Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΟΥ ΡΟΥΝΤΑ


 
   Σαν πέθανε ο Ρούντας, τα σκυλιά του πήρανε τους πέντε δρόμους. Ο Άρης, κανελλής με άσπρες βούλες, η Άρτεμις, άσπρη με βούλες κανελλιές, ήταν μια φορά τα ομορφότερα λαγωνικά του τόπου. Οι κυνηγοί τα ζηλεύανε, πρόσφεραν μεγάλες τιμές για να τ' αποχτήσουν, μα ο Ρούντας, χαμογελώντας κάτου από τα ψαρά μουστάκια του, έλεγε: «Τα σκυλιά μου; Ούτε κουβέντα. Με διαμάντια δεν τ' αλλάζω!» Κι ήταν, αλήθεια, αχώριστοι σύντροφοι ο άνθρωπος και τα δυο λαγωνικά, όχι μόνο στο κυνήγι, μα και στον περίπατο, στο παζάρι, στον καφενέ -παντού. Εκείνος ψηλός, με την κουνιστή περπατησιά που του 'χε δώσει σαράντα χρονών θαλασσινή ζωή· εκείνα χυτά, ζωντανές σαΐτες, πηγαίνανε μπροστά - πίσω, τρυπώνανε στα χόρτα, χανόντουσαν, για να φανούν άξαφνα, μυρίζοντας τον αέρα με τις σουβλερές μούρες τους, τρόμος των πουλιών που αναφτερούγιαζαν του ψήλου.
   Για τον παλιό καραβοκύρη το κυνήγι είχε γίνει πάθος. Δυο - τρεις φορές το χρόνο ταξιδευότανε στην Αθήνα για να καινουργώσει τις προμήθειές του.
   Τα ντουφέκια του ήταν η τελευταία λέξη της οπλοτεχνίας, τα φυσέκια του της καλύτερης εγγλέζικης μάρκας. Η φέλπινη (1) φορεσιά του, οι τσάντες του, οι μπότες του πάντα περιποιημένες. Ένα βράδυ που τον απάντησα στη δεντροστοιχία να γυρίζει στην πόλη, ήταν καμαρωτός, σα να μην τον είχε κουράσει καθόλου η ολοήμερη εκδρομή. Κάτου από την πλατιά ρεμπούμπλικα τα μάτια του λάμπανε από ζωή. Στάθηκε και μού 'δωκε το χέρι.
   «Λεβεντιές, καπετάν Ρούντα!» του είπα.
   Χαμογέλασε κολακεμένος. Κουβεντιάσαμε λίγο  για τις μπεκάτσες που είχαν πέσει με την τελευταία χιονιά, για κάτι αγριόχηνες που σημαδεύτηκαν στο βάλτο, περ' από την Ίρια, για κάτι τσαρλατάνους κυνηγούς που βάλθηκαν να περάσουν  το Σεβάχ Θαλασσινό στα ψέματα. Σε μια στιγμή ακούστηκαν  κακαρίσματα και φωνές γυναικών τρομαγμένες. Ο κυνηγός αλαφιάστηκε, σφύριξε και τα δυο σκυλιά φανερώθηκαν τρέχοντας. Είχαν στρώσει στο κυνήγι τις κότες του γειτονικού περβολιού. Στο κάλεσμα τ' αφεντικού τους χύθηκαν έξω από τα λάχανα και τώρα νάτα που στέκουν πλάγι του υπάκουα, με τα μάτια καρφωμένα απάνω του. Ο Ρούντας έσκυψε και χάιδεψε τα κεφάλια τους.
   «Τα παιδιά μου», μουρμούρισε.
   «Τ' αγαπάτε;»
   «Τρελαίνουμαι για δαύτα!» 
   Κι ύστερα μελαγχολικά:
   «Μήπως και ποιον άλλο έχω στον κόσμο; Αυτά είναι για μένα και συγγενείς και φίλοι»
   Μπορεί να μην ήταν υπερβολή. Κανένας δεν ήξερε αν είχε συγγενείς ο καπετάν Ρούντας, ο ξενοφερμένος,  που ζούσε μοναχός, σ' ένα καμαράκι, στην άκρη της πόλης, κάτου από το φρούριο. Όσο για φίλους, μπορεί να 'φταιγε κι ο ίδιος. Κάποια μισανθρωπία, θα 'λεγε κανείς, τον κρατούσε μακριά από την κοινωνική συμπάθεια. Στο καφενείο καθόταν πάντα ασυντρόφευτος, παράμερα, φουμάροντας την πίπα του -καποράλ που σκορπούσε βαριά μυρουδιά- με το βλέμμα βυθισμένο μακριά, ποιος ξέρει σε ποιον περασμένο κόσμο. Τα σκυλιά ήταν κουβαριασμένα στα πόδια του, μισοκλείνανε τα μάτια, βυθισμένα, ποιος ξέρει, κι αυτά στο δικό τους κόσμο, σε οράματα φτερών και ίσκιων...
 
   Σαν πέθανε λοιπόν ο Ρούντας, τα σκυλιά του πήρανε τους δρόμους. Και το πράμα συνέβηκε έτσι:  Στην κηδεία του, που την ακολούθησαν από χρέος χριστιανικό οι γειτόνοι και που τη φρόντισε η σπιτονοικοκυρά του η κυρά Βγενιά, τα δυο σκυλιά πήγαιναν μπροστά, ήμερα, μα σα σαστισμένα για κείνο που συνέβαινε σήμερα στον αφέντη τους. Όταν η κηδεία έφτασε στην πόρτα του νεκροταφείου, ο παπ' Αργύρης φώναξε:
   «Διώχτε τα σκυλιά! Δεν κάνει να μπούνε μέσα!»
   Μα πού να τα σταματήσουν. Πρώτα ο Άρης, ύστερα η Άρτεμις χύθηκαν γλιστρώντας σα χέλια ανάμεσα απ' τα σκέλια των ανθρώπων. Τα παιδιά τα κυνήγησαν με τις πέτρες, ώσπου χάθηκαν κοντά στο νεκροσκοπείο (2), ανάμεσα στους σταυρούς και στα σφερδούκλια (3).
   Την ίδια βραδιά,  όσοι πέρασαν από τη δημοσιά άκουγαν ξέμακρα, προς το μέρος των κυπαρισσιών, θρηνερά αλυχτήσματα, ουρλιάσματα παραπονετικά. Και κάποιος, που ήξερε την αιτία, είπε:
   «Τα σκυλιά του Ρούντα!...»
   Ύστερ' από λίγες μέρες, νάσου τα και ξαναφάνηκαν στην πόλη. Γύριζαν και τα δυο μαζί, με τα κεφάλια κατεβασμένα, με τα πλατιά τους αυτιά κρεμασμένα. Πρώτα πήγανε σπίτι τους. Η κυρά Βγενιά, που τ' άκουσε να ξύνουν την πόρτα με τα νύχια τους, βγήκε στο παραθύρι και συγκινήθηκε: «Βρε, τα κακόμοιρα! Πώς εκαταντήσανε τ' αρφαναμένα...»
   Άνοιξε, τα 'μπασε μέσα... Εκείνα τρέξανε στην κάμαρα τ' αφέντη τους, ανήσυχα. Η γυναίκα τούς έβαλε να φάνε, μπουκιές βουτηγμένες στο λάδι, «όπως έκανε ο μακαρίτης». Πέσανε λαίμαργα στη γαβάθα. Ύστερα, κουλουριαστήκαν στα πόδια του αδειανού κρεβατιού, σφιγμένα, το 'να με τ' άλλο. Η Άρτεμις ακουμπούσε το κεφάλι της στο λαιμό του Άρη. Και μείναν έτσι ως το βράδυ, κι όλη τη νύχτα.
   Μα την άλλη μέρα παρουσιάστηκε καινούριος νοικάτορας για την κάμαρα -ένας νιοφερμένος τηλεγραφητής. Το συφέρο έδιωξε τη συμπόνια. Η κυρά Βγενιά άνοιξε την πόρτα κι έβγαλε στο δρόμο τα ζώα. «Αντέστε καψόμοιρα, τι να σάς κάνω κι εγώ αφού είσαστε άτυχα...»
   Εκείνα πλανήθηκαν γύρω στη γειτονιά, το βράδυ ξαναγύρισαν, ξύσανε την πόρτα, μα η γριά δεν τούς άνοιξε. Ξαγρύπνησαν απ' όξω ουρλιάζοντας. Η γειτονιά γίνηκε άνου κάτου. Τα πήρανε με τις πέτρες. Ο φούρναρης βγήκε με μια μαναβέλα (4) και τα χτύπησε: «Ουστ!...» Τα σκυλιά, κλαίγοντας, χώνεψαν (5) στο σκοτάδι, κατηφόρισαν στο λιμάνι, κατά το Τελωνείο...
   «Δε βρίσκεται κανένας κυνηγός να τα πάρει;» είπανε μερικοί.
   Και βέβαια, βρέθηκαν πολλοί, μα πώς να τα καταφέρουν να τούς ακολουθήσουν; Όσες φορές θέλησε άνθρωπος να τα πιάσει, δείχνανε τα δόντια, φοβερίζοντας. Ακόμη και τον Πέρβανο τον απόστρατο, που ήταν καμιά φορά σύντροφος τ' αφεντικού τους στο κυνήγι, δεν ήθελαν να τον ζυγώσουν. Βρώμικα τώρα, αδυνατισμένα, κακοτράχαλα, μα πάντα μαζί, πλανιόνταν μέσα στις ρούγες, βόσκοντας στα σκουπίδια. Τις περισσότερες φορές, νύχτα, πήγαιναν να πλαγιάσουν στην πόρτα τ' αφεντικού τους. Μα σαν τα χτύπησαν κάνα δυο φορές ακόμα, δεν ξαναφάνηκαν εκεί. Συχνά τα βλέπανε στους παραλιακούς καφενέδες και συχνότερα κάτου από το υπόστεγο του Τελωνείου.
   Μια μέρα, ο Άρης φάνηκε μόνος. Τι να 'χε γίνει η συντρόφισσά του; Ποιος ξέρει. Μπορεί και να την πήραν οι ναύτες του Βατικιώτικου τρεχαντηριού που ήρθε φορτωμένο κρεμμύδια κι έφυγε δυο ώρες μεσάνυχτα. Το τρεχαντήρι δεν είχε καραβόσκυλο. Πώς λοιπόν, όταν έφυγε ακούστηκαν ξέμακρα, από τη σκοτεινή θάλασσα, ουρλιάσματα; Κάποιοι που αγρυπνούσαν στο μουράγιο, ψαρεύοντας γοφάρια, γροίκησαν κι άλλο σκυλίσιο κλάψιμο από το Βραχίονα, ένα ούρλιασμα που απαντούσε σαν αντίλαλος.
   Κι ο Άρης γύριζε τώρα μοναχός, απάνου κάτου στα μουράγια, ραντισμένος από τα κύματα, αξιολύπητος.
 
   Σωστό κοπρόσκυλο κατάντησε. Οι άσπρες βούλες αφανίστηκαν κάτου από τη βρώμα που σκέπαζε όλο του το κορμί. Τα τσιμπούρια κρεμάστηκαν σταφύλια από τ' αυτιά του. Τα παΐδια του πεταγόντουσαν κάτου από το άθλιο πετσί. Και στα λιμασμένα του μάτια καθρεφτιζότανε άπειρη θλίψη... Με τον καιρό τα μάτια κείνα πήρανε μια έκφραση φόβου. Μπορώ να βεβαιώσω πως όλη τη μέρα χανότανε από τους δρόμους, μπορεί και να 'βγαινε από την πόλη, να λημέριαζε κατά τις παλιές  βενετσιάνικες καμάρες, κείθε από τη Φόσσα. Μα σίγουρα τη νύχτα  ξαναγύριζε με το σκοτάδι, να ψαχουλέψει στα σκουπίδια για κανένα κόκκαλο. Μια φορά τον είδα κιόλας.
   «Άρη! Άρη!»
   Τι να γίνηκε στην ψυχή του σκύλου που ύστερ' από τόσον καιρό ξανάκουγε τ' όνομά του; Στάθηκε. Το σοκάκι ήταν έρημο. Μέσα στο φωτερό κύκλο του φαναριού ζύγωνε κουνώντας την ουρά, με κοίταξε σα φάντασμα. «Άρη!» Μα τη στιγμή εκείνη κάποιο παράθυρο βρόντηξε από τον αέρα. Ο σκύλος αλαφιάστηκε. Έφυγε τρεχάτος.
   Δεν τον ξαναείδα πια, κι ύστερα από δυο - τρεις μήνες είχα ξεχάσει και την ύπαρξή του.
 
   Μια μέρα ενώ περπατούσα όξω από την πόλη, κοντά στ' ακρογιάλι, άκουσα πίσω μου φωνές, χλαλοή, βήματα ανθρώπων που ζύγωναν τρέχοντας. Κι από το στενό δρόμο που έφερνε στην παλιά Φόσσα, είδα να ξεμπουκάρει ένα πλήθος από στρατιώτες, πολίτες, παιδιά, ένα θολό κύμα κόσμου που κυνηγούσε με ξύλα και σπαθιά ξεγυμνωμένα ένα σκυλί. Απάνου στην τάπια του Οπλοστασίου φανερωθήκανε άλλοι στρατιώτες και δυο αξιωματικοί φωνάζοντας με ταραγμένες χειρονομίες. Αυτοί φώναζαν σε μένα.
   «Φυλάξου! Είναι λυσσασμένο! Φύγε! Φύγε!...»
   Να πω την αλήθεια, σάστισα. Πήδησα απάνω σ' ένα τειχάκι, λείψανο του παμπάλαιου καναλιού, κι εκεί στάθηκα και είδα... Και είδα το σκύλο να περνάει αφρισμένος. Θε μου, ήταν ο Άρης! Μα σε τι χάλι! Σκέλεθρο ζωντανό, που το κούρντιζε, λες, κάποιος ηλεχτρισμός, με την ουρά ολόρθη, σα φίδι φοβερό, στον αέρα, με τα μάτια φωσφοράτα· φάγκριζε (6) κιόλας το στόμα του βγάζοντας άφρη. Κι έτρεχε το κακόμοιρο, δρομούσε κατά τη θάλασσα, με τα μάτια στηλά, κυνηγάμενο από το μανιασμένο κόσμο.
   «Είναι λυσσασμένο!... Λυσσασμένο!... Φυλάξου!... Φύγε!...»
   Μια, δυο πιστολιές κι οι σφαίρες πέρασαν από μπροστά μου σφυρίζοντας. Πυροβολούσαν οι χωροφύλακες, και τα παιδιά πετούσαν λιθάρια.
   «Σκοτώστε το! Σκοτώστε το! Είναι λυσσασμένο!»
   Ο Άρης έφτασε στη θάλασσα. Στα βότσαλ' απάνου τα πόδια του τρέκλισαν. Για μια στιγμή, κώλωσε φοβισμένο μπροστά στο νερό που πάφλαζε μαλακά. Γύρισε τότε κατά τους ανθρώπους. Στηλώθηκε όσο μπορούσε καλύτερα, με τα πόδια ανοιχτά, κι ετοιμάστηκε για μιαν απελπιστική άμυνα. Ήτανε φοβερός έτσι ο Άρης, μια άγρια μεγαλοπρέπεια είχε πάρει στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, με το απάνου χείλος ανασυρμένο, με τα μάτια που θαρρούσες πως θα πεταχτούν σα βόλια όξω από τις κόχες τους, με την τρεμούλα του πετσιού του, μ' όλη του την τερατοσύνη. Το πλήθος, που είχε ζυγώσει τώρα, σταμάτησε δειλιασμένο. Μερικοί πισωδρόμησαν λίγο. Γίνηκε μια λιγόστιγμη σιωπή. Άξαφνα, σα μαχαιριά μπήχτηκε ένα θρηνερό, κρύο, σερνάμενο αλύχτισμα κι οι αντικρινές φράγκικες καμάρες το δευτέρωσαν με τον αντίλαλό τους, σα ν' απαντούσαν ένα - δύο - τρία σκυλιά μέσ' από το χιλιοχρονίτικο σκοτάδι, τα σκυλιά του Φραγκίσκου Γκριμάνου, του «πρεβεδούρου (7) των κάστρων».
   Μα σύγκαιρα βρόντηξ' ένα πιστόλι.
   Ο Άρης πήδηξε ψηλά και πίσω, έπεσε μέσα στα ρηχά νερά που τον μισοσκέπασαν. Τότε πήραν όλοι κουράγιο και τρέξανε στο γιαλό. Τα νερά γλύφανε την αμμουδιά κοκκινισμένα.
   Και τα παιδιά πήρανε βότσαλα και πετροβολούσαν το σκοτωμένο σκυλί.
   Σιγά - σιγά κατέβαινε το σκοτάδι...
   
   «Δεν μπορεί να 'χει κανείς το νου του σ' ένα σκύλο». Το 'πα αυτό πολλές φορές μέσα μου, θυμωμένος με τον εαυτό μου, που ύστερ' από τόσα χρόνια, επιμένει σε κάποιες θύμησες, σε κάποιες τραγωδίες. Μα αυτές, που τις νομίζει κανείς κοιμισμένες για πάντα, τρυπούν τον καιρό κι ανεβαίνουν σερνάμενες, σαν τα χωματένια σκουλήκια. Ανεβαίνουν και σε βασανίζουν. Στην αρχή, λέει κανείς πως πάνε, πέρασαν. Μα θα ξανάρθουν. Κι ίσως άμα τις γράψει, ξαλαφρώνει. Στο κάτου της γραφής, είναι και γελοίο να θλίβεται κανείς για ένα ζώο.
   Σε λίγες μέρες είχα λησμονήσει πια την τραγωδία της ακρογιαλιάς. Τόσο που ένα απόγιομα βγήκα από την πόλη και πήγαινα κατά τα μέρη κείνα ανυποψίαστος.
   Το δειλινό τ' Απριλιάτικο ήταν εξαίσιο. Καθρέφτης η θάλασσα· κι η μυρουδιά της ερχότανε ανακατεμένη με το τραγούδι των ψαράδων που καμάκευαν γλώσσες και σουπιές στο ρηχόν κόρφο. Αρμυρήθρες πρασινοβελούδιζαν στην αμμουδιά, και πίσω τους, στο χέρσωμα, βλυσίδι (8) τ' άγρια βλήττα, τα χαλκοπράσινα, που «όσοι τα τρώνε βλέπουν τα πράματα διπλά».
   Ξάφνου, θυμήθηκα τον Άρη και το κακό του τέλος. Είπα «κάπου εδώ» κι έψαξα με το μάτι. Και τότε, μέσα στα νερά -που είχαν κατεβεί κιόλας λιγάκι από τη  χασοφεγγαριά- είδα ένα μαύρο πράμα κοιτάμενο, που σάλευε: Βέβαια, ήταν ένας σκύλος κι εσάλευε, χωρίς να προχωρεί από τη θέση του. Δε με γελούσαν τα μάτια μου... Εσάλευε μόνος του, γιατί η θάλασσα ήταν γυαλί. Μπορούσα να πιστέψω πως ο Άρης ήταν ζωντανός ακόμη, ύστερα από δυο βδομάδες μέσα στο νερό;
   Ζύγωσα πιότερο και κοίταξα καλύτερα. Και είδα πως το κορμί του σκύλου ήταν όλο σκεπασμένο από καβούρια, αμέτρητα καβούρια, μικρά, μεγάλα, γυαλιστερά, μαύρα, που έτρωγαν το κορμί του σκοτωμένου ζώου κι αναδεύονταν σε μια μάζα  που πηγαινοερχότανε σ' όλο του το μάκρος. Και καθώς ήταν σιγαλιά, άκουγα έν' αλαφρό τρίξιμο, σαν κοκκάλων που ανακατεύονται...
   Μια αλκυόνα πέρασε, αγγίζοντας τη θάλασσα με τη γαλάζια φτερούγα της. Ύστερα μια άλλη, που έφερνε βόλτα την πρώτη μ' ανοιχτούς γύρους. Έστηναν τον ερωτικό τους χορό απάνου από τ' ανοιξιάτικα νερά.
   Τα πουλιά, κι όλα τα ζώα είναι πιο καλότυχα από τους ανθρώπους γιατί δεν έχουν τη γνώση του θανάτου. Κι ούτε το φόβο του.
 
Δάφνης Στέφανος
Περιοδικό «Ο Νουμάς», τεύχος 782, 1924
 
Σημειώσεις:
(1) φέλπινος: φτιαγμένος από ύφασμα φελπ ( = ύφασμα, απομίμηση βελούδου, πιο φτηνό και μικρότερης αντοχής, μαλακό με βελούδινη υφή, που παράγεται συνήθως από ίνες μαλλιού, ρεγιόν, και βαμβακερά νήματα, για φούτερ, παλτό, αθλητικά ενδύματα κ.α. 
(2) νεκροσκοπείο: ο τόπος που γίνεται η εξέταση νεκρού για να εξακριβωθεί η αιτία θανάτου. 
(3) σφερδούκλι: ασφόδελος
(4) μαναβέλα: μανιβέλα, χερόξυλο
(5) χωνεύω: (μετφ.) χάνομαι, λιώνω
(6) φαγκρίζω: μισανοίγω το στόμα μου
(7) πρεβεδούρος: προβλεπτής, Βενετός διοικητής
(8) βλυσίδι: αφρονία, πλούτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου