Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Η ΣΥΓΧΩΡΕΣΙΣ


   Ο Αναστάσιος, γέρος ογδοηντάρης, ευρέθη νεκρός κάτω από το βουνό της Σκοτεινής, έως μισήν ώραν μακράν από το χωριό του· από αυτού τον εσήκωσαν η μονάκριβή του θυγατέρα Ειρήνη, η Ελένη αδελφή του, και ο παλαιός του φίλος Χαράλαμπος· τον έφεραν εις το σπίτι, και το πρωί, ότι εβγήκε ο ήλιος, τον έβγαλαν με τον εφημέριον της Ευαγγελίστρας· κανένας χριστιανός δεν ακολούθησε εις το ξόδι, μόνος ο Χαράλαμπος και ο υπηρέτης της εκκλησίας· αυτοί εβαστούσαν το ξυλοκρέβατο, και αυτοί τού έσκαψαν τον λάκκον, μέσα εις την εκκλησίαν, καθώς εγίνετο τότε και εις την εξοχήν της Κέρκυρας και εις την πόλιν.
 
   Ένα εσπέρας ο Χαράλαμπος εμπήκε εις το κρασοπωλείον της γειτονιάς του· εκάθοντο εκεί πέντ' έξι άνθρωποι κι έπιναν· εκαλησπέρισε, επήγε κι εκάθισε εις μίαν άκρην, κι εζήτησε ένα ποτήρι κρασί.
   Εύρηκεν ομιλίαν αρχινισμένην και επρόσεχε.
   «... το παιδί του Νικόλα, ο Χαρίδημος, τώρα θα πάρει την Ειρήνην».
   «Την είχε προξενολογήσει εδώ και τέσσερα χρόνια· η κόρη ήθελε, αλλά δεν το έστεργε (1) ο πατέρας».
   «Αυτό ήθελα να ειπώ· όσο εζούσε ο Αναστάσης, δεν ημπορούσε να γίνει ο γάμος· εκείνος εφοβείτο να κάμει γαμπρόν του τον Χαρίδημον· είχε δανείσει του Νικόλα ολίγα τάλαρα, κατόπι, με διάφορα επάνω εις τα διάφορα, με έξοδα και δικαστήρια, τα έκαμε πολλά και του επήρε το μοναχό του αμπέλι και το σπίτι».
   «Όχι, καλότυχε, το σπίτι· το έχει ολοένα ο Χαρίδημος».
   «Ναίσκε, του το άφησε, όχι όμως από καλοσύνη του· ο δύστυχος ο Νικόλας αναγκάσθηκε να υποχρεωθεί να του πλερώνει εσοδικώς ένα βαρέλι λάδι γι' αυτό το παλιόσπιτο». 
   «Σαν οι πέτρες να έβγαζαν λάδι!»
   «Αλλά και αυτό το εδέχθηκε ο παμπόνηρος με τέλος· επρόβλεπε πως ο Νικόλας δεν θα τον επλέρωνε· και από τι; Και αν εζούσε ο θεοκατάρατος ακόμη έναν χρόνον, θα του έπαιρνε όχι μόνον το σπίτι, αλλά και τα ολίγα ελαιόδενδρα οπού του απόμειναν εις τα Πλάγια, για τρία βαρέλια λάδι οπού του χρεωστούσε, αποφασισμένα ακριβά».
   «Αμή τώρα οπού θα γίνει ο γάμος όλα σιαίνονται (2)· ο Χαρίδημος με την κληρονομιάν παίρνει οπίσω και το κτήμα και ακόμη όλη την κατάστασιν (3) του Αναστάση· ο Θεός είναι δικαιοκρίτης».
   «Ο γάμος δεν γίνεται· πώς να βάλει προξενιά ο Χαρίδημος; Ο κακόμοιρος ο Νικόλας, κοντά να ξεψυχήσει, είπε του παιδιού του: Χαρίδημε, την κατάραν μου να 'χεις αν πάρεις την Ειρήνην».
   «Εγώ γνωρίζω πως ο Χαρίδημος το θέλει». 
   «Ναι, αμή δεν τον αφήν' η μητέρα του, και το συχνό του λέει: Θυμήσου τον ύστερον λόγον του πατρός σου, και το καημένο παιδί κλαίει, και δεν έχει καρδιά να περάσει από την γειτονιά της Ειρήνης».
   «Όμως ο πατέρας του δεν εγνώριζε πως τα δύο παιδιά τα είχαν συμφωνήσει μοναχά τους· μου το είπε η θεία της, έχουν κρυφοαρραβωνιασθεί· μίαν ημέραν η Ειρήνη εκατέβηκε την συνηθισμένην ώραν ν' αλλάξει τ' άλογο του πατρός της και να το ποτίσει, και αυτού μέσ' από μιαν φράκτην επετάχθη ο Χαρίδημος με δύο φίλους του μάρτυρες, και την εφίλησε στανικώς τάχα».
   «Φιλημένη κόρη δεν ευρίσκει άλλον άνδρα».
   «Κοίταξε Θεού μυστήρια! Ζώντας ο άθεος ερήμαξε τόσα σπίτια, και τώρα πεθαμένος βουλιάζει το δικό του».
   «Κακός άνθρωπος».  
   «Κι έκραζε πάντοτε το κακό».
   «Τον θυμάσθε πρόπερσι, πώς επαρουσιάσθηκε σ' τον φόρο (4); Μ' εκείνο το χασκόγελό του που έδειχνε τα μαύρα ξεδοντιασμένα γούλια (5) του, μας είπε πως εύρηκε το σκουλήκι  σ' τον καρπόν».
   «Η δυστυχία του κόσμου όλου ευτυχία του· ελύσιαζε (6) να ιδεί να ψοφάν της πείνας οι φτωχοί, για να πέσουν εις τα πόδια του να δανεισθούν και άλλα».
   «Καλά την είχε στοχασθεί ο Ανδρόνικος -ο Θεός ν' αναπαύσει την ψυχήν του».
   «Ναι, που εκείνος ο πλεονέκτης τον είχε κράξει εις το δικαστήριο για ένα χρέος πλερωμένο· ο Ανδρόνικος δεν είχε μήτε γραμμένην εξόφλησιν μήτε μάρτυρες, και ο Κριτής έδωκε τον όρκον του Αναστάση, κι εκείνος ο αφοβόθεος εμάλαξε (7) το Ευαγγέλιο κι έκαμε άδικον όρκον».  
   «Αυτό ήθελα να ειπώ· όταν γι' αυτό το χρέος πλερωμένο ήθελε να τον βάλει σ' την φυλακήν, ο Ανδρόνικος εστραβώθηκε από την χολήν του, τον εκαρτέρεσε και του τράβηξε μια τουφεκιά, που τον επέρασε πέρα πέρα».
   «Και τι με τούτο; Το βόλι αντί να τον φάει τον έγιανε».
   «Ναι, το βόλι δεν ευρέθηκε. Όπως είπαν οι ιατροί, το βόλι, καθώς εδιάβηκε από τα σωθικά του, του εβούλωσε μίαν πληγήν που είχε μέσα, κι εφτυούσε το αίμα. Ο δύστυχος ο Ανδρόνικος εκαταδικάσθηκε εις τα σίδερα επί ζωής του, κι ύστερ' από δύο τρία χρόνια αδικοθανάτησε, κι εκείνος ο ληστής, που είχε γεννηθεί τρεις ημέρες πριν από τον διάβολον, έζησε καλά και παράκαλα ακόμη είκοσι χρόνια. Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Τον εβαστούσε ο Θεός εις τον κόσμον για να τυραννεί τους χριστιανούς!»
   
   Έγινε σιωπή δι' ολίγες στιγμές.
   Ο Χαράλαμπος, όλη την ώραν, ερουφούσε απ' ολίγο ολίγο το κρασί του κι ετραβούσε το τσιμπούκι του· εδιαλογίζετο τι να κάμει, να σηκωθεί, ν' αναχωρήσει, ή να λάβει μέρος εις την ομιλίαν, όταν ο πλέον ηλικιωμένος, που είχε σιωπήσει έως τότε, του είπε:
   «Αδελφέ Χαράλαμπε, δεν μας λέγεις τίποτε;»
   «Πολληώρα σας ακούω», αποκρίθηκε ο Χαράλαμπος, «κι έλεγα μέσα μου πως δεν ομιλείτε ωσάν καλοί χριστιανοί. Έχομεν και παραμονήν, αύριο θ' ακούσωμε το άγιον Ευαγγέλιον, τον λόγον της αληθείας».
   «Και ήταν τάχατε ψέματα αυτά που ελέγαμε;»
   «Δεν πιστεύω να ήταν και όλα αλήθεια -μοναχά θέλω να ειπώ πως και να εστάθηκε ο Αναστάσης διεστραμμένος όπως τον λέγετε σεις, δεν έπρεπε τόσον απάνθρωπα να τον νεκρολογείτε. Αν εκείνος έπραξε κακά ν' αδικεί ζωντανούς, και σεις πράζετε κακά να κατηγορείτε πεθαμένον, όπου δεν ημπορεί ν' απολογηθεί από κει που είναι».
   «Αφού δεν ηθέλησε καμία μοιρολογίστρα να πάει να τον κλάψει, τον εμοιρολογήσαμ' εμείς».
   «Εμείς δεν ομιλούσαμεν από πάθος. Κανένας από εμάς εδώ δεν έτυχε να πέσει στα νύχια του· δεν τον είχαμε ανάγκην. Μοναχά μας έφερε ο πόνος για τόσους φτωχούς οπού εκείνος έγδυσε· ήτον αιματοφάης».
   «Έχει και κάποιο δίκαιο ο Χαράλαμπος», είπε ο πλέον ηλικιωμένος, «ο Αναστάσης μια φορά τον έσωσε από τον θάνατον».
   «Το μοναχό καλό που έκαμε σ' όλη την ζωήν του».
   «Βλέπετε;» εξηκολούθησεν ο Χαράλαμπος, παίρνοντας ολίγο θάρρος. «Ο άνθρωπος δεν ήταν και τόσο κακός· είχε και μία στάλα καλοσύνη στην ψυχή του, καθώς τυχαίνει και του καλού ανθρώπου να έχει μια στάλα κακοσύνη. Ίσως ο Θεός τον είχε κάμει καλύτερον· ξεύρετε πώς έγινε σκληρός; Σεις οι νέοι δεν τα γνωρίζετε· να σας τα ειπώ εγώ».
   «Ας ακούσωμεν για να περάσ' η ώρα».
 
   «Ο δύστυχος αυτός ο Αναστάσης ήταν τεσσάρων χρόνων όταν έχασε τον πατέρα του, και ύστερ' από δυο τρία χρόνια του απέθανε και η μητέρα. Αυτόν τον ορφανόν τον επήρε σπίτι του ο νόμιμος επίτροπός του, ένας μακρινός θείος του, και τον εμεταχειρίζετο χειρότερα παρά κακός μητριός, τον εξυλοφόρτωνε για το παραμικρό...»
   «Θα ήταν στραβόξυλο από την κοιλιά της μάνας του».
   «Ο ασυνείδητος εκείνος επίτροπος έκαμε σχέδιο να γυμνώσει αυτό το ανεψίδι του· του άδειασε το πατρικό του σπίτι απ' ό,τι κι αν είχε μέσα· αλλά παλιοσκάφονα (8) και μουχλιασμένα βουτσιά (9) δεν ήταν τίποτε· εργάσθηκε άλλο· αφάνισε όλους τους παλαιούς τερμόνους (10), εμετατόπισε δέματα και ξερολιθιές ανάμεσα εις τα κτήματα τα δικά του και σ' εκείνα του ορφανού, κι έκαμε νέαν χώρισιν, ώστε δεν του άφηνε παρά κάτι λουρίδες τόπον εις ταις άκραις· κοντολογής, τον εκατάντησε έρμον και άκλερον».
   «Ήταν όλη διεστραμμένη γενεά». 
   «Εις εκείνον τον καιρόν οι Άγγλοι εζητούσαν ανθρώπους για το νησί του Βίδου, όπου εσήκωναν εκείνα τα περίφημα κάστρα· τους επλήρωναν καλά· τότε πήγαν κάμποσα ορφανά παιδιά και από το χωριό μας κι επήγε και ο Αναστάσης· αυτού εδούλευσε δύο χρόνια κι εγύρισε με ολίγα χρήματα».
   «Το πρώτο του ζυμάρι από αλλόφυλους».
   «Από τον κόπον του· με αυτά τα χρήματα, και ως είχε μάθει κτίστης εις το Βίδο, μοναχός του έφτιασε το γκρεμισμένο παλιόσπιτό του, και το εσυγύρισε, πήρε γυναίκα μίαν ορφανήν, προίκα τίποτε. Έκαμαν δύο παιδιά, την Ειρήνην, οπού ζει, και τον καημένον τον αναδεκτόν μου, τον Σωτήρη· του πεθαίν' η γυναίκα, κι έμεινε ολομόναχος να αναστήσει τα δύο μικρά, το αρσενικό τεσσάρων χρόνων και το θηλυκό πέντε· ο κακόμοιρος επεριορίσθηκε...»
   «Ας έπαιρνε δεύτερην γυναίκα».
   «Κι εγώ τον επαρακινούσα. Δεν θέλω, μου έλεγε, μητριά εις τα παιδιά μου· καλύτερα να υποφέρω εγώ παρά να τα χάσω. Ο άνθρωπος ήταν γενναίος· τον ενθυμούμαι το καλοκαίρι που έβγαινε δυο ώρες να ξημερώσει· έβαζε τα παιδιά του, δύο μικρά αγγελούδια, με δυο τρεις λίτρες ξερομπαρμπαρέλα (11), εις ένα τερτικό (12), εκρεμούσε από τον λαιμόν του μια κολόκα (13) για νερό, και κρατώντας με το ένα χέρι το τσαπί, με το τερτικό στην πλάτην, έκανε μίαν ώραν δρόμον να πάει στον μεγάλον λόγγον, κοντά εκεί στο κεφαλοχώρι· αυτού εψένονταν όλην την ημέραν εις τον ήλιον να βγάζει ξύλα για κάρβουνα, από σχοίνους, κουραμιές (14) και πρινάρια (15), και όταν είχε κάμει αρκετά για να τα κάψει, εξενυκτούσε αυτού με τα παιδιά του· άφηνε κάποτε ή τα καμμένα ξύλα, ή και τα κάρβουνα έτοιμα μέσα εις τον λάκκον τους, και το πιστεύετε; Κανένας δεν του τα επείραζε· όλος ο κόσμος τον ψυχοπονούσε». 
   «Έτσι και αυτός μετέπειτα εσπλαχνίσθηκε τον κόσμον!»
   «Αυτήν την ζωήν έκαμε τέσσερα πέντε χρόνια, για να ζήσει αυτός και να ζωοθρέψει (16) τα παιδιά του».
   «Ας επήγαινε να ξενοδουλεύει, καθώς εκάμαμε όλοι, όταν επεινάσαμε».
   «Εις εκείνους τους χρόνους, αν και ήταν φτήνια, το ημεροκάματο ήταν πολύ μικρό· έπειτα αυτός ήταν περήφανος, δεν ήθελε να ξενοδουλεύει· ωσάν καλός εργάτης τίμιος και ανδρειωμένος οπού ήταν δεν υπόφερνε τες παραξενιές κάποιων νοικοκυραίων· κι ύστερα δεν ημπορούσε να χωρισθεί από τα παιδιά του, και δεν ήθελε να τ' αποθώσει (17) εις συγγενικό σπίτι· αφού έπαθε όσα έπαθε από τον θείον του, υποπτεύονταν όλους τους δικούς του».
   «Και πώς με τόση κακομοιριά εγίνηκε ύστερα ταλαράς;»
   «Πότε ακούσθηκε καρβουνολόγος να βιοτίσει (18)
   «Έχομε ακουστά πως εύρηκε θησαυρόν, εκεί πέρα εις το Γαρδίκι, εις το παλιόκαστρο· του τον έδειξε ο Μώρος (19)».
   «Κουτόλογα του κόσμου», εξακολούθησε ο Χαράλαμπος, «ο θησαυρός ήταν ο κόπος του και η οικονομία του· βάλε ότι ο Θεός τον είχε κάμει χεροδύναμον· ήταν άξιος να εργάζεται δεκαοκτώ ώρες το ημερόνυκτο· γιατί τον χειμώνα εδούλευε και την νύκτα· έφτιανε τα καλύτερα κοφίνια και τα στερεότερα τερτικά· και δεν επατούσε ποτέ σ' αργαστήρι· και τι άλλο εσοφίσθηκε; Το καλοκαίρι επουλούσε από τα κάρβουνα όσο για να θρέψει τα παιδιά του -τα περισσότερα τα αποθήκευε εις το σπίτι του και τα έδινε τον χειμώνα οπού πηγαίνουν πολύ ακριβότερα. Με αυτούς τους τρόπους εξεδούλευσε αρκετά χρήματα...»
   «Τι έχει να κάμει αυτό; Τα έκαμε τίμια, και κατόπι τα εμεταχειρίσθηκε άτιμα, για να φουρκίζει (20) φτωχούς».
   «Πολλές φορές του είπα ότι με το να δανείζει τόσο ακριβά  κάνει και αμαρτίαν και αποκτά και το μίσος του κόσμου· αλλ' αυτός ήταν αυτοκέφαλος (21)· μου έλεγε, Χαράλαμπε, εγνώρισα από τα μικρά μου χρόνια την πείνα και την γύμνια· δεν τα λησμονώ· επέρασα τα νιάτα μου δυστυχισμένα, δεν θέλω να κάμω και κακά γεράματα· θέλω ν' αφήσω και κάτι της Ειρήνης μου. Είχε χάσει το αρσενικό του, δεκαπέντε χρόνων παλικάρι».
   «Σπαθί θεϊκό».
   «Είναι αμαρτία, μου έλεγε ακόμη, να δίνω δέκα για να πάρω είκοσι; Δεν το πιστεύω· τα δέκα τα δικά μου αξίζουν όχι είκοσι, αξίζουν εκατό! Είναι ζυμωμένα με τον ίδρω του προσώπου μου και με το αίμα της καρδιάς μου· δεν είναι ωσάν εκείνα οπού άλλοι ευτυχισμένοι ευρίσκουν μέσα εις το συρτάρι του πατρός τους· και ο πατέρας μου κάτι είχε, αμή ο θείος μου δεν μου άφησε στάκτη».
   «Καλά τον ορμήνευε ο Πειρασμός· από τέτοια έλεγε του πνευματικού του;»
   «Καλότυχε; Ποιος τον είδε ποτέ να μεταλάβει;»
   «Εγνώριζε πως η αγία Κοινωνία θα εγένονταν φωτιά μέσα εις τα σπλάγχνα του».
   «Αφήσετέ με να τελειώσω», εξακολούθησε ο Χαράλαμπος, «σας αναφέρω το τι έλεγε αυτός, δεν είπα πως έλεγε σωστά. Έλεγε κι ένα άλλο: Εγώ δεν πηγαίνω γυρεύοντας· έρχονται μοναχοί τους άνθρωποι αδούληδες, χαροκόποι, σπάταλοι, και μου ζητούν δανεικά· εγώ τα δίνω· τόσο και τόσο αυτοί θα παν να δανεισθούν από κανέναν εβραίον· καλύτερα να ωφεληθώ εγώ που είμαι χριστιανός. Κι επάνω σ' αυτό, θυμούμαι, εις εκείνους τους δυστυχισμένους χρόνους, οπού ετρώγαμε μοναχά χόρτα χωρίς μήτε μία στάλα ξύδι, αυτός ο συχωρεμένος ο Νικόλας, ο πατέρας του Χαρίδημου, κοντά να γίνει ο γάμος του με την Αγαθήν, για να κάμει τες χαρές του, εδανείσθηκε μαζί με τον πενθερόν του πενήντα τάλαρα από τον Αναστάση· έφαγαν, έπιαν, ετραγούδησαν κι εχόρευσαν δεκαπέντε ημερόνυκτα με όλο το συγγενολόγι τους και με τους φίλους, κι ύστερ' από δύο χρόνους ήλθε ο κόμπος σ' το κτένι· γι' αυτό το χρέος ο Αναστάσης τού πήρε το αμπέλι και το σπίτι, καθώς ελέγετε από τώρα. Πάντοτε με ασώτους είχε να κάμει· κάποτε εδάνειζε και χωρίς διάφορο, αν ετύχαινε άνθρωπος δουλευτής ν' αρρωστήσει».
   «Αλήθεια, κρίμα τέτοιοι άνθρωποι να μη ζουν πάντοτε!»
   «Αγάλι αγάλι μας τον έκαμες άγιον».  
   «Δεν είπ' αυτό· ήθελα μοναχά να μάθετε ότι ο άνθρωπος ήταν αδικημένος, ότι είχε υποφέρει πολλά· κατ' αυτόν τον τρόπον, λογιάζω, αγρίευσε η καρδιά του· αλήθεια έβλαψε πολλούς ανθρώπους· ας τον κρίνει ο Μεγαλοδύναμος».
 
   «Τον έκρινε, απ' ό,τι δείχνει», είπεν ο πλέον ηλικιωμένος.
   «Τι δείχνει;» ερώτησε ο Χαράλαμπος.
   «Εφάνηκε αμέσως την αντήμερο της θανής του, την νύκτα».
   Ο Χαράλαμπος εταράχθηκε ολίγο, αλλ' είπεν αμέσως:
   «Έχομε αλωνάρη και γιόμοσι φεγγαριού».  
   «Τι θέλεις να ειπείς;»
   «Κάποιος βαρύνεται να φυλά τα σύκα του κι έβγαλε αυτό για να σκιαχθούν τα κλεφτόπουλα».
   «Τι δεν εφευρίσκει ο Χαράλαμπος γι' αγάπη του φίλου του!»
   «Ωστόσο εγώ βάνω στοίχημα πως τον έχει απαντήσει· είναι αλαφροΐσκιωτος· δεν μας είπες τόσες φορές πως απάντησες φαντάσματα; είσαι ψυχερός (22) και σου νοστιμίζει να νυκτοπαρωράς (23) μοναχός σου ωσάν νυκτοπούλι».
   «Αλήθεια είδα πολλές φορές και δεν σκιάζομαι· άυλα πράγματα· μια φορά, ήταν Γενάρης, νυκτιά ξάστερη και κρύα, κάτω από το πίλακκο του Κακαβά, καθώς εκατέβαινα να διαβώ τον τράφον, ξάφνου  ευρέθηκ' εμπρός μου ένας σκύλος μεγάλος ολόμαυρος, με δυο μάτια σαν κάρβουνα αναμμένα, και δύο πήχες ουρά· έκαμα τρεις φορές τον σταυρόν μου και στην τρίτην αυτό εχάθη κι εγώ εδιάβηκα ελεύθερα. Άλλη φορά, εφύλαγα τα σταφύλια μου, εις το αμπέλι μου αντίκρυ τον αντήφορον του Αγίου Αθανασίου· ο αλετροπόδας (24) έδειχνε πως είχε μεσονυκτήσει· βλέπω ένα αμάξι μεγάλο, ζεμένα δύο μεγάλα  άλογα άσπρα, μέσα γεμάτο, και το κυβερνούσε ένας γέρος· ανέβαινε, ανέβαινε τρέχοντας»
   «Εις όλες τες ώρες και την νύκτα ακόμα τυχαίνει να περνούν αμάξια από αυτόν τον δρόμον».
   «Αμή καθώς έτρεχε, μήτε ρόδες έτριζαν, μήτε πέταλα ακούονταν· τίποτε· έλεγες πως ο δρόμος ήταν στρωμένος όλος στοίβες μπαμπάκι. Ήταν ο Χάρος που έπαιρνε ψυχές ποιος ξεύρει από ποιο μέρος».
   «Κι ύστερα μας λες πως δεν βγαίνουν βρυκολάκοι».
   «Δεν το πιστεύω, γιατί δεν είδα ποτέ εις την ζωήν μου, κι έχω εξήντα χρόνους στην ράχην μου· έτυχαν άνθρωποι πολύ χειρότεροι από τον Αναστάση να πεθάνουν αδιόρθωτοι, και ακόμη αγιογδύτες, που ήσαν  τόσοι  σ' εκείνους τους χρόνους· άνθρωπος δεν σηκώνεται σύγκορμος από τον τάφον του παρά εις την δευτέραν Παρουσίαν· μας το λέγει το Ευαγγέλιο, εις την Ανάστασιν, όταν ο Θεός θα έλθη κρίναι ζώντας και νεκρούς».
   «Μάλιστα, όμως μαύρες ψυχές, ωσάν εκείνη, κολάζονται αμέσως, και ο Θεός δείχνει σημάδι που αποφάσισε».
   «Ο Μεγαλοδύναμος δεν φανερώνει ποτέ  την απόφασίν του· αυτό είναι μυστικό του».
   «Αυτά δεν μας τα είπε ποτέ κανένας παπάς».
   «Ωστόσο εγώ», είπε ο πλέον ηλικιωμένος, «έχω ακούσει μια φορά από κάποιον σπουδασμένον πως ηύρε γραμμένο για έναν κακούργον ότι εκεί που του έβγαινε η ψυχή, καθώς ένας δαίμονας την έπαιρνε, ένας άλλος δαίμονας έμπαινε αμέσως εις το κορμί του κι έτσ' η ψυχή εκείνη εκαίονταν εις τον Άδη, και το κορμί του με το ακάθαρτο πνεύμα εσυγκρατήθηκε κι έμεινε ακόμη πολλά χρόνια με τους ζωντανούς, για να τους βασανίζει».
   «Θυμάσαι εις τους ύστερους χρόνους, κατόπιν από μίαν αρρώστιαν, τον Αναστάση πώς ήταν; Έλεγες πως δεν είχεν αίμα στο πρόσωπο».  
   «Αλήθεια, και τι λογής εγυάλιζαν τα μάτια του!»
   Ο Χαράλαμπος εσηκώθηκε, άναψε τρίτην φορά το τσιμπούκι του κι είπε του καταστηματάρχη:
   «Βάλε κρασί να πιούμε όλοι. Παιδιά μου, πιστεύσετε ό,τι θέλετε· σας παρακαλώ μοναχά να μην αναφέρετε αλλού αυτήν την ομιλίαν· όχι για κείνον τον δυστυχισμένον, αλλά για την ορφανήν του, μη τ' ακούσει και πάθει από τον φόβον».
   «Εμείς θα σου κάμωμε την χάριν· αλλά το πράγμα τώρα εκοινολογήθηκε».
   Έπιαν το ύστερο ποτήρι κι εβγήκαν όλοι μαζί, ωσάν να εφοβείτο καθένας να πατήσει έξω μόνος του. Ο Χαράλαμπος τους εσυνόδευσε έναν έναν εις τα σπίτια τους κι έπειτα έστρεψε προς την γειτονιά, όπου είχε την κατοικίαν του· καθώς επήγαινεν έλεγε με τον νουν του:
   «Είναι σκληροί, όμως δεν έχουν και άδικο· όποιος θέλει να καλοβλέπεται όσο ζει και να μην τον αναθεματίζουν όταν πεθάνει, πρέπει να μην είναι πλεονέκτης και άσπλαχνος, να μη θερίζει εκεί που δεν έσπειρε».
   Αυτού εσταμάτησε συλλογισμένος, ως να μην είχε διάθεσιν να πάει σπίτι του.
   «Τόσο και τόσο», είπε, «δεν θα ημπορέσω απόψε να κλείσω μάτι».
   Κι επήρε το μονοπάτι που κατεβαίνει στην λαγκάδα, εις το πλάγι του χωριού.
   Εκείνο το λαγκάδι ομοιάζει χωνί με απλωμένα τα πλευρά, και στην μέσην ο δρόμος θα όμοιαζε τρίγωνο με υποθετικήν βάσιν ανάερα, εάν τα σκέλη δεν ήσαν και τα δύο πολυάγκωνα (25)· έλεγες πως τον τόπον εκείνον  άνοιξε σεισμός και τον δρόμον εχάραξε, καθώς επέρασε  κατηφόρου ανηφόρου, αστραποπέλεκο. Την γωνίαν του τριγώνου, στον πάτον, κόβει χείμαρρος μικρός αλλά πολύ κρεμαστός και τον χειμώνα, καθώς συμμαζώνει τα νερά από τες δύο πλαγιές, ροβολάει επάνω εις στερεότατο κρεβάτι από ριζόπετρες και το καλοκαίρι μένει ξεροπόταμο, με νερό που ακρογυαλίζει στα χαλίκια, ολιγοστό, τόσο να ζωντανεύει τ' αγριολούλουδα της ρεματιάς. Ο τόπος εκείνος δεν εγνώρισε ποτέ μήτε σήκωμα ηλίου μήτε βασίλεμα, μόνον καταμεσήμερα φωτίζει ανάμεσα εις τον φουντωτόν ελαιώνα. Αλλ' έχει άλλο τι αξιοσημείωτον εκείν' η θέσις· η μία πλαγιά άγρια και σύλλογγη (26) κι επάνω της απλώνεται μεγάλο άδενδρο σιάδι (27) με τρανά λιθάρια ηλιόκαυτα, γδαρμένα, ωσάν πετρωμένα καύκαλα γιγάντων· τριγύρω, εδώ κι εκεί, βαθιά σπήλαια και αγριοσυκιές εκεί μέσα ριζωμένες φράζουν το στόμα τους· δείχνουν οι εντόπιοι κι ένα άκωλο (28) βύθισμα, γιατί πέτρα, αν την απολύσεις μέσα,  δεν ευρίσκει τον πάτον, και λέγουν πως αυτό κατεβαίνει έως τον κάτω κόσμον, όθεν και το μέρος εκείνο ονομάζεται το Βουνό της Σκοτεινής. Μέσα εις εκείνα τα σπήλαια, τον παλαιόν καιρόν, εκρύβοντο άνθρωποι κριματισμένοι, να λυτρώσουν από τα χέρια της δικαιοσύνης και, καθώς από αυτούς πολλοί συνέβαινε να πεθάνουν της πείνας και της δίψας, επιστεύετο πως οι ψυχές τους έμειναν στοιχειωμένες εις αυτόν τον τόπον, απάτητον την νύκτα από τον φόβον των πονηρών πνευμάτων. Η αντίκρυ πλαγιά ήμερη, κι εδώ κι εκεί πρασινίζει και αμπέλι, και εις μίαν ράχην, ξεχωριστήν από τες άλλες, η εκκλησιοπούλα του Αγίου Αθανασίου, λεγομένη του Ασκηταριού, διότι εκεί, ως λέγουν, απέθανε κι ετάφη ένας άγιος ασκητής· από ένα μέρος η μονιά (29) του Πειρασμού και κολασμένων ανθρώπων και από το άλλο ο ναός του Θεού και η μνήμη της αγιοσύνης, και μόνον μία δρασκελιά τα χωρίζει· δια τούτο είπα ότι ο νους προσηλώνεται εις αυτήν την θέσιν· είναι συμβολική.
 
   Ο Χαράλαμπος ακολουθούσε, με βάδισμα τακτικό και αργό, εκείνον τον δρόμον μηχανικώς και μόλις τού έφεγγεν η σελήνη που εμεσουράνιζε· ήταν τόσο διασκορπισμένος ο νους του, ώστε, όταν έφθασε εις τον πάτον και άρχιζε τον ανήφορον, δεν ανανοήθη να κάμει τον σταυρόν του, όπως εσυνηθούσε όσες φορές αγνάντευεν εκκλησίαν και αυτού, αντίπερα του δρόμου, εφανερώνετο λευκό λευκό το μικρό ξωκκλήσι. Ο ανήφορος σβήνεται εις ένα μονοπάτι ίσιο, που εξακολουθεί κάμποσο διάστημα, πάντοτε ανάμεσα εις ελαιόδενδρα, και βγαίν' εις μέρος ξέφωτο· το ιλαρό φέγγος και ο ανοικτός καθαρότερος αέρας τον εξύπνησαν κι εννόησε πού ευρίσκετο· εκάθισε εκεί να ξανασάνει και, το περισσότερο, να ξεχωρίσει τους σκοτεινούς στοχασμούς οπού έδερναν το λογικό του από την στιγμήν που είχε αφήσει τους χωριανούς του.
   Αυτού η μία πλαγιά κόβεται και παύει, ώστε ανοίγεται ο τόπος· η άλλη, της Σκοτεινής, σχηματίζει αγκώνα, ώστε ο δρόμος, στενή λουρίδα, κυρτή ωσάν πέταλο, εδώθε ακουμπά εις το βουνό, εκείθε ξακρίζει (30) γκρέμισμα με χάσμα μέγα από κάτω, που δέχεται άλλον χείμαρρον· από εκείνον τον άφρακτον εξώστην φαίνεται η μεγάλη κοιλάδα εκείνης της περιοχής, τ' αντίπερα βουνά, οπού την ζώνουν, παρέκει σ' ένα μέρος τα όρη και η θάλασσα της Ηπείρου και εις το άλλο το πέλαγος οπού χωρίζει την Κέρκυραν από την Ιταλίαν, και οι δύο θάλασσες εις εκείνην την στιγμήν κάτασπρες από το φως της Σελήνης. Ήταν απάνεμη, ατάραχη, καλοκαιρινή νυκτιά· αλλά μέσα εις την σιγήν και εις την ακινησίαν της αψύχου φύσεως, απ' όλα τα βουνά τριγύρω, εγαύγιζαν σκύλοι, που εφύλαγαν τα κοπάδια, λαλούσαν κουδούνια των προβάτων, ως ετύχαινε να σαλεύουν μέσα εις τες στάνες, και τσακάλια ούρλιαζαν μέσ' από το Βουνό της Σκοτεινής· εκείν' οι διάφοροι ήχοι, με τον αντίλαλον από την μεγάλην κοιλάδα, έσπαναν από στιγμήν εις στιγμήν το σιγαλό ρεύμα της ησυχίας κι επροξενούσαν εις το αυτί αίσθησιν, οποίαν αισθάνεται το μάτι, όταν αστραπές με σπαρταριστές αναλαμπές χαρακώνουν άφεγγο σκοτάδι.
 
   Δεν έδινεν προσοχήν ο Χαράλαμπος εις όλ' αυτά τα εξωτερικά φαινόμενα, αν και είχε εις το άκρον ευαίσθητην την φαντασίαν· εις εκείνην την στιγμήν ο νους του είχε ξαστερώσει, ώστε εκατόρθωσε να βλέπει τι εδιαλογίζετο.
   «Μα την αλήθεια», έλεγε, «θα κολασθώ· ο Θεός, και να με συγχωρέσει, δεν έκαμε καλά· κοίταξε την πλάσιν όλην· όλα όμορφα, όλα τακτικά· γυρίζουν οι καιροί απαρασάλευτα, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας· τα φυτά και τα δένδρα, στην ώρα τους όλα, πρώτα πρασινίζουν, κατόπιν ανθίζουν, ύστερα καρποφορούν· αλήθεια χαλά και το άνθος, αλλά κάτι μένει· πέφτει άγουρος  ή σέπεται ο καρπός, αλλά κάτι μένει· με τον ίδιον τρόπον όλα τα ζωντανά πλάσματα, ήμερα και άγρια, τα βλέπεις να κρατούν την ίδια σειράν εις ό,τι κάνουν· θέλεις άλλο; Αυτό το μικρό πετούμενο, το χελιδόνι, που έρχεται από πέρα πάντοτε εις τον ίδιον καιρόν, πολλές φορές την ίδιαν ημέραν, και γυρίζει πάντοτε εις το ίδιο μέρος και κάτω από το ίδιο κεραμίδι σκαρώνει την φωλιά του· τα πάντα τακτικά και όμορφα, καλά λίαν, καθώς τα εκαμάρωσεν ο ίδιος όταν τα πρωτόπλασε· κοίταξε τώρα το καλύτερό του ποίημα, τον άνθρωπον· η γνώμη του, οι τρόποι του, τα ιδιώματα και τα καμώματα, όλα ανάποδα και άτακτα· ο άνθρωπος ανθρώπου δεν ομοιάζει, και ο ίδιος άνθρωπος διαφέρει πολλές φορές από τον εαυτόν του· έχει, μόνος απ' όλα τα πλάσματα, εκείνο το ουράνιο λυχνάρι, το λογικό, να του δείχνει τον δρόμον· και πώς το μεταχειρίζεται; Ωσάν να ήταν θεότυφλος. Αυτό το λαμπρόν  εργαλείον γίνεται πολλές φορές κακότερο από δόντι λυσσιασμένου σκύλου· με αυτό ο άνθρωπος πολλές φορές εξολοθρεύει τους άλλους ή και τον εαυτόν του· εργάζεται το κακό, είτε από πλεονεξίαν, ως να είχε να ζήσει πάντοτε, είτε από μωρό πείσμα· σπάνιες, πολύ σπάνιες φορές, εργάζεται το καλό· αν το επιθυμεί, δύσκολα έχει και την δύναμιν να το κάμει· είτε από περιστατικά, είτε από φθόνον των ανθρώπων, είτε από συνέργειαν του Πειρασμού, χίλια εμπόδια κάθε λογής αντιστέκονται εις τον αγαθόν σκοπόν του, και δεν είναι αρκετός να βγει πέρα. Κι εγώ εις την ζωήν μου, αλήθεια δεν έκαμα κανένα κακό μεγάλο, αλλά δεν μου έτυχε να κάμω και κανένα καλό· τώρα μοναχά, οπού απέθανε εκείνος ο δυστυχισμένος, ηθέλησα να βοηθήσω την έρμην θυγατέρα του· εβάλθηκα όμορφα όμορφα να καταφέρω την μητέρα του γαμπρού να συγκλίνει εις τον γάμον, μου εφαίνετο πως θα εκατόρθωνα να την ημερώσω με το να στοχασθεί ότι θα αναστήσει το σπίτι της· και μες την ώρα που έβαζα το νερό στ' αυλάκι, κοίταξε δυστυχία! Βγαίνει αυτό το άκουσμα και μου κλει το στόμα· αν όλος ο κόσμος πιστεύει ότι εκείνος εβρουκολάκιασε, πώς να ξαναειπώ της Αγαθής να κάμει νύφη την θυγατέρα του; Δεν είμαι φιλόσοφος δια να της γυρίσω την γνώμην. Για τούτο έχω παράπονο του Θεού και μεγάλο· πρώτα, γιατί να μου βάλει στον νουν αυτό το θεάρεστο πράγμα, και κατόπιν αμέσως να γίνεται τούτο που γίνεται για να μη το τελειώσω; Κι ύστερα, εάν ο πεθαμένος ήταν αδικητής, τι πταίει η δύστυχη ορφανή και παιδεύεται;... Ίσως εγώ είμαι τρελός να βασανίζω το πνεύμα μου και να τρώγω την καρδιά μου για ξένον πόνον· αλλά πώς ημπορώ να λησμονήσω ότι εις τον Αναστάση, όποιος και αν ήταν, εγώ χρεωστώ την ζωήν μου;... Εφάνη, δεν εφάνη, ποιος το γνωρίζει; Ο λόγος ίσως εβγήκε από το μίσος του κόσμου· ίσως είναι αλήθεια· εμένα δεν μου εφανερώθηκε· αλλά, καθώς λέγουν, ο πεθαμένος δεν δείχνεται παρά εκεί που θέλει· ο δυστυχής μ' αγαπούσε πολύ -τον μόνον άνθρωπον που αγάπησε· ίσως δεν μου παρουσιάζεται, για να μη με τρομάξει· κι έχεις άδικο, Αναστάση -το γνωρίζεις που είμαι άφοβος· να σ' έβλεπα, θα μ' εβαστούσε η καρδιά να σου κρίνω και να σε παρακαλέσω να ησυχάσεις  εις τον τάφον σου, γι' αγάπη μου και γι' αγάπη της ορφανής σου».
   Και καθώς εσήκωσε τα μάτια, ξάφνου εδιαφάνηκε ο Αναστάσιος που επροβατούσε (31) σιγά σιγά από το μέρος όπου είχε πέσει νεκρός· ήταν ολόβολος (32) όπως τον είχε με τα χέρια του κατεβάσει μέσα εις τον τάφον ο Χαράλαμπος -με μαύρον σκούφον και με τα γένια μεγάλα, καθώς τα είχε αφήσει από την ημέραν οπού έχασε το παιδί του. Ο Χαράλαμπος επήγε να φωνάξει: Μνήσθητι μου, Κύριε, και να κάμει τον σταυρόν του, καθώς εσυνηθούσε πάντοτε όταν απαντούσε φαντάσματα, αλλά εκράτησε και τον λόγον και το χέρι -δεν ήθελε να του φύγει- και του είπε: «Αναστάση, είσαι συ;» Το φάντασμα έγρουσε (33) πονετικά, ωσάν σκύλος, κι εχάθη μέσα εις τον κυπαρισσώνα· ο Χαράλαμπος έπεσε καταγής αναίσθητος.
 
   Τ' αποταχιά ταραχή μεγάλη σ' όλο το χωριό· πιστικοί, καθώς εδιάβαιναν από εκείνο το μέρος με τα κοπάδια τους, είχαν εύρει τον Χαράλαμπον που εσερνόταν, και τον εβοήθησαν να πάει σπίτι του· έως τότε κανένας δεν είχ' ευρεθεί να ειπεί πως είδε τον πεθαμένον, αλλ' ύστερ' από αυτό το περιστατικό όλος ο κόσμος εσυμπέρανε ότι ο Χαράλαμπος άσφαλτα τον είχε απαντήσει εκείνην την νύκτα κάτω από το Βουνό της Σκοτεινής.
   Το μεσημέρι η Ειρήνη επήγε με την ξέσταν (34) της εις το πηγάδι του χωριού· άμα την είδαν οι άλλες γυναίκες, αναμέριασαν όλαις, εκοίταζε η μία την άλλην, κι εκρυφομιλούσαν μεταξύ τους· η δύστυχη κόρη αχνοπάνιασε, ωσάν κατάδικος, και, καθώς εγύριζε σπίτι της, τής έτρεμαν τα γόνατα· εκεί που επατούσε το κατώφλι της ένα μικρό παιδί την έδειξε με το χέρι και είπε: «Εκείνη που ο πατέρας της προβατεί κάθε νύκτα».  
   Και καθώς απλώθηκε η φοβερή βοή επάνω κάτω εις όλαις ταις γειτονιαίς, κανένας δεν εδιάβαινε  πλέον από εκείνο το σπίτι· οι δυο γυναίκες έμειναν θεομόναχαις, και κάθε κοντόβραδο άκουαν πέρα πέρα εις την γειτονιά τους να σφικτομανταλώνονται θύραις και παράθυρα· ψυχή γεννημένη δεν επατούσε εις το σπίτι τους,  μήτε ο παλαιός φίλος τους, ο Χαράλαμπος· αυτός ήταν ακόμη κατάκοιτος, και είχε καλέσει τον πνευματικόν του.
   Αλλά κάτι χειρότερο συνέβη· όταν έβγαλαν τον Αναστάσιον, η αδελφή του επήρε από την κασέλα του ολίγα χρήματα, όσα ελογάριαζε που θα ήσαν αρκετά για να περάσουν ταις σαράντα ημέραις, κι ύστερα εκατέβασε και εκλείδωσε τον καταρράκτην, απ' όπου ανέβαιναν εις το ανώγι, όπου αυτός είχε το κρεβάτι. Η γραία με την ανεψιά της εκοιμώντο εις το χαμώγι. Όλαις ταις άλλαις νύκταις ταις είχαν περάσει απείρακτα και ήσυχα, αλλ' ύστερ' από εκείνο το άκουσμα, μία νυκτιά, ενώ ήσαν και οι δύο εις τον πρώτον ύπνον, η Ειρήνη εταράχθηκε ξάφνου και είπε της θείας της:
   «Μητέρα, ακούς τι γίνεται απάνω;»
   «Ησύχασε, παιδί μου», αποκρίθηκε η γραία, «είναι νυφίτσα που κυνηγάει μιερά (35)».
   «Τι νυφίτσα, μανούλα μου! Είναι σαλαγή ωσάν από άλυσαις συρμέναις· δεν ακούς οπού θέλει ν' ανοίξει τον καταρράκτην, να κατεβεί κάτω;»
   «Κάμε, παιδί μου, τον σταυρόν σου και κοιμήσου». 
   
   Έλειπαν ακόμη τέσσεραις ημέραις να σαραντίσει ο πεθαμένος· ο Χαράλαμπος πρώτην ημέραν οπού εβγήκε, επήγε εις το σπίτι της ορφανής.
   «Κουμπάρε Χαράλαμπε», του είπε η γραία, «να 'ξερες πώς εκαταντήσαμε· δεν κοτάμε (36) να βγούμε από την πόρτα μας· πίνομε από το γλυφό πηγάδι της αυλής μας· μάς έχουν για κολασμέναις· και τι νυκτιαίς περνάμε! Ο συχωρεμένος δεν μας αφήν' ησυχίαν· κάμε το ψυχικό να πας να εύρεις τον παπά Ευθύμιον, να του ειπείς ότι τούτο το Σάββατο θα γίνει το μνημόσυνο».
   «Κύριε Χαράλαμπε», του είπε η κόρη, « σ' έχω για δεύτερον πατέρα· η ζωή  δεν είναι για μένα· το βλέπεις· ύστερ' από αυτό που συμβαίνει δεν έχω καμμίαν ελπίδα να με πάρει ο αρραβωνιαστικός μου».
   «Ο Χαρίδημος», είπε ο Χαράλαμπος, «δεν άλλαξε γνώμην».
   «Το πιστεύω, είναι τιμημένος νέος· αμμή πώς να μπω σ' ένα σπίτι, όπου η πεθερά δεν με θέλει, και καταριέται τον πατέρα μου; Τα γνωρίζεις όλα... Ίσως ο Θεός τα έφερε όπως τα έφερε για καλό· καθώς λέγει ο κόσμος, ο μακαρίτης ήταν πλεονέκτης, και απ' ό,τι φαίνεται, ο Θεός μού δείχνει πως δεν πρέπει να χαρώ αυτά τα  αδικομάζωτα πλούτη· στοχάζομαι να σου δώσω ό,τι και αν μου άφησε, να τα ψυχοδωρήσεις εις τους αδικημένους, κι εγώ να πάω να κλεισθώ στο Μοναστήρι· με αυτόν τον τρόπον  ημπορώ να εξαγοράσω εκείνην την βασανισμένην ψυχήν· έσφαλα κι εγώ ν' αρραβωνιασθώ κρυφά από τον πατέρα μου, και τώρα πλερώνω την αμαρτίαν».
   «Θεάρεστη η γνώμη σου», είπε ο Χαράλαμπος, «αλλ' άφησε να περάσει ο χρόνος, πριν αποφασίσεις· κι ύστερα  γνωρίζω ότι ο άνθρωπος, αν θέλει να ασκητεύσει, πρέπει να λησμονήσει τον κόσμον, και συ, παιδί μου, δύσκολα θα λησμονήσεις τον Χαρίδημον».
   «Και αν δεν μπορέσω να τον λησμονήσω, θα πεθάνω».
   Ο Χαράλαμπος έκαμε μεγάλην δύναμιν για να κρατήσει τα δάκρυα.
   «Πηγαίνω», είπε, «να διορίσω το μνημόσυνο».
   «Να το κάμει ενωρίς, ότι βγει ο ήλιος», είπεν η γραία, «και να μη σημάνει· εμείς θα πάμε εις την εκκλησίαν πριν φέξει, και όταν καλονυκτώσει θα γυρίσωμε σπίτι».
   «Θα γίνει το καλύτερο», είπε ο Χαράλαμπος.
 
   Ο Χαράλαμπος εστοχάσθη να πάει πρώτα να πάρει γνώμην από τον εφημέριον του Αγίου Ιωάννου όπου ήταν και πνευματικός του.
   «Γνωρίζω, Χαράλαμπε, τι με θέλεις», είπεν ο γέρος άμα τον είδε, «από την ημέραν που μ' επροσκάλεσες και ήλθα σπίτι σου, όλο συλλογίζομαι με ποίον τρόπον να βοηθήσω αυταίς ταις δυστυχισμέναις». 
   «Βάλε κι εμένα, δέσποτά μου· το ηξεύρεις οπού είμαι πταίστης· εβαρυγνώμησα εις τον Θεόν. Η αγιοσύνη σου είσαι παλαιός, δεν έχεις ανάγκην να σου ειπεί άλλος τι θα κάμεις εις αυτήν την περίστασιν· αλλά έχω ακουστά ότι παλαιόθεν είχαν τον τρόπον να ησυχάσουν τον πεθαμένον».
   «Το γνωρίζω· αλλά, όπως ήλθαν  τα πράγματα τούτην την φοράν, είναι και μεγάλη χρεία να καταπραΰνωμεν τον κόσμον».
   «Και ακόμα την μητέρα του Χαρίδημου· άκουσα πως ο κακόμοιρος από τον καϋμόν του θα σηκωθεί να φύγει, να ξενιτευθεί για πάντοτε· κάμε, δέσποτά μου, ό,τι σε φωτίσει ο Θεός· εις αυτήν την υπόθεσιν ο νους μου δεν δουλεύει, ύστερα που μ' επάταξε ο Θεός».
   «Σου είπα  ότι είσαι συγχωρεμένος· από μεγάλον πόθον να λυτρώσεις την θυγατέρα του φίλου σου, ελησμόνησες μια στιγμή ότι ο Θεός είναι μονόθελος, δεν δέχεται του ανθρώπου η γνώμη να προλάβει τα σχέδιά του· πολλές φορές ό,τι μας φαίνεται κακό και ανάποδο, το συγχωρεί να γένει η σοφία του, για να μας διορθώνει, και από την οργήν και από την έχθραν να φέρει την αγάπην και την ομόνοιαν. Ας έχωμε πίστιν κι ελπίδα εις τον Μεγαλοδύναμον. Το Σάββατο σαραντίζει εκείνος ο δυστυχισμένος· να ευρεθείς εσύ με ταις δύο γυναίκαις εις την Ευαγγελίστραν, την συνηθισμένην ώραν».
   «Οι γυναίκες θέλουν να γίνει το μνημόσυνο μυστικά».
   «Αυτά δεν γίνονται μυστικά· ειπέ τους πως δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε».
 
   Ο εφημέριος του Αγίου Ιωάννου ήταν ενενηντάρης, του είχαν μεγάλο σέβας όχι μόνον εις το χωριό του, αλλά και εις όλα τα περίχωρα. Επειδή με τον φυσικόν του νουν επρόβλεπε πολλά πράγματα πως θα συμβούν, τον έλεγαν προφήτην, και ακόμη πως είχε μεγάλην χάριν προς τον Θεόν.
   Εις το διάστημα αυτών των δύο ημερών ο γέρος εκάλεσε εις το κελί του κάμποσους από τους κατοίκους του χωριού και την μητέρα του Χαρίδημου, και καθώς οι άνθρωποι εκατέβαιναν από το κελί, ο κόσμος τους ερωτούσε τι θέλει ο ευλογημένος, αλλά κανένας δεν ήθελε να ομολογήσει το μυστικό. Την Παρασκευήν το βράδυ η εκκλησία της Ευαγγελίστρας εσήμανε νεκρικά, και όλος ο κόσμος έμαθεν ότι το Σάββατον θα γίνει το μνημόσυνο του Αναστασίου. Τ' αποταχιά (37) ο Χαράλαμπος με ταις δύο γυναίκαις επήγαν εις την εκκλησίαν -ήταν γεμάτη· ο γέρος με τους άλλους δύο ιερείς του χωριού άρχισε την νεκρώσιμην ακολουθίαν· όταν ετελείωσαν οι ευχαίς, ο γέρος έκαμε αγιασμόν, επήρε τον Τίμιον Σταυρόν και τον εστύλωσεν επάνω εις τον τάφον του Αναστασίου, κι είπε μεγαλοφώνως, ώστε τον άκουσαν όλοι μέσα εις την εκκλησίαν και εις το προαύλι.
   «Τούτος ο αμαρτωλός -όλοι είμεθα αμαρτωλοί- δεν ευρίσκει ανάπαυσιν αν δεν τον συγχωρέσετε· από κει, που είναι, σας παρακαλεί να τον συγχωρέσετε».
   Και με τούτο έχυσε το αγίασμα εις τον λάκκον οπού έκαμε ο στύλος του σταυρού μέσα εις το χώμα· καθώς η γη έπιε το αγίασμα, έγινε μέγας σεισμός οπού έτριξαν οι τοίχοι του ιερού ναού, και όλοι με τους ιερείς εφώναξαν: 
   «Κύριε, ανάπαυσον τον δούλον σου».
   Κατόπιν ο γέρος εκάλεσε σιμά του την Ειρήνην και τον Χαρίδημον με την μητέρα του, έσμιξε τα χέρια των δύο γαμπρών κι είπε της μητρός:
   «Δώσε την ευχήν σου εις τούτα τα δύο ορφανά· το θέλει ο Παντοδύναμος».
 
Πολυλάς Ιάκωβος 
Ελληνικά Διηγήματα
 Εν Αθήναις, Εκδότης Γεώργιος Κασδόνης,
εκ του τυπογραφείου της Εστίας, 1896
Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης
 
Σημειώσεις:
 
(1) στέργω: συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω σε κάτι, δίνω την έγκρισή μου
(2) σιαίνομαι: φτιάχνομαι, τακτοποιούμαι
(3) κατάσταση: περιουσία 
(4) φόρος: αγορά
(5) γούλια: ούλα
(6) λυσιάζω: σκυλιάζω, σκάω από το κακό μου
(7) μαλάζω: τρίβω απαλά, αγγίζω, μαγαρίζω
(8) παλιοσκάφονα: παλιές σκάφες
(9) βουτσί: βαρέλι, κυρίως για κρασί
(10) τέρμονας: σύνορο αγρού ή κτήματος
(11) μπαρμπαρέλα: το ψωμί το οποίο ζυμώνεται με αλεύρι καλαμποκιού
(12) τερτικό: μικρό κοφίνι, το ψηλό καλάθι με δύο λαβές
(13) κολόκα: αποξηραμένο κολοκύθι, που χρησιμοποιείται για δοχείο νερού ή κρασιού
(14) κουραμιά: κουμαριά, κορομηλιά
(15) πρινάρι: πουρνάρι, αγκαθωτός ξυλώδης αειθαλής θάμνος
(16) ζωοθρεύω: ανατρέφω, μεγαλώνω, εξασφαλίζω την επιβίωση
(17) αποθώνω: απιθώνω, τοποθετώ, βάζω, εγκαθιστώ, αφήνω κάποιον κάπου
(18) βιοτεύω: πλουτίζω, αποκτώ όλα τα αναγκαία για τη ζωή
(19) Μώρος: θεότητα -προσωποποίηση της επικείμενης μοίρας, που οδηγεί τους θνητούς στο θανάσιμο πεπρωμένο τους.
(20) φουρκίζω: θυμώνω ή φέρνω κάποιον σε αδιέξοδο, απαγχονίζω
(21) αυτοκέφαλος: αυτός που έχει τη δική του γνώμη, αμετάπειστος, αγύριστο κεφάλι
(22) ψυχερός: πονόψυχος, καλόψυχος, θαρραλέος, τολμηρός
(23) νυκτοπαρωρώ: νυχτοπερπατάω, τριγυρίζω τη νύχτα
(24) αλετροπόδας: ο αστερισμός του Ωρίωνα
(25) πολυάγκωνος: με πολλές αγκωνές, γωνίες
(26) σύλλογγος: περιοχή με πυκνή θαμνώδη βλάστηση
(27) σιάδι: ίσιωμα
(28) άκωλος: άπατος, απύθμενος
(29) μονιά: φωλιά, καταφύγιο άγριου ζώου
(30) ξακρίζω: διακρίνομαι, ξεχωρίζω, κάνω στην άκρη, ξεκαθαρίζω
(31) προβατώ: περπατώ, βαδίζω
(32) ολόβολος: ακέραιος, ολόκληρος
(33) γρούζω: γρυλίζω, μουρμουρίζω, σκούζω
(34) ξέστα: μέτρο υγρών, χωρητικότητας 2 Ιονικών μέτρων, 1 μ. = 13 οκάδες ή 16, 5 κιλά.
(35) μιερό: μιαρό: συνήθως ποντίκι που συνδέεται με την πανούκλα και τη βρωμιά.
(36) κοτάω: τολμώ, ρισκάρω
(37) αποταχιά: νωρίς το πρωί, πολύ πρωί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου