Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Η ΣΤΡΑΒΗ

   
   «Πρόσεχε... πρόσεχε, κυρά Μαντζουράνα, θα πέσεις. Μη από κει... είναι το ρέμα!» φώναξε στη στραβή ένα παιδί ως δώδεκα χρονώ, ψηλό και αδύνατο και με φωνή κοριτσιού.
   «Καλά πηγαίνεις, μην ακούς... αριστερά λιγάκι... Ωραία!» της φώναξαν τ' άλλα παιδιά με φωνές και με γέλια βραχνά απ' τη μεγάλη κατάχρηση που έκαναν με το να μιμούνται τη φωνή του καραγκιόζη και τα ουρλιάσματα των αυτοκινήτων.
   Η κυρά Μαντζουράνα άδικα πασπάτευε με τη μαγκούρα να βρει το δρόμο και να μην πέσει στο ρέμα. Με τις φωνές σταμάτησε σ' αμηχανία.
   «Στάσου», της ξαναφώναξε το πρώτο παιδί, και τρέχοντας έφτασε κοντά της. «Πού θέλεις να πας;»
    «Στην Ανάληψη, παιδί μου». 
   «Να, από 'δω», της είπε. Την έπιασε και με μικρά βήματα προχώρησαν ώσπου την έβαλε στο δρόμο που πηγαίνει στην Ανάληψη.
   «Όλο ίσια θα πας», και την άφησε ύστερ' από λίγο.
   Η κυρά Μαντζουράνα, καθώς έλεγαν, από χρόνια δεν καλόβλεπε, αλλά εδώ κι έξι μήνες στραβώθηκε ολότελα. Κι άμα ήθελε να πάει πουθενά ή να βρει το δρόμο, κόλλαγε από κοντά που περνούσε, ή που έπαιζε στο πρώτο παιδί. 
   «Κοριτσάκι, κοριτσάκι» -ας ήταν κι αγοράκι- «να χαρείς τα μάτια σου, πέρασέ με απ' τ' άλλο πεζοδρόμιο».
   Την έπιανε απ' το χέρι και την πέρναγε.
   «Πού είμαστε;» ρώταγε η γριά.
   «Στου Φώτη το μπακάλικο».
   «Πήγαινέ με, παιδάκι μου, ως το εμπορικάκι».
    «Φτάσαμε»,της έλεγε το παιδί.
    «Πήγαινέ με τώρα στο μπακάλικο του Σταύρου· δεν είναι μακριά. Άντε... μπράβο». 
   Κι έτσι είχε εξασφαλισμένο τρόπο κυκλοφορίας.
   Μια μέρα προσπαθούσε να βρει την πόρτα της κάμαράς της. Άπλωνε πρώτα τη μαγκούρα και τη χτύπαγε δεξιά κι αριστερά. Πότε βρισκότανε στο πηγάδι, πότε στο κοτέτσι, πότε ακούμπαγε στον τοίχο. Κι επειδή η νοικοκυρά της -μια χήρα ψηλή, παχιά και αγαθή- κλεισμένη μέσα στην κάμαρά της δεν άκουγε, κι ούτε κανείς άλλος ήτανε να τη βοηθήσει, άρχισε τ' αναστενάγματα.
   «Δεν είναι κανένας χριστιανός!»
   Σταμάτησε κι άρχισε να μιλάει μοναχή της και μ' όλη τη δύναμή της φώναζε:
   «Κυρά Παναγιώταινα!... Κυρία Παναγιώταινα», ξαναφώναξε με φωνή προσποιημένη τάχα ευγενική. «Κυρία Παναγιώταινα, μέσα είσαι;»
   Βγήκε η χήρα.
   «Έχω δουλειά», της είπε χωρίς όρεξη. «Θέλεις τίποτα;» 
   «Λιγάκι νερό απ' το πηγάδι».
   Τη βοήθησε, δηλαδή της έδωσε τον κουβά στο χέρι κι η στραβή τον έριξε σιγά σιγά απ' το σκοινί. Έπειτα τον ανέβασε.
   «Κυρά Παναγιώταινα, κάνε το ψυχικό να μου φέρεις το τσουκάλι».
   Της το έφερε. Της άδειασε το νερό και της το πήγε και το ακούμπησε απάνω στο τραπέζι.
   «Μη με ξαναφωνάξεις γιατί δεν ξανάρχουμαι. Έχω κι εγώ τις δουλειές μου», μουρμούρισε.
   Η στραβή πήρε τη μαγκούρα που την είχε ακουμπήσει στο πηγάδι και στάθηκε ακούνητη, με τα μάτια ολάνοιχτα, στη μέση της αυλής.
   «Εδώ κι έξι μήνες έβλεπα», φώναζε, «και δε με βρίζανε έτσι. Και το σπίτι του Αντώνη το είδα που χτιζότανε και τούτο 'δω απέναντι μας το μεγάλο, το είδα κι αυτό. Πήγαινα και στην κόρη μου, μόνη μου, και στον μπακάλη μόνη μου, και στο φούρνο μόνη μου. Όπου ήθελα. Έκανα και καμιά ξένη δουλειά γιατί τα μικρά μου νιάτα, καλέ και τώρα τελευταία, έκανα καμαριέρα σε μεγάλες κυρίες», αναστέναξε, «και γι' αυτό ξέρω τρόπους, κι όλοι μ' αγαπούσαν. Μια κυρία με είχε πάρει στην Πάτρα, πήγαμε για εξοχή το καλοκαίρι σε μια θεία της, που κι εκείνη η άμοιρη είχε χάσει το φως της από λεύκωμα. Την έλεγαν Σεραφίνα. Πλούσια, μα πλούσια! Λοιπόν κυρά Παναγιώταινα, ακούς; Πλούσια πολύ! Ακούς, καλέ;»
   Η κυρά Παναγιώταινα όση ώρα μίλαγε η στραβή έκανε τη δουλειά της, μπαινόβγαινε απ' το σπίτι στην αυλή χωρίς να προσέχει στις φλυαρίες της γριάς.
   «Το εγγονάκι σου ήρθε», της είπε με ανακούφιση η χήρα.
   «Το εγγονάκι μου;» ξεφώνησε. «Έλα 'δω!» Και κοίταζε ολοένα προς την εξώπορτα.
   «Να πεις της μαμάς σου πως θα 'ρθω μεθαύριο που δε θα είναι ο άντρας της, καθώς μου παράγγειλε. Ακούς;»
   «Καλέ, κοντά σου είναι το παιδί και του μιλάς μια ώρα αλάργα!» φώναξε η χήρα.
   «Πού είναι, πού είναι;» είπε κι άπλωσε τη μαγκούρα και το άλλο χέρι.
   «Εδώ είμαι, γιαγιά!» της απάντησε και την τράβηξε από το φουστάνι.
   Η γριά εγράπωσε το μικρό από το χέρι γιατί κάπου είχε προμελετήσει να την πάει.
 
   Την ίδια στιγμή, ενώ η στραβή απομακρυνότανε με το μικρό, φανήκανε από μια γωνιά πολλά παιδιά να 'ρχουνται. Στη μέση είχαν μια γυναίκα, κουρεμένη σύρριζα, αδύνατη, που μονολογούσε.
   «Έχασα τα νιάτα μου», τους έλεγε.
   Τα παιδιά άλλο που δεν ήθελαν από το να ξαναλέει τα ίδια λόγια. Καθώς βρήκε την εξώπορτα της Παναγιώταινας ανοιχτή μπήκε στην αυλή. Τα παιδιά έμειναν έξω κι έκαμαν τάχα πως φοβούνται να μπουν. Της έριχναν πέτρες και πετρίτσες μικρές στα πόδια και την ανάγκαζαν, για μεγάλη τους χαρά, να πηδάει για ν' αποφύγει τα χτυπήματα.
   «Έχασα τα νιάτα μου», τους έλεγε μ' αγιάτρευτο καημό.
   Σήκωσε τα μάτια της σ' ένα ψηλό σπίτι κι είδε ένα νέο στο παράθυρο.
   «Παππού», του λέει,  «ούτε συ δε με λυπάσαι; Δος μου μια πεντάρα... Δώσε μου να φάω, πεινάω...»
   Μια πέτρα, που κάποιο παιδί της πέταξε, τη χτύπησε στον αστράγαλο. Την πήρανε τα δάκρυα.
   «Μη, καημένα, μου πετάτε πέτρες, σήμερα πάλι μου ρημάξατε τα πόδια».
   Μες απ' το σπίτι βγήκε η κόρη της νοικοκυράς, ως δεκατριώ χρονώ με κοντά σγουρά μαλλιά και περίεργη φυσιογνωμία. Έμοιαζε σαν άσπρη αραπίνα.
   «Αγγέλικα, βγάλ' την έξω», της είπαν τα παιδιά άμα την είδαν. «Βγάλ' τηνε!»
   Η Αγγέλικα δε μίλησε, μόνο πήγε έξω με τ' άλλα παιδιά.
   Την περιτριγύρισαν.
   «Βγάλ' τηνε, να χαρείς τη μητέρα σου... Βγάλ' τηνε».
   Απ' τα πολλά είπε κι εκείνη στην Αριστέα.
   «Καλέ Αριστέα, δεν ακούς που σου μιλάνε τόση ώρα, καλέ! Έλα έξω!»
   «Έχασα τα νιάτα μου», ήταν η απάντηση.  
   «Καλέ, θα σε δαγκώσει το σκυλί, είναι άγριο, δεν το βλέπεις;» Και της έδειχνε ένα μικρό σκυλάκι που στεκότανε στην εξώπορτα και κούναγε την ουρά του.
   Στο τέλος βγήκε από το σπίτι και πήρε το δρόμο του Προφήτ' Ηλία που πηγαίνει στη Γούβα.
   Όλα τα παιδιά την ακολουθούσαν και της φώναζαν σα βρισιά.
   «Αριστέα!...»
   Και σιγά σιγά τα παιδιά τα έσερνε προς το σπίτι της.
   Άρχισε να νυχτώνει και σε ώρα φάνηκαν πάλι να γυρίζουν. Κι έτρεχαν αγκαλιασμένα κι άλλα πιασμένα από το χέρι, δυο δυο μαζί. 
   Τη νύχτα στις δέκα η Μαντζουράνα γύρισε.
   «Δεν ακούτε ή κάνετε πως δεν ακούτε;» ακούστηκε η φωνή της. Κάπου θα κάθισε γιατί για πολλή ώρα σώπασε κι όταν ξανάρχισε έλεγε:
   «Δε στέλνετε να φωνάξετε εκείνη τη νοικοκυρά μου που μ' άφησε κι έφυγε;... Έφυγε κρυφά... Ποιος ξέρει πού να γυρίζει τόση ώρα και το σπίτι μένει μοναχό... Έφυγαν... ως και το σκυλί πήρανε μαζί...»
   Πάλι ξανασώπασε κι έπειτα σα να τη ρωτούσε κάποιος, αποκρινόταν:
   «Τι να θέλω;... Τίποτα δε θέλω... Μοναξιά είναι εδώ πέρα... Σκοτάδι μέσα κι έξω. Κάτι κρότους ακούω σαν πιστολιές να πέφτουνε, σαν κάτι να κατρακυλάει...» εξακολούθησε να μιλάει με ησυχία και αίστημα μέσα στο σκοτάδι. 
   «Ορίστε;... Έχω μια κόρη παντρεμένη μ' εφτά παιδιά... Γιατί δε μένω μαζί της; Δε με θέλει ο γαμπρός μου. Με χτυπάει... Με μαυρίζει στο ξύλο... Και δεν τον αδικώ. Είχα ένα σπιτάκι και το πούλησα. Μου έλεγε να του το γράψω, αλλά δεν ήθελα κι από τότε είμαστε στα μαχαίρια.
   »... Αν είχα κι άλλα; Είχα τρία ακόμα. Τα δυο κορίτσια μού πέθαναν της παντρειάς, το ένα ύστερ' από τ' άλλο, κι ο γιος μου χάθηκε. Ταξίδευε με την «Αλβανία», αυτό ήταν όλο. Από τότε δεν έλαβα καμιά είδηση... Ζει; Πνίγηκε; Ποιος ξέρει!... Θα πνίγηκε όμως... Τώρα δε βλέπω, είναι έξι μήνες που έχασα το φως μου... Καμιά φορά όμως βλέπω, άμα είναι πολύ ήλιος, κάτι βλέπω. Να, απόψε πάλι στον ύπνο μου ονειρευόμουνα πως έβλεπα πόρτες και παράθυρα... και είχα χαρά, χαρά, χαρά, και τ' άνοιγα όλα... ένα ένα...  κι έμπαινε», αναστέναξε, «απ' ολούθε φως... κι είχα χαρά, χαρά, χαρά βαθιά μες στην ψυχή μου, και τα ξημερώματα σαν ξύπνησα κι ανοιγόκλεινα όλη την ώρα τα μάτια μου και τίποτα δεν έβλεπα, μ' έπιασε μελαγχολία, μα μια μελαγχολία, που δεν μπορώ να σου πω.
   »... Φοβάμαι. Δεν μπορώ να είμαι μόνη μου. Όλο κάτι φοβάμαι γιατί όλη τη νύχτα ξαγρυπνάω και συλλογίζομαι.
   »... Εκείνη η τρελή η Αριστέα άκουγα που τη φώναζαν τα παιδιά άμα έφευγα. Ξορκισμένη να 'ναι με τον απήγανο. Κι η μάνα της τρελή πέθανε κι οι αδελφές της τρελές πήγανε... Το 'χει το σόι τους... Κάθεται ακόμα στη Γούβα. Η έρημη», είπε με ψυχοπόνια, «πώς κατάντησε... Θα πάνε δέκα χρόνια τώρα. Είχα περάσει από το σπίτι της, μόλις το 'χε χτίσει. Δυο κάμαρες με κοσμήματα στο ταβάνι και την κουζίνα. Μπήκα μέσα να της πω καλορίζικο. Το είχε επιπλωμένο. Κρεβάτι διπλό σιδερένιο, κονσόλα, ντουλάπα, κομό, καναπέ, κουρτίνες νταντελένιες και κεντητά στους τοίχους όλο φωτογραφίες... Θυμάμαι μάλιστα που με τράταρε γλυκό βύσσινο, και θυμάμαι που φόραγε δυο - τρία δαχτυλίδια μαλαματένια με πέτρες. Ξορκισμένη να 'ναι τώρα...» Τρομαγμένη «Ποιος;... Θα μου φάνηκε... κανένας δεν είναι...
   »... Πάνε, όλοι κοιμούνται...» Σιωπή. «Με πειράζει η υγρασία, με πειράζει στα μάτια. Και δε με νοιάζει τίποτ' άλλο παρά που θα μου βλάφτει το φως... Και κείνες φύγανε. Θα κοντεύουν μεσάνυχτα και μ' άφησαν μόνη... Και μήπως η κάμαρα κλείνει; Μια να της δώσεις, ανοίγει». Αναστέναξε. «Θα 'χω κάνει πολλά αμαρτήματα. Πολλά, πολλά... Δεν είναι κανείς χριστιανός να μιλήσω μαζί του;
   »Έτσι, όλη τη νύχτα έτσι. Κι ορθή ξύπνια, και ξαπλωμένη ξύπνια.
   »Τουλάχιστο να 'βλεπα το φως του καντηλιού!... Εδώ κι έξι μήνες ακόμα έβλεπα τη φλόγα του... Το είχα παρηγοριά». Σιωπή.
   «Ποιος ξέρει για ποια αμαρτία, για ποιες αμαρτίες να λέω, να βασανίζομαι. Και η υγρασία με περουνιάζει και δε με νοιάζει παρά που θα μου βλάφτει το φως». Σιωπή.
   «Σαν κάποιος να 'ναι μου φαίνεται και κάτι να κατρακυλάει. Μη φοβάσαι, σου λέω, μην τρέμεις, μη... Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς και επί της γης αγιασθήτω τ' όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου...»
 
   «Κάντε μου τη χάρη να μου διαβάσετε το γράμμα που μου 'στειλε ο γιος μου», είπε στο νέο τ' απέναντι σπιτιού, άμα μπήκε στην κάμαρά του που 'τανε και γραφείο μαζί.
   Εκείνος πρόθυμος της το διάβασε.
   «Κάντε μου τη χάρη να μου γράψετε και δυο λόγια για να μην πηγαίνω και υποχρεώνομαι και σε άλλους», του ξανάπε.
   Μόλις πρόφτασε να το τελειώσει και τα παιδιά από το δρόμο της φώναξαν.
   «Μητέρα... τρέχα, η Μαντζουράνα!»
   «Ας φωνάζετε ως αύριο», μουρμούρισε η χήρα χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της. «Τι να της κάνω σαν ήρθε;»
   «Μητέρα, να τη βάλουμε μέσα;»
   Έχασε την υπομονή της και βγήκε από το παράθυρο συγχυσμένη.
   «Ούτε ντρρροπή έχετε, ούτε διάκριση. Είμαι σε ξένο σπίτι και κάνω γράμμα... σας λέω».
   Η Μαντζουράνα κάτι έλεγε κι εκείνη, μα δεν ακούστηκε.
   Άμα τέλειωσαν το γράμμα στάθηκε η χήρα σαν κάτι να 'θελε να πει.
   «Ξέρετε», άρχισε,  «άκουσε η Μαντζουράνα για σας που σπουδάζετε γιατρός. Προχτές, λέει, βάλατε ένα φάρμακο σ' ένα παιδί που είχε κατακόψει το χέρι του και του πέρασε κιόλας... Και θέλει να 'ρθει», αποτελείωσε τη φράση της. «Άλλο πράμα να σας λέω κι άλλο να την ακούτε. Κάθε βράδυ με σταυρώνει με την ίδια κουβέντα! Παναγιώταινα έτσι, Παναγιώταινα αλλιώς, πήγαινέ με σε κείνο το καλό παιδί που κάθεται απέναντί μας... Εγώ της λέω: Καλέ τρελάθηκες; Εκείνο μελετάει, τι να σε κάνει; Κι εγώ αν πηγαίνω καμιά φορά, πηγαίνω να μου κάνει γράμμα για το παιδί μου... Εγώ δε σε πηγαίνω, άντε μόνη σου! της είπα, για να της κόψω το βήχα. Μα εκείνη τότε ήτανε που άρχισε κι έπιανε όλη την ώρα στο στόμα της τ' όνομα του παιδιού μου. Καλή του ώρα, που να ιδεί καλό, που ξερή πέτρα να πιάνει και δροσερή να βρίσκει. Είναι γαλίφα, βλέπεις, και με κατάφερε. Και να, που σας το είπα, αν ξέρετε το γιατρικό... Ψυχικό θα κάνετε».
   Ο Γιάννης σταμάτησε για μια στιγμή κι έπειτα ρώτησε:
   «Μα τι πράμα γυναίκα είναι;»
   Στάθηκε η Παναγιώταινα για να σκεφτεί καλά την απάντηση που θα έδινε και έπειτα είπε προφέροντας καλά καλά τις συλλαβές:
   «Είτανε, τώρα δεν είναι τίποτα... Ήτανε παιδορίχτρα, βρίστρα, χαρτορίχτρα... Τώρα όμως σου λέω, δεν είναι τίποτα. Ο κόσμος λέει πολλά, λένε πως έκανε και μάγια, πως πήρε με στεφάνι τρεις άντρες, και οι τρεις χαθήκανε στα χέρια της. Κι ο ένας, λένε, ήτανε καλύτερος απ' τον άλλο... Ο πρώτος, λένε, ήτανε αξιωματικός, ανθυπασπιστής, και είχε και σύνταξη σαν πέθανε. Ο δεύτερος, δεν ξέρω τι δουλειά έκανε, και ο τρίτος ήταν δικηγόρος. Μα λένε πως τον τρίτο τον είχε έτσι... Αλλά έξυπνη γυναίκα, τετραπέρατη. Ας μη βλέπει, σε τίποτα δεν τη γελάς».
   «Πώς ζει;» ρώτησε ο Γιάννης.
   «Πώς ζει; Ζητιανεύει. Πηγαίνει και σε κάτι προκομμένες, αυτές που λέει μεγάλες κυρίες, και της δίνουν. Άλλη δυο δραχμές, άλλη ένα τάληρο, άλλη την ταΐζει στην κουζίνα. Αλλά εμένα μου είπαν πως, άμα είναι μέσα στην Αθήνα, ζητιανεύει κι έτσι καμιά μέρα θα την πιάσουνε και θα τη βάλουνε στο άσυλο. Και το πιστεύω πως ζητιανεύει, γιατί άμα έρχεται από μέσα, τρίζει. Γεμάτη πενταροδεκάρες είναι η τσέπη της. Θα μου πεις, τι τα κάνει τα λεπτά; Τα τρώει! Τρώει του πουλιού το γάλα. Πότε συκωτάκια μου δίνει να της τηγανίσω, πότε πατάτες, και τις θέλει με το βούτυρο τηγανισμένες, πότε κανένα παϊδάκι στη σκάρα. Της τα κάνω γιατί φοβάμαι μη μου καταριέται τα παιδιά μου. Δεν τη βλέπεις πώς βαστιέται; Απ' την καλοπέραση. Κι όλο πλένεται, κι όλο καθαρίζεται. Τα πόδια της τούτη τη βδομάδα τα 'χει πλύνει δυο φορές. Μόνο που δεν αλλάζει, γιατί δεν έχει ρούχα. Προχτές το βράδυ σαν κοιμηθήκανε τα παιδιά μου, γιατί την έχω τώρα στην κάμαρά μου, τι να κάνω; Την πήρα μέσα επειδή όλη τη νύχτα δε μας άφηνε να κοιμηθούμε, φοβότανε μοναχή της και παραμίλαγε. Προχτές λοιπόν έβγαλε τα ρούχα της όλα ένα ένα. Κοίταξέ μου τα, μου λέει, στο φως γιατί όλο κάτι με τρώει. Της τα κοίταξα με τα γυαλιά μου καλά. Καθαρά είναι, δεν έχεις τέτοιο πράμα, της λέω. Τώρα τη συνηθίσαμε κάπως, αλλά τις πρώτες νύχτες δε μας άφηνε να κλείσουμε μάτι, όλο βαρυγκόμαγε: Κοίταξε πώς κατάντησα. Εκείνο είναι που την πειράζει γιατί θέλει τον καλό της ύπνο, το καλό της φαΐ και την περιποίησή της. Ε! Μα μπορώ κι εγώ με εννιά δραχμές το μήνα που μου δίνει να την περιποιέμαι κιόλας; Και πώς μου τα δίνει τα λεπτά; Πότε μια δραχμή, πότε δυο. Κι έτσι που την πήρα, το 'χω μετανιωμένο. Είναι κακιά γυναίκα και ξέρει και σε πληγώνει με τρόπο. Προχτές έλειπε το κορίτσι μου λιγάκι αργά, κατά τις εννιά η ώρα το βράδυ, και 'κει που καθόμαστε, γυρίζει και μου λέει μ' ένα γέλιο γεμάτο κοροϊδία: Πόσο χρονώ είναι το κορίτσι σου; Εγώ, βλέπεις, κουτή κι ανίδεη καθώς είμαι, της απαντάω: Δεκατριώ, δεκατέσσερω... Δεκατέσσερω θα 'ναι τώρα. -Και το περιμένεις με τόση ησυχία; με ρωτάει. Εχτές πάλι το πρωί έλειπα από το σπίτι μου και την άφησα κάνα δυο ώρες μοναχή με τα παιδιά μου. Και να ιδείς, στο δρόμο που φοβόμουνα να μη μου τα ξεμυαλίσει. Βιάστηκα να τελειώσω τη δουλειά μου και γύρισα με την έννοια. Δεν προφταίνω να μπω μέσα στο σπίτι κι αρχινάει ο γιος μου: Μητέρα, ο Σαπουνάς! Ο Σαπουνάς! Η κόρη μου κι εκείνη η στρίγγλα λιγωμένη από τα γέλια, μου λέει: Μάνα, το βράδυ που δε θα 'χεις δουλειά, να βάλουμε τη Μαντζουράνα να μας πει για το σαπουνά... Και χα, χα, χα, πίσω και οι δυο τα λόγια. Δεν καταλαβαίνω, παραμύθια σας είπε; Κι αρχινάει ο γιος μου -που θα γίνει ένας μόρτης και να πεις πως δεν τον δέρνω... Όλη την ημέρα τον κοπανάω. Κι αρχινάει: Ο Σαπουνάς, που περνάει κάθε πρωί, καλέ, ήτανε ο αγαπητικός της Μαντζουράνας. -Δε ντρέπεσαι, της λέω της γριάς που καθότανε μουλωγμένη και κρυφογέλαγε, να μαθαίνεις στα παιδιά άσκημα λόγια;»
   «Μητέρα, ο ταχυδρόμος!... Γράμμα από το Σπύρο!...» φωνάξανε πάλι τα παιδιά της.
   Πετάχτηκε η Παναγιώταινα και τα κοίταξε από τα τζάμια που γελούσανε.
   «Τι μου κόβετε το αίμα, αναθεματισμένα;» μουρμούρισε και μόνο που δεν της ήρθανε τα δάκρυα απ' τη συγκίνηση. «Γράμμα μου λένε», και στηρίχτηκε με το 'να χέρι στο τραπέζι και με τ' άλλο βάστηξε την καρδιά της. «Τώρα δα έλαβα τούτο κι ο Θεός ξέρει με τι τρεμούλα τ' άκουσα να μου το διαβάζουνε. Γιατί πάντα η μάνα βάζει στο νου της το κακό».
   Πήρε το γράμμα, ευχαρίστησε κι έφυγε.
 
   Την άλλη μέρα, καθότανε η Μαντζουράνα από το πρωί έξω από την πόρτα του σπιτιού του Γιάννη, στις μαρμάρινες σκάλες.
   Τον επερίμενε κι όταν εβγήκε και τη χαιρέτισε του απάντησε:
   «Τι να κάνω; Μαύρη καλοσύνη! Το δάχτυλό μου και η μύτη μου μού πονεί... απ' τη στενοχώρια μου. Η μύτη μου χτες και προχτές γίνηκε τούμπανο και την καταλάβαινα φωτιά να με καίει».
   Την παρηγόρησε ο Γιάννης.
   «Σαν να 'χω ξανακούσει τη φωνή σου όταν ήμουνα νέα. Μα δε θυμάμαι ποιος ήτανε... Και μ' αρέσει αυτή η φωνή».  
   «Πώς δε σ' έβλεπα τόσον καιρό;» τη ρώτησε ακόμα.
   «Έφυγ' από 'δω γιατί τα παιδιά μου βάλανε αναμμένα τσιγάρα στις τσέπες και παρατρίχα να με φουντώσουν ολόκληρη». Κι αμέσως έβγαλε έξω τις τσέπες του αντρικού σακακιού για να τον βεβαιώσει πως ήταν καμμένες.
   «Έφυγα λοιπόν και πήγα στην κόρη μου να καθίσω, αλλά έχει εφτά παιδιά και μου πήραν το κεφάλι. Άρχισαν να με κοροϊδεύουν κιόλας και θύμωσα μια μέρα, σαν άνθρωπος που είμαι κι εγώ, και τα έβρισα. Οι γειτόνισσες όμως είπαν του γαμπρού μου πως τα βλαστήμησα κι εκείνος ο προκομμένος μ' άρχισε με το λουρί... Θα θυμότανε φαίνεται το σπίτι... Τώρα όμως», είπε με χαμόγελο και με ένταση στα λόγια της, «θα μείνω εδώ και ελπίζω κάποτε να σας βλέπω... Πόσο είχα επιθυμήσει τη γνωριμία σας! Από την πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή σας...»
   Αναστέναξε σαν από χαρά και της κόπηκε η φωνή.
   Όταν ξανάρχισε, η φωνή της ήτανε μελαγχολική.
   «Μη με βλέπετε», είπε, «όπως κατάντησα. Αλλά στον κόσμο όλα είναι τυχερά και όλα μάταια».
   Σώπασε απ' τη συγκίνηση.
   «Πώς πάνε τα μάτια σου;» ρώτησε ο Γιάννης.
   «Πάντοτε τα ίδια. Πήγα στο οφθαλμογιατρείο, αλλά προκοπή δεν είδα. Κάτι καθρέφτες μού βάλανε πάνω από τα μάτια μου και κάτι άλλους πλάι και μού τους κούναγαν όλη την ώρα... αυτό ήταν όλο. Ξαναπήγα πέντ' έξι φορές, πάντοτε όμως τα ίδια, χωρίς αποτέλεσμα».
   Ανοιγόκλεινε συχνά τα μάτια της και κοίταζε προς το μέρος του, ξεθαρρεμένη τώρα και μ' ένα στραβό χαμόγελο που φαινότανε πολύξερο.
   Αναστέναξε τρεμουλιαστά.
   «Και σα να μη μου φτάνανε τα βάσανά μου, μού έτυχε κι άλλο βάσανο μεγάλο. Ο φόβος... Φοβάμαι... Ξέρω κι εγώ τι φοβάμαι; Φοβάμαι να μένω μοναχή μου». 
   Εκείνη την ώρα έφτασε λαχανιασμένη η Αγγέλικα και την τράβηξε.
   «Δε θα προφτάσουμε να πάρουμε κουραμάνες», της είπε.
   «Μην κοιτάτε τα χάλια μου», εξακολούθησε η στραβή, χωρίς να προσέξει καθόλου την ανυπομονησία του κοριτσιού, «αν κατάντησα έτσι, κανένας άλλος δε μου φταίει από το κεφάλι μου. Τώρα όμως είναι αργά. Αν είχα τα μάτια μου μπορούσα να ζήσω. Έπαθα δυστυχήματα και δυστυχήματα στη ζωή μου και όμως δε χάθηκα γιατί ήξερα τον κόσμο... Αν και με σπίτια, αν και με χρήματα, σα μου τα πούλησαν όλα, και σαν πέθαναν τα δυο μου κορίτσια κι έχασα το γιο μου, έμεινα μόνη... Χωρίς στήριγμα και χωρίς παρηγοριά. Ο γαμπρός μου δε με ήθελε ούτε η κόρη μου. Τότε αναγκάστηκα να πάω καμαριέρα σε μια μεγάλη κυρία...»
   «Μωρέ έλα, κυρά Μαντζουράνα, δε θα 'χουμε το μεσημέρι ψωμί. Δε θα προφτάσουμε, σου λέω. Τα λες άλλη φορά. Έλα σου λέω».
   Και χτύπαγε το πόδι της στη γη και ξεφύσαγε αναστενάζοντας κι έκανε ίδια με άλογο που βαριέται να περιμένει.
   Αλλά η Μαντζουράνα όχι μόνο δεν έβλεπε αλλ' ούτε και άκουγε.
   Ο Γιάννης χαιρέτισε κι έφυγε.
   Η στραβή έμεινε σαν απολιθωμένη και σκεφτική.
   Δυο - τρία κορίτσια, δεκατεσσάρων έως δεκαέξι χρονώ, που όλο από τα λημέρια της Παναγιώταινας βρισκόντουσαν για να βλέπουνε το «φοιτητή», πλησίασαν κι επειδή την είδαν έτσι: «Τι έχει;» ρώτησαν την Αγγέλικα.
   «Ξέρω κι εγώ τι έχει!»
   Την κοιτάνε και οι τρεις από κοντά σαστισμένες.
   Η Αγγέλικα με περιέργεια και φόβο την εκούνησε και τότε η γριά κουρασμένα, αργά, σα να γύρισε ο νους της από ένα μακρινό ταξίδι, μίλησε. Κι η φωνή της ήτανε σα να δίδασκε:
   «Πρώτα έβλεπα τα φρούτα και τα λαχταρούσα. Τώρα μόνο όταν τα τρώω ξελιγώνουμαι... Όταν καταλαβαίνω πως περνάω από μανάβικο ζητάω και μου δίνουν πότε το 'να πότε τ' άλλο... Τώρα πηγαίνω και στα μαγέρικα και τρώω, άμα με κυριεύει η πείνα και στις ταβέρνες ακόμα, ανάμεσα στους άντρες, ανάμεσα στους στρατιώτες. Όταν με πειράζουν, τους πειράζω κι εγώ· δε χαρίζω σε κανένα τίποτα. Πολλές φορές οι μαγέροι με βγάζουν έξω, τάχα πως τους ανησυχώ, αν και τους πληρώνω το φαΐ μου. Τότε αρχίζω να τους βρίζω και να τους βλαστημώ. Βρίζω, βρίζω, βρίζω! Γιατί άμα μου κακομιλάνε, μου 'ρχεται παραφορά κι έτσι καμιά μέρα θα πιω αφιόνι να πεθάνω... Τότε όποιος να μου τύχει στο δρόμο κι είμαι φουρκισμένη, τονέ βρίζω, κι όταν παραθυμώσω λέω λόγια αισχρά, γιατί από τότε που δε βλέπω κι έχω τα μάτια μόνο για φιγούρα, δε ντρέπομαι καθόλου και μπορώ αξιόλογα να μιλήσω όπως σας μιλάω και σε βασιλέα και σε πένητα».
   Η Αγγέλικα κούνησε το κεφάλι της. «Δεν είναι ώρα για κουραμάνες», είπε μελαγχολικά.
   Τ' άλλα κορίτσια έφυγαν γιατί άκουσαν τις καμπάνες να χτυπάνε μεσημέρι. Κι η στραβή σταμάτησε στον ήλιο πικραμένη...
   
   ...Σε λίγες μέρες, το πρωί κατά τις δέκα, πέρασε από τη γειτονιά της. Ένας χωροφύλακας την κρατούσε από το χέρι κι ένας δεύτερος παχύς, τρία βήματα πίσω, τους ακολουθούσε. Έκανε δυνατή ζέστη και κανένας δεν ήτανε στο δρόμο για να ρωτήσει πού την πηγαίνουν.
   Η Μαντζουράνα αμίλητη, αρχοντική, ολόισια, χτυπώντας το μπαστούνι της, προχωρούσε με μικρά βήματα, σηκώνοντας πολλή σκόνη, με το νέο φόρεμα της παλιάς μόδας με την ουρά, που της είχαν δώσει τελευταία.
   Κι ο πρώτος χωροφύλακας που την κρατούσε, την οδηγούσε στο Άσυλο, μα ο δεύτερος με το πηλίκιο σηκωμένο και το κεφάλι χαμηλωμένο, φαινότανε πως τον είχαν βάλει πιο πίσω, μόνο και μόνο για να της επιβλέπει την ουρά.  
 
Περσάκη Ιουλία
Λογοτεχνική Επιθεώρηση «Ο Νουμάς»,
τεύχος 782, Μάιος - Ιούνιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου