Γλιστρούσαμε πάνω στους ατέλειωτους, ίσιους και χιονοσκεπασμένους κάμπους της δυτικής Γιουτλάνδης. Ο ουρανός ήταν κρύος και διάφανος, το φεγγάρι και τ' άστρα τρεμόπαιζαν και λαμπύριζαν παγωμένα. Σκορπιστά, εδώ κι εκεί, βρίσκονταν λίγες αγροικίες και σπίτια... Ένα βαθύ συσκίασμα πάνω στο χιόνι, ένα αέτωμα φωτισμένο από το φεγγαρόφως -από πάνω γυμνά κλαδιά- μια κορυφή στέγης και μια κάτασπρη σαν καμέλια καπνοδόχος.
Και στο μεταξύ έλαμπε κάπου κάπου κανένα φως -μια θερμή σπίθα στην ατελεύτητη έκταση.
Σιγά σιγά, καθώς προχωρούσε η νύχτα, τα φώτα ένα γύρο έσβηναν. Ολοένα και νέοι κάμποι γλιστρούσαν μπροστά μου -το ίδιο λευκοί, το ίδιο ίσιοι. Οι χαρμόσυνες, μικρές σπίθες είχαν εξαφανιστεί, κι αισθανόμουν διπλά, πόσο οι φωτιές, οι αναμμένες από ανθρώπινα χέρια, ζεσταίνουν και ζωογονούν. Και το φεγγάρι και τ' άστρα εξακολουθούσαν να ρίχνουν το παγωμένο φως τους πάνω στο γυαλιστερό χιόνι...
Η πόρτα του κουπέ άνοιξε βίαια. Σαν μέσα σ' όνειρο άκουσα μια μακρόσυρτη κουβέντα, που έκανε ο οδηγός. Αυτό μόνο μπόρεσα ν' αρπάξω: Ότι ο σωλήνας της μηχανής είχε ανοίξει και δε θα μπορούσαμε για την ώρα να σαλέψουμε από τη θέση μας. Κι έτσι καθόμαστε τώρα καμιά δεκαριά αγανακτισμένοι και νυσταλέοι άνθρωποι σ' ένα μικρό σταθμό, για την ύπαρξη του οποίου οι περισσότεροι από μας ούτε την παραμικρότερη υπόνοια είχαν, μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα και μ' ένα κρύο δέκα υπό το μηδέν! Κι άρχισαν τα ερωτήματα κι οι στεναγμοί, τα ποδοβολητά κι οι μουρμούρες -ένας χείμαρρος από διαμαρτυρίες και αναθέματα και τέλος μια έφοδος κατά την αίθουσα της αναμονής, για να εξασφαλιστεί τουλάχιστο, πενιχρό νυχτερινό κατάλυμα, μια θέση πάνω στον ξύλινο πάγκο.
Αποφάσισα να σκοτώσω μια ώρα περπατώντας στη χιονισμένη λεωφόρο και παράτησα το σιδηροδρομικό κτίριο από το πίσω μέρος. Τους ισόπεδους κάμπους τούς είχαμε πια περάσει κι εδώ το έδαφος είχε γίνει ανώμαλο, δέντρα και θαμνώματα υψώνονταν ένα γύρο και σε κάποια απόσταση βρισκόταν κάτι, που θα μπορούσε να το περάσει κανείς για δάσος.
Το έφτασα γρήγορα κι ακολούθησα τα ίχνη των ελκήθρων, που οδηγούσαν μέσα στο δάσος... ένα πυκνό σωρό κορμών, που στα κλαδιά τους κρέμονταν ακόμα τα περσινά, πεθαμένα φύλλα και σχημάτιζαν λόφο, γιατί τα δέντρα, εκτός από λίγα, είχαν όλα σωριαστεί εκεί. Έτσι κείτονταν πάνω στο χιόνι οι γκρεμισμένοι γίγαντες απλώνοντας τα κλαδιά τους. Εδώ κι εκεί είχαν πριονιστεί κιόλας και τοποθετηθεί σε μικρές στοίβες -τα λίγα δέντρα που έμεναν στη ζωή, ύψωναν τις άφυλλες κορυφές τους στο φεγγαρόφως της παγερής νύχτας και κάτι άλλα μικρούτσικα δεντράκια, που στέκονταν σε μια μεγάλη ίσια σειρά, ξυπνούσαν την ελπίδα σ' ένα καινούριο δάσος, που θ' ανασταινόταν πάνω στα ερείπια εκείνου, που είχε καταστραφεί.
Ξαφνικά, σε κάποια απόσταση από μένα, είδα έναν άνθρωπο, που λες κι είχε ξεφυτρώσει από τη γη. Θα καθόταν σίγουρα πίσω από τη στοίβα των ξύλων, που ήταν μπροστά μου. Τώρα μου 'χε γυρισμένες τις πλάτες και σα να κατασκόπευε το μάκρος του δρόμου... ένα αδύνατο ανθρωπάκι με χοντρό παλτό και μπότες ως τα γόνατα, με κάτι ξανθά σκουλιά (1) στο γιακά του σακακιού του κι ένα μάλλινο σκούφο στο κεφάλι.
Στεκόμουν στον ίσκιο ενός δέντρου πίσω από τη στοίβα των ξύλων κι έμεινα εκεί που ήμουν. Ο άνθρωπος εκεί πέρα χτύπησε τα πόδια του πάνω στο χιόνι, βλαστήμησε χαμηλόφωνα κι έτριψε το μηρί του, χωρίς να βγάλει το χέρι από την τσέπη του. Ύστερα τίναξε σε μια πέτρα το χιόνι από τις μπότες του, έφυγε από τα πλάγια του δρόμου, ξαναγύρισε, προχώρησε προς το μέρος μου και για λίγες στιγμές έκανε βόλτες κατ' αυτόν τον τρόπο, χτυπώντας τα πόδια του, βλαστημώντας και φτύνοντας.Έφεγγε σα να 'ταν μέρα κι έτσι μπόρεσα να διακρίνω καλά το πρόσωπό του. Είχε μια έκφραση τελείως δυσαρεστημένη. Του ήταν τρομερά πληχτικό, να περιμένει εκεί· αυτό φαινόταν καθαρά. Τα μάτια του έβλεπαν δύσπιστα και γύρω από το μεγάλο του στόμα υπήρχε μια σύσπαση θυμού, που δεν μπορούσε να κρύψει το λεπτό, ξανθό μουστάκι του.
Τώρα σταμάτησε κι αφουγκράστηκε. Κι αμέσως φάνηκε μια γυναίκα από το δάσος, που έτρεξε κατά πάνω του, όσο γρήγορα βαστούσαν τα πόδια της. Έπεσε στο λαιμό του, τον έσφιξε πάνω της και τον φίλησε, σα να 'θελε να τον αποζημιώσει μ' αυτό, για την πλήξη της αναμονής.
Μα δεν κατόρθωσε να τον φαιδρύνει. Έμεινε με τα χέρια στις τσέπες μπροστά της και την έσπρωξε κάπως απότομα από κοντά του.
«Δε μπορούσα να 'ρθω νωρίτερα, Καρλ... Πήγαν πολύ αργά να πλαγιάσουν... δεν πρέπει να μου θυμώνεις, καλέ μου, αγαπημένε μου...»
«Σώπα, σώπα, Άννα! Μόνο αυτό το θόρυβο να μην κάνεις!»
Μα εκείνη δεν ήταν σε θέση να μείνει ήσυχη· άπλωνε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και τον αγκάλιαζε ολοένα κι ήταν τόσο ευτυχισμένη, τόσο θερμή και διψασμένη για κουβέντα, σα να βρισκόταν τώρα σε μια φεγγαροφώτιστη θερινή νύχτα κι όχι ανάμεσα σε κείνη την τσουχτερή χειμωνιάτικη παγωνιά.
«Κι είναι εδώ κι η στοίβα με τα ξύλα! Τάχα να 'ναι ακόμα εκείνο το κομμάτι;»... Κι έτρεξε πίσω από το σωρό φωνάζοντας ύστερ' από λίγο σχεδόν δυνατά: «Άκου, είναι ακόμα εδώ, είναι ακόμα εδώ!»
Τώρα την πλησίασε σαν μια οργισμένη τίγρη: «Τσσ! Τσσ! Τρελάθηκες λοιπόν; Αν σ' ακούσει κανείς;»
«Τι λες τώρα!»
Μα τώρα έγινε συλλογισμένη και χαμήλωσε τη φωνή της.
«Ναι, μπορεί κανείς να συναντήσει τη νύχτα ανθρώπους στο δάσος! Λαθροθήρες. Σαν ερχόμουν έπρεπε να κάμω μια μεγάλη βόλτα για να τους αποφύγω, όμως τους είδα καθαρά. Ο ένας ήταν ο Μαντς Λάρζεν -ξέρεις, από το βοσκοτόπι. Φόρτωναν ένα αγρίμι πάνω στο έλκηθρο».
«Τώρα νωρίς! Και ποιο δρόμο πήραν;»
«Δεν ξέρω -μπορεί να περάσουν κι από 'δω».
«Τότε πρέπει να φύγουμε, Άννα. Έλα, δεν ακούς; Μα όχι, καλύτερα να χωριστούμε τώρα εδώ».
«Κουταμάρες! Αυτοί έχουν περισσότερο φόβο από μας παρά όσο εμείς από κείνους».
«Έλα τώρα, Άννα. Μπορούμε ν' ανταμωθούμε αύριο ή μεθαύριο -για σκέψου αν μάς έβλεπαν...»
Εδώ σταμάτησε και στάθηκαν μια στιγμή στήνοντας τ' αυτί τους.
«Σσσ! Σσσ! Δεν ακούς».
Ακούστηκε τώρα κάτι σα ρουθούνισμα ζώου κι εκεί που ο δρόμος χανόταν στο βάθος του δάσους το χιόνι σιγότριξε. Ύστερ' από μια στιγμή χάθηκαν κι οι δυο πίσω απ' τη στοίβα των ξύλων κι έσκυψαν χωρίς να βγάζουν μιλιά! Ένα λιγνό ψωράλογο φάνηκε να προχωρεί βήμα - βήμα ζεμένο ανάμεσα σε δυο σχοινιά. Ένας άντρας ντυμένος χωριάτικα πήγαινε πλάι κρατώντας τα γκέμια -ένας άλλος καθόταν πάνω στο έλκηθρο πλάι σ' ένα σκοτωμένο αγριοζάρκαδο. Ακριβώς μπροστά στον κρυψώνα μου συγκράτησε ο πρώτος το άλογο μ' ένα βίαιο τράβηγμα και μια καμτσικιά· το γέρικο ζώο σταμάτησε, ενώ τα πισινά του πόδια λύγισαν και το κεφάλι του με τα σβησμένα μάτια έγειρε βαρύ προς τα κάτω. Οι δυο λαθροθήρες άλλαζαν κάτι λόγια με πνιγμένη φωνή.
Κοίταξα τους δυο εκεί πέρα, που κρύβονταν πίσω από τη στοίβα. Το φεγγαρόφως έπεφτε ακριβώς πάνω τους. Εκείνος ήταν πεσμένος στα γόνατα κι έσκυβε με μια έκφραση ζωηρού φόβου στην όψη -εκείνη έριχνε μόνο κλεφτά τη ματιά της στο έλκηθρο και στο τέλος γύρισε και κοίταξε μ' ένα καθησυχασμένο χαμόγελο το συνοδό της. Οι λαθροθήρες τέλειωσαν γρήγορα τη συνεννόησή τους. Ο ένας πήρε το αγρίμι στον ώμο του και τράβηξε λοξά κατά το λόφο, ο άλλος γύρισε στο έλκηθρο, ανέβηκε πάνω και πήρε τον ίδιο δρόμο από τον οποίο ήρθε. Το άλογο προχωρούσε με το ίδιο θλιβερό και συρτό βήμα και το χιόνι σιγότριζε σαν να τραγουδούσε κάτω από τα πέταλά του, προμηνώντας μεγαλύτερη παγωνιά. Τέλος έσβησε κάθε ήχος μέσα στο δάσος.
Εκείνος τώρα σηκώθηκε και τίναξε το χιόνι από τα γόνατά του.
«Μπορείς να δεις», είπε κατσουφιασμένος, «πόσο κοντά φτάσαμε στον κίνδυνο».
Εκείνη χαμογέλασε σιγά κι ευτυχισμένα. Εκείνος όμως είπε:
«Α, για μένα δεν είναι τίποτα. Μπορείς να το νιώσεις βέβαια. Εμένα μού είναι αδιάφορο. Μα αυτό μπορεί να τελειώσει άσχημα. Πολλές φορές το 'χω πει πως είναι καλύτερα ν' αφήσουμε κατά μέρος αυτές τις συναντήσεις. Ριψοκινδυνεύει κανείς πολύ».
«Αχ, όχι... Αχ, όχι!» τον παρακάλεσε εκείνη σαν ζητιάνα κι ακούμπησε τρυφερά το κεφάλι της πάνω στον ώμο του.
«Καλά, εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου στη φρόνησή μου», είπε κι έκανε μια χειρονομία ανυπομονησίας. «Μα δεν είναι για μένα που νοιάζομαι τόσο πολύ όσο για σένα - τι κρύο κάνει! Μ' αυτό το κακό καλύτερα να πάει ο καθένας σπίτι του».
«Μείνε ακόμα μια στιγμούλα, Καρλ...» τον παρακάλεσε. «Δέκα λεπτά, ε; Πέντε λεπτά; Αχ, σ' ευχαριστώ. Είσαι τόσο γλυκός, τόσο καλός, και σ' αγαπώ τόσο αφάνταστα!»
Κάθισε ανόρεχτα πάνω σ' έναν όρθιο σωρό ξύλων και μουρμούρισε κάτι, που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Εκείνη έπεσε πάνω του και τον φίλησε πολλές φορές, τη μια μετά την άλλη.
«Δεν είμαστε δα και τίποτα λαθροθήρες», είπε ήσυχη. «Δεν πρέπει να νοιάζεσαι τόσο πολύ για μένα. Θα 'ταν άσχημο, φυσικά, αν μάς έβλεπε κανείς, μα στο κάτω κάτω δεν κάνουμε και κανένα έγκλημα. Θα 'ξερα να μιλήσω όπως πρέπει, γι' αυτό να μην αμφιβάλλεις. Μα το χειρότερο ύστερ' απ' αυτό θα 'ταν πως θα περνούσε πολύς καιρός χωρίς να σε ξαναδώ».
«Κρυώνω», είπε εκείνος, ανοίγοντας το στόμα του σ' ένα χασμουρητό.
«Να! Για κοίτα!» Κι έλυσε το μάλλινο μαντήλι που φορούσε στο λαιμό της και το πέρασε στον δικό του. «Μα είναι κι απερισκεψία σου να βγαίνεις έξω χωρίς κασκόλ. Να θυμάσαι πάντα πως μού ανήκεις. Δεν έχεις το δικαίωμα να 'σαι απρόσεχτος. Κρυώνεις ακόμα;... Πού;»
«Τα πόδια μου ξεπάγιασαν».
Ξαναγέλασε πολύ σιγά κι ευτυχισμένα. Ύστερα έβγαλε τις γαλότσες της, τα γάντια της, τις μάλλινες μανσέτες της και τα συγκέντρωσε όλα σ' ένα σωρό. Γονάτισε μπροστά του, πάνω στο χιόνι, ανασήκωσε τα πόδια του και τα ακούμπησε πάνω στο σωρό -πάντα σιγά και χαριτωμένα, χαμογελώντας.
«Αυτό που έκανες είναι ανοησία», είπε με μια υποψία χαμόγελου στα χείλη, χωρίς όμως και να τραβήξει τα πόδια του. «Τώρα θα κρυώσεις εσύ».
«Αχ, μη λες βλακείες! Εγώ είμαι τόσο ζεστή, τόσο ζεστή! Θαρρείς, λοιπόν, πως θα μπορούσα να κρυώνω σαν κάθομαι πλάι στον αγαπημένο μου; Είσαι καλύτερα τώρα; Περίμενε μια στιγμή... Για κοίτα... Σήκ για λίγο... Έτσι! Θ' απλώσω το φουστάνι μου πάνω στο ξύλο.... Έτσι! Τώρα μπορείς να καθίσεις πάλι».
Για κάμποση ώρα δεν ακουγόταν τίποτ' άλλο παρά μόνο μουρμουρίσματα και φιλιά. Έπεφτε πάνω του και σφαλούσε τα μάτια της.
«Πες μου ακόμα κάτι, πριν φύγω», τον παρακάλεσε. «Κάτι καλό! Κάτι που να το πάρω μαζί μου και να χαίρομαι γι' αυτό ώσπου να σε ξαναδώ».
«Μα τι να σου πω τώρα;» απάντησε εκείνος. «Τέλος πάντων... Το 'χω μεγάλο βάρος στην ψυχή να σ' αφήσω να φύγεις μόνη μ' ένα τέτοιο κρύο».
Του 'κλεισε το στόμα μ' ένα φιλί και σηκώθηκε αποφασιστικά. «Κρυώνω πολύ περισσότερο, όταν δεν είμαι κοντά σου», είπε. «Μα θέλω να 'μαι συνετή. Θαρρείς πως δεν το συλλογιέμαι καθόλου το πόσο κακό σού κάνουν αυτές οι παγερές νύχτες; Είναι πολύ άσχημο από μέρους μου να 'μαι τόσο εγωίστρια. Μα ύστερα πάλι νιώθω μια τέτοια λαχτάρα για σένα! Έλα, ας πηγαίνουμε τώρα. Μπας και σου περνά απ' το μυαλό η ιδέα πως θέλω να σε κάνω ν' αρρωστήσεις;»
Μάζεψε τα ρούχα της από κάτω κι άρχισε να τα φορά. Εκείνος έκανε να τη βοηθήσει, μα εκείνη αρνήθηκε.
«Δεν πιστεύω να φορέσεις, Άννα, τις μάλλινες μανσέτες σου, έτσι βρεγμένες που είναι;»
«Θα τις βάλω στην τσέπη του πανωφοριού μου», είπε πρόσχαρα. «Είμαι ζεστή σαν μια χύτρα γεμάτη καυτή σούπα».
«Καλύτερα να χωριστούμε από 'δω κιόλας», είπε και γύρισε τρομαγμένα τα μάτια του ένα γύρο.
«Φίλησέ με», τον παρακάλεσε.
«Είμαι ολότελα ξυλιασμένος, Άννα... Θα 'θελα πολύ να σε συνοδέψω ως το σπίτι, μα το ξέρεις κι εσύ... απ' τον καιρό που αρρώστησα... Κι έπειτα δε θα 'ταν και φρόνιμο. Μπορούν να μάς δουν στο δρόμο, κανείς δε μπορεί να είναι σίγουρ0ς...»
«Έχεις δίκιο, αγαπημένε μου. Πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι, κουκουλώσου μες στις κουβέρτες σου και δες λίγο στον ύπνο σου κι εμένα. Και να 'σαι προσεχτικός, τ' ακούς; Τι θα γίνω, αν μού αρρωστήσεις; Τώρα εγώ θα τραβήξω κατά το δάσος -δε φοβάμαι, ξέρεις, καθόλου. Σίγουρα δε θα βρεθεί κανείς να μού κάνει κακό».
Μετακινώντας το πόδι μου, πάτησα ένα κλαδί, που έσπασε με κρότο. Κι οι δυο τινάχτηκαν και κοίταξαν προς το μέρος που κρυβόμουν. Και τότε εκείνος το 'βαλε στα πόδια, γρήγορος σαν τον άνεμο. Σ' ελάχιστα λεπτά είχε εξαφανιστεί κιόλας μέσα στο δάσος.
Βγήκα στο μονοπάτι και πέρασα μπροστά απ' την κοπέλα, βγάζοντας το καπέλο μου. Είχε τρομάξει πολύ, καθώς φαίνεται. Μα αναθάρρεψε κι ανταπέδωσε το χαιρετισμό μου τόσο ελεύθερα και περήφανα, σαν να 'ταν έτοιμη να υπερασπιστεί και τον εαυτό της και τον δειλό που το 'χε σκάσει βιαστικά.
Κι εξακολούθησε εντελώς ατάραχη το δρόμο της, χωρίς να καθόλου να βιάζεται και χωρίς να στρέψει ούτε μια φορά το κεφάλι για να κοιτάξει πίσω της.
Έβαλτ Καρλ
(Μετφρ. Σταύρος Βέρας)
Περιοδικό «Νέα Γράμματα»,
τεύχος 1, Αθήνα 1924
Σημειώσεις:
(1) σκουλί: τσουλούφι, τούφα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου