Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

Ο ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ ΕΙΧΕ ΠΑΡΕΙ ΔΟΥΛΑ...

  
   Ήταν πλούσιος, πολύ πλούσιος, έτσι λέγανε όσοι τον ήξεραν καλά, αλλά φαινόταν φτωχός απ' τα ρούχα, και να μην είχε να φάει, να θρέψει το ψηλό του κορμί. Κίτρινος, αδύνατος, κοκκαλιάρης και γυρτός λίγο.
   Κι έτσι αδύνατα και κίτρινα ήταν και τα παιδιά του και η γυναίκα του. Σαν να 'χαν βγει, φαίνονταν, κείνη την ώρα, από κάποιο νοσοκομείο ή σαν να 'χαν ξεφύγει από νεκροταφείο.
   Κι είχε τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Το κορίτσι ήταν το μεγαλύτερο. Και θα γινόταν ένα νόστιμο κορίτσι αν δεν ήταν τόσο αδύνατο και κίτρινο.
   «Καλό είναι το καημένο», έλεγαν πολλοί όταν το 'βλεπαν, «αλλά σα να μυρίζει χωματίλα!»
   Κι έβγαιναν κι έξω τα παιδιά του Φραπάκη -έτσι λεγόταν ο πατέρας τους- έκαναν και περίπατο.
   Και όταν γινόταν αυτό, θα έβγαινε και όλη η γειτονιά στις πόρτες και στα παράθυρα για να τους καμαρώσει.
   «Η πείνα με τα παιδιά της πάει περίπατο!» έλεγαν.
   Και όλοι ήξεραν, ήξεραν πως ο Φραπάκης είχε περιουσία, χρήματα, όλοι. Μα και όλοι έλεγαν πολλά, πάρα πολλά παράξενα, απίστευτα σχεδόν, πώς έθρεφε το σπίτι του.
   Κι έλεγαν και πως τους έπαιρνε και στραγάλια, στραγάλια αλμυρά, έδινε δυο - τρεις δεκάρες και τα 'παιρνε, και μ' αυτά τάιζε γυναίκα, παιδιά. Και τα παιδιά και η γυναίκα του έπιναν έπειτα νερό, πολύ νερό, το ζητούσε η αλμύρα, φούσκωναν κι έτσι ήταν χορτάτοι με το παραπάνω.
 
   Η γυναίκα του και η κόρη του δούλευαν στο σπίτι. Υπηρέτρια δεν είχαν. Αλλά να μια μέρα, κι έμαθε η γειτονιά πως πήραν υπηρέτρια. Και το μάτι τότε της γειτονιάς έγινε γαρίδας μάτι, για να τη δούνε, να δουν την υπηρέτρια.
   Κι αυτό δεν άργησε να γίνει. Την είδαν στο μπαλκόνι να το σαρώνει και να το πλένει, κι έπειτα κάτω, στο πεζοδρόμιο.
   Και η δουλίτσα με γυμνά πόδια έπλυνε και το πεζοδρόμιο. Χτύπησε όμως στο τέλος τη σκούπα της δυνατά στον τοίχο και τότε ένα μέρος του, ο σουβάς που ήταν φουσκωμένος, σωριάστηκε χάμω. Χώματα γέμισε πάλι το πεζοδρόμιο, και πάλι η δουλίτσα με τα παχουλά πόδια, πάλι έριξε νερά και το 'πλυνε.
   «Να, έχει και ψαχνό το σπίτι του Φραπάκη, δεν είναι όλο κόκκαλα!» είπε ο μανάβης της γειτονιάς που στεκόταν στη μέση του δρόμου, και κοίταζε τις παχουλές και κανονικές γάμπες της δουλίτσας...
 
   Η γειτονιά περίμενε να δει την παχουλή δουλίτσα να χάνει τη δροσιά της και σιγά - σιγά να μαραίνεται. Αλλ' αντί να δει αυτό, την είδε, ύστερα από λίγο καιρό, να στρογγυλεύει ακόμα. Τους φάνηκε παράξενο κι έλεγαν χίλια δυο γι' αυτό.
   Ο μανάβης όμως της γειτονιάς πήγαινε να τρελαθεί, όχι γιατί στρογγύλευε η δουλίτσα, αλλά γιατί δε μπορούσε να της πει ένα λόγο γλυκό. Μα και πώς να τον πει που από μακριά την έβλεπε μόνο και όταν ερχόταν κοντά να ψωνίσει, θα 'χε μαζί της και τον ψηλό, αδύνατο, αγέλαστο κύριό της.
   Κι έπαιρναν χορταρικά, όταν πήγαιναν στο μανάβικο. Κι αν ήταν ακριβά, αντί οκά, τρακόσια δράμια. Κι έτσι έφερνε το ισοζύγιο ο κυρ Φραπάκης...
   Ακούει όμως μια μέρα ο μανάβης να λέει η δουλίτσα στον κύριό της:
   «Τι ωραία είναι!»  
   «Ποια;» τη ρώτησε αυτός.
   «Αυτά!»
   Κι έδειξε την ξανθιά σταφίδα.
   «Να πάρουμε...»
   Ο μανάβης έμεινε κατάπληχτος...
   «Ε, ε!» έκανε μέσα του και ξερόβηξε.
   Κι άκουσε το Φραπάκη να λέει, αφού ρώτησε την τιμή.
   «Βάλε μας μια οκά!»  
   Και ο μανάβης την ετοίμασε όχι ευχαριστημένος.
   «Μα γιατί να την ακούσει;» έλεγε με το νου του έπειτα, όταν ο Φραπάκης κι η δουλίτσα είχαν έμπει μεσ' στο σπίτι. «Και της μιλούσε στο δρόμο! Ε, διάολε!... Τι να της έλεγε;»
   Κι έτσι ήταν, ο Φραπάκης σκυμμένος περισσότερο, μιλούσε στην υπηρέτριά του, στο δρόμο. Κι αν ο μανάβης μπορούσε ν' ακούσει, θ' άκουγε να της λέει:
   «Άκου 'δω, Μαρίτσα!... Τη μισή μερίδα να τη βάλεις χώρια, είναι δικιά σου! Πρόσεξε όμως να μη στη δούνε! Ακούς τι λέω;... Και ξέρεις...»
   Κι αν ο μανάβης είχε μάτια παράδοξα να περνούν τις πόρτες και τους τοίχους, θα 'βλεπε, όταν έκλεισε η εξώπορτα, το Φραπάκη να πιάνει απ' το μπράτσο την όμορφη δουλίτσα και γέρνοντας το ψηλό του ανάστημα σ' αυτή να της λέει:
   «Τώρα έλα, έλα το φιλάκι!»
   «Όχι, όχι!...» 
   «Μα δεν είπαμε...»  
   «Όχι, όχι... Δε μου πήρες και χτες το βράδυ...»
   «Ναι, δε σου πήρα τη γαρδούμπα... Θα σου πάρω όμως απόψε... Χτες δεν είχε... Τι ήθελες να 'κανα; Έλα τώρα, μην ακούσουν!...»
   «Όχι...»
   Και του ξέφυγε και άρχισε ν' ανεβαίνει τη σκάλα γρήγορα.
   «Αχ», έκανε ο Φραπάκης κίτρινος πιο πολύ και φέρνοντας το χέρι στα γενάκια του, που μαύρα, μαύρα στόλιζαν το μακρουλό και αδύνατο πρόσωπό του.
 
   Η εμφάνιση της Μαρίτσας στο σπίτι των κίτρινων και αδύνατων ανθρώπων έμοιαζε με εμφάνιση ενός ωραίου και δροσερού λουλουδιού μέσα σε μαραμένα κίτρινα λουλούδια.
   Και όπως όλος ο κόσμος, η γειτονιά το 'χε παρατηρήσει, και αναστέναξε κοιτάζοντάς το ο μανάβης της γειτονιάς, το 'δε και ταράχτηκε και ο Φραπάκης.
   Σαν καμήλα αδυνατισμένη από μεγάλη στέρηση νερού και τροφής, που βρίσκεται ξαφνικά εμπρός σε γλυκούς χουρμάδες, αλλά βαλμένους σε μέρος που δε μπορεί να τους 'γγίξει, έτσι την κοίταζε, την κοίταζε.
   Γλύφτηκε, ξερογλύφτηκε, είδε πως βάδιζε κουνητά, και ζαλίστηκε στο τέλος, σα να έπαθε απ' τη μεγάλη γλύκα της τροφής, που φαντάστηκε να τρώει, και παρά λίγο να ξαπλωθεί κάτω.
   Άκουσε κι ένα βράδυ ένα τραγουδάκι απ' έξω και ζήλεψε. Του φάνηκε πως έλεγε και τ' όνομά της. Μα και η φωνή, που έλεγε το τραγουδάκι, σα να 'ταν του μανάβη. Την ήξερε καλά. Την άκουγε σχεδόν κάθε μέρα να διαλαλεί τραγουδιστά ό,τι καλό είχε στο μανάβικό του.
   Κι αυτή η φωνή, καλή φωνή όμως, που τον πείραξε, τώρα έλεγε:
Πάρε με, αχ Μαρίτσα μου,
να σε βοηθώ στην πλύση
και να σου κουβαλώ νερό
απ' το Βαθρακονήσι. 
   «Τον αθεόφοβο», έκανε ο Φραπάκης, «τόση ώρα δρόμο!»
   Κι έμεινε στο κρεβάτι του και σκεπτόταν. Ο ύπνος τον πλησίαζε κι έφευγε γρήγορα, αδύνατο να τον τυλίξει στα βρόχια του.
   Αν έχασε όμως ύπνο, βρήκε κάτι, βρήκε τι έπρεπε να κάνει, πως, πως...
   Το βράδυ της άλλης ημέρας πήγε ο Φραπάκης στο μαγεριό. Και πήγε στο σπίτι, κρατώντας τυλιγμένο σε χαρτί ένα αρκετά μεγάλο σπληνάντερο. Είχε βάλει στο στόμα του κι αυτός ένα κομματάκι και το μασούσε.
   Αυτή, η δουλίτσα, που γύρισε και τον είδε, όταν έμπαινε, τον ξανάδε πάλι. Της είχε έρθει η μυρουδιά.
   «Σ' αρέσει το σπληνάντερο;» τη ρώτησε αυτός.
   «Μ' αρέσει», είπε αυτή σιγά. 
  «Α, σ' αρέσει;... Να, τότε πάρ' το!... πάρ' το σου λέω!... Όλο!... Σπουδαίο πράμμα!... Πρόσεξε μόνο μη στο δούνε!...»
   Αυτή του έριξε μια άλλη ματιά και είπε:
   «Μπα...»
   «Φάτο τώρα!... Πρόσεχε όμως».
   Η δουλίτσα άρχισε να το τρώει.
   Αυτός αισθάνθηκε σάλιο στο στόμα του. Δεν ήταν όμως για το σπληνάντερο...  
   Από τη βραδιά κείνη τής πήγαινε κάτι ταχτικά. Και τής αστειευόταν, αυτός που με δυσκολία μιλούσε και ποτέ δε γελούσε. Εκεί όμως έκανε και τον καραγκιόζη για να γελάσει η δουλίτσα. Κι έτσι ζητούσε να τη χαϊδέψει, κι έπιασε και το μάγουλό της.
   Αλλ' όταν θέλησε να τη φιλήσει με τη λαχτάρα κείνη, που αυτή έτρωγε το σπληνάντερο, ή το κοκορέτσι, βρήκε αντίσταση. Τραβήχτηκε απότομα και τα χείλια του φίλησαν τον αέρα.
   «Αχ, αχ», έκανε.
   Αυτή όμως τίποτα!
   Και την αγαπούσε τρελά.
   Τής πήγε γλυκά. Καταΐφι, γαλακτομπούρεκο, μπακλαβά, πάστες. Αυτή όμως έλεγε:
   «Καλά είναι, μα καλύτερο ήταν, πολύ... το γαλακτομπούρεκο!»
   Τής πήγε τότε αυτός από λίγα και από όλα. Κοίταξε να πιάσει όλα τα πόστα για να μη του ξεφύγει.
   Αλλά και πάλι του ξέφυγε.
   «Αυτό ήταν το πιο καλό, μα τόσο λίγο!...»
   Τής πήγε τότε ένα κόσμημα, ένα δαχτυλίδι με διαμάντια. Τα διαμάντια όμως ήταν ψεύτικα! Δεν ήθελε να τη γελάσει, αλλά δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.
   Ο Φραπάκης και τη υγειά του, αν κλονιζόταν, κι έπρεπε με κάποια δώρα να τη στηρίξει, ποτέ δε θα 'ταν το δώρο αληθινό. Θα 'ταν ψεύτικο για να μην πληρώσει πολλά.
   Στη θέα εκείνη των πολύτιμων πετρών που άφηναν λάμψεις, η δουλίτσα άφησε το Φραπάκη να κολλήσει τα χείλια του στο ροδαλό μάγουλό της.
  Μόλις όμως έφυγε φοβισμένος, γιατί άκουσε βήματα, η δουλίτσα έτρεξε στη βρύση του νεροχύτη κι έπλυνε καλά με βαθυπράσινο σαπούνι, που το 'χε για τις λίγδες των πιάτων, το μάγουλό της.
   Πάνω σ' αυτή του τη λαχτάρα και τις στενοχώριες, έλαβε ο Φραπάκης μια επιστολή απ' τον αδελφό του, ένα τρελόπαιδο που ήταν στην Αμερική. Είχε κάνει όμως χρήματα πολλά πάλι εκεί, περισσότερα απ' ό,τι είχε πάρει απ' τον πατέρα του, και ο Φραπάκης τον σεβόταν.
   Και του έλεγε αυτός, αυτός ο αδελφός, πως ερχόταν στην Ελλάδα κάποιος φίλος του για να παντρευτεί. Άνθρωπος καλός όμως που 'χε τον παρά. Και ότι του είχε συστήσει την ανιψιά του, δηλαδή την κόρη του Φραπάκη. Ο φίλος του αυτός, ο Θάνος Παλάμης, ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος που αγαπούσε τα ωραία και τίμια... 
   Και του έγραφε και παρακάτω πως του 'χε δείξει τη φωτογραφία της ανιψιάς του κι έμεινε ο Θάνος ευχαριστημένος. 
   «Μα και συ», έλεγε στον αδελφό του, το Φραπάκη, «και συ θα μείνεις ευχαριστημένος, γιατί δε θα σου πειράξει διόλου το πουγγί σου! Σπαγκοραμένε!...»
 
   Ο Φραπάκης περίμενε το γαμπρό. Ήταν γεμάτος ευτυχία. Πρώτον γιατί θα έφευγε ένα στόμα απ' το σπίτι του και δεύτερον γιατί η κόρη του γύριζε μέσα στο σπίτι σα σβούρα πολλές φορές και παρουσιαζόταν και μέσα στην κουζίνα. Ήταν επίφοβη!
   Και να μια μέρα και ήρθε ο περίφημος γαμπρός.
   Ήταν νέος, γερός, με μάτια ζωηρά. Και φάνηκε ευχαριστημένος απ' την κόρη του Φραπάκη που, μαζεμένη και χωμένη στα καλά της ρούχα, ούτε τόλμησε να τον κοιτάξει καλά.
   Ο νέος όμως, αν και ήταν τύπος εύθυμος, φάνηκε σε λίγο να μελαγχολεί απ' τη θέα των κίτρινων και αδύνατων, κοκκαλιάρηδων ανθρώπων που τον τριγύριζαν.
   Αλλά ξαφνικά η μελαγχολία του έφυγε, σκορπίστηκε...
   Σαν ήλιος, σαν ακτίνα ήλιου που ξεπετιέται σχίζοντας τα μαύρα σύννεφα, ξεπετάχτηκε κείνη τη στιγμή η παχουλή, η καλόσωμη ζωηρή δουλίτσα φέρνοντας κάτι κεράσματα.
 
   Ο Φραπάκης είχε ψωνίσει κρέας. Θα 'κάναν σούπα, πατάτες μέσα και τα λοιπά.
   Το βράδυ θα 'χαν τραπέζι στο γαμπρό...
   Η κυρία Φραπάκη φόρεσε κι αυτή μια κατάλευκη ποδιά καλοσιδερωμένη και πήγε στο μαγεριό να επιβλέψει την ετοιμασία του βραστού...
   Και το βοδινό κρέας ύστερα από λίγο, πάνω στη φωτιά, άρχισε να βράζει σκορπίζοντας μυρουδιές. Όλο το κλειστό σπίτι μύρισε σιγά - σιγά.
   Η μυρουδιά αυτή και η σκέψη πως θα φάνε κρέας και σούπα έφερε ευθυμία στα τρία αγόρια του Φραπάκη και αρχίσανε να χοροπηδούν και να τραγουδούν με ρυθμό:
...Σούπα, σούπα, σούπα!
Σου 'πα πως θα φάμε σούπα!...
   Η μητέρα τους μπήκε να τα μαλώσει για το θόρυβο που έκαναν. Αλλά κι αυτής το πρόσωπο έλαμπε απ' τη χαρά της σούπας και του βοδινού. Και αντί να τα μαλώσει, είπε:
   «Πω πω, τι γίνεται 'δω! Κοσμοχαλασιά!...»
   Και της ήρθε να ενώσει τη φωνή της με των παιδιών της και να φωνάξει κι αυτή:
   Σούπα, σούπα, σούπα!...
   Μα και της κόρης το αδύνατο και σα μαραμένο πρόσωπο είχε πάρει τέτοια λάμψη απ' την ελπίδα και την επιθυμία της σούπας και του βοδινού, όχι του γαμπρού, που η μάνα της είπε με το νου της:
    «Νόστιμη είναι η τσαμενούλα μου!»  
   Ο κυρ Φραπάκης όμως είπε:
   «Για πώς την κάνει νόστιμη η χαρά της παντρειάς!...»
   Και θυμήθηκε τη δουλίτσα:
   «Α! Την κατεργάρα μου!» είπε. «Αυτή όμως είναι σα φρατζόλα αφράτη!...»
   
   Στη μύτη των παιδιών μια άλλη μυρουδιά επήγε και τ' ανάγκασε να σταματήσουν κάποιο τραγούδι του δρόμου, που είχαν αρχίσει.
   Και ήταν πια περασμένη ώρα, νύχτα, και ο γαμπρός βρισκόταν μέσα στη σάλα.
   «Α, τι 'ναι αυτό;» είπε το ένα.
   «Κάτι τηγανίζουν!» είπε το μεγάλο.
   Κι έτρεξαν και τα τρία να δουν. 
   Και δεν είχαν κάνει λάθος· μεσ' στο μαγερειό η νόστιμη και παχουλή δουλίτσα τηγάνιζε εντόσθια.
   Μα πολύ τ' αγαπούσε τα τηγανητά εντόσθια, πολύ! Και ο αφέντης της βρήκε την ευκαιρία να την ευχαριστήσει, αν κι αυτός τ' αγαπούσε πολύ. Τής είπε να φάει όσα θέλει και διαλεγμένα, φτάνει να μη βαρυστομαχιάσει...
   Και η δουλίτσα τηγάνιζε και σιγοτραγουδούσε με φωνή σα σφυρίχτρας:
   ... Το κορίτσι του μπακάλη
μ' έφερε σ' αυτό το χάλι... 
   Το τραπέζι τελείωσε αργά. Όλοι ήταν ζαλισμένοι απ' το κρασί και περισσότερο ο Φραπάκης. Το μέλλοντα γαμπρό του τον κράτησε στο σπίτι. Είχε αρκετά δωμάτια...
   Ο Φραπάκης, που ξυπνούσε πρωί και πρώτος απ' όλους και μάλιστα απ' την ημέρα που, επειδή είχε αρρωστήσει η γυναίκα του, αναγκάστηκε να πάρει τη δουλίτσα, κοιμόταν ακόμα κι ας είχε υψωθεί ο ήλιος.
   Ξαφνικά σα να ξέφυγε απ' την αγκαλιά του προδότη ύπνου, πετάχτηκε. Ο ήλιος ψηλά φώτιζε.
   Δυο πράγματα τού είχαν έρθει με μιας στο νου, η όμορφη δουλίτσα και ο ξένος. Και ανησύχησε.
   Ντύθηκε όσο μπορούσε γρήγορα. Και τόση ήταν η φούρια του να τρέξει, που έβαλε ανάποδα το παντελόνι του. Και όσο να το φορέσει απ' την καλή, βλαστήμησε θεούς και δαίμονες. Κι έτρεξε στην κουζίνα...
   Καθώς όμως είχε περάσει το διάδρομο κι έφθασε απ' έξω, σύροντας τις παντούφλες του, βλέπει το μέλλοντα γαμπρό του να βγαίνει απ' την κουζίνα με τη φανέλα μόνο. Ο άλλος μισός, απ' τη μέση και κάτω, ήταν ντυμένος, έτοιμος. Κρατούσε και μια πετσέτα...
   Καλημερίστηκαν. Το Φραπάκη όμως τον είχαν ζώσει τα φίδια.
   Μέσα στο μαγερειό η δουλίτσα πιο πολύ κόκκινη, που τον ανησύχησε πιο πολύ, κρατούσε ένα κουταλάκι και το σφούγγιζε, το σφούγγιζε γρήγορα σα να το 'τριβε.
   Τον κοίταζε με πιο πολύ ζωηρά μάτια απ' άλλοτε...
   «Τι έκανε 'δω αυτός;» τη ρώτησε.
   «Πλύθηκε», τού απάντησε αυτή.
   «Πρόσεξε!» τής είπε αυτός κοιτάζοντάς την καλά, με μάτι αυστηρό.
   «Τι;» τον ρώτησε αυτή.
   Ο Φραπάκης όμως δεν απάντησε τίποτα.
 
   Πάλι έγινε κι άλλο τραπέζι. Αλλ' αυτή τη φορά το 'κανε ο γαμπρός. Και τι κουβάλησε! Και του πουλιού το γάλα ακόμα πήγε!
   Ήπιαν και κρασί μοσχάτο. Αυτό τους ζάλισε όλους για καλά. Και ο γαμπρός πάλι κοιμήθηκε στο δωμάτιο εκείνο, που του 'χαν ετοιμάσει γι' αυτόν.
   Και η νύχτα πέρασε ήσυχη. Ο Φραπάκης αυτή τη φορά την έπαθε πιο πολύ. Η μέρα είχε προχωρήσει κι αυτός κοιμόταν.
   Όταν σηκώθηκε κι έτρεξε με βαρύ κεφάλι βρήκε το γαμπρό να περπατά πάνω κάτω στο στενόμακρο διάδρομο του μαγερειού, καπνίζοντας. Περπατούσε κει, για να μην τους ξυπνήσει...
   
   Μια βραδιά ο Φραπάκης, μ' ένα κοκορέτσι στην τσέπη μυρωδάτο, ανέβηκε σιγά τη σκάλα και πήγε στην κουζίνα για να βρει τη δουλίτσα.
   Η δουλίτσα δεν ήταν εκεί, ούτε κανείς άλλος. Το λυχναράκι φώτιζε μόνο τα πιάτα και τις κατσαρόλες.
   Πήγε μέσα. Ούτε 'κει την είδε. Ρώτησε τότε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κανείς δεν ήξερε. Και τη ζήτησαν. Δεν υπήρχε στο σπίτι!
   Πάνω στην ταραχή του, τού έδωσε ο μεγάλος γιος του ένα γράμμα γι' αυτόν, που είχε βρει στην τραπεζαρία.
   Δεν ήταν όμως της δουλίτσας, ήταν του γαμπρού.
   Στην αρχή του έγραφε αυτός κάτι δικαιολογίες και ευχαριστήσεις, ύστερα έλεγε να μην ανησυχήσουν για τη Μαρίτσα, γιατί την πήρε αυτός και θα την κάνει γυναίκα του...
 
   Ο Φραπάκης, όταν τραβήχτηκε για να μείνει λίγο μόνος και να κλάψει την ατυχία του, αισθάνθηκε ξαφνικά το κοκορέτσι που 'χε στην τσέπη του.
   «Αχ, αχ», έκανε, «η κακούργα!...» 
   Το 'βγαλε απ' την τσέπη του και το κοίταξε με δακρυσμένα μάτια κουνώντας ελαφρά το κεφάλι...
   Σκέφτηκε για μια στιγμή να το μοιράσει στη γυναίκα του και στα παιδιά του, αλλά είπε με λύπη:
   «Όχι, όχι! Ας το φάω εγώ με τα δάκρυά μου!»
 
Βουτυράς Δημοσθένης 
Περιοδικό «Αθήναι»,
τεύχος 2, Νοέμβριος 1934

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου