριξε τη βαλίτσα στο ταξί.
«Στη Βαγγελίστρα», είπε στον ταξιτζή.
Δεν πέρασε μια ώρα και τον φέραν σκοτωμένο.
ΙΙΙ. ΕΥΑΝΘΟΥΛΑ 1946
Ο λοχαγός, με το φαντάρο φορτωμένο δυο βαλίτσες κι ένα σάκο, μπήκε στην αυλή της κυρά - Πωλίνας κι εκείνη αναγνώρισε το νοικάρη της επί κατοχής, το Νίκο, και του 'κανε χαρές μεγάλες. Του 'ψησε τον καφέ, γνήσιος καφές, κυρ - Νίκο μου, του 'πε με σημασία και νεραντζάκι γλυκό. Εκείνος τριγύρισε τη ματιά του στο δωμάτιο, θυμήθηκαν τα παλιά με την κυρά - Πωλίνα που του τα 'λεγε όλα με λεπτομέρειες. Ο Νίκος ρώτησε για το σπιτικό της κυρά - Λισάβετ κι απ' έξω απ' έξω για την Ευανθούλα. Η κυρά - Πωλίνα που τα 'χε ψυλλιαστεί από παλιά (ποιος δεν το 'χε ψυλλιαστεί στη γειτονιά;) του απαντούσε με λεπτομέρειες, κι είπε και τον καλό το λόγο, μιας κι ήταν φιληνάδα αχώριστη με την κυρά - Λισάβετ. Στο τέλος ο λοχαγός είπε για τη μετάθεσή του κι είπε πως θα 'πιανε ξανά το δωμάτιο, αν το 'θελε η κυρά - Πωλίνα, κι η κυρά - Πωλίνα, Αχ, τι 'ταν αυτό που 'παθα, κυρ - Νίκο μου. Κοντολογίς, μόλις πριν ένα μήνα το 'χε νοικιάσει σε δυο φοιτητές της ιατρικής και το σκυλομετάνιωσε εξ αρχής, γιατί εκτός που κουβαλήσανε απ' την πρώτη μέρα ένα σκελετό, κουβαλήσανε το ίδιο απόγεμα και τις γκόμενες, τάχατες συμφοιτήτριες για διάβασμα. Τώρα τι σόι διάβασμα κάνανε με ραδιόφωνο και κλειδωμένη πόρτα, ο Θεός κι η ψυχή τους. Ο Νίκος στενοχωρέθηκε. Μα η κυρά - Πωλίνα, Μη στεναχωριέσαι, κυρ - Νίκο μου, εγώ θα σου βρω, του είπε, και σαν το καλοσκέφτηκε λιγάκι:
«Νομίζω», είπε, «πως τώρα που η Κυβέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, περισσεύει ένα δωμάτιο στης κυρά - Λισάβετ».
Ο Νίκος δέχτηκε να πάει η κυρά - Πωλίνα να ρωτήσει, κι αυτή πετάχτηκε απέναντι στη φιλενάδα της. Σε λιγάκι γύρισε καταχαρούμενη φέρνοντας τα καλά μαντάτα, πως η κυρά - Λισάβετ δεχόταν μετά χαράς το Νίκο για νοικάρη της και μάλιστα του παραχωρούσε τη μπροστινή την κάμαρα.
Έτσι ο φαντάρος φορτώθηκε ξανά τα μπαγκάζια και πήγανε απέναντι. Η κυρά - Λισάβετ καταχάρηκε με τον καινούργιο νοικάρη της. Είχανε, βλέπεις, καλημέρα, καλησπέρα, απ' την κατοχή, κι αν πεις για το κόρτε με την Ευανθούλα, αυτό το 'χε καταλάβει απ' την πρώτη μέρα. Αμέσως νέος καφές, βύσσινο γλυκό, αυτή τη φορά και: Ευανθούλα, έλα, καλέ, να διεις τον κύριο Νίκο. Η Ευανθούλα, συνάμενη κουνάμενη, Καλωσορίσατε, περάστε να σας δείξω το δωμάτιο, του είπε χαμηλοβλεπούσα. Ο Νίκος ενθουσιάστηκε. Ηλιόλουστο και με θέα όλη τη γειτονιά. Η Ευανθούλα πάλι τι σου λέει; Αφράτη, αφράτη και σωστή γυναίκα πια.
Η κυρά - Λισάβετ του διηγήθηκε για την οικογένεια, για τη Μαρία που 'χε χάσει εδώ κι ένα χρόνο τα ίχνη της, για την ατυχία της κακομοίρας της Κυβέλης, που πήρε των ομματιών της και πήγε στην Αθήνα και τέλος για την Ευανθούλα της, το καλό της το κορίτσι, την ελπίδα της.
Η Ευανθούλα έδειχνε να στενοχωριέται.
«Μη τον φορτώνεις με τις στεναχώριες μας τον κύριο Νίκο, καλέ μαμά». Κι ο Νίκος:
«Μα τι λέτε», απάντησε. Κι η κυρά - Λισάβετ:
«Εγώ πια τον θεωρώ μέλος της οικογένειας», είπε.
Ο Νίκος έπιασε, λοιπόν, το μπροστινό δωμάτιο, το ηλιόλουστο. Κι η υπηρεσία του κοντά, κι η περιποίηση της κυρά - Λισάβετ που τύφλα να 'χει η Πωλίνα. Καφέδες, σιδέρωμα κάθε πρωί, πουκάμισα τριζάτα και το σκαρπίνι να γυαλίζεται απάνω του. Φιλότιμο παιδί όμως κι ο Νίκος. Κουβάλαγε απ' την επιμελητεία που υπηρετούσε όλα τα καλά κι ευχαριστούσε το Θεό που καλόπεσε. Έτσι περνούσε ο καιρός. Όλα μέλι γάλα. Όσο για την Ευανθούλα, αυτή όλο και πιο πολύ του γούσταρε. Το βράδυ πάλι κάθονταν όλοι μαζί. Ο Νίκος να καπνίζει το τσιγάρο του και να διαβάζει την εφημερίδα, η κυρά - Λισάβετ με την ατέλειωτη μπαλωματική και τις στοίβες το σίδερο κι η Ευανθούλα που 'χε αρχινήσει το δεύτερο κέντημα. Συχνά πυκνά ερχόταν κι ο Κοσμάς με τη Μαύρη και το Χριστάκη, το εγγονάκι της κυρά - Λισάβετ, και πίνανε κανένα ούζο ή παίζανε κάνα ταβλάκι κουβεντιάζοντας για το ματς και τα πολιτικά. Όπως και να γινόταν όμως, ο Νίκος έριχνε κλεφτές ματιές στην Ευανθούλα κι εκείνη δεν τον άφηνε απ' τα μάτια της. Η κυρά - Λισάβετ πάλι έκανε πως δε βλέπει, μα έτριβε από μέσα της τα χέρια της βλέποντας το λοχαγό μέρα τη μέρα να φουντώνει περισσότερο.
Το πράμα έγινε μια Παρασκευή στους Χαιρετισμούς, που η κυρά - Λισάβετ πήγε στην εκκλησία. Η Ευανθούλα είπε πως θα καθότανε στο σπίτι γιατί είχε πονοκέφαλο. Σε λιγάκι ήρθε κι ο Νίκος, έψαξε με τη ματιά για την κυρά - Λισάβετ, κι η Ευανθούλα που κατάλαβε:
«Είναι στην εκκλησία», του είπε.
Ο Νίκος πήγε στην κάμαρά του ν' αλλάξει.
«Θέλεις καφέ;» του φώναξε απ' έξω η Ευανθούλα.
Ήθελε, κι αμέσως, παράξενο, την ώρα που ντυνότανε, τον έπιασε τρεμούλα και το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι. Ύστερα βγήκε στη σάλα κι έκανε τάχατες πως διαβάζει αδιάφορα την εφημερίδα του. Όμως τα γράμματα χοροπηδάγανε μπροστά του κι εκτός αυτού, είχε το μάτι στην πόρτα της κουζίνας, που θα 'ρχόταν με τον καφέ η Ευανθούλα. Επιτέλους φάνηκε. Στάθηκε πλάι του ν' ακουμπήσει τον καφέ, το νερό...
Τώρα, είπε μέσα του ο Νίκος και την αγκάλιασε, κι εκείνη όχι, Νίκο, η μαμά, είπε άτονα, μα όταν τη φίλησε, άφησε έναν αναστεναγμό και τον ακολούθησε χωρίς άλλα στο δωμάτιο.
Ο Νίκος το 'πε αμέσως στην κυρά - Λισάβετ. Εκείνη συγκινήθηκε, τον φίλησε, παιδί μου, του είπε αμέσως, κι αυτός, μητέρα και μητέρα απ' την πρώτη στιγμή. Οι αρραβώνες γινήκανε αμέσως μεταξύ τους, μα η κυρά - Λισάβετ μοίρασε κουφέτα στη γειτονιά και δεν παρέλειπε να μοιράζει κι ευχές, μια τέτοια τύχη στην κορούλα σου, Αντιγόνη μου.
Ο καιρός περνούσε κι όλα πηγαίνανε καλά. Ο Νίκος, σαν επίσημος γαμπρός, βοηθούσε σ' όλα. Ακόμη και στα λογιστικά βιβλία του χασάπικου βοηθούσε τον Κοσμά κι ό,τι ανάγκη είχε η οικογένεια, έδινε το κατά δύναμιν.
Και ξαφνικά ο Νίκος άρχισε να κάνει νερά. Άρχισε, δηλαδή, να 'χει τάχα πιο συχνά υπηρεσία στη μονάδα, κάτι επείγουσες καταμετρήσεις και συχνά πυκνά κάποιο τραπέζι σ' ανώτερούς του που απ' αυτούς εξαρτιόταν η προαγωγή του. Πού να τα φάει όμως αυτά η κυρά - Λισάβετ. Τα μίλησε με τον Κοσμά κι αυτός έβαλε κάτι φίλους του να 'χουν το νου τους. Δεν άργησαν και του 'φεραν τα μαντάτα: Ο Νίκος τα 'χε φτιάξει με τη Στέλλα την Ιπποδρομίτισσα. «Αυτό λοιπόν ήτανε», είπε η κυρά - Λισάβετ και ξεσηκώθηκε. Ένα σου κι ένα μου, στης Στέλλας το σπίτι. Αυτή μόλις την είδε έκλεισε πόρτες και παράθυρα, κι η κυρά - Λισάβετ απ' έξω: «Πουτάνα, αντροχωρίστρα», κι άλλα χειρότερα τής έσερνε. Μαζεύτηκε κόσμος. Η κυρά - Λισάβετ συνέχιζε το βρισίδι και συγχρόνως έδινε εξηγήσεις για το πώς η Στέλλα ξελόγιασε το γαμπρό της βάζοντας μέσα όσες σάλτσες τής κατέβαιναν.
Το ίδιο βράδυ το 'μαθε ο Νίκος, και, πού πήγαν οι ευγένειες κι οι καλοσύνες ένας Θεός ξέρει. Θηρίο σωστό. Ζάρωσε ακόμα κι η κυρά - Λισάβετ, κι ο Κοσμάς, που 'ρθε να καθαρίσει άντρας μ' άντρα, ούτε κιχ δεν έβγαλε. Μονάχα η Ευανθούλα έμεινε κλαίγοντας σε μια γωνιά. Στο τέλος ο Νίκος πέταξε τη βέρα, γέμισε όπως όπως τις βαλίτσες του κι εξαφανίστηκε.
Βουβαμάρα έπεσε στο σπίτι. Ο Κοσμάς στεκότανε ντροπιασμένος κι αμίλητος, η Ευανθούλα μουτζόκλαιγε (9). Μονάχα η κυρά - Λισάβετ σκεφτότανε και κάπου κάπου μόνο τον άτιμο τον κερατά μουρμούριζε. Πέρασε έτσι ώρα και λέξη δεν αντάλλαξαν μεταξύ τους, ώσπου το πρόσωπο της κυρά - Λισάβετ φωτίστηκε:
«Στο διοικητή του», πετάχτηκε· κι ο Κοσμάς, σα να ξυπνούσε:
«Ναι, μωρέ, στο διοικητή του, αύριο θα πάω στο διοικητή του».
«Σε γελάσανε, που θ' αφήσω εσένα», του 'πε με περιφρόνηση η κυρά - Λισάβετ.
«Και ποιος θα πάει;»
«Εμείς», του είπε κι έδειξε τον εαυτό της και την Ευανθούλα. Ο Κοσμάς δεν είπε τίποτε, μα η Ευανθούλα έκανε πως δε θέλει. Έφτασε όμως μια άγρια ματιά της μάνας της για να τη συμμαζέψει. Μπήκε στα πανιά η κυρά - Λισάβετ. Προσπάθησε να θυμηθεί που το 'χε βάλει το νυφικό της Κυβέλης. Άνοιξε μπαούλα -τίποτε· ούτε και στη ντουλάπα. Στο τέλος το βρήκε καταχωνιασμένο σ' ένα πατάρι, μαζί με τα στέφανα και τις φωτογραφίες της Κυβέλης και του Σταύρου. Το κατέβασε. Ένα κουβάρι. Αν πεις για το πέπλο, σε κακό χάλι.
«Βάλε σίδερο», πρόσταξε της Ευανθούλας, κι αυτή υπάκουσε χωρίς δεύτερο λόγο κι έστρωσε την κουβέρτα στο τραπέζι.
Σε λιγάκι όλα ήταν έτοιμα, το νυφικό στην κρεμάστρα ολοκαίνουργο, το πέπλο απλωμένο στο ντιβάνι ίδιο σύννεφο. Στα χείλια της κυρά - Λισάβετ έπαιξε ένα πονηρό χαμόγελο.
«Θα σε φτιάξω εγώ, κερατά», ψιθύριζε κάθε τόσο.
Ο σκοπός της πύλης έμεινε με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τη χοντρή γυναίκα με το νυφικό στην κρεμάστρα και την κοπέλα.
«Τι θέλεις κυρά;» τη ρώτησε· κι αυτή:
«Το διοικητή σου, παιδί μου», απάντησε γλυκά.
«Απαγορεύεται», είπε ο σκοπός. Κι η κυρά - Λισάβετ:
«Τι λες, μωρέ, που απαγορεύεται, ξέρεις ποια είμ' εγώ;»
Ο σκοπός τα 'χασε κι είπε:
«Διαταγές εκτελώ», κι η κυρά - Λισάβετ άρχισε να του λέει πως το σαράντα ήταν αιμοδότρια και πως στην υποχώρηση έσωσε κόσμο και ντουνιά κι έδειξε τις κάρτες απ' τους Εγγλέζους. Μαζεύτηκε φανταρία για πλάκα και πειράζανε το σκοπό, που τον είχε στριμώξει άγρια η κυρά - Λισάβετ. Η Ευανθούλα καταντράπηκε:
«Σώπα, καλέ μαμά», της είπε, μα η μάνα της σημασία, συνέχισε να μιλάει στο σκοπό και να του κουνάει απειλητικά το δάχτυλο.
Ο Νίκος είδε απ' το γραφείο του τη φασαρία κι όταν κατάλαβε τι γίνεται, πάγωσε το αίμα του. Την προηγούμενη μέρα πίστεψε πως τα 'χε βολέψει όλα μια χαρά. Μα τώρα τι γινότανε; Ποιος τη βαστούσε την κυρά - Λισάβετ; Το μυαλό του δε δούλευε πια. Την είχε ικανή για όλα την κυρά - Λισάβετ -και τότε η καριέρα του, η προαγωγή του; Όλα θα πήγαιναν αμόντε (10). Σκέφτηκε να βγει και να προλάβει το κακό, όμως δεν το 'κανε γιατί, άμα τον έπιανε στα λόγια η κυρά - Λισάβετ θα τον έκανε ρεζίλι στους φαντάρους. Αν πάλι την άφηνε, θα πήγαινε στα σίγουρα στο διοικητή του, που σαν καινούργιος που ήταν δεν ήξερε ακόμη πρόσωπα και πράγματα. Σκέφτηκε να το σκάσει. Τι τ' όφελος όμως; Θ' άφηνε την κυρά - Λισάβετ ν' αλωνίσει. Το πολύ πολύ να γλίτωνε την πρώτη μπόρα, όμως έτσι, ήταν σίγουρο, θα τον έθαβε η κυρά - Λισάβετ. Το νυφικό τα 'λεγε όλα. Με τα πολλά κατάφερε να βάλει κάτω το μυαλό του. Φώναξε έναν έμπιστό του δεκανέα και του 'πε να φέρει με τρόπο τις δυο γυναίκες στο γραφείο του.
Όταν έφυγε ο δεκανέας απόμεινε ο Νίκος να παρακολουθεί απ' το παράθυρο με αγωνία. Ο δεκανέας πήγε τρεχάτος στην πύλη και σε λιγάκι η κυρά - Λισάβετ με το νυφικό στην κρεμάστρα, η Ευανθούλα κι ο δεκανέας διέσχιζαν την πλατεία του στρατοπέδου. Του Νίκου η καρδιά πήγαινε να σπάσει. Κρύος ιδρώτας τον έλουζε. Αν τους έβλεπε ο διοικητής; Κι αυτό που φοβότανε έγινε: Ο διοικητής φάνηκε στην πόρτα του διοικητηρίου και φώναξε με την τραχιά φωνή του το δεκανέα που 'φυγε προς τα κει τροχάδην. Τι είπε - τι δεν είπε ο διοικητής στο δεκανέα, κι αυτός οδήγησε τις δυο γυναίκες στο διοικητήριο. Ο Νίκος τα 'δε όλα απ' το παράθυρο. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα και περίμενε. Τι άλλο του 'μενε να κάνει;
«Τι θέλετε, κυρία μου;» ρώτησε ο συνταγματάρχης την κυρά - Λισάβετ.
Αυτή έκανε πρώτα μια εισαγωγή για τις προσφορές της στην πατρίδα και στο τέλος είπε πως ο Νίκος απαράτησε την κόρη της ενώ είχαν αρχίσει οι ετοιμασίες για το γάμο, και γι' απόδειξη:
«Ορίστε και το νυφικό της έτοιμο, κύριε διοικητά».
Ο διοικητής, ένας ξερακιανός, μελαχρινός συνταγματάρχης, έμεινε σκεφτικός και τα μελίγγια του πεταρίζανε. Η κυρά - Λισάβετ, αφού τον άφησε λιγάκι, πήρε ύφος συντριμμένο και:
«Είμαστε απροστάτευτες γυναίκες, εσείς μονάχα είστε η ελπίδα μας, κύριε διοικητά», του είπε.
Η Ευανθούλα έκλαιγε ασταμάτητα.
«Μην κλαις, κορίτσι μου», είπε ο διοικητής και χτύπησε θυμωμένα το κουδούνι.
«Φώναξέ μου τον κύριο λοχαγό», διέταξε.
Ο Νίκος χαιρέτισε αποφεύγοντας τη ματιά όλων.
«Διατάξτε», ψέλλισε. Κι ο διοικητής:
«Σας ακούω, κύριε λοχαγέ», του είπε αυστηρά.
Ο Νίκος έμεινε σα χαμένος.
«Κύριε διοικητά», κατάφερε να πει στο τέλος, «μας εξαπάτησαν αμφοτέρους».
Ο διοικητής του 'ριξε μια ματιά σωστό φαρμάκι, μα πριν προλάβει ν' απαντήσει μπήκε με τρόπο γλυκό η κυρά - Λισάβετ:
«Σε τι σας εξαπάτησα, παιδί μου; Μήπως δεν ήσασταν αρραβωνιασμένοι;» του είπε κι άφησε τις βέρες πάνω στο γραφείο του διοικητή. Ο Νίκος τσιμουδιά. Ο ιδρώτας κυλούσε ποτάμι στο κορμί και στο πρόσωπό του. Λίγο ακόμα και θα 'πεφτε. Η κυρά - Λισάβετ κράταγε την αναπνοή της, η Ευανθούλα έκλαιγε βουβά.
«Κύριε λοχαγέ, διαλέξτε...» του 'πε με σημασία ο διοικητής, «γάμος ή στρατοδικείο;»
Ο Νίκος έμεινε για μια στιγμή μονάχα σκεφτικός κι ύστερα:
«Θα την πάρω», κατάφερε εξουθενωμένος ν' απαντήσει.
Η κυρά - Λισάβετ ανάσανε ανακουφισμένη.
Ο διοικητής μεμιάς ξαστέρωσε:
«Και 'γω κουμπάρος», είπε και γέλασε ανοιχτόκαρδα χτυπώντας την πλάτη του Νίκου.
Ο Νίκος γέλασε κι αυτός, έρημο γέλιο.
Το βράδυ ο φαντάρος κουβάλησε τα πράγματα του Νίκου στης κυρά - Λισάβετ.
ΙV. ΜΑΡΙΑ 1947
Το ταξί σταμάτησε έξω απ' την πόρτα της κυρά - Λισάβετ, που έσκυψε απ' το μπαλκόνι -και τι να δει: Η Μαρία, ντυμένη στην τρίχα, και πίσω της ένας άγνωστος, ψηλός, ξερακιανός, με δυο βαλίτσες.
«Μανούλα μου», φώναξε η Μαρία κι όρμησε στην πόρτα.
Η κυρά - Λισάβετ απόμεινε στο μπαλκόνι. Κοντά δυο χρόνια είχε να πάρει είδηση απ' τη Μαρία και τώρα που την έβλεπε δεν πίστευε στα μάτια της. Όμως συνήλθε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα κι έπεσε στην αγκαλιά της Μαρίας που την καταφιλούσε και τη χάιδευε. Ύστερα κάθισε σε μια καρέκλα για να κατασιγάσει την ταραχή της που έκανε τα πόδια της να μην την κρατάνε και την καρδιά της να πετάει μες στο στήθος της. Όταν συνήλθε έστειλε το Μάριο να φωνάξει τον Κοσμά απ' το χασάπικο και την Ευανθούλα που 'χε νοικιάσει εκεί κοντά, στη Ρωμανού. Τότε μονάχα πρόσεξε τον άνθρωπο που ήταν με τη Μαρία κι απόμενε όρθιος κι αμήχανος.
«Ο κύριος;» ρώτησε.
Η Μαρία ξεκαρδίστηκε.
«Ποιος κύριος, καλέ μαμά, ο άντρας μου είναι, ο Κώστας».
Η κυρά - Λισάβετ έμεινε άναυδη. Η Μαρία πάλι γέλασε. Γέλασε κι ο Κώστας.
«Δε στα 'λεγα; Θα της έρθει κεραμίδα».
Η κυρά - Λισάβετ έκανε κάτι να πει, μα συγκρατήθηκε. Κι η Μαρία:
«Θα στα εξηγήσω αργότερα, μαμά... Παντρευτήκαμε στη Γερμανία... Μάλιστα θ' αποκτήσεις κι εγγονάκι», είπε κι έδειξε την κοιλιά της που φούσκωνε.
Ήρθε ο Κοσμάς με τη Μαύρη κι η Ευανθούλα με το Νίκο. Νέες συγκινήσεις κι «από 'δω ο άντρας μου ο Κώστας» και «θ' αποκτήσετε σε λίγο ανεψάκι». Όλοι τα 'χαν χαμένα. Η Μαρία πάλι, όμορφη και χαρούμενη, ρωτούσε για όλους και γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο για να χορτάσει, όπως έλεγε, το σπίτι της.
Όταν όλοι συνήλθαν, για πότε στρώθηκε εκείνο το γλέντι; Ο Κοσμάς έφερε μια ολόκληρη συκωταριά και καμιά δεκαριά μπριζόλες, ρετσίνα μια νταμιτζάνα απ' το «Βάκχο» και στρώθηκαν όλοι τους χαρούμενοι στο φαγοπότι. Μονάχα ο Κώστας, όσο να πεις, ήταν λιγάκι μαζεμένος· κι η κυρά Λισάβετ:
«Πιες, μωρέ Κώστα, που μου κάθεσαι σαν τη Μεγάλη Παρασκευή», του είπε.
Θυμηθήκαν τα παλιά κι η Μαρία που 'χε αποχτήσει έναν άλλο αέρα, έριχνε πού και πού από καμιά γερμανικούρα. Ο Κώστας τής απαντούσε σοβαρά.
Έτσι η Μαρία κι ο Κώστας εγκαταστάθηκαν στο σπίτι και πιάσανε το μπροστινό δωμάτιο, το ηλιόλουστο. Ο Κώστας έψαξε και βρήκε αμέσως δουλειά, στα ελαστικά, στην «Αλυσίδα», με καλό μεροκάματο, γιατί στη Γερμανία είχε ειδικευτεί. Η Μαρία, μάλιστα, είπε στη γειτονιά πως είναι «πραχτικός μηχανικός». Η εγκυμοσύνη της Μαρίας προχωρούσε μια χαρά και σαν ήρθε ο καιρός γέννησε ένα αγοράκι που το 'πανε Γιάννη, στ' όνομα του πατέρα του Κώστα.
Όλα πηγαίνανε καλά στο σπίτι κι όλη η γειτονιά απορούσε για το πώς έστρωσε η Μαρία κι έγινε νοικοκυρά πρώτης, μ' όλο που βαστούσε κάτι απ' την παλιά της τσαχπινιά. Μα όπως όλα μαθαίνονται, έτσι μαθεύτηκε κι η συνέχεια της Μαρίας με τον Ούγκο Κλας. Όταν φτάσανε στη Γερμανία, στο Αμβούργο, πιάσαν ένα δωμάτιο κι αρχίσανε κι οι δυο να ψάχνουν για δουλειά. Ο Ούγκος ήταν οικονομολόγος κι ήθελε καλά και σώνει να βρει αυτή τη δουλειά. Η Μαρία βρήκε αμέσως, γκαρσόνα σε μια μπιραρία. Ο Ούγκος όμως πού να βρει; Ύστερα, όταν η Μαρία βρήκε τη δουλειά, βολεύτηκε ο άνθρωπος και το 'ριξε στο τεμπελιό. Η Μαρία τού παραπονέθηκε, μα αυτός την έβρισε άσχημα και στο τέλος τής είπε πως ήρθε η ώρα να του ξεπληρώσει όσα έκανε κι αυτός στην κατοχή για την οικογένειά της. Ύστερα απ' αυτό, άμα κούταγε η Μαρία να του πει καμιά κουβέντα, την έδερνε αλύπητα. Κι έκανε υπομονή η Μαρία. Ξαφνικά ο Ούγκος είπε πως θα παν στο Μόναχο, την πατρίδα του, γιατί εκεί, στα σίγουρα, θα 'βρισκε δουλειά. Έτσι πήγαν στο Μόναχο. Ο Ούγκος βρήκε αμέσως δουλειά και νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα. Κάνα δυο βδομάδες στην αρχή τα πήγανε καλά. Τότε η Μαρία, απ' έξω απ' έξω, το 'φερε για το γάμο. Ο Ούγκος έκανε τον κουτό, κι όταν η Μαρία του το 'πε ξεκάθαρα, αυτός της το 'κοψε, με κάτι μονιμοποιήσεις που περίμενε κι άλλα τέτοια. Ύστερα άρχισε συχνά πυκνά να λείπει, ώσπου κατάντησε το πράμα να 'ρχεται σπίτι πού και πού. Η Μαρία ήτανε απελπισμένη. Μονάχη της, να μην αλλάζει λέξη μ' άνθρωπο μέρες ολόκληρες, μακριά απ' τους δικούς της... Ώσπου μια μέρα που 'χε ο Ούγκος να πατήσει ολόκληρη βδομάδα, δεν άντεξε η Μαρία και πήγε να τον βρει στη δουλειά του και να εξηγηθεί. Δεν τον βρήκε. Της είπανε πως έφυγε για το σπίτι του. Γύρεψε τη διεύθυνση. Το τι βρήκε εκεί δεν περιγράφεται. Βρήκε τον Ούγκο ανάμεσα στη γυναίκα του, μια Γερμανίδα αλόγα, και τα δυο παιδιά του. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της. Έπεσε απάνω του να τον ξεσκίσει, έσπασε ό,τι βρέθηκε μπροστά της κι έφυγε, τι να κάνει, απελπισμένη. Δεν τα 'βαλε όμως κάτω. Έψαξε παντού και στο τέλος βρήκε δουλειά σε εργοστάσιο ελαστικών για να οικονομήσει τα ναύλα. Εκεί γνώρισε τον Κώστα που είχε ξεμείνει από αιχμάλωτος. Κι η Μαρία έκλεινε τη διήγησή της: «Καλύτερα που ξεσκεπάστηκε ο Γερμανός, γιατί βρήκα τον Κώστα μου, σωστό θησαυρό».
Και πραγματικά, ο Κώστας ήτανε καλό παιδί. Λιγάκι μουλωχτός, πράμα που δεν άρεζε στην κυρά - Λισάβετ, που ήθελε αλέγρους ανθρώπους γύρω της, ν' αφήνουνε ν' ανακατεύεσαι στη ζωή τους και ν' ανακατεύονται κι αυτοί στη δικιά σου. Ας είναι όμως. Μια κι ήταν ευχαριστημένη η Μαρία της, τι λόγος έπεφτε σ' αυτή;
Κι ο καιρός περνούσε κι η κυρά - Λισάβετ ξέγνοιασε πια απ' τις σκοτούρες. Ήρθαν, βλέπεις, και τα καλά μαντάτα της Κυβέλης, που αφού παράτησε τα θέατρα και τις σαχλαμάρες, γνώρισε ένα καλό παιδί, καθηγητής φιλόλογος, και παντρευτήκανε. Έστειλε, μάλιστα, και δυο φωτογραφίες: η μια νύφη, κι η άλλη στο μπαλκόνι με τον άντρα της. «Καλό παιδί φαινόταν». Κι η κυρά - Λισάβετ πήρε μπάλα τη γειτονιά κι έδειχνε γράμμα και φωτογραφίες. Ύστερα η Κυβέλη έστειλε τα έξοδα στη μάνα της να πάει στην Αθήνα να δει την προκοπή της κόρης της. Όταν γύρισε η κυρά - Λισάβετ, ήταν ενθουσιασμένη. Πού δεν τη γύρισαν! Τι Βαρυμπόμπη, τι Κηφισιά με παετόνι (11), τι Πασαλιμάνι, τι, τι, τι... Και «τι καλό παιδί ο Σταύρος, άκου σύμπτωση», και τελειωμό δεν είχε.
Ώσπου, ενώ η κυρά - Λισάβετ ήταν ήσυχη κι ευτυχισμένη, ένα απόγεμα, καλοκαίρι, την ώρα που ήταν μόνη της στο σπίτι και πότιζε το μπαλκόνι να δροσίσει, χτύπησε η πόρτα. Ήταν μια γυναίκα μ' ένα παιδί ως δώδεκα χρονώ. Ρώτησε αν μένει εδώ ο Κώστας. Η κυρά - Λισάβετ είπε «ναι, εδώ μένει, τι τον θέλετε;» κι η γυναίκα ρώτησε αν μπορούσε να τον περιμένει. Η κυρα - Λισάβετ την έμπασε με το παιδί στη σάλα με κακά προαισθήματα.
«Εγώ είμαι η πεθερά του», είπε η κυρά - Λισάβετ.
«Κι εγώ η γυναίκα του κι αυτός ο γιος του», απάντησε απότομα εκείνη.
Πώς δεν της ήρθε κόλπος της κυρά - Λισάβετ; Έμεινε να κοιτάει σα χαμένη και μόνο.
«Μα αφού είναι παντρεμένος με την κόρη μου», κατάφερε να πει.
Η γυναίκα εξήγησε πως είχε παντρευτεί με τον Κώστα πριν απ' τον πόλεμο κι ύστερα, λέει, έμαθε πως τον πιάσανε αιχμάλωτο. Μετά τον πόλεμο έβαλε και τον ψάξανε παντού: τι υπουργεία, τι ερυθροί σταυροί, κι εδώ και μια βδομάδα την ειδοποίησαν για τις προκοπές του. Έδειξε μάλιστα και το στεφανοχάρτι. Εκείνη την ώρα γύρισε κι η Μαρία με το παιδί και σαν έμαθε το πώς και τι, λίγο ακόμα και θα λιποθυμούσε.
«Και τώρα τι θέλετε;» ρώτησε η κυρά - Λισάβετ.
«Τον άντρα μου», είπε η γυναίκα, «ο νόμος εμένα αναγνωρίζει...»
Η κυρά - Λισάβετ είδε τη σιγουριά της και απελπίστηκε. Όμως έπρεπε κάπου να ρωτήσει. Να βεβαιωθεί. Μα πού ν' άφηνε τη Μαρία στο χάλι αυτό; Το μωρό άρχισε να κλαίει.
«Κι εγώ; Κι εγώ;» ρωτούσε η Μαρία απελπισμένα.
Η γυναίκα κι η κυρά - Λισάβετ σωπαίνανε. Μόνο τ' αναφιλητά της Μαρίας ακουγόντανε και το μωρό που χάλαγε τον κόσμο.
«Μπορώ να τον περιμένω;» ξαναρώτησε η γυναίκα.
«Μπορείς», απάντησε ξερά η κυρά - Λισάβετ.
Πήγε κοντά στη Μαρία, κάτι της είπε κρυφά κι ύστερα είπε πως θα λείψει για λίγο. Τα πόδια της τρέμανε καθώς κατέβαινε τη σκάλα. Έξω κοίταζε τον κόσμο σα χαμένη. Έπρεπε να βεβαιωθεί. «Στου κυρίου Γιαννόπουλου του δικαστή», είπε μέσα της. Δίστασε λιγάκι. Ο κύριος Γιαννόπουλος, εφέτης, τη δέχτηκε αμέσως.
«Τι τρέχει, κυρά - Λισάβετ;» ρώτησε απορημένος.
Αυτή του τα 'πε όλα γρήγορα και μπερδεμένα κι ανάμεσα σ' όλα τ' άσχετα ο δικαστής κατάλαβε τι ήθελε να ρωτήσει, και στο τέλος:
«Είναι σκληρό, κυρά - Λισάβετ», είπε λυπημένος, «μα ο γάμος της κόρης σου είναι άκυρος».
«Άκυρος;» απόρησε η κυρά - Λισάβετ.
«Βλέπεις ο νόμος...»
«Κατάλαβα, κατάλαβα», είπε η κυρά - Λισάβετ κόβοντάς τον στη μέση.
«Άκυρος, κυρά - Λισάβετ, δηλαδή τίποτε».
Έφυγε κουρέλι. Ένιωθε σαν άδειο σακκί. Έφτασε στο σπίτι όπως όπως και βρήκε μουγγαμάρα, και τον Κώστα, ένοχο, σε μια γωνιά. Ο θυμός στύλωσε τα πόδια της κυρά - Λισάβετ και τα ξεπνοϊσμένα μάτια της αστράψανε.
«Δε ντρέπεσαι, ξεφτιλισμένε;» του είπε.
Ο Κώστας πισωπάτησε.
«Μητέρα, θα σου εξηγήσω», μουρμούρισε.
«Τι να μ' εξηγήσεις, ρε τομάρι;» Κι ύστερα στη γυναίκα του:
«Παρ' τον, κυρά μου, στον χαρίζουμε τέτοιον άντρα. Παρ' τονα με το νόμο, να τον καμαρώνεις τον νταγκλαρά».
Η Μαρία σα να ξύπνησε από λήθαργο.
«Μητέρα», είπε φοβισμένη, μα η κυρά - Λισάβετ, σημασία.
«Η κόρη μου για τα μούτρα του ήτανε; Γι' αυτή τη φραγκοπαναγιά; Τι με κοιτάς, βρε χάνε; Μάζεψ' τα και δρόμο. Εμείς θα πάμε στην Αθήνα. Έχω κόρη εκεί παντρεμένη με γυμνασιάρχη. Θα χάσει, θαρρείς, η Μαρία;»
Η κυρά - Λισάβετ είχε κορώσει κι έσουρνε του Κώστα τα χειρότερα κι αυτός πήγε στην κάμαρα και μάζευε τα πράματά του φοβισμένος. Η Μαρία πάλι, όσο άκουγε τη μάνα της ζωντάνευε και σε λιγάκι σιγοντάριζε και κείνη:
«Θα πάμε στην Αθήνα», έλεγε και ξανάλεγε.
Όταν ο Κώστας τοιμάστηκε, στάθηκε κίτρινος φλουρί στην πόρτα της κάμαρας.
«Τώρα δρόμο», του φώναξε η κυρά - Λισάβετ.
«Να δω το παιδί;» ρώτησε δισταχτικός.
Η κυρά - Λισάβετ τού όρμησε μανιασμένη.
«Όξ' απ' το σπίτι μου, λέχρα».
Ο Κώστας φορτώθηκε τις βαλίτσες και προχώρησε στην πόρτα. Πίσω του η γυναίκα του και το παιδί χλωμό κι απορημένο. Στην πόρτα κοντοστάθηκε. Η κυρά - Λισάβετ του βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα.
«Χαΐρι να μη δεις, παλιάνθρωπε», του φώναξε.
Η Μαρία έκλαιγε απαρηγόρητα με το παιδί στην αγκαλιά. Της κυρά - Λισάβετ η καρδιά, να σπάσει. Ωστόσο προσπάθησε και στάθηκε μπροστά στη Μαρία. Χάιδεψε το κεφάλι της. Της σήκωσε το πρόσωπο να την κοιτάξει.
«Μην κλαις, Μαρία», της είπε, «εγώ είμ' εδώ, η μάνα σου», και χτύπησε με την παλάμη της το στήθος της.
Καζαντζής Τόλης
Περιοδικό «Διαγώνιος»,
τεύχος 10, Ιανουάριος - Απρίλιος 1975
Σημειώσεις:
(1) πουρδουκλιά: τρικλοποδιά
(2) κουζούμ: Ψυχή μου, αγάπη μου
(3) ντερεκώνω: τεντώνω σαν πεθαμένος
(4) κουφώνω: μισοκλείνω (παντζούρια)
(5) σπάνω: σπάω, λυγίζω
(6) πεταλάς: Παρατσούκλι που δόθηκε από τον ελληνικό λαό στους εν υπηρεσία
περιπολούντες γερμανούς στρατιώτες της Κομμαντατούρ στη διάρκεια της Κατοχής. Το προσωνύμιο
προέκυψε από το μεσαιωνικής προέλευσης μεταλλικό διακριτικό (ringkragen), του οποίου το σχήμα θύμιζε αλογίσιο πέταλο και το οποίο έφεραν τα εν λόγω κτήνη στο στήθος.
(7) γιάγμα: (επιφών.) άφθονα, λεφτά για σκόρπισμα, χωρίς να υπολογίζονται
(8) ντεμπουτάρω: κάνω την πρώτη μου εμφάνιση, παράσταση
(9) μουτζοκλαίω: κλαψουρίζω, μιξοκλαίω
(10) αμόντε: στράφι, κατά διαόλου, καταστροφή, μάταια, ανώφελα
(11) παετόνι: είδος επιβατικής άμαξας παλαιότερης εποχής με τέσσερις τροχούς κι ένα άλογο

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου