Στο καπηλειό του μάστρο - Μήτσου του Ηπειρώτη, εύρισκε αληθινά μια ζεστασιά η συντροφιά μας. Βρίσκαμε κάτι που τόσο πολύ μάς έλειπε τη χρονιά εκείνη, σαν και το απόσκιο του γεροπλάτανου στην αυγουστιάτικη κάψα, σαν και τη δροσιά της πηγής στα διψασμένα χείλη, σαν και τη ζεστασιά του σπιτιού μας ύστερα από μαρτυρική ακούσια απομάκρυνση. Οι τρεις μας γυρνούσαμε πάντοτες μαζί, ο Πάνος, εγώ, κι ο συχωρεμένος ο Νίκος. Τέσσερις μήνες τώρα βρισκόμασταν στην Κέρκυρα, μαθητές στη Στρατιωτική Σχολή, κι αγαπήσαμε τόσο πολύ το όμορφο νησί που είναι φιλόξενο κι ευγενικό. Μάς σαγήνεψε αληθινά. Μα πιότερο απ' όλα, αγαπήσαμε τη γωνιά αυτή του μάστρο - Μήτσου που είχε για μάς μια γοητεία ανέλπιστη κι ως ένα βαθμό ανεξήγητη. Μείναμε κοντά ένα χρόνο μαθητές. Στην καθημερινή μας «έξοδο» απ' τη Σχολή, σχεδόν δυο ώρες τις περνούσαμε στο καπηλειό του μάστρο - Μήτσου για φαγί και κουβεντολόι. Κάναμε ένα μικρό σεργιάνι στη Σπιανάδα ν' ακούσουμε τη «Φαμφάρα», να δούμε τις Κορφιάτισσες στη «βόλτα», ή το πολύ, έναν περίπατο με το μόνιππο στο Κανόνι είτε στην Ανάληψη, κι υστερότερα, σα έπαιρνε να νυχτώνει, σταλιάζαμε και πάλι στου μάστρο - Μήτσου το καπηλειό με το νου πλημμυρισμένο σε θύμησες και την ψυχή βαριά και πονεμένη απ' την καινούρια σκληρή ζωή που μάς τύλιγε.
Στο στενόμακρο καπηλειό, δεν μάς έφερνε μονάχα η ζεστασιά που έδιναν τα όμορφα και φωτεινά μάτια της Θεώνης, της κόρης του μάστρο - Μήτσου. Μπορώ να τ' ορκιστώ μάλιστα αυτό. Όχι πως δεν ήταν καλοστεκούμενη σε όλα της. Ήταν και με το παραπάνω να πει κανείς. Ψηλή και φανταχτερή με το δέρμα της κανελλί σαν και το πολυψημένο στάρι, ήταν γύρω στα δεκαοχτώ της χρόνια. Ο τσιτωτός μπούστος, που φορούσε πάντα, άφηνε να καλοφαίνονται τα λαχταριστά στήθη της και κάθε γραμμή της, που την έδειχνε ώριμη γυναίκα, γιομάτη χυμούς. Τα φερσίματά της, η αλαφριά περπατησιά και η μουσική συρτή μιλιά της, την έκαναν πάντα περσότερο αρεστή. Έτσι, σαγήνευε τον καθένα μας. Στου μάστρο - Μήτσου, όμως, μαζευόμασταν γιατί το καπηλιό του ήταν μια ήσυχη, γραφική και οικονομική γωνιά. Χάρη σε κάτι χαλάσματα από δυο μαγκουφιασμένα γεροντόσπιτα, απ' το στενό μεσόδρομο, που βρισκόταν στριμωγμένο αρχικά, τώρα ήρθε φάτσα στο λιμάνι απλόχωρα και φάνταζε φτωχικό, μα καθαρό και νοικοκυρεμένο. Τα μπακίρια, το χαβάνι (1), κι όλα του τ' ανάχρεια (2) πάνω στο ράφι, άστραφταν απ' την πάστρα και μ' ένα λόγο είχε χρώμα σπιτικό πάνω στο κάθε τι.
Εξωτερικά, το μικρό μαγαζάκι, με χορταριασμένους στις άκριες τους γκριζοπράσινους σοβάδες του, φάνταζε σαν όμορφο σκηνικό ανάμεσα σε δυο μνημεία. Αριστερά του υψωνόταν μια αψίδα πελώρια, με σκουριασμένα απ' τα βροχοζούμια μάρμαρα, που ήταν η πύλη για την αρχαία πολιτεία των Φαιάκων, και δεξιά, το παμπάλαιο σπίτι του Σολωμού, αληθινό δεσποτικό κατάφατσα στην ανοιχτή αγκαλιά της Αδριατικής Θάλασσας. Από 'δω ανηφόριζες τα μουράγια προς το παλάτι του Βασιλιά. Παρέκει, λίγα μέτρα έξω απ' το λιμάνι, το μικρό νησάκι του Βίδο, που στέγαζε τις αγροτικές φυλακές, έμοιαζε σάματις κι ήταν χελώνα βγαλμένη απ' το καύκαλό της. Μικρούτσικο, πνιγμένο όμως στο πράσινο, σού τραβούσε τη ματιά και τη σκέψη. Μυρμηγκιά ολάκερη ξεχώριζες πάνω του τα στεγνά κορμιά τυλιγμένα στους ριγωτούς αλατζάδες, με τα μεγάλα σταμπωτά νούμερα στη ράχη, που δούλευαν ολημερίς χρόνια και χρόνια τώρα.
Την άνοιξη άνθιζαν τα κλαριά και κάρπιζαν πλούσια. Ίσκιωναν το μικρό νησάκι με τ' ασβεστωμένα δρομάκια, τ' ομόρφαιναν και μοσκοβολούσε ο τόπος απ' τα όψιμα ξινά (3) και τις φουντωμένες φραουλιές. Ήταν μια παρηγοριά κι αυτό για τους κρατούμενους, ό,τι τούς απόμενε, ήταν το γέλιο κι η δροσιά της ζωής, η ζωή η ίδια. Κατόπι όμως, πλάκωνε το χινόπωρο και ξεγύμνωνε τα δέντρα με τις βροχές και τους βοριάδες. Ερχόταν κι ο χειμώνας απόκοντα κι αποτέλειωνε το κακό, κατάστρεφε τα κόπια και την προκομάρα (4) τους με τους χιονιάδες. Η θάλασσα που ήταν μοναδικός τους σύντροφος σαν είχε καλοσύνες, το χειμώνα αγρίευε κι αυτή, μαύριζε απ' την έχτρα της και λυσσομανούσε πάνω στα μουσκουλιασμένα γλιστερά βράχια. Όμορφο νησάκι, κατά τ' άλλα, το Βίδο. Κι έχει μια ιστορία ολάκερη, μια ιστορία μουντή, γιομάτη οδύνη και σπαραγμό, θαρρείς και το βαραίνει κατάρα. Στα παλιά τα χρόνια, στο δεκάξι, το βάφτισαν νησί του θανάτου, και για να μην πλανιέστε σάς το λέω, τότες, δεν ήταν φυλακές. Μια σέρβικη στρατιά, σακατεμένη στην κακοπόρεψη απ' τον πόλεμο του δεκαπέντε, ξαπόσταινε στην Κέρκυρα. Κατακαλόκαιρο ήταν, η ψείρα φουφούλιαζε τα κορμιά τους κι οι πληγές μολύνονταν και σκάβαν τα κορμιά τους σαν το σαράκι το ξύλο. Έπεσε λοιπόν χολέρα πάνω τους και καθένας που αρρώσταινε, τον ξεμονάχιαζαν στο Βίδο να κάμει τα στερνά του. Γλιτωμό δεν έλπιζε κανένας. Μια αργοκίνητη σκούνα ερχόταν κάθε τρεις και πέντε και τούς παρατούσε τροφές με τα ψάθινα ζεμπίλια κάτω - κάτω στα βράχια. Κι έτσι περίμεναν το γλιτωμό τους στο θάνατο. Όσοι στέκονταν ακόμη στα πόδια τους, ολημερίς φέρναν πέρα - δώθε το πυρωμένο νησάκι, κι οι άλλοι σάπιζαν πάνω στις χνουδιασμένες φασκομηλιές που τις είχαν για στρωσίδι. Κάθε μέρα ψοφούσαν τρεις και περσότεροι και βρωμούσε ο τόπος αβάσταχτα. Οι άλλοι τούς τραβούσαν απ' τα σκέλια ως τα βορεινά ακροβράχια που βλέπαν προς τον Κάβο - Ντόρο και τούς απόθεταν εκεί. Έκαναν ολόρθοι το σταυρό τους, προσεύχονταν για ένα σύντομο γλιτωμό κι απομακρύνονταν με τη σκέψη θολή και τα μάτια τζαμωμένα, κοιτάζοντας πέρα απ' τ' ακρωτήρι της Κασσιώπης, εκεί που η θάλασσα, με μια απροσδιόριστη γραμμή, έσμιγε με το άπειρο. Από 'δω, απ' τ' ακροβράχια, κάθε τόσο ερχόταν μια πλεούμενη νεκροφόρα, μάγκωνε τους νεκρούς με τις σιδεροδαγκάνες, τούς φόρτωνε πανωτά σαν τσουβάλια γένημα κι ύστερα τραβούσε και τους πόδιζε (5) στα βαθιά, πέρα απ' τον Κάβο.
Ένα ζεστό πρωινό, κάποιος τους ένιωσε να τον ζυγώνει το τέλος του. Απόδιωχνε πάντοτες τη σκέψη να τον σβαρνούν νεκρό. Κόμποι - κόμποι παγωμένος ίδρως μούσκεψε το μπλαβί σκαμμένο πρόσωπό του κι ένα σύγκρυο περνούσε τη ραχοκοκκαλιά του. Σύρθηκε τότες μονάχος ως τ' ακροβράχια αγκομαχώντας. Σβαρνήθηκε για κάμποση ώρα ώστε να κουβαλήσει το πληγιασμένο του κορμί ανάμεσα στους νεκρούς. Ύστερα γύρισε τ' απίστομα, σφάλισε τα μάτια κι ανάσανε βαθιά τον υγρό μαΐστρο. Ένιωσε κάτι σαν υγεία και ζωή να γεμίζει τα στήθη του, αναστέναξε βαθιά κι ο πόνος τον αποκοίμησε. Σε λιγάκι ζύγωσε κι η νεκροφόρα κι αρχίνησε να μαζεύει κορμιά στην αράδα. Πάνω στο γλυκό του πρωτοΰπνι, μάγκωσε με τις σιδεροδαγκάνες κι αυτόν, που ούρλιαξε απ' τον πόνο και πετάχτηκαν έξω σαν ματωμένοι βολβοί τα μάτια του. Το ουρλιαχτό του όμως πνίγηκε στο θόρυβο που κάναν τα κύματα σπάζοντας στα βράχια και στο στυγνό γρύλλισμα του γερανού της νεκροφόρας. Από τότε, καθώς λένε οι παλεϊκοί (6), δεν είδε προκοπή το φτωχό νησάκι, και ποιος ξέρει ως πότε.
Ο μάστρο - Μήτσος ήταν ένας μεγαλόσωμος και γεροδεμένος Ηπειρώτης, με αρχόντου περπατησιά και λεβεντοσύνη ζηλευτή. Είχε σμιχτά και φουντωτά φρύδια σαν μπατανόβουρτσες, κρεμαστά πάνω στα μάτια του που μαρτυρούσαν οργή και δύναμη, και βαστούσε την κορμοστασιά του ίδια λαμπάδα παρά τα εξηντατόσα του χρόνια. Πάντοτες μεσ' στο μαγαζί γυρνούσε με το γιλέκο και τα μανίκια ανασκουμπωμένα, έτσι που ν' αφήνουν να φαίνεται τ' ακρομάνικο απ' τη χοντρή μάλλινη φανέλα του και το δασύτριχο μπράτσο του. Μια φαρδιά καδένα -δώρο του κουνιάδου του απ' την Αμέρικα- κομποθηλιασμένη στην κουμπότρυπα, πρόσθετε πολλά στην αρχοντιά του. Κι αληθινά ήταν αρχοντονοικοκύρης. Πάνω απ' την ταβέρνα, απλόχωρο και κουρντισμένο στην εντέλεια, είχε τ' αρχοντικό του. Τα ηπειρώτικα πολύχρωμα κιλίμια δεν άφηναν να φανεί μήτε απιθαμή σανίδι στο μισοφαγωμένο απ' την ποτάσα και το τρίψιμο πάτωμα που μοσκομύριζε. Και χειμώνα καιρό, δυο γιούκους τούς βαστούσε απείραγους, προικιό για το κορίτσι. Τ' αρσενικό του, ένας άντρακλας ως κει πάνω -καθώς μάς τον παρίστανε- τον είχε χάσει από χρόνια τώρα κι απόφευγε πάντοτε να μάς κουβεντιάζει γι' αυτόν. Χαλάλι του όμως, με το μόχτο του τα 'φτιαξε όλα ο μαστρο - Μήτσος. Ο κουλουρτζής απ' τη Ζίτσα στα πέντε χρόνια μέσα στέριωσε μαγαζί στη Γουμενίτσα. Εδώ έκαμε την τύχη του και παντρεύτηκε, κι ύστερα από κάμποσο καιρό, έστρωσε νοικοκυριό στην Κέρκυρα, που ήταν πέρασμα γερό και κυλούσαν οι παράδες στους δρόμους κείνα τα χρόνια που πρωτόρθε. Δούλεψε σκληρά τρία χρόνια λάκερα (7) παραγιός στο μαγέρικο του Μωρόγιωργα κι άλλα τόσα στη λάτζα του Κουλού. Κι όλη του η φαμίλια ήταν δουλευτάρηδες άνθρωποι. Η γριά του βοηθούσε στη λάτζα και στο μαγείρεμα, στη λάτρα και στο κουμάντο. Χρυσοχέρα ακούραστη ήταν. Κι η Θεώνη η θυγατέρα του το ίδιο. Από δεκαπέντε χρόνων στρώθηκε υπεύθυνα στη δουλειά. Καθόταν στο μπεζαχτά (8), μαρκάριζε κι έφερνε τα μάτια γύρα, ποιος θα μπει και ποιος θα βγει. Και μάς παραξένευε μάλιστα το φέρσιμό της αυτό, γιατί, εκεί μέσα, μετριόμασταν στα δάχτυλα πόσοι μπαινοβγαίναμε. Ο Αντώνης απ' τις ψαρότρατες, ο μπαρμπα - Σπύρος, συνταξιούχος δάσκαλος, ξεζουμιασμένος και πνιγμένος στ' αψηλό λιωμένο σκληρό κολάρο του, δυο τρεις φορτωτές απ' την καρβουνόσκαλα του λιμανιού, που ξοφλούσαν το λογαριασμό τους κάθε που έπιανε ο Μουτζούρης στο λιμάνι και δούλευαν κάμποσα μεροκάματα, πέντε έως έξι τραπεζιτικοί με γυαλισμένα μαλλιά και τριμμένα ακρομάνικα, εμείς -οι τρεις μαθητές- δυο τελωνοφύλακες που έρχονταν πάντα για το κολατσό τους και για το καρτούτσο τους, και κάνας περαστικός στη χάση και στη φέξη. Πέρασε καιρός πολύς ώστε να «μυριστούμε» πως η Θεώνη δεν παρακολούθαγε το έμπα - έβγα μας, μα φαινόταν να 'χει στο μάτι τον Αντώνη απ' τις ψαρότρατες. Έτσι εξηγιόταν κι η ανησυχία που φανέρωνε στο καθησιό της. Εικοσιδυό χρόνων παλικάρι ο Αντώνης, αμούστακο βέβαια, θεωρητικό όμως, ψηλόλιγνο με λιπόσαρκο πρόσωπο, ζεστά δυνατά μάτια και σαρκωμένα χείλη, που τον ξεχώριζες με το πρώτο, γιατί είχε λέφτερη περπατησιά, γιομάτη θέληση και σιγουριά.
Τον Αντώνη κάθε βράδυ τον ανταμώναμε στο καπηλειό. Ερχόταν για το κολατσό του πριν φύγει με την τράτα. Τυλιγμένος πάντα σ' ένα καφετί πέτσινο αμπέχωνο μισοτριμμένο, με τη μαύρη ναυτική του φανέλα φανερά ευρύχωρη για το κορμί του, τη λαιμαριά (9) ανασηκωμένη ως το πηγούνι κι ίδια τραγιάσκα πέτσινη, ανασηκωμένη τρία δάχτυλα πάνω στο κούτελο στεριωμένη στην πρώτη σκάλα στα μαλλιά. Καθόταν πάντα στην ίδια γωνιά, στο τραπέζι που βρισκόταν κατάντικρυ στη Θεώνη, κι ανακαθίζοντας, έπαιζε μέσα όξω ένα πανηγυριώτικο δαχτυλίδι με το κεφάλι της Αθηνάς που φορούσε στο μεσιανό του δάχτυλο. Δούλευε ψαράς σε ξένη τράτα κι όλοι τον ξέραμε για ξενοτοπίτη κι ορφανό και μάς τραβούσε τη συμπάθεια. Όλη τη νύχτα πολεμούσε στις ψαρότρατες, ξυπόλυτος με τα βρακιά αναδιπλιασμένα ως το γόνα. Ρίχναν τα δίχτυα στα βαθιά, πέρα απ' τον Κάβο - Σίδερο στ' ανοιχτά της Γαρίτσας, τ' άπλωναν ήρεμα και μαστορικά με αρμονικές κινήσεις στα νερά και, στο μεσοχάραμα, ματάρχονταν στη στεριά, τραβώντας τα αργά σ' έναν απαλό ρυθμό. Ύστερα τα τίναζαν, άδειαζαν το «πράμα» στις κάσσες, τα λαχταρισμένα ολοζώντανα ψάρια που τινάζονταν κι αγωνίζονταν φιλότιμα για το γλυτωμό τους, κατόπιν πλέναν τα δίχτυα στη θάλασσα και τ' αναδίπλιαζαν κουλούρα ν' αποστραγγίξουν. Πού και πού έβλεπες κανένα ψάρι να πετυχαίνει πήδημα γερό, να ματαπέφτει στη θάλασσα, γράφοντας μια μικρή τροχιά, και χανόταν με σβελτάδα στα γκριζοπράσινα νερά.
Πολλές φορές ο μαστρο - Μήτσος, στην αναμπουμπούλα της δουλειάς, πλεύριζε στο τραπέζι του Αντώνη κι άλλαζαν κουβέντες. Για το κουβεντολόι τους όμως αυτό, ποτέ δεν μάς έκανε λόγο. Κι όταν ακόμα τον γυροφέρναμε ξεπιτούτου κάτι να μάς πει για τον Αντώνη, ο μαστρο - Μήτσος αναστέναζε βαθιά και πονεμένα, σκούπιζε τα λιγδιασμένα χέρια του στη ντρίλινη ποδιά που φόραγε και, διπλιάζοντάς την, έβγαζε και πάστρευε τα νοτισμένα στενόμακρα γυαλιά του:
«Βασανισμένο κορμί και του λόγου του... μη τα συζητάς... μη τα συζητάς...» και ξεμάκραινε προς τη λάτζα μουρμουρίζοντας.
Τα μάτια όμως της Θεώνης δεν ξεκολνούσαν απ' τον Αντώνη και μεις το 'χαμε δεμένο κόμπο στο ψιλό μαντήλι, πως ο μαστρο - Μήτσος ντρίτα (10) και παστρικά παντρολογούσε τη θυγατέρα του με τον λεγάμενο. Τη σκέψη μας άλλωστε αυτή, την καλλιεργούσε τόσο μαστορικά η γριά με τα φερσίματά της. Ήταν μια αντρογυναίκα αληθινή μα καλοσυνάτη. Είχε ένα συμπαθητικό αλαφρόγελο πάντα στην άκρια στο στόμα για τον καθένα που θα 'μπαινε στο μαγαζί και περσότερο απ' όλους για τον Αντώνη. Με τα μαλλιά καλοχτενισμένα πάντοτες, τσιτωμένα, σφιχτοδεμένες τις πλεξούδες στεφάνι πάνω στο μαύρο κεφαλοπάνι της και τα σακκουλιασμένα γκρίζα μάτια της πάντοτες ξύπνια και πονηρά να παίζουν πότε 'δω πότε παρέκει.
Ο μαστρο - Μήτσος κάθε φορά που θα 'φευγε απ' το τραπέζι του Αντώνη τραβούσε ίσια στη γριά, σπάζοντας την προσοχή του καθενός είτε με μια παραγγελία είτε μ' ένα χωρατό του:
«Δώσε ένα καρτούτσο από το μαύρο στο τρία μικρέ... και ρίξε τα σκούρα, καρδιά μου... αααααχ γριά μου... πάλε το γύρισε στη σοροκάδα... κι αλί στους γέρους... κι αλί στους γέρους...»
Και σφαλνούσε το 'να του μάτι μόρτικα σ' όσους τύχαινε να τον κοιτάζουν. Έστριβε με τα δυο πρώτα δάχτυλα τ' ασίκικο μουστάκι του και χωνόταν πίσω απ' τον πάγκο δίπλα στη γριά. Τότες, μέσα απ' τα καπνισμένα τζάμια της μόστρας (11), τον βλέπαμε να σιγοκουβεντιάζει μαζί της.
«Καλά πάει η δουλειά», λέγαμε αναμεταξύ μας.
Η γριά φαίνεται ευχαριστημένη...
«... Ώρα στην ώρα θ' ακούσουμε το μαντάτο...»
Μια νύχτα, ξημέρωνε του Αγίου Σπυρίδωνα, κι όλο το νησί ήταν ντυμένο στα γιορτάσιμά του. Τρία - τρία τα μυξόπαιδα στην κάθε γειτονιά, σκαλωμένα στα καμπαναριά μηνούσαν χαρούμενα τη μεγάλη γιορτή του προστάτη άγιου. Μπρος στο Ναό, λογής - λογής μικροπουλητές με λιανοκέρια και πολύχρωμες λαμπάδες με ταιριαστές κορδέλες, και πραματευτές με πανηγυριώτικα ψευτοπράματα, διαλαλούσαν την πραμάτεια τους ενώ οι προσκυνητές στριμώχνονταν ποιος να πρωτομπεί και ν' ασπαστεί το σκήνωμα.
Απ' το πρωί έβρεχε με το καντάρι και σταματημό δεν είχε. Τ' απόγιομα μαζευτήκαμε νωρίς στου μαστρο - Μήτσου. Τον βρήκαμε να σουλατσάρει πέρα δώθε στη στενόμακρη σάλα. Ο μικρός, ο Γρεκός, ήταν στη λάτζα, η Θεώνη στο μπεζαχτά κάτω απ' το κρεμαστό κόκκινο καντήλι που 'καιγε μέρα νύχτα μπρος απ' το κόνισμα του αγίου, κι η γριά στον πάγκο με τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ' την ποδιά. Τίποτα παράξενο δεν ξεχώριζες στα φερσίματά τους. Όλα ήταν ίδια κι απαράλλαχτα όπως κάθε βράδυ. Μόνο που η Θεώνη φαινόταν χλωμή, σαν και το λείψανο του αγίου, τα μάτια της κουλουριασμένα σε μαύρα στεφάνια και το χείλι μπλαβί σαν και το σκοτωμένο αίμα. Ο καιρός αγρίευε όλο και πιο πολύ, κι η θάλασσα λίγα μέτρα παρέκει φούσκωνε κι έσκαζε κυματόβουνα στα μουράγια.
«Μωρέ συ Γρεκό...» φώναξε ο μαστρο - Μήτσος στο μικρό σαν μάς είδε να μπαίνουμε, «ρίξε τα σκούρα καρδιά μου;... Σοροκάδα μάς φέρν' ο άγιος...»
Εκείνο το βράδυ ο Αντώνης δε φάνηκε στο καπηλειό του μαστρο - Μήτσου κι όλους μάς παραξένεψε αυτό. Ο ένας είπε το κοντό του κι ο άλλος το μακρύ του και μ' ένα λόγο καθένας είπε το λόγο του. Φαίνεται όμως πως και για το μαστρο - Μήτσο το πράμα αυτό ήταν κάτι που τού κόστιζε, γιατί κάθε τόσο και λιγάκι, βαστώντας τη φαρδιά καδένα του, απίθωνε το ρολόι στην απαλάμη και κοίταζε την ώρα σπινιάζοντας τα μάτια μέσα απ' τα νικέλινα γυαλιά του. Κάτι παράξενο βαστούσε όλους μας εκεί μέσα σε μια αμιλησιά και κακοδιάθετους, γι' αυτό και φύγαμε νωρίτερα από κάθε άλλο βράδυ.
Η γριά με τα χέρια σταυρωμένα μέσ' απ' την ποδιά ήταν άκεφη και συλλογισμένη κι η Θεώνη είχε στυλώσει σαν γυάλινα τα μάτια της στη τζαμόπορτα. Ο Γρεκός, σε λιγάκι στάλιασε (12) και κείνος σε μια σακάτικη καρέκλα σιμά στον πάγκο χουχουλιάζοντας απ' το κρύο, λιγδιασμένος και μουτζούρης καθώς ήταν. Έγειρε το κουρασμένο κεφάλι του στο στέρνο κι αποκοιμήθηκε.
Ξημέρωσε ο Άγιος τη μέρα του μα η βροχή συνεχιζόταν μονότονη και κουραστική. Τ' απομεσήμερο ο ουρανός καθάρισε κάπως πάνω στις Ηπειρώτικες και τις Αλβανικές βουνοκορφές και τ' απόγιομα κατηφορίζαμε στα μουράγια τραβώντας για του μαστρο - Μήτσου. Τ' ακριανά κεραμίδια στις στέγες δάκρυζαν ακόμη πάνω στις λουκιασμένες λαμαρίνες και πιτσίλιζαν σαν διαμαντένια αστράκια πλαταγίζοντας στις ασπρόπετρες στους δρόμους. Στο λιμάνι, δυο καράβια με προσκυνητές χαιρετούσαν τη γιορτή στολισμένα με σημαιούλες και κατάφορτα με μικρά και πολύχρωμα φωτάκια. Οι πιο θαρραλέοι περπατητές αρχίνησαν τον περίπατο απ' τη Σπιανάδα στα μουράγια ως κάτω στο λιμάνι. Το νοτισμένο χώμα ανάδινε ένα παχύ κι έντονο άρωμα γόνιμης γης. Είχαμε φτάσει πια κοντά στου μαστρο - Μήτσου όταν από 'να στενόδρομο σιμά στη Μητρόπολη βλέπουμε στ' άξαφνα τον Αντώνη να τρέχει, και στο κατόπι του κάμποσοι άλλοι να τον κυνηγούν. Σφύριζαν, φώναζαν και χαλούσαν τον κόσμο στις φωνές τους:
«... Πιάστε τον... πιάστε τον...»
«Ε!... Σεις από κει πέρα... Πιάστε τον... πιάστε τον...»
Οι περπατητές στέκονταν και κοιτούσαν απορεμένοι.
Ο Αντώνης φαινόταν εξαντλημένος, με την ανάσα βαριά και το χνώτο σύννεφο. Καθώς έδειχνε, πολύ λίγο θ' άντεχε να τρέξει ακόμα. Ήταν ολοφάνερο πως τραβούσε για του μαστρο - Μήτσου, δεν πρόκαμε όμως να τρέξει μήτε τα δέκα μέτρα που τον χώριζαν. Νάσου κι άλλοι που τού βγαίνουν μπρος και τού φράζουν το δρόμο. Δεν χάνει όμως τα νερά του, κοντοστέκει λιγάκι, φέρνει ανήσυχα τα μάτια ένα γύρω -σαν το θεριό μπρος στη φωτιά- μια το 'χει και πάλι πολεμά να στρέψει σ' άλλο στενόδρομο. Όλοι οι εχτροί του όμως έχουν πέσει τώρα πάνω του όπως τα όρνια στο ψοφίμι και τον τραβολογούν απ' το πέτσινο αμπέχωνο που τραβώντας - τραβώντας, τούς μένει στα χέρια καθώς ο Αντώνης αγωνίζεται να λεφτερωθεί.
Το σκηνικό μπρος στο καπηλειό του μαστρο - Μήτσου είναι το ίδιο, ταιριαστό και πολύ επιτυχημένο στο χρώμα, στη ζωντάνια. Ο ήλιος χανόταν πίσω απ' τις Αλβανικές βουνοκορφές φωτίζοντας απαλά μια πλατιά λουρίδα της ελεύθερης θάλασσας, μιαν ακρογωνιά απ' το Βίδο, κι αχνόσβηνε στη μεσόπορτα και στα παραθύρια φάτσα στ' αρχοντικό του Διονύση Σολωμού.
Οι περπατητές στέκονταν απορεμένοι. Και μεις ανάμεσό τους. Και σταμάτησε η ανάσα μας σε τούτο που βλέπαμε μπροστά μας.Ήταν τόσο άξαφνο κι απίθανο. Ο Αντώνης, δίχως το καφετί του αμπέχωνο, ήταν μια λαχταριστή κοπέλα γιομάτη θηλυκότητα, με στήθια στητά, τη μέση κοντυλένια και τους γοφούς καλογραμμένους. Με τη ματιά περήφανη και το μούτρο ροδοκόκκινο και φουντωμένο, καρτερούσε παλικαρίσια μια συνέχεια. Έδειχνε όμως να κυριαρχεί και στους μικρότερους μυώνες στο πρόσωπό της. Με το 'να φρύδι πάνω και τ' άλλο χαμηλωμένο κοίταζε όλους μας σε περίγελο:
«Το λοιπόν;... Τι καρτεράτε;...» ρωτά αυτούς που τη βαστούν.
Και τίναξε με νεύρο ένα ατίθασο τσουλούφι που έπαιζε πέρα δώθε μπρος στα φλογισμένα μάτια της.
Όλοι μας τα 'χαμε σαστίσει με τ' άξαφνο. Ό,τι μάς ιστορούσαν κατόπι ήταν τόσο παράξενο. Ένας ισοβίτης «πολιτικός» δραπέτεψε απ' το Βίδο τη νύχτα, μια βάρκα απ' τις ψαρότρατες βρέθηκε αδέσποτη πέρα μακριά στον Ποταμό χωμένη στις καλαμιές, ο Αντώνης βρέθηκε θηλυκό, κι ο αγαπημένος της ισοβίτης στο Βίδο από χρόνια, από τότες που κι ο μαστρο - Μήτσος απόφευγε να κουβεντιάζει για το γιο του.
Πρώτος απ' όλους ήρθε στα σύγκαλά του ο φίλος μου ο Νίκος:
«... Είναι παλιά ιστορία», μονολογούσε «... η Αθηνά στέλνει τον Οδυσσέα στην Ιθάκη...»
Εκείνο το βράδυ κατηφορίσαμε σκεφτικοί για το Μαντούκι, γιατί του μαστρο - Μήτσου το καπηλειό ήταν σφαλιστό και τα σκούρα ριγμένα. Κι όμως ο καιρός ήταν σεγόντος στη μπουνάτσα. Μονάχα ο Γρεκός ήταν καθισμένος στο πορτόσκαλο με τα σκέλια ανοιχτά κι έκανε χάζι τους πανηγυριώτες. Πιο κει, στον πρασινισμένο μαντρότοιχο του Σολωμού, ένας αδιάκριτος σκύλος μ' ανασηκωμένο το πισινό του ποδάρι κατουρούσε τηρώντας πέρα μακριά στη θάλασσα.
Η μέρα του Άγιου έσβηνε σε όμορφα χρώματα. Λειψός ο ήλιος χρύσωνε τις χορταριασμένες στέγες προς τ' ανατολικά του νησιού κι αντιφεγγούσε γιομάτος καλοσύνεμα κι ελπίδα πάνω στο Βίδο. Στα καλογωνιασμένα καφετιά χωράφια του και στα περβόλια, γύρω τριγύρω στο κάτασπρο εκκλησάκι του Πρωτομάστορα, φάνταζαν μελισσολόι ολάκερο τα στεγνά κορμιά, τυλιγμένα στους ριγωτούς αλατζάδες, που πάσκιζαν χρόνια τώρα να δώκουν ομορφιά και ζωή στο Νησί του Θανάτου, με την καρδιά πλημμυρισμένη από θύμησες και νοσταλγίες, για το χάδι και το γέλιο του παιδιού τους, για τη στοργή της μάνας, για την επιστροφή στην Ιθάκη τους...
Μωραΐτης Λεωνίδας
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχος 11, Νοέμβριος 1955
Σημειώσεις:
(1) χαβάνι: ορειχάλκινο γουδί για το κοπάνισμα ξηρών καρπών, των καβουρδισμένων κόκκων καφέ κ.λπ.
(2) ανάχρειο: αναγκαίο
(3) ξινά: εσπεριδοειδή
(4) προκομάρα: προκοπή, επιτεύγματα
(5) ποδίζω - ποντίζω: βυθίζω
(6) παλεϊκός: παλαιός, παλιότερος
(7) λάκερος: ολάκερος
(8) μπεζαχτάς: το ταμείο, το συρτάρι με τα λεφτά
(9) λαιμαριά: κολάρο, περιλαίμιο, γιακάς
(10) ντρίτα: ίσια, ευθεία, μπροστά
(11) μόστρα: η βιτρίνα
(12) σταλιάζω: κάθομαι, απαγκιάζω, ξεροσταλιάζω

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου