Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

ΚΕΡΙΝΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ

  
   Μόνο ήλιος δεν έμπαινε απ' την ξώπορτα. Κείνη ακούμπαγε χάμου στη γης κι όταν έβρεχε, τη γλύφανε τα νερά και τρωγότανε. Τα νερά πέρναγαν και μεσ' στο καμαράκι, κυκλώνανε το κερί και κοίταζαν να το σκορπίσουν.
   Αυτό γινόταν τις βαριές χειμωνιάτικες μέρες. Ο Παντελιός μάζευε το κερί από χάμου και το πόστιαζε στα ράφια. Ύστερα το καθάριζε απ' τη βροχή και το ξανάπλαθε, πηχτό - πηχτό.
   Τους ανθρώπους τούς έφτιαχνε αργότερα, τον καθένα με δικό του σχέδιο, τους κόλλαγε από δυο χάντρες στις άδειες κόγχες των ματιών και τους έβαζε σε κουτιά για το εμπόριο. Το κερί ήταν άσπρο, κίτρινο και καφέ. Στο καμαράκι που γινόταν όλη αυτή η δουλειά, ο Παντελιός είχε δέκα - δεκαπέντε καλούπια για τους ανθρώπους του. Ζέσταινε στην αρχή το κερί, το 'χυνε μεσ' στα καλούπια κι από κει έβγαιναν κάτι περίεργα όντα, παράξενα και κωμικά τα περισσότερα.
   Έπειτα που φύσαγε, τ' αράδιαζε στο περβάζι του παραθυριού κι ο αέρας ερχόταν και τα κρυστάλλωνε με τα χέρια του. Αν είχε στραβώσει το ποδαράκι κανενός, ο αέρας καθόταν με υπομονή και το ίσιωνε σαν το άλλο κι έφευγε πηδώντας με χαρά στο δρόμο.
   Κάθε φορά ο Παντελιός κυκλοφορούσε τους κέρινους ανθρώπους του μ' άλλα ονόματα κι άλλα σχήματα. Τα σχήματα τα 'βρισκε από κεφαλιού του, κολλώντας πρόσθετο κερί όταν τ' ανθρωπάκια βγαίνανε απ' τα καλούπια. Οι πελάτες του έβλεπαν αυτά τα πράματα κι απορούσαν.
   «Και ποιος είν' αυτός, Παντελιό;»
   «Ο στρατηγός Γιου-σι-νάν».
   «Απ' τη Γιαπωνία;»
   «Όχι. Απ' το φεγγάρι».
   Ο στρατηγός ήταν κίτρινος απ' την περικεφαλαία ως τα σπιρούνια, κι όλοι πίστευαν πως είχε έρθει απ' το φεγγάρι.
   Η κυρία Ελιόνη περνούσε κάθε Κυριακή πρωί απ' το μαγαζί και συζητούσε με τον Παντελιό για τους ανθρώπους του. Περίεργη ήταν και καθόταν να παρακολουθήσει πώς πλαθόταν το κερί και πώς έπειτα έβγαινε απ' τα καλούπια. Κείνος τότες έκανε το περσότερο κέφι, έβαζε κι άλλα μπιχλιμπίδια στους ανθρώπους του και στο τέλος πρόσθετε, εκεί δα στην άκρη των χειλιών τους, ένα μικρό χαμόγελο.
   Το χαμόγελο το δανειζόταν απ' τον εαυτό του, όσο λίγο κι αν είχε αυτός. Όχι για τίποτις άλλο. Μα ο Παντελιός ήταν ένας έρημος κι απογοητευμένος άνθρωπος εξαιτίας που το αριστερό του χέρι έλειπε απ' τον αγκώνα και κάτου. Το χέρι αυτό το 'χε ως την πρώτη μέρα του πολέμου, ύστερα όμως πέρασε μια ριπή πολυβόλου και του το θέρισε. Από τότες του απόμεινε μόνο το μανίκι. Κρεμόταν πάντα άδειο κι ο αέρας πολλές φορές του το 'πιανε και το σάλευε κοροϊδεύοντας.
   Απ' την κυρία Ελιόνη έκρυβε βέβαια αυτή την πικρή ιστορία. Της την είπε μόνο την πρώτη μέρα που τη γνώρισε, όταν μπήκε στο μαγαζί του να κάμει χάζι, κι όταν ξαναρχόταν κείνη, αυτός προσπαθούσε να μη φαίνεται τ' αριστερό του χέρι που δεν υπήρχε.
   Έβαζε μονάχα τον αγκώνα του στο τραπέζι και της ξανάλεγε για τους νέους ανθρώπους που ονειρευόταν να φτιάσει. Το κερί το αγόραζε οκάδες - οκάδες, το σώριαζε στο καμαράκι κι αυτό αψήλωνε σα βουνό χωρίς ούτ' ένα πεύκο από ελπίδα. Η κυρία Ελιόνη είχε κουραστεί από τα ίδια πράματα που άκουγε κάθε μέρα κι όμως, η πλήξη της ήταν τόσο αβάσταχτη που τα υπόφερνε. Έπειτα έβγαινε περίπατο στη λεωφόρο κι η καρδιά της πλημμύριζε μοναξιά.
   Ο Παντελιός δούλευε και τη νύχτα ακόμα. Οι παραγγελίες πλήθαιναν κι αυτός ξημερωνότανε πολλές φορές με τα καλούπια γεμάτα κερί. Το σκοτάδι κι η απογοήτευση τού κούραζαν τα μάτια, ώσπου στο τέλος άφηνε μισοτέλειωτους τους ανθρώπους του, προπαντός χωρίς χαρά. Κείνοι κάθονταν και τον κοίταζαν με περιέργεια. Αμίλητοι ήταν όλοι τους, μα οι ίσκιοι τους διχτύωναν γύρω στην ψυχή του και πότε του την αγρίευαν, μα κάποτε του τη μαλάκωναν και την κοίμιζαν.
   Απ' τον ύπνο τον ξυπνούσε τα χαράματα ο βοηθός του. Το παιδί έμενε με τη φαμίλια του στη συνοικία με τις μυγδαλιές, μα ερχόταν πάντα την ίδια ώρα, ξυπόλυτο και μισοπλυμένο, και του χτύπαγε το τζάμι:
   «Κύριε Παντελιό! Κύριε Παντελιό!»
   «Α...»
   «Εγώ είμαι... Ο Κιρκινέζης».
   Ο Κιρκινέζης σάρωνε το καμαράκι, μάζευε τα κομματάκια το κερί που σκόρπιζαν κι έτρωγε πότε - πότε και καμιά κλωτσιά στα πισινά. Όταν ο Παντελιός άρχιζε τη δουλειά, κείνος στεκόταν μαρμαρωμένος και χάζευε. Τρία χρόνια τον είχε εκεί χάμου μα δεν είχε μάθει μήτε πώς μπαίνει το κερί στα καλούπια. Έπαιρνε κάπου - κάπου κι αυτός ένα σβόλι από δαύτο, πάσχιζε να το χύσει σ' ένα καλούπι, το κερί όμως του ξέφευγε και γιόμιζε τον τόπο.
   Τότες έτρωγε την κλωτσιά στα πισινά.
   Ούτε με τα κουτιά δεν έστελνε τον Κιρκινέζη όξω ο Παντελιός. Κάποτε που του 'δωσε δυο - τρία να τα πάει στα λεωφορεία για να τα στείλουν στην Αθήνα, τα κουτιά τού πέσανε στο δρόμο κι οι κέρινοι άνθρωποι ζουλίστηκαν ο ένας με τον άλλον ώσπου έγιναν μια μάζα, άμορφη και τραγική.
   Εκεί που πετύχαινε πάντα ο Κιρκινέζης ήταν οι χάντρες για τους κέρινους ανθρώπους. Γύριζε στα ψιλικατζίδικα που πούλαγαν από δαύτες, διάλεγε τις πιο καλύτερες και τις πήγαινε του Παντελιού. Συχνά, όταν ερχόταν η ώρα να βάλουν τα μάτια στους ανθρώπους, ο Κιρκινέζης έδινε στον Παντελιό μια χάντρα πράσινη και μια ροζ.
   Κείνος θύμωνε.
   «Είναι άλλο χρώμα, μωρέ! Δε το βλέπεις;» 
   Ο Κιρκινέζης ήταν αλλοίθωρος κι ήθελε κι οι κέρινοι άνθρωποι να του μοιάζουν.
   «Το βλέπω», έλεγε. «Μα ποιος είπε πως πρέπει να 'ναι το ίδιο χρώμα;»
   «Βέβαια! Ποιος...»
 
   Αυτά τα παράξενα μάτια τα 'βλεπε κι η κυρία Ελιόνη κι έκανε πως τα θαύμαζε. Ο Παντελιός τής έλεγε τη θεωρία του Κιρκινέζη και το παιδί, όσο την έβλεπε να τον ακούει με προσοχή, χαμογελούσε από ικανοποίηση.
   Στο τέλος χαμογελούσε κι η ίδια ειρωνικά. Ο Παντελιός την παρακαλούσε να 'ρχεται συχνότερα στο μαγαζί, γιατί έτσι δούλευε με περισσότερη όρεξη. Κείνη δεν είχε τίποτις διασκεδαστικότερο να κάμει και πέρναγε και κάθε Πέμπτη. Παρών ήταν κι ο Κιρκινέζης. Σκούπιζε το πάτωμα με διπλό σάρωμα, έστρωνε το σακάκι του στην καρέκλα για να καθίσει η κυρία Ελιόνη κι ευχαριστιόταν που ο Παντελιός έδειχνε ευτυχισμένος.
   Μόνο που όταν έφευγε κείνη κι ο Παντελιός μελαγχολούσε, το παιδί πήγαινε πιο κοντά στην ψυχή του και ξανάλεγε για το χέρι του. Το μισό απ' τ' αριστερό που του 'λειπε. Ο Κιρκινέζης ήξερε επίσης την ιστορία του πολέμου και νόμιζε πως μπορούσε να ξαναγίνει το χέρι από κερί.
   «Από κερί, μπρε;»
   «Ναι, κύριε Παντελιό. Εσείς φτιάνετε τόσους ανθρώπους, και το χέρι σας;»
   «Ώστε μπορώ, λες...»
   «Μπορείτε».
   Για να τον πείσει ο Κιρκινέζης του 'λεγε κιόλας πως έτσι θα μπορούσε να συζητούσε με πιο πολύ θάρρος στην κυρία Ελιόνη για να μείνει μαζί τους. Αυτό το όνειρο το 'χανε βρει κι οι δυο τους ένα απόβραδο τυλιγμένο σε μια αράχνη απ' το ταβάνι κι εκεί δα αντιφέγγιζε ένα άστρο απ' τον απριλιάτικο ουρανό. Ούτε ο Παντελιός, ούτε ο Κιρκινέζης ήξεραν από πού ήρθε κείνη η γυναίκα και τι έκανε στον τόπο τους. Έμενε στο πολυτελέστερο ξενοδοχείο, ζούσε πλούσια μα ερημικά κι απελπισμένα κι αυτή. Χειμώνα - καλοκαίρι φορούσε στα χέρια της δυο άσπρα γάντια, κεντημένα στα δάχτυλα από κάτι μικρά πετράδια που έλαμπαν.
   Κάποτε που τη ρώτησε ο Παντελιός πού ήταν ο άντρας της, είχε πει πως πέθανε σε μια θάλασσα κυνηγώντας ένα ιστιοφόρο με γλάρους. Οι γλάροι ήταν άσπροι - κάτασπροι κι από το σμάρι τους πέρσεψαν μόνο δυο.
   «Απ' τη θάλασσα;»
   «Από κει».
   «Οι γλάροι;»
   «Ναι. Τα γάντια»
   Ο Παντελιός γύριζε και κοίταζε τ' αριστερό του μανίκι που πέρσευε και λυπόταν. Ύστερα έβλεπε και το κερί που σωριαζόταν στα ράφια σιωπηλό.
   Στο τέλος ξανάφερε στη συζήτηση την κυρία Ελιόνη. Ο Κιρκινέζης ήταν ένας χαμένος νους, μα πίστευε πως, όταν ο Παντελιός θα 'χει και τ' άλλο του χέρι, η γυναίκα κείνη θ' αποφάσιζε να μην ξαναθυμηθεί τον άντρα της και τους γλάρους.
   Τ' όνειρο άπλωνε μαζί με την αράχνη σ' όλο το ταβάνι, κατέβαινε και στα ράφια και στο κερί και το μαγαζί μοσχοβολούσε από ευδαιμονία. Αυτό το καταλάβαιναν κι οι κέρινοι άνθρωποι. Σάλευαν, λέγανε, τα μάτια τους μέσ' απ' τις κόγχες κι οι χάντρες λαμπύριζαν στο σκοτάδι από 'να παράξενο φως.
   Κι η κυρία Ελιόνη το πίστεψε επίσης. Της το 'πε κρυφά - κρυφά ο Κιρκινέζης και κείνη έκανε πως θα περίμενε με χαρά αυτό το θαύμα. Μονάχα που σήκωσε σε μια στιγμή και τα δυο της χέρια κι έκρυψε πίσω απ' τα γάντια της ένα γέλιο που φάνηκε στα χείλη της.
   Μια βδομάδα σχεδόν δούλεψε για το χέρι του ο Παντελιός. Έπηξε κερί άσπρο και κίτρινο, το 'ριξε σ' ένα καλούπι,  που του 'φτιαξαν επίτηδες σε κάποιο φαναράτικο στο σχήμα του χεριού του, και περίμενε να στεγνώσει για να το βγάλει.
   Τη νύχτα σηκωνόταν και το παρακολουθούσε. Το ξαναμέτραγε με το δεξί του χέρι, το πρόβερνε μέσ' απ' το άδειο του μανίκι και ξανακοιμόταν. Γύρω οι άλλοι κέρινοι άνθρωποι άνοιγαν κι αυτοί τα μάτια τους κι έβλεπαν πώς πήγαινε η δουλειά. Αυτοί έμεναν στα ράφια, έσκυβαν όμως μέσ' στη σκοτεινιά και μουρμούριζαν μεταξύ τους κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, πάντως για το χέρι του Παντελιού.
   Κείνος έκαμε κι ένα καινούργιο σακάκι, γκρι ριγωτό με δυο ίσια μανίκια κι από τρία κουμπιά το καθένα. Το σακάκι το κρέμασε πάνου απ' το κρεβάτι του και τα μανίκια πέφτανε στο ίδιο μέρος του τοίχου, περιμένοντας πότε θα 'ρθουν τα χέρια του.
   Πολλές φορές ο Παντελιός σήκωνε ψηλά τα μανίκια, τα 'ψαχνε με το μάτι του από μέσα και νόμιζε πως τα χέρια του είχαν μπει κιόλας και τα δυο και πως τάχατες όξω απ' τα μανίκια πέρσευαν οι παλάμες και τα δάχτυλά του. Τότες καλούσε τον Κιρκινέζη για να μετρήσουν τα δάχτυλά του.
   «Ποια δάκτυλα, κύριε Παντελιό;»
   «Να, αυτά που βγαίνουν απ' τα μανίκια».
   «Του σακακιού;»
   «Ναι. Τα δικά μου».
   «Α!»
   Ο Κιρκινέζης ήταν αγράμματος, μα όσες φορές κι αν μέτρησαν τα δάχτυλα του Παντελιού, τα βρήκανε μαζί δέκα.
   Δέκα έλεγαν θα τα 'βρισκε κι η κυρία Ελιόνη την πρώτη μέρα που θα τα 'βλεπε. Εκεί δα θα τα 'πιανε και τα δυο χέρια μαζί με τα γάντια της κι ίσως να τα κρατούσε περσότερο από ώρα μέσ' στις παλάμες της για να τα χαρεί.
   Τα χέρια του, και περσότερο τ' αριστερό, τα κρατούσε ο Παντελιός όταν ξυπνούσε τη νύχτα. Φοβόταν από κάτι εφιάλτες κι όπως τιναζόταν στο κρεβάτι του, γατζωνόταν απ' το σακάκι του και νόμιζε πως τον συγκρατούσαν τ' άδεια εκείνα μανίκια. Ύστερα χάιδευε τάχατες τις παλάμες του που δεν υπήρχαν κι αποκοιμιόταν κρατώντας το κενό.
   
   Το μισό αριστερό χέρι τού το κόλλησε στον αγκώνα του ο Κιρκινέζης. Πέρασε μέσ' απ' τον κύκλο του κεριού ένα σπάγγο, τον έδεσε στ' αληθινό του μπράτσο κι έτσι στερέωσε το κερί. Έπειτα το παιδί τον βοήθησε και φόρεσε το σακάκι του και, όταν είδε τον Παντελιό με το καινούργιο χέρι, πέταξε από χαρά.
   «Καλορίζικο, κύριε Παντελιό! Καλορίζικο!»
   «Ευχαριστώ, Κιρκινέζη. Ό,τι ποθείς».
   Απ' το μανίκι πέρσευε πραγματικά η παλάμη με τα πέντε δάχτυλα. Κείνα ήταν ακριβώς κομμένα στη φόρμα του δεξιού χεριού, αδύνατα κάπως και μαραζωμένα απ' τη λύπη, και στις άκρες τους μπλάβιζε από 'να νύχι στο καθένα, πλατύ κι άσχημο.
   Τα νύχια βέβαια ήταν κι εκείνα κέρινα.
   Χειμώνα είχε όξω και μέσ' στο καμαράκι έκαιγε ήσυχα - ήσυχα το μαγκάλι τους. Το μαγκάλι το χρειαζόταν ο Παντελιός για να αναλιγώνει το κερί με μια μόνιμη φωτιά που μέσ' στη θράκα της γύριζαν οι σκέψεις κι οι μήνες. Αυτές τις έβρισκαν κάποτε - κάποτε μαζί με τον Κιρκινέζη, όταν τον κρατούσε συντροφιά ως τα μεσάνυχτα και το παιδί δε νύσταζε.
   Ο Κιρκινέζης έψαχνε με την τσιμπίδα μέσ' στα κάρβουνα κι ήθελε να ξανάβρει τα μάτια του πριν αλοιθωρήσουν. Ήταν ένας τόσος δα σβόμπιρας ακόμα τότες που πέρασε κάποιο σύγνεφο σκόνης απ' τα μάτια του και του τα χάλασε. Στην ουρά της σκόνης είχε κρεμαστεί ένας πολύχρωμος χαρταετός, ξέκοψε για μια στιγμή απ' το ταξίδι του στο άπειρο και του πήρε το μισό φως.
   Τα μάτια του ήταν ανοιχτά μπλε. Τα 'χε δει πολλές φορές στον καθρέφτη, τ' άνοιγε παίζοντας με τις κόρες τους και του άρεσαν, γιατί έμοιαζαν με τη θάλασσα που τον πήρε μια μέρα απ' το νησί του σ' ένα καρυδότσουφλο και τον έφερε  σ' αυτή την πόλη. Η τσιμπίδα γύριζε τη φωτιά, μα ώσπου να φανούν τα μάτια του Κιρκινέζη, έμπαινε ανάμεσα η στάχτη και τα ξανάκρυβε.
   Ύστερα ήρθε η κυρία Ελιόνη και κάθισε μαζί τους. Ο Παντελιός τής έδωσε επιδεικτικά και τα δυο του χέρια και κείνη, ακριβώς όπως είχαν πει, τα πήρε τρυφερά - τρυφερά μέσ' στα γάντια της και τα χάρηκε. Μονάχα που δεν τα 'σφιξε.
   Στο ταβάνι κρεμόταν μια λάμπα πετρελαίου και φώτιζε μελιχρά το κέρινο χέρι. Η κυρία Ελιόνη το κοίταζε με περιέργεια, απ' την κλείδωση ως τα δάκτυλα που φαίνονταν  όλο - όλο απ' το μανίκι, κι ίσα που δεν έδειξε πόσο τρόμαξε. Το χέρι ήταν κίτρινο και μύριζε απελπιστικά. Άλλωστε στεκόταν ασάλευτο και βουβό μέσ' στο χάος του κόσμου.
   Ο Παντελιός φυσικά δεν κατάλαβε τίποτις. Ίσα - ίσα αυτός ήταν χαρούμενος κι έκανε κάθε προσπάθεια να φυσήξει και ζωή  στο κέρινο χέρι του.
   «Είδατε; Είδατε, κυρία Ελιόνη;» 
   «Πώς! Αληθινά θαυμάσιο».
   «Στοίχισε όμως και τόση δουλειά...»
   «Ξέρω. Μα γιατί γκρι ριγωτό;» 
   «Για ποιο λέτε;»
   «Για το σακάκι, καλέ. Γι' αυτό δε λέτε κι εσείς;»
   «Όχι. Εγώ λέω για το χέρι μου».
   Κείνη είπε πως το χέρι του ήταν θαυμάσιο. Μονάχα που εννοούσε το δεξί.
   Η κυρία Ελιόνη καθόταν κάπου - κάπου  κι αυτή γύρω στο μαγκάλι. Έπαιρνε μάλιστα την τσιμπίδα κι ανακάτευε τη φωτιά για να λαμπαδιάσει. Φορούσε πάντα τα γάντια της κι όπως η φωτιά άπλωνε και θέριευε, τα γάντια σαν να 'παίρναν από δυο φτερά το καθένα και να τα ξάνοιγαν.
   Τα 'δειχνε τότες στους άλλους και φώναζε πως ήταν οι γλάροι.
   «Οι γλάροι;» 
   «Ναι.  Αυτοί που κυνήγησε ο άντρας μου».
   «Οι άσπροι;»
   «Οι κάτασπροι».
   Τους γλάρους τούς έδειξε κι απόψε και κείνοι ξανάπαν πως τους βλέπανε.
   Ύστερα ο Παντελιός άρχισε να διηγηθεί για το χέρι του. Έλεγε πόσο κουράστηκε να χύσει το κερί στο καλούπι, να το βγάλει όταν έπηξε και να εφαρμόσει το κέρινο χέρι του στον αγκώνα με το σπάγγο που του πέρασε ο Κιρκινέζης.
   Το μαγκάλι έκαιγε από κάτου και το χέρι, πάνου απ' τη φωτιά, καθόταν ακίνητο και σιωπηλό κι αφουγκραζότανε. Το ίδιο αφουγκραζόταν η κυρία Ελιόνη κι ο Κιρκινέζης. Ο τελευταίος είχε πάρει θάρρος απ' την εφαρμογή του χεριού κι από αύριο ο Παντελιός θα του 'δινε καλούπια να χύνει κερί για μια παραγγελία που 'χαν ζητήσει απ' την Κόρινθο.
   Ο Κιρκινέζης πάλευε βέβαια και τη φωτιά. Πίστευε πως σήμερα θα 'βρισκε εκεί πέρα, ανάμεσα στα κάρβουνα, τα παιδικά του μάτια κι ίσως και τη θάλασσα που 'μεινε για πάντα περιδιαβάζοντας γύρω - γύρω στο νησί του.
   Η κυρία Ελιόνη ήξερε μέσες άκρες κι αυτή την ιστορία κι έψαχνε κι εκείνη μια για τα μάτια του παιδιού και μια για τους γλάρους τους δικούς της.
   «Είναι μπλε είπες, Κιρκινέζη;»
   «Μπλε ανοιχτά».
   «Μπορεί να τα βρούμε».
   Μπορούσε.
 
   Δεν πρόφτασαν ωστόσο να ψάξουν πολλή ώρα.
   Η φωτιά έκαιγε ύπουλα - ύπουλα κι άρχισε να λιώνει το χέρι του Παντελιού. Στην αρχή κόπηκαν τα νύχια, ύστερα λίγο - λίγο τα δάχτυλα και στο τέλος φαγωνόταν η παλάμη. Το χέρι γινότανε σταλαγματιές - σταλαγματιές, και κείνες πέφτανε βαριά κι οριστικά μέσ' στα κάρβουνα, τσιρίζοντας από πόνο.
   Ο Παντελιός δεν κατάλαβε αμέσως πως χανόταν το χέρι του. Το κρατούσε ακουμπισμένο στο γόνατό του κι όταν ένιωσε πως εκείνο αλάφρυνε και το μανίκι του άδειαζε, πετάχτηκε απότομα και φώναξε πως θα ξανάμενε όπως πρώτα με τον αγκώνα.
   «Το χέρι μου! Πάει το χέρι μου!» 
   Το χέρι του, όσο είχε μείνει, το σήκωσε απρόσεχτα ψηλά και κείνο ξεκόπηκε από το σπάγγο που το συγκρατούσε με τ' αληθινό του μπράτσο κι έπεσε ολόκληρο στη φωτιά.
   Η κυρία Ελιόνη κι ο Κιρκινέζης τρέξανε να γλιτώσουνε το χέρι του Παντελιού, μα δεν το πρόφτασαν. Το 'δαν μονάχα που ρίχτηκε ανάμεσα στα κάρβουνα και κείνα ρούφηξαν αμέσως το κερί.Ύστερα ψάξανε και μέσ' στη στάχτη μήπως είχε περσέψει τίποτις από δαύτο, μα αυτή το 'χε κιόλας χωνέψει.
   Πάνου απ' το μαγκάλι στεκόταν τ' αριστερό μανίκι του Παντελιού άδειο πάλι όπως άλλοτε, μα τόσο λυπημένο όσο ποτέ! Σάλευε μάλιστα, απ' τον τρόμο. Γκρι ριγωτό ήταν, με τα τρία κουμπιά στην άκρη.
   Στη χόβολη της φωτιάς έψαξε ο Κιρκινέζης και για τα μάτια του μα δεν έβλεπε πια ούτε τη στάχτη.
   Γύρω στα ράφια οι κέρινοι άνθρωποι είχαν σβολιάσει μέσα σε απέραντη πίκρα.
 
Δόξας Τάκης
Περιοδικό «Νέα Πορεία»,
τεύχος 5-6, Ιούλιος - Αύγουστος 1955

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου