Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

ΟΙ ΛΟΥΣΤΡΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

   
   Γράφω αυτό το κομμάτι με την ελπίδα πως όλο και κάποιος θα βρεθεί να το δώσει του Αργύρη για να το διαβάσει. Έτσι μόνο θα διαλύσω την παρεξήγησή μου με τους λούστρους του Αγίου Κωνσταντίνου. Θα πείτε: Εδώ κόσμοι χάνονται. Τι σημασία έχει αν παρεξηγήθηκες μ' ένα λούστρο ή και περισσότερους, για να κάθεσαι τώρα να γράφεις κατεβατά ολάκερα, να βάζεις σε κόπο και τον καλοπροαίρετο άνθρωπο, που θα πάει να δώσει το περιοδικό;
   Δεν ξέρω. Ίσως για τους άλλους να μην έχει τόση σημασία. Εμένα όμως η γνώμη αυτών των ανθρώπων μ' ενδιαφέρει. Νιώθω ένοχος απέναντί τους και θα βασανίζομαι ίσαμε που να ξεκαθαριστεί το πράγμα.
 
   Φυσικά, δε λέγεται Αργύρης. Μα ούτε άκουσα να τον φωνάζουνε κι αλλιώς. Γι' αυτό λέω: Πού ξέρεις; Η ζωή είναι γεμάτη από παράξενα.
   Τον έβγαλα έτσι γιατί μου θυμίζει έναν παλιό μου φίλο, ποδοσφαιριστή: τον Αργύρη, που έπαιζε «μπακ» στην Εθνική Αιγύπτου. Λέγανε πως είχε τα πιο γερά γόνατα του κόσμου. Με μια κλωτσιά μπορούσε να γκρεμίσει  το πλίθινο τοιχαλάκι του Συλλόγου, στο Ράμλι.
   Ο Αργύρης του Αγίου Κωνσταντίνου έχει τα ίδια προκλητικά μαλλιά με τον άλλο, πυρόξανθα, σχεδόν πορτοκαλιά, σαν τα λουλούδια του πυράκανθου, που το καλοκαίρι θα στολίζουνε το μακρόστενο κηπαράκι της εκκλησίας με τα χαμηλά σιδεροκάγκελα, όπου ξεκουράζουνε τη ράχη τους οι λούστροι. Το δέρμα του προσώπου του, πιτσιλισμένο με φακίδες, θυμίζει καρβέλι που τ' άρπαξε η φλόγα του φούρνου. Μα το πιο νόστιμο είναι πως έχουνε κι οι δυο τις ίδιες χειλάρες, ακούραστες στο να λένε το κοντό τους και το μακρύ τους κι άλλοτε να ζαρώνουνε μ' ένα μορφασμό περιφρόνησης ή και πικρίας.
   Αυτά πρόσεξα την πρώτη φορά. Ερχόμουν από το δωμάτιο που νοίκιασα λίγο πιο πέρα από τον Άγιο Κωνσταντίνο και πήγαινα προς την Ομόνοια. Τα παπούτσια μου θέλανε γυάλισμα. Το σκέφτηκα μια, το ξανασκέφτηκα· προσπέρασα το λούστρο που κάθεται στη γωνιά. Μπροστά στον Αργύρη σταμάτησα. Ίσως να μ' έκανε να τ' αποφασίσω το σχήμα μιας πιπεριάς που έλαμπε πλυμμένη από τη χτεσινή βροχή. Ήταν Απρίλης. Τα δέντρα, σκέφτηκα, έχουν ένα δικό τους τρόπο να εκφράζονται. Έβαλα τ' αριστερό πόδι πάνω στο κασελάκι. Με ρωτάει: Καφέ; Εγώ άργησα να καταλάβω, του αποκρίθηκα στα κουτουρού. Ναι. Κι αφαιρέθηκα κοιτάζοντας τα δέντρα και τους διαβάτες. Όταν μου το θύμιζε, κατέβαζα μηχανικά το ένα πόδι κι ανέβαζα το άλλο. Τελείωσε, είδα πως έκανε καλή δουλειά, έβγαλα και του έδωσα ένα τάλιρο, από συνήθεια.
   Δεν παρατήρησα, τ' ομολογώ, πως ήτανε σακάτης. Είχε φαρδύ θώρακα, η μπλε ποδιά της δουλειάς σκέπαζε το μπροστινό του κορμιού του, τα χέρια του με τις βούρτσες πηγαινοέρχονταν γοργά και σίγουρα κι όλος μαζί έδινε την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου και δυνατού άντρα. Καθόλου δεν πέρασε από το νου μου πως εκείνο το γερό και χοντρό πόδι, που τεντωνότανε πλάι στο κασελάκι, δεν είχε ταίρι. Στραβώθηκα και δεν είδα ούτε τα δεκανίκια, που σίγουρα θα 'ταν ακουμπισμένα στα κάγκελα του μικρού κήπου, όπως τις άλλες φορές, όταν πρόσεξα καλύτερα.
   Δεν είναι λοιπόν για την αναπηρία του που αντί δυο του έδωσα πέντε δραχμές. Όποιος με ξέρει μπορεί να μαρτυρήσει πως ελεημοσύνες, από δικού μου, δεν κάνω. Του πλέρωσα δυόμιση φορές την ταρίφα, γιατί, από χρόνια, τόσα δίνω στην πατρίδα μου, την Αλεξάντρεια. Είναι μια προσωπική μου θεωρία για την εργασία του λούστρου. Τουλάχιστο, αυτό είπα μέσα μου όσες φορές αναρωτήθηκα γιατί πλερώνω τόσο ακριβά τον Αγκόπ.
   Ο Αγκόπ έρχεται δυο φορές τη βδομάδα στο γραφείο μου. Αντί δυο γρόσια του δίνω σελίνι. Μουρμουρίζει στ' αράπικα κάτι αόριστες ευχές, καμώνεται πως δεν έχει ρέστα, εγώ του λέω: Δεν πειράζει, κράτα τα -και φεύγει. Κάνει όμως παστρική δουλειά.
   Αφού γίνεται λόγος για τον Αγκόπ, πρέπει να πω πως κάτι σ' αυτόν τον άνθρωπο δε μ' αρέσει. Τι, όμως, ακόμα δεν το βρήκα. Δύσκολο να συναντήσεις Αρμένη στην Αίγυπτο που να μην ξέρει ελληνικά. Ο Αγκόπ επιμένει να μου μιλάει αράπικα. Πρόσεξα πως όταν συζητούνε μέσα στο γραφείο ή όταν μιλώ στο τηλέφωνο, τεντώνει τ' αφτί του τόσο που ξεχνά τη δουλειά του. Γι' αυτό υποθέτω πως ή έχει πάρε δώσε με την Αστυνομία ή μαζεύει πληροφορίες από τη δουλειά μας και τις λέει σε κάποιον που μας συναγωνίζεται.
   Πώς απόμεινε αυτός ο πάμπτωχος Αρμένης στην Αλεξάντρεια, όταν είχε την ευκαιρία να σωθεί απ' τη μιζέρια πηγαίνοντας με τους  άλλους συμπατριώτες του, τότε που φεύγανε για τη Σοβιετική Αρμενία, ποτέ δεν μπόρεσα να μάθω.
   Μια μέρα, όπως ήτανε σκυμμένος και μου γυάλιζε τα παπούτσια, τον ρώτησα: Βρε Αγκόπ, μπας και είσαι τασνάκ (1);
   Ένα ρίγος πέρασε τη ράχη του. Σήκωσε το κεφάλι και στο μούτρο του, μούτρο βασανισμένης μαϊμούς, ζωγραφίστηκε κάτι σα θυμός ή διαμαρτυρία. Αμέσως όμως άλλαξε έκφραση. Φανέρωσε τα σάπια δόντια του: «Οι τασνάκ ήταν ατρόμητοι. Σφάζανε γραμμή...»
   Τι απόκριση περίμενα να πάρω, καθισμένος όπως ήμουνα στην πολυθρόνα του κυρίου διευθυντή; Πάω λοιπόν να πιστέψω πως ο Αγκόπ απόμεινε γιατί είχε ένα γιο φυματικό, στο τελευταίο στάδιο, τότε. Μια - δυο φορές ήρθε και μου ζήτησε δανεικά.
   Ύποπτος τέλος πάντων ή συντριμμένος άνθρωπος, που έχασε όλα του τα κουράγια όταν του πέθανε και το τελευταίο παιδί, κάποια μέρα θα το ξεδιαλύνω, τώρα που γυρίζω στην πατρίδα μου. Πάντως είχε δυνατό αφτί και μάτι σαΐτα.
   Θυμάμαι ένα πρωί, είχα πάρει γράμμα. Η γαλανόλευκη κορδελίτσα του αεροπορικού γύρω στο φάκελο έδειχνε από πού ερχότανε. Το διάβαζα, το ξαναδιάβαζα κι η καρδιά μου ξεφλουδιζότανε κομμάτια - κομμάτια. Ο Αγκόπ σήκωσε τα μαϊμουδίσια μάτια του. Δάκρυσε. Σα να διάβαζε κι αυτός.
   «Απ' έξω ήρθε, τι σου λένε;»
   «Απ' την Αθήνα. Για παντρολογήματα», του αποκρίθηκα.
   Αυτή η δουλειά γίνηκε πριν πολλά χρόνια.
 
   Τον Αγκόπ τον ξαναθυμήθηκα, πάνε δυο χρόνια, όταν έτυχε να είμαι πάλι περαστικός από 'δω. Βρισκόμασταν ένα πρωινό στο Χαλάντρι, καθισμένοι στο καφενείο της πλατείας. Εγώ και το πρόσωπο που έγραφε εκείνο το γράμμα που είχα πάρει πριν από καιρούς στην Αλεξάντρεια. Ήτανε μια δροσερή και πολύ φωτεινή μέρα, μέσα στο κατακαλόκαιρο. Οι γυναίκες ξεμπράτσωτες, οι άντρες με τα πουκάμισα, τα τραπεζάκια όλο ποτήρια με νερό και ούζα και πορτοκαλάδες και μια τσίκνα ερχότανε απ' τη γειτονική ψησταριά. Αντίκρυ, από το φούρνο που φκιάνει κάτι ψωμάκια σα βαρκούλες, έβγαινε μια υπόξινη κι ερεθιστική μυρωδιά από προζύμι.
   Κουβεντιάζαμε ήρεμα. Λέγαμε για διάφορα πράματα κι όλο καταλήγαμε στα δικά μας περιστατικά. Η μέρα ήτανε γλυκιά, σχεδόν γιορταστική, εμάς όμως μας βαστούσε μια διάθεση για δάκρυα. Έτσι καταντά ο άνθρωπος όταν αφήνεται να τον πάρει το ποτάμι από τα περασμένα και τον χτυπά η ρόδα του μύλου με τα φτερά της, όλο καθυστερημένες μεταμέλειες: Αν δεν... Κι αν δεν...
   Τότε, πάνω στην ώρα, ήρθε ο λούστρος που μου θύμισε τον Αγκόπ. Μεσόκοπος, λιγνός, σβέλτος, με φάτσα Ανατολίτη. Του έδωσα το ένα μου πόδι.
   «Από την Αίγυπτο είσαι;» μου λέει.  
   «Πώς το κατάλαβες;»
   «Από τα παπούτσια σου. Έζησα εκεί και τα ξέρω».
   Του είπα κάτι στ' αράπικα. Μου αποκρίθηκε αδίσταχτα, με κείνη όμως την προφορά του «τζιμ» που συνηθίζουν οι Άραβες της Παλαιστίνης και της Συρίας.
   «Δεν έκανες καιρό στην Αίγυπτο», του λέω.
   Τον εζόρισα λιγάκι. Στο τέλος τον κατάφερα να μου πει την ιστορία του. Λεγότανε Νικόλας αν και δεν έδειχνε καθόλου για Ρωμιός. Ίσως πάλι να 'ταν η καταγωγή του από τα μέρη της Κιλικίας. Πραματευτής, γύρισε ολόκληρη την Ανατολή, τι Αντιόχεια, τι Δαμασκό, τι Βαβυλώνα, τι Τεχεράνη... Είχε ζήσει στην Αίγυπτο κάποιο φεγγάρι και μ' ένα καραβάνι χατζήδες που επιστρέφανε από τη Μέκκα έφτασε ίσαμε το Μαρόκο. Κάμποσες φορές απόχτησε περιουσία και πάλι την έχασε. Ξερό κεφάλι. Όμως το κουράγιο του κουράγιο. Μια στιγμή είπε αράπικα: «Το καράβι βούλιαξε κι ο καπετάνιος δεν πνίγηκε». Μ' άρεσε η κουβέντα, ξεκαρδίστηκα στα γέλια.  
   «Τι λέει; Τι λέει;» ρώτησε αχόρταγα το πρόσωπο που λέγαμε. Της εξήγησα. Εκείνη μέσα στο μυαλό της ταίριαξε την κουβέντα με τα δικά μας ζητήματα. Άρχισε να ρωτά το λούστρο για τούτο και για κείνο, πάντα για την Αίγυπτο. Πολύ την αγαπούσε την πατρίδα μου. Θα 'θελε να ερχότανε καμιά φορά.
   Να μην τα πολυλογώ, εκείνος ο λούστρος σταμάτησε τη ρόδα του μύλου, που με τα φτερά της σκαμπίλιζε την καρδιά μας και μας γέμιζε πιτσιλιές όλο πίκρα.
 
   Απ' αφορμή το νερό είναι που μου πέρασε από το νου πως ο Νικόλας μπορούσε να 'ταν Εβραίος. Κι απ' το Νικόλα το λούστρο, θυμήθηκα το φίλο μου τον Έμπι, που τα κόκκαλά του ασπρίζουνε στην κοιλάδα του Λίρι από τα 1944 -και την αδελφή του τη Ντόρα, την ανάπηρη, με το ξύλινο πόδι. Ας τα πω όμως με τη σειρά τους.
   Το πρόσωπο που λέγαμε ρώτησε το Νικόλα αν ήταν ευχαριστημένος τώρα που καταστάλαξε στο Χαλάντρι.
   «Να σας πω», της είπε. «Είναι καλοί άνθρωποι. Καλά περνάω. Ένα πράμα μου λείπει, το νερό. Δεν τ' αγαπάνε, πώς να σας πω; Δεν πλένονται. Το ντους δεν το ξέρουνε».
   Τότε είπα μέσα μου: Δε γίνεται, τούτος εδώ θα 'ναι Εβραίος. Τέτοια αγάπη του νερού, για την τάξη του, μονάχα στους Εβραίους του Τελ - Αβίβ την αντάμωσα. Ήταν ωραίο ν' ακούς -μα πρωί, μα μεσημέρι, μα μεσάνυχτα- ν' ανοίγουνε τα ντους και να τρέχουνε τα νερά, να καθαρίζονται οι άνθρωποι από τον ιδρώτα και τη σκόνη, σ' όποια γειτονιά και να βρισκόσουνα. Ύστερα σκέφτηκα το φίλο μου τον Έμπι, όταν ζούσε στην Αλεξάντρεια. Το ίδιο πάθος. Ερχότανε σπίτι μου -θα 'τανε δέκα χρόνια νεότερός μου μα είχαμε συνδεθεί πολύ- κι αμέσως έτρεχε κάτω από το ντους. Το αστείο ήτανε κατόπι, όταν αγωνιζότανε να οικονομήσει την πυρόξανθη μαλλούπα του, που έπεφτε καιτου γέμιζε τα μάτια με νερά.
   Είχε, θυμάμαι, ένα δέρμα αγριεμένο, κατακόκκινο από τα σπυράκια. Το πουκάμισό του ποτέ δεν έκλεινε σωστά, όλο και θα του έλειπε κανένα κουμπί. Το πανταλόνι του κρεμότανε γιατί ξεχνούσε να του περάσει ζώνη ή αν φορούσε σορτ χακί, που το συνήθιζε, ξαφνιαζόσουν να βλέπεις τα γόνατά του το ίδιο πιτσιλισμένα με σπιθουράκια όπως το πρόσωπό του.
   Ήτανε φοβερά έξυπνος και σαρκαστικός, μ' ένα χιούμορ γεμάτο τσουκνίδες. Ήρεμος, κι όμως ακατάστατος. Έτρωγε ζαμπόνι κι αμέσως κατόπι άδειαζε την κούπα με τη ζάχαρη. Η μάνα του, η γλυκιά Ρόζα, μόλις έμπαινε ο Έμπι στο σπίτι, σήκωνε τη ζάχαρη απ' το τραπέζι. Ήτανε τότε πόλεμος και δύσκολα τη βρίσκαμε τη ζάχαρη.
   Αν εζούσε, ο Έμπι τώρα θα 'ταν ένας μικρός Αϊνστάιν. Αυτό υποστηρίζουν όσοι ξέρανε. Ένας καθηγητής των μαθηματικών, ο Σαζέτ, ένας πολύ μετρημένος και δισταχτικός άνθρωπος, είχε κυριευτεί μονομιάς από ένα θεϊκό πάθος που τον έβγαλε από τα φυσικά του. Πήρε τους δρόμους, έμπαινε σε Προξενεία, σε Ινστιτούτα, σε πλούσια σπίτια και ζητιάνευε μια υποτροφία για το μαθητή του. «Σας λέω πως πρόκειται για μεγαλοφυΐα», έλεγε και ξανάλεγε, απορώντας πώς αργούσανε να τον πιστέψουνε. «Πρέπει να τον στείλουμε στο Παρίσι. Για το καλό της ανθρωπότητας... Τέτοια μυαλά γεννιούνται ένα κάθε εκατό χρόνια». Έπιασε αλληλογραφία με τον Λανζεβέν και τον Ζολιό - Κιουρί για να τον πάρουνε κοντά τους. Ήρθε ο πόλεμος κι όλα τα σχέδια ματαιώθηκαν. Τον πήρε λοιπόν και τον έβαλε στο πόδι του, καθηγητή στο Λυσέ κι αποξεχνιόντουσαν πια, ο Σαζέτ με τον Έμπι, λύνοντας προβλήματα διαφορικού λογισμού.
   Αυτό το παιδί ήταν η ελπίδα της Ρόζας με τα κάτασπρα μεταξωτά μαλλάκια και της κόρης της, της Ντόρας, που είχε ένα ξύλινο πόδι και πυρόξανθο τρίχωμα. Αυτός ήταν ο φίλος μου που καμάρωνα.
 
   Έτσι, τη δεύτερη φορά που είδα τον Αργύρη και πρόσεξα πως ήτανε ανάπηρος, κοίταξα και τα μαλλιά του και θυμήθηκα τη Ντόρα. Απ' αυτήν ο νους μου πήγε στον Έμπι.
   Όταν σκοτώθηκε στο Λίρι, ο Έμπι ήτανε πια λοχίας των Σπαχήδων στη γαλλική Λεγεώνα των Ξένων. Το πιο πολύ που φοβόμουνα, άμα πάψανε να φτάνουνε γράμματά του κι αρχίσαμε να βάζουμε το κακό με το νου μας, ήτανε μη σπάσει η μάνα του, η Ρόζα. Τη θυμόμουνα πώς τα 'χε χάσει το καλοκαίρι του 1941, όταν οι μεραρχίες του Χίτλερ ξεχυθήκανε στις ρούσικες πεδιάδες και πέφτανε οι πολιτείες η μια πίσω από την άλλη. Η Ρόζα, κολλημένη στο ραδιόφωνο, άκουγε όλες τις ρούσικες εκπομπές. Είχε μια αδελφή της νοσοκόμα στο Κίεβο κι όλο μουρμούριζε: «Άννα... Άννα...» Μπαίναμε σπίτι, με το χαμόγελο πάντα για να της δίνουμε κουράγιο κι εκείνη μας κοίταγε σα να φταίγαμε.
   «Τι νέα, μαμά Ρόζα;»
   Απαντούσε όλο το ίδιο:
   «Γιατί περνούνε, γιατί περνούνε;»
   «Θα σταματήσουνε», της λέγαμε.
   «Μα πότε πια;» 
   Αυτά θυμόμουνα και τρόμαζα, πώς θα τη δεχτεί τη φοβερή είδηση. Η Ρόζα όμως το είχε πάρει απόφαση από τότε, από το σαρανταένα. Από μοναχή της είχε καταλάβει πως για να σταματήσει ο Χίτλερ χρειάζονταν θυσίες, προσωπικές θυσίες. Κι από μέσα της είχε προσφέρει το πιο ακριβό της αγαθό σε τούτο τον κόσμο, τον Έμπι, το μικρό Αϊνστάιν. Γι' αυτό, όταν έφτασε το γράμμα του λοχαγού του, που εξιστορούσε πόσο ηρωικά σκοτώθηκε ο γιος της πάνω στη μάχη, η Ρόζα έμεινε ήρεμη, πολύ ήρεμη.
   Πήγαμε να τη δούμε: «Κοιτάξτε», μας είπε, «να τα βγάλετε πέρα μοναχοί σας. Ο Έμπι τώρα έχει άλλη δουλειά». Τι να της αποκριθούμε; Σφίξαμε τα δόντια, στραφήκαμε στη Ντόρα που έμενε τώρα διπλά ορφανή και δώσαμε όρκο να σταθούμε εμείς στο πόδι του σκοτωμένου αδελφού.
   Ήρθε η ζωή κατόπι, σαν ένα μεγάλο κύμα απ' το βυθό της θάλασσας και τ' αναποδογύρισε όλα. Ξεχάσαμε τον όρκο μας. Κάποτε θυμόμασταν τη Ντόρα. «Πλήγιασε πάλι το κομμένο της πόδι. Υποφέρει φριχτά. Πρέπει να βρούμε τα χρήματα για ένα καινούργιο ξύλινο, να εφαρμόζει καλύτερα». Λέγαμε και το ξεχνούσαμε. Και δόστου η Ντόρα ν' ανεβοκατεβαίνει σκάλες. Δούλευε μανικιουρίστα να ζούνε με τη Ρόζα.
   Τώρα όμως η Ντόρα δεν παραπονιότανε πια, τσιμουδιά δεν έβγαζε. Στεκότανε σαν άξια αδελφή του μικρού κοκκινοτρίχη ήρωα που σκοτώθηκε στο Λίρι.
 
   Φορές - φορές έρχεται στη μνήμη μου μια άλλη Ντόρα, που δεν την είδα με τα μάτια μου, μα που μου την περιγράψανε.
   Στις 21 Ιουνίου του 1942 παραδόθηκε το Τομπρούκ στο Ρόμελ με εικοσιπέντε χιλιάδες στρατό. Πάνω, οι πολιορκημένοι της Σεβαστούπολης αμύνονταν απεγνωσμένα, κάνοντας θραύση στον εχθρό. Ήρθε και με βρήκε ο Έμπι.
   «Φίλε», τον πρόλαβα, «δεν πάμε καλά. Εδώ οι Ρώσοι περιμένουνε δεύτερο μέτωπο και τούτοι παραδίνουνε τα φρούρια σα να 'τανε τενεκεδάκια της κονσέρβας.  Μυρίζει προδοσία. Άκουσα κιόλας πως κάποιοι ομογενείς ετοιμάζουν επιτροπή για να υποδεχτεί το Ρόμελ προσφέροντας γην και ύδωρ. Τα πάντα γκρεμίζονται. Δεν εμπιστεύομαι κανένα. Το μόνο σίγουρο είναι ο λαός, τα στρατευμένα παιδιά του. Θα πάω μαζί τους κι ό,τι γίνει ο στρατός θα γίνω κι εγώ»
   «Τα ίδια ερχόμουν να σου πω, ούτε λόγος. Δε μένω να με πιάσουνε στη φάκα οι Γερμανοί. Πρέπει να δούμε πού θα καταταχτώ».
   Σκέφτηκα. Έτσι, όπως ήτανε καλομαθημένος κι ακατάστατος φοβήθηκα πως θα κακοπερνούσε στους δικούς μας, με την τραχιά τους ντομπροσύνη. Δεν ήξερε και τη γλώσσα.
   «Λένε πως ο Ντε Γκωλ παίρνει εθελοντές. Εκεί θα 'σαι καλύτερα. Μιλάς και τα γαλλικά».
   Φιληθήκαμε και χωρίσαμε.  Αποχαιρέτησα τη μάνα μου και τις αδελφές μου κι έφυγα. Φαντάρος πια, στα Ιεροσόλυμα, έμαθα από κοινό μας φίλο πως ο Έμπι είχε καταταχτεί στη Λεγεώνα των Ξένων, δηλαδή στο κάτεργο! Οι άλλες μονάδες των Ελεύθερων Γάλλων δε δέχονταν εθελοντές με ξένη υπηκοότητα. Κι εγώ που δίσταζα να τον πάρω μαζί μου στους Έλληνες...
   Έγινε η μάχη του Αλαμέιν και το Δεκέμβρη βρέθηκα με αναρρωτική στην Αλεξάντρεια. Τότε έμαθα από τις αδελφές μου το σπάσιμο της Ντόρας. Τη νύχτα που η νεκρωμένη πόλη ξημερωνόταν  δεν ξημερωνόταν ελεύθερη, έφτασε σπίτι μας η κουτσή με μια στοίβα βιβλία.
   «Πάρτε τα», φώναζε, «θα με κάψουνε. Φύγανε και μ' αφήσανε πίσω, ανάπηρη, Εβραία και κοκκινοτρίχισσα. Ο αδελφός σας είναι ένας άναντρος, άναντρος...»
   Φώναζε κι εβούιζε η σκάλα της πολυκατοικίας καθώς βροντούσε το ξύλινο πόδι της στα μαρμαρένια σκαλοπάτια, τρέχοντας να χαθεί μέσα στους κατασκότεινους δρόμους. «Είναι άναντρος...» 
   Φλεβάρη του '43 πέρασε κι ο Έμπι με αποστολή από την Αλεξάντρεια. Φόραγε ένα απίστευτα μακρύ και καταζαρωμένο πανωφόρι εκστρατείας κίτρινα άρβυλα και το κόκκινο δίκοχο της Λεγεώνας. Ο κόσμος σταματούσε και τον εξέταζε. Δεν τον παίρνανε στα σοβαρά. «Από τι μπουλούκι Ψυχαγωγίας του Στρατού να ξεγλίστρησε τούτος εδώ;» θ' αναρωτιόντουσαν.
   Περπατώντας χέρι - χέρι κάτω από μια αναπάντεχη λιακάδα, με μια Μεσόγειο καταπράσινη στ' αριστερά μας και δεξιά τους στρατώνες της Σιλσίλας με τ' αντιαεροπορικά, έκανα λόγο στον Έμπι για τα καμώματα της αδελφής του.
   «Ε, φίλε», μου αποκρίθηκε. «Τώρα θα μάθεις πως εμάς των Εβραίων δεν το λέει η περδικούλα μας;»
   Πιο κάτω, πολύ φυσικά, γιατί το 'χε φέρει η κουβέντα, μου διηγήθηκε πώς του δώσανε τον πολεμικό σταυρό.
   «Ο ηρωισμός», είπε, «είναι ζήτημα βραδύτητας. Όταν κάμανε το λάθος κι άρχισε το πυροβολικό μας να κοπανά το λοφίσκο που μόλις είχαμε καταλάβει, όλοι το βάλαμε στα πόδια. Εμένα με κόβανε τα άρβυλα, είχα να σηκώσω στη ράχη κι ολόκληρη ραδιοτηλεγραφική συσκευή, με ξεχάσανε. Έφτασα τελευταίος στη γραμμή αναδίπλωσης. Μου δώσανε το παράσημο για να σκεπάσουνε τη γκάφα του πυροβολικού, κατάλαβες;»
   Τον πίστεψα τότε χωρίς να διστάσω. Σήμερα όμως που το ξανασκέφτομαι, λέω πως και τούτη η έκδοση της παρασημοφόρησής του ήταν ένας από τους σαρκασμούς του μικρού Αϊνστάιν. 
 
   Τη δεύτερη φορά, λοιπόν, που γυάλισα τα παπούτσια μου στον Αργύρη, πρόσεξα πως του έλειπε τ' αριστερό πόδι. Το είπα, θαρρώ. Ήτανε πρωί. Η οδός Αγίου Κωνσταντίνου είχε κίνηση. Κόσμος ανεβοκατέβαινε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Μεγάλη βδομάδα. Αντίκρυ, στο ταμείο του Βασιλικού Θεάτρου, είχε σχηματιστεί μια μικρή ουρά. Θα παίζανε τον «Ευαγγελισμό» του Κλωντέλ. Ακούμπησα το παπούτσι μου στο κασελάκι και σκεφτόμουνα τη Ντόρα και τον Έμπι. Η Ντόρα και η μάνα της είχανε καταφύγει στο Παρίσι, μανικιουρίστα η κόρη και η Ρόζα να ζει με τη σύνταξη που της πλέρωναν οι Γάλλοι για τον Έμπι. Τι γίνηκαν οι όρκοι μας;
   Ήρθε ένας αστυφύλακας, κοντοστάθηκε μπροστά στον Αργύρη.
   «Τίποτα ακόμα;»
   «Τίποτα».
   Μπα, μπα, είπα μέσα μου. Τη δουλειά του Αγκόπ κάνει κι αυτός. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα πίσω μου, τις πόρτες του Βασιλικού. Τι να παρακολουθούσε;
   Πέρασε κάποιος με γκρίζο κοστούμι, καλοσιδερωμένο πανταλόνι.
   «Καλώς τον κύριο Μαρίνο, τι χαμπάρια;»
   Ο άλλος πλησίασε. Ο αστυφύλακας είχε φύγει.
   «Ας τα λέμε καλά. Εσύ;»  
   «Δε μου λες», έκανε ο Αργύρης, «ξέρεις πού μπορώ να πουλήσω δυο ελιές;»
   «Μα... σε επιπλοποιό, μου φαίνεται. Εκεί στα καρεκλάδικα, στην Αγία Ειρήνη, θα βρεις».
   «Λέω να τις κόψω γιατί δεν είναι πια χαΐρι. Πέρσι φέρανε πενήντα οκάδες καρπό και τον έδωσα όπως ήτανε. Θέλει λάτρα η ελιά, καταλαβαίνεις, κι εγώ έτσι... Θέλουν αλάτισμα, θέλουνε, θέλουνε... Θα τις κόψω. Έχω φυτεμένες κάτι βερικοκιές, θα φυτέψω και κερασιές...»
   «Κανένα εκατομμύριο θα πιάσεις για το κάθε δέντρο. Μα γιατί, η κυρά δεν ξέρει να τις φροντίσει;»  
   «Ου... αυτή με τα μυαλά που έχει τώρα...»
   Ο Αργύρης αναστέναξε. Έριξε ένα άγριο βλέμμα πέρα σα να φοβέριζε κάποιον.
   «Δε μου λες», είπε πάλι στον κύριο, «τι κάνει ο γέρος σου, βαστιέται;»
   «Καλά βαστιέται, τι να πω;»
   «Κοίτα μη σου σπείρει κανένα αδελφάκι και λιγοστέψει η κληρονομιά». 
   Ο άλλος δε μίλησε.
   «Τη βολεύει, τη βολεύει τη γυναίκα;»
   «Τη βολεύει αμέ, βαστάνε τα κότσια του».
   Κάτι άλλο πρόστεσε, που δεν το έπιασε τ' αυτί μου, μα πάντα για γυναίκα θα μίλαγε γιατί ο Αργύρης αναστέναξε πάλι και του είπε:
   «Εμάς, καημένε, μας έφαγε το '41. Αλλιώς...»
   Τότε μονάχα κατάλαβα που είχε χάσει το πόδι του.
   Μου τράβηξε ελαφρά το πανταλόνι για να καταλάβω πως τελείωσε. Κοίταξα, είδα πως είχε κάνει καλή δουλειά. Του έδωσα πάλι ένα τάληρο κι έφυγα. Πίσω μου τον άκουσα να λέει: «Ευχαριστώ».
 
   Τρίτη, μετά τη Λαμπρή, καθάρισε λιγάκι ο καιρός. Ξεκίνησα απόγεμα στις πέντε να κάνω μια βόλτα. Είπα να γυαλίσω τα παπούτσια μου. Η πλατεία του Αγίου Κωνσταντίνου ήτανε γεμάτη φανταρία. Πήγα στον Αργύρη, στεκόταν ένας στρατιώτης και γυάλιζε τ' άρβυλά του. Περίμενα κι εγώ πλάι του αν και παρακάτω, άλλος λούστρος, κι αυτός ανάπηρος, ήταν ελεύθερος. Ήρθε η σειρά μου, λέω του Αργύρη: «Δε μου ξεσκονίζεις λιγάκι τα ρεβέρ του πανταλονιού που γεμίσανε σκόνες;» 
   «Τα είδα», μου λέει. «Μα όλες οι βούρτσες είναι λερωμένες. Από το πρωί δε σταματήσαμε με τους φαντάρους. Και είναι άρβυλα, καταλαβαίνετε; Δεν είναι σαν τα δικά σας, λεπτοκαμωμένα παπούτσια».
   Έσκυψα και βάλθηκα ν' αδειάζω τα ρεβέρ τινάζοντας το ύφασμα με το νύχι. Ο Αργύρης κοίταξε τον ουρανό που σκοτείνιαζε γρήγορα.
   «Θα το γυρίσει πάλι σε βροχή», είπε. «Νισάφι πια. Την περασμένη βδομάδα, που περιμέναμε να βγάλουμε τίποτα για τα στραβά έξοδα της Λαμπρής, ντίγκι - ντίγκι, δε σταμάτησε».
   «Κατά που βλέπω», του λέω,  «θα κατεβάσει πάλι».
   «Βρε, βρε... Πού τον πας μωρή το φάκελο; Πού τον ψάρεψες;»
   Γύρισα να δω ποιανού τα έλεγε αυτά. Μια μικροκαμωμένη κοπέλα περνούσε κρεμασμένη στο μπράτσο μιανού αξιωματικού. Με τ' αριστερό της κράταγε ένα πράσινο ντοσιέ. Ο αξιωματικός βαστούσε ένα πράσινο χαρτοφύλακα.
   «Κοίτα, μωρέ, καμουφλάρισμα που σκαρφίστηκε η βρώμα! Πού το έκοψε το ξερό της;»
   Τον κοίταξα ερωτηματικά.
   «Κάνει πιάτσα εδώ, καταλαβαίνετε; Μα να σας πω πως κάνει είκοσι, τριάντα βίζιτες τη μέρα... Βρωμογυναίκες, όλες! Να, να κοίτα, θα τον πάει παρακάτω στο ξενοδοχείο, στην Αταλάντη».
   Τέντωσα το λαιμό μου και παρακολουθούσα το ζευγάρι. Ο αξιωματικός θα 'τανε, φαίνεται, ταραγμένος γιατί δεν αποκρίθηκε στο χαιρετισμό δυο φαντάρων. Περάσανε την Αταλάντη και δε μπήκανε.
   «Δε μπήκανε», του λέω. «Μα να, περνούνε απέναντι. Θα τον πηγαίνει στο Τίβολι».
   «Κι ο Τίβολης  την ίδια δουλειά κάνει», μου λέει ο Αργύρης.
   Τους έχασα.
   «Πίσω απ' το περίπτερο έχει δρομάκι;» ρωτώ.
   «Όχι», μου λέει.
   Εγώ, όρθιος, συνέχιζα την παρακολούθηση και για τους δυο μας.
   «Να», του λέω, « μπήκανε στο Τίβολι».
   «Καλά το έλεγα. Την ξέρω αυτή. Μωρέ τι σκαρφίστηκε...» 
   Έφτυσε δίπλα κι ύστερα σκούπισε τις χειλάρες του πάνω στο μανίκι της μπλούζας του.
   «Κοίτα, μωρέ, κατάντια...»
   Πρόστεσε κάτι που μου φάνηκε τολμηρό. Δεν του έδωσα απόκριση γιατί θυμήθηκα τον Αγκόπ και τον αστυφύλακα  της άλλης φοράς.
   Τελείωσε. Έβγαλα πάλι πέντε δραχμές. Τις πήρε, μου χαμογέλασε, του είπα «Γεια σου» και έφυγα.
 
   Δυο μέρες αργότερα, Πέμπτη, περασμένο μεσημέρι. Από το πρωί στον κήπο του Μουσείου, το πρόσωπο που λέγαμε κι εγώ, κουβεντιάζαμε τα δικά μας. Τόσων χρόνων φρονιμάδα, τόση καρτερία, κινδυνέψανε να πάνε άδικα. Η απριλιάτικη μέρα ήτανε στις δόξες της, οι λεύκες και τα πλατάνια, οι ευκάλυπτοι αξιέραστοι και τα σπουργίτια τόσο ανυπεράσπιστα. Είδα τον έρωτα να σέρνεται γονατιστός από τον κήπο του Μουσείου ίσαμε την πόρτα του Βασιλικού Θεάτρου, όπως σέρνονται με τα γόνατα οι πιστοί στο πανηγύρι τ' Άη Γιώργη, στο Κάιρο. Κι εγώ, όλο «όχι», όλο «δεν πρέπει» έλεγα. Και στο πίσω μέρος του κρανίου μου να σκέφτομαι: «Αρκετούς κόμπους έχει το σκοινί της ζωής σου και δεν ξέρεις να τους λύσεις. Φτάνει!» 
   «Πάρε με για μισή ώρα μονάχα στην κάμαρή σου, να τη δω», μου έλεγε.
   Κι εγώ: «Όχι, άλλη φορά».
   Στο τέλος τ' αποφάσισε να φύγει μονάχη της. Βρισκόμασταν ακριβώς μπροστά στην πόρτα του Βασιλικού. Θυμήθηκα τον Αργύρη. Κοίταξα πέρα από την άσφαλτο του δρόμου και τσάκωσα το βλέμμα του, που με την άκρη του ματιού μάς παρακολουθούσε. Τότε πια η απόφασή μου γίνηκε αμετάκλητη.
   Έφυγε εκείνη, ποιος ξέρει πώς. Εγώ έσκυψα το κεφάλι και τράβηξα για το δωμάτιό μου.
 
   Κι αυτό πια έγινε χτες, πρωί. Πήγα στον Αργύρη, ακούμπησα το παπούτσι μου κι εκείνος αμέσως πήρε τις βούρτσες και καθάρισε τα ρεβέρ του πανταλονιού.
   Δίπλα του ήρθε και στάθηκε ένας λιγνός με δεκανίκια. Του έλειπε το δεξί. Φόραγε κυριακάτικα. Μα ήταν ο λούστρος της άλλης γωνιάς, θυμήθηκα τα μούτρα του.
   «Γεια σου, Μήτσο», του λέει ο Αργύρης. «Γέννησε η κυρά;»
   «Ναι, γέννησε χτες».
   «Κορίτσι, ε;»
   «Ναι».
   Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι. Αρχίσανε μια συζήτηση για το πόσες μέρες είχε δικαίωμα να μείνει η λεχώνα στο «Θεραπευτήριο». «Λογαριάζουν» είπε ο Μήτσος,  «από την παραμονή».
   Έτσι κατάλαβα πως ο Αργύρης ήταν ένα είδος συμβουλάτορας των λούστρων του Αγίου Κωνσταντίνου.
   Έπρεπε ν' αλλάξω πόδι μα είχα αφαιρεθεί. Τότε ένιωσα τον Αργύρη να με σκουντά με τη βούρτσα, κάπως βάναυσα. Βιάστηκα ν' αλλάξω.
   Κάτι θα είχε γνέψει του Μήτσου γιατί στεκότανε εκεί με τα δεκανίκια του και δεν απόσωνε τη συζήτηση.
   Τελείωσε. Έβγαλα και του έδωσα πέντε δραχμές. Δυο δίφραγκα και μια μονή. Πήγα να φύγω.
   «Ε, έλα εδώ!...» μου φώναξε. Τέντωσε το χέρι και μου γύρισε τις τρεις δραχμές: «Ελεημοσύνες δεν παίρνουμε, κύριε, κατάλαβες;»
   Σάστισα. Χωρίς να το καταλάβω είχα βάλει τις δραχμές πάλι στην τσέπη. Απομακρύνθηκα αργά.
   «... σκορπάνε τα λεφτά...» τον άκουσα να λέει όχι στο Μήτσο, αλλά στον άλλο λούστρο, το γεραλέο με τα γυαλιά, πιο πέρα... «Σκορπάνε τα λεφτά και τις ξεμυαλίζουνε, παντρεμένες γυναίκες...»
   Τι να του πω; Πώς να του εξηγήσω μια ιστορία που άρχισε πριν είκοσι χρόνια και γέμισε πιτσιλιές όλο χολή και ξύδι τη ζωή τόσων ανθρώπων; Πώς να του πω για τα φτερά της ρόδας του μυλωνά, που ανάμεσά τους χτυπιέται και ξαναχτυπιέται η καρδιά μας χρόνια, τόσο που να λησμονηθούνε όρκοι φοβεροί κι η Ντόρα ν' ανεβοκατεβαίνει τα πατώματα, κι η Ρόζα να λέει πως λίγο λίγο τραγανίζει το μικροκαμωμένο σκελετό του Έμπι, στο Λίρι; Πώς να του μιλήσω εγώ για το '41 και για τους ανάπηρους, όταν τους καίει η δίψα του σκοτωμένου ερωτικού σπασμού και γίνεται φαρμάκι που ξεσπά πάνω στα δυστυχισμένα πλάσματα, όσα σηκώνουνε για καμουφλάρισμα ένα φάκελο υπουργείου -κι άλλοι καταντούνε σαν τον Αγκόπ;
    «Το καράβι βούλιαξε μα ο καπετάνιος δεν πνίγηκε!»
   Αυτό μονάχα να μπορούσα να μηνύσω του Αργύρη. Θα καταλάβαινε και θα συγχωρούσε. Θα εξηγούσε και στους άλλους λούστρους του Αγίου Κωνσταντίνου, να γαληνέψει πια η ψυχή μου.
 
Τσίρκας Στρατής
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» 
τεύχος 7, Ιούλιος 1955
Σημειώσεις:
(1) τασνάκ: Αρμενικό εθνικιστικό και σοσιαλιστικό κόμμα (Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία0 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου