Ήταν της Παναγίας της Κοψοδεματούσας τον αλωνάρη. Η παπαδιά αποβραδίς είδεν όνειρο κακό. Εξημέρωνε Κυριακή και της Κυριακής τ' όνειρο ίσαμε το μεσημέρι ξεδιαλύνει. Το έλεγε του παπά της κι έτρεμε σαν το φυλλοκάλαμο η φτωχή. Μα ο παπάς δεν έπαιρνε από τέτοια.
«Σώπα, βλοημένη με τα ονείρατά σου!» της έλεγε.
«Πώς να σωπάσω, παπά μου· το είδα ολοφάνερο: Το σπίτι έπεσε, εσύ σκοτώθηκες, εγώ έμεινα έρμη κι απομόναχη. Γύριζα μεσ' στα κρύα του χειμώνα ξώζαρκη (1) και μάζωνα μπουκιά σε μπουκιά το ψωμί... Αχ! Τι ζωή βασανισμένη!... Τι ζωή βασανισμένη!...»
Κι έτσι λέγοντας εδερνόταν κι έκλαιε η παπαδιά.
Νταγκ - νταγκ!... Νταγκ - νταγκ!... Νταγκ - νταγκ!... ακούστηκεν εκείνη την ώρα η βραχνιασμένη φωνή του σήμαντρου πέρα στου Μάζη. Ήταν ώρα για τη λειτουργία.
«Ου να μου χαθείτε, τσακάλια, που θέλετε κι εκκλησιά!» είπε με περιφρόνηση ο παπάς ετοιμάζοντας τα σύνεργά του.
«Πήγαινε στη λειτρουγιά σου, παπά μου· τέτοια ημέρα σήμερα δεν κάνει να πιάσεις δουλειά», του είπε μισοκλαίοντας η παπαδιά.
«Άφηνέ με, παπαδιά, ήσυχο· σήμερα τα 'βρα τ' άλογα σήμερα θ' αλωνίσω κι ας είναι και Λαμπρή. Τον καιρό δεν τον έχουμε τώρα στο χέρι μον' βάλε ψωμί στο τράστο (2) και σώπα».
«Σκιάζουμαι, παπά μου· το είδα ολοφάνερο τ' όνειρο...»
«Μωρ' βάλε ψωμί στο τράστο κι άσε με μη βλαστημήσω!» την έκοψεν ο παπάς.
Και τα ξανθά του τα γένια έτρεμαν από το θυμό. Εκείνη εκατάπιε τα δάκρυά της και δεν είπε τίποτα. Ήταν καλή γυναίκα η καημένη· λόγο δεν ήξερε να γυρίσει στον άντρα της. Ωστόσο εκείνος ετοιμάστηκε για καλά. Εφόρεσε τα κοντά του τα ράσα, έβαλ' ένα μάλλινο σκουφάκι στο κεφάλι, έδεσε μ' ένα σκοινί τη μέση του, εκρέμασε το τράστο με το φαγί στον ώμο του, επήρε το χοντρό ραβδί του κι έφυγε χωρίς να ειπεί λέξη στην παπαδιά που τον έβλεπε με θλιμμένη ψυχή.
Ο Παπαβασίλης ήταν από τα χωριά της Γαστούνης, από την Κελεβή την πατρίδα του Παρασκευά. Πριν ρασοφορέσει ήταν άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού. Τα χωριά περίγυρα έτρεμαν στ' όνομά του. Έδερνε κι έγδυνε, έγδυνε κι έδερνε ολημερίς. Ακόμη και τη γυναίκα του, αρχοντοθυγατέρα με τ' όνομα, τήν επήρε κλεφτή. Άξαφνα του βουλήθηκε να γίνει παπάς. Οι φρόνιμοι άνθρωποι το έβλεπαν σαν δύσκολο μα εκείνος:
«Ποιο;» έλεγε κουνώντας το κεφάλι. «Σε λίγες μέρες τα βλέπετε».
Και αληθινά· εκατό τάλαρα και δυο ζευγάρια χήνες στο Δεσπότη κι ετέλειωσε τη δουλειά του. Ο Παπαβασίλης διορίστηκε εφημέριος σε τέσσερα χωριά: Ζόγγα, Ζουλάτικα, Μάζη και Ρετούνη. Κάθε Κυριακή λειτούργαε και σ' ένα χωριό. Οι χωριάτες διψασμένοι από παπά έκαναν όλα του τα θελήματα. Μα εκείνος δεν ήταν για τέτοιο αξίωμα. Επερίπαιζε θεούς και ανθρώπους. Γιορτή καθημερνή ένα το είχε.
Τώρα καθώς έφτασε στ' αλώνι έπιασε και λαιμάριασε (3) τ' άλογα. Έξι άλογα φαλάγγια (4)! Έπειτα τα έδεσε στο στυγερό (5). Γύρω τα χερόβολα (6) ήσαν απλωμένα κι έτοιμα για των αλόγων τις οπλές.
«Άπλα!... Άπλα!... Άπλα!...» εφώναζε σκάζοντας στον αέρα το μακρύ καμουτσίκι του.
Τ' άλογα στη φωνή του αντρειεύτηκαν, έσπρωξεν ένα τ' άλλο κι έπειτα ερίχτηκαν όλα μπροστά και άρχισαν να γυρίζουν και να πατούν τα στάχυα με τα πόδια τους. Κι εκείνος από πίσω χτυπώντας το καμουτσίκι εφώναζε άγρια:
«Άπλα!... Άπλα!... Άπλα!...»
Το αλώνι έτρεμε στο πάτημα των αλόγων· ο κάμπος αντήχαε στη φωνή του παπά.
Ο ήλιος ανέβηκε μεσουρανίς. Μα τι ήλιος! Αυγό έψηνες στην αντηλιάδα του. Τ' άλογα ήρθαν κι απόκαμαν. Το πετσί τους έλαμπε καθρέφτης στον ιδρώτα· το ρουθούνι τους έσκαε και φυσομάναε σαν φυσερό· εφρούμαζαν, χλιμιντρούσανε κι έτρεχαν ανυπόταχτα γύρω στο στυγερό. Το άχερο κομματιαζότανε άπονα· το σιτάρι ετριβόταν κάτω από τα πόδια τους κι επεταγόταν ολόγυρα σαν σκλήθρες χρυσάφι. Και ο παπάς ανήσυχος, με το μακρύ καμουτσίκι στο χέρι του, πότ' έτρεχε πίσω από τ' άλογα πότ' εστεκόταν ανασαίνοντας βαριά και κοπιασμένα. Η σκούφια ήταν φευγάτη από το κεφάλι του και τα δασόμαλλα έπαιζαν με τον άνεμο τρελά και τα μακριά γένια του έσταζαν ρουνιά (7) τον ιδρώτα. Μα εκείνος πάντα έτρεχε φωνάζοντας:
«Άπλα!... Άπλα!... Άπλα!...»
Και άμα έβλεπε κανένα άλογο να κοντοστέκεται άρχιζεν αμέσως τις βλαστήμιες. Εκατέβαζεν, ο άθεος, όλα τα καντήλια.
Από το κάμα και την πολλή κούραση σκάνε σε λίγο δυο άλογα. Ωχ! Εκεί να έβλεπες τον παπά. Ούρλιαζε σαν λύκος· εγύριζεν εδώ κι εκεί τ' άγριά του μάτια, ποδοπάταε τη γη». Άξαφνα σηκώνει τα χέρια του και φασκελώνει τον ουρανό.
«Θες δε θες Παναγιά», λέγει τρέμοντας από τη λύσσα, «εγώ θ' αλωνίσω σήμερα και θα ξεσηκωθώ. Δεν είμαι γυναίκα να φοβηθώ τα ονείρατα».
Κι έσπρωξεν έξω από το αλώνι τα σκασμένα τ' άλογα. Έπειτα έπιασεν ο ίδιος την άκρη του σκοινιού και σκάζοντας το καμουτσίκι άρχισε να γυρίζει μαζί με τ' άλλα.
«Άπλα!... Άπλα!... Άπλα!...» ούρλιαζεν αδιάκοπα.
Μα δεν εγύρισε πολύ. Άξαφν' ακούει μια βουή τρομαχτική. Γυρίζει και βλέπει μακριά κάτι σαν κοπάδι πρόβατα κάτασπρα. Όλα ερχόνταν τρεχάτα απάνω του. Και η βουή εγινόταν δυνατότερη, σαν φουσκοθάλασσα που στέλνει τα κύματά της να χτυπήσουν το βράχο. Σε λίγο εγνώρισεν ο παπάς πως δεν ήταν πρόβατα παρά νερό κι ερχόταν μανισμένο απάνω του κι έζωνε τ' αλώνια. Πέρα εφαίνονταν οι κάμποι πράσινοι· ο ουρανός ασυγνέφιαστος, τα βουνά ήσυχα. Άρπαξε το φκιάρι και άρχισε λιχνιστά να μαζώνει το σιτάρι στο στυγερό. Μα σαν είδε πως το νερό εζύγωνε ολούθε και τ' άλογα τρομαγμένα εχτυπούσαν τη γη κι ήθελαν να κόψουν το σκοινί, τα χρειάστηκε.
«Ήμαρτον Θε μου!» εψιθύρισε πέφτοντας στα γόνατα.
Μα ο Θεός δεν τον άκουε τώρα· δεν ήταν καιρός. Τ' αλώνι κουνιότανε σαν βάρκα στη θάλασσα· το νερό επλάκωνε περίγυρα· μια πήχη τόπος έμενε του παπά. Τώρα δεν ανέβαινε με βία· εβούιζε μονάχα κι εψήλωνε σιγαληνά σαν νεκροθάλασσα. Εκείνος κατάχλωμος το κοίταζε και τα μάτια του εκοκκίνισαν. Τώρα το νερό τού έβρεξε τα πόδια. Ξαφνίστηκε· εγύρισεν εδώ κι εκεί τα μάτια, απελπίστηκε τέλεια· εκλώτσησε τη γη, εδάγκωσε τα χείλη, εξέσχισε τα ράσα του. Έκαμε να λύσει τ' άλογα και να καβαλήσει να φύγει· πού να τον αφήσουν τ' άλογα να σιμώσει! Είδε κι απόειδε, ανέβηκε απάνω στο στυγερό. Έλπισε πως δε θα έφταν' εκεί το νερό. Μα εκείνο ανέβαινε, ανέβαινε δίχως βουή τώρα, δίχως φλοίσβημα, με κάποιο πένθιμο και κρύο κίνημα φαρμακερού σερπετού. Έφτασε το στυγερό, το τύλιξε απ' ολούθε και άρχισε ν' ανεβαίνει και να το σκεπάζει ώσπου έβρεξε πάλι τα πόδια του παπά. Τ' άλογα φοβισμένα εφρούμαζαν, εκλωτσούσαν, επάλευαν και ψηλώνοντας το κεφάλι κατά τον κάμπο πέρα χλιμίντριζαν θλιβερά, σαν να ζητούσαν βοήθεια κι έκλαιγαν τον άδικο θάνατο. Τέλος κατόρθωσαν να κόψουν το σκοινί, ερίχτηκαν τυφλά στο πέλαγο κι εβγήκαν πέρα, παραιτώντας έρμον κι απελπισμένον τον παπά.
Ωστόσο το νερό έφτασε στη μέση, έπειτα στα στήθη, έπειτα στους ώμους του. Εκείνος εκοίταζε με άπληστο μάτι τον κάμπο μακριά. Εκεί δεν ήταν νερό. Άκουε τα κοπάδια που εγύριζαν στις στάνες, τη φλογέρα του βοσκού, το γαύγισμα των σκυλιών· τα γέλια, τις φωνές, τις χαρές, όλα τ' άκουε. Τα πουλάκια που πήγαιναν να φωλιάσουν επέρναγαν τσιτσιρίζοντας απάν' από το κεφάλι του.
Νταγκ - νταγκ!... Νταγκ - νταγκ!... Νταγκ - νταγκ! ακούστηκε πάλι το σήμαντρο από του Μάζη που σήμαινε τον Εσπερινό. Ο παπάς το άκουσε και ανατρίχιασε· ενόμισε πως νεκροσημαίνουν για όνομά του. Μα δεν έμεινε και πολύ στο βάσανο. Το νερό έφτασε το στόμα, έπειτα τού έκλεισε τα μάτια. Ένα κύμα ήρθε μουγκρίζοντας και τον έριξε κάτω από το στυγερό. Τ' άχερα και το σιτάρι απλώθηκαν για σάβανο από το υγρό μνήμα του παπά.
Έτσι έσβησε η κολασμένη του ψυχή. Μα εγώ δε λυπούμαι τον παπά παρά την παπαδιά τη φτωχή. Την ίδια ημέρα έπεσε το σπίτι· τα γίδια εψόφησαν, εκείνη τρελάθηκε. Παράδειρε για κάμποσον καιρό όσο που ηύρε μια πιθαμή τόπο και άπλωσε το βασανισμένο της κουφάρι. Μα εκεί που πνίγηκεν ο παπάς κάθε χρόνο της Παναγίας της Καψοδεματούσας ανήμερα, ακούονται αλόγων χλιμιντρίσματα και ποδοβολητά και η φωνή του ουρλιάζοντας αδιάκοπα:
«Άπλα!... Άπλα!... Άπλα!...»
Καρκαβίτσας Ανδρέας
Παλιές αγάπες (1885 -1897),
Τυπογραφείο «Εστία», Αθήνα 1900
Σημειώσεις:
(1) ξώζαρκος: γυμνός
(2) τράστο: σακίδιο, ταγάρι βοσκού
(3) λαιμαριάζω: φοράω σε άλογο λαιμαριά ( = Γεωργικό εξάρτημα που χρησιμοποιείται στο όργωμα. Η λαιμαριά προστάτευε το λαιμό του ζώου όταν τραβούσε το αλέτρι).
(4) φαλλάγγι: αραχνίδιο της τάξης Opiliones (Φαλάγγια) με πολύ λεπτά πόδια, που συγχέεται συχνά με τις αράχνες. Μετφ. αυτός που έχει πολύ λεπτά πόδια
(5) στυγερό: σταθερός πάσσαλος για να δένονται τ' άλογα για το αλώνισμα
(6) χερόβολο: δεμάτι από στάχυα που μπορεί να κρατηθεί στο ένα χέρι
(7) ρουνί: ρανίδα, στάλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου