Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

   
   «Αν μπορούσα να τον καταγγείλω στην αστυνομία», σκέφτηκε ο σαραντάρης μαθηματικός Γιώργος Καλογήρου, βγαίνοντας από το σπίτι του φίλου του Ντίνου Κασπίδη. Σταμάτησε για λίγο στο πεζοδρόμιο, κούμπωσε το σακάκι του καλά, έφτιαξε τη γραβάτα του, ταχτοποίησε το γκρίζο του πουλόβερ και ξεκίνησε, ανάβοντας τσιγάρο. Τα χέρια του τον ενοχλούσανε, έβαλε τ' αριστερό στην τσέπη του πανταλονιού και με το δεξί  έσιαξε τα λίγα του μαλλιά. Περνώντας από μια βιτρίνα, κοιτάχτηκε στο τζάμι της λοξά -είχε φτάσει στην οδό Ακαδημίας. Κοντοστάθηκε στο πεζοδρόμιο, μια μεγάλη σειρά από αυτοκίνητα περνάγε μπροστά του. Νόμισε πως ο κόσμος τον κοιτάει, ότι τον βρίσκουνε δειλό που δεν περνά το δρόμο, θέλησε να προχωρήσει -ένα μικρό αυτοκίνητο παρ' ολίγο να τον κόψει. Οπισθοχωρώντας ανέβασε τα πόδια του ξανά στο πεζοδρόμιο, είχε γίνει κατακόκκινος. Έβγαλε το μαντίλι του να σκουπιστεί, μα φρόντισε να κοιτάξει δεξιά κι αριστερά μπας και τον βλέπουν, μπας και είδαν την προηγούμενη σκηνή. Όμως ο κόσμος συνεχίζει να περνάει μπρος του, το ίδιο αδιάφορα όπως χθες, όπως το ίδιο αδιάφορα θα περνάει αύριο... Τ' αυτοκίνητα περνούσαν ακατάπαυστα κι ο μαθηματικός στεκόταν άπραγος στη γωνιά του πεζοδρομίου. Είχε ξεχάσει πώς τον λένε, ποιος είναι, τι κάνει, τι έφτιαξε. Ούτε όμως που σκεφτόταν να περάσει απέναντι. Σε μια στιγμή νόμισε πως ένας διαβάτης έμοιαζε του Ντίνου. Την ίδια στιγμή έβαλε το μαντίλι του στην τσέπη, πέρασε το μισό δρόμο, αυτοκίνητα περνούσαν μπρος και πίσω του, βρήκε ευκαιρία και βρέθηκε απέναντι μ' ένα χαμόγελο δειλού αθλητή που κέρδισε το αγώνισμα. Η ώρα ήταν περασμένη, τα φώτα άναβαν στους δρόμους, οι ρεκλάμες με το Νέον άλλαζαν το χρώμα των προσώπων κι ο ερευνητής των μαθηματικών επιστημών, με την τονισμένη ελαφρά καμπούρα του, είχε φτάσει στην οδό Σοφοκλέους. Ο δρόμος ήταν ήσυχος, ξεκουράζονταν οι φάτσες των σπιτιών από τις φωνές των πουλητάδων, τα ψυγεία των χασάπικων φύλαγαν τα κρέατα, τα ψυγεία των ψαράδων τα μεγάλα ψάρια, μερικοί σακάτηδες κοιμόντουσαν στα πεζοδρόμια, μια μυρουδιά από ελιές, σακιά και πλούσιες αποθήκες γέμισε τον αέρα.
   Ο μαθηματικός Καλογήρου άκουσε ένα «ψιτ» και γύρισε αμέσως το κεφάλι. Την ίδια στιγμή νευρίασε πολύ. Το είχε πολλές φορές μελετήσει αυτό το «ψιτ» που ακουγόταν στους δρόμους. Κι ήταν τις περισσότερες φορές για να φωνάξουνε το σκύλο τους ή τον υπάλληλό τους. Το ήξερε πως δεν θα πρέπει να γυρίζει το κεφάλι στο πρώτο «ψιτ» ανώνυμο που ακούγεται. Μα πάντα νόμιζε πως κάποιος φίλος τον καλεί, κάποιος άνθρωπος τον γνώρισε ή κανένας συνάδερφος απ' το στρατό ή το πανεπιστήμιο -ποιος ξέρει. Τούτη τη φορά ένας άγνωστος καλούσε μια γυναίκα. Νευριασμένος πιο πολύ μπας και νόμισε η γυναίκα πως αυτός τη φώναξε, γρηγόρεψε το βήμα του. Δεν είχε φτάσει στην οδό Πειραιώς -έμενε στην πλατεία Κουμουνδούρου- γύρισε με καρδιοχτύπι το κεφάλι, γιατί είχε ακούσει τ' όνομά του. Ήτανε ο Πέτρος.
   «Καλησπέρα, Γιώργη», του λέει ο φίλος.
   «Γεια σου», αδιάφορα ή πολύ οικεία του κάνει ο μαθηματικός. «Τι νέα;»
    «Τι νέα; Δε τα 'μαθες;» του λέει ο Πέτρος.
   «Όχι,τι συμβαίνει;»
   «Του Αλέκου του κόψανε το πόδι σήμερα το πρωί. Θα πάθαινε, λέει, γάγγραινα...» 
   «Μπα;» κάνει ο μαθηματικός και του πρότεινε να πιούνε ένα γάλα στην Ομόνοια.
   Δε δέχτηκε την πρόσκληση ο Πέτρος, τον καληνύχτισε λίγο παράξενα κι έφυγε. «Του κόψανε το πόδι, λέει, σήμερα το πρωί... αλλά υπάρχουνε τόσες δυστυχίες, που σαν τις κοιτάξεις μια μια ξεχωριστά, χάνεις το μυαλό σου», σκέφτηκε ο Γιώργος Καλογήρου κατεβαίνοντας την οδό Πειραιώς. Θυμήθηκε ότι δεν είχε φάει και βασανίστηκε πολύ ώσπου να διαλέξει τι θα έτρωγε. Στο τέλος προτίμησε ν' αγοράσει τρία αυγά. Χώθηκε σε κάτι στενά να βρει μπακάλικα ανοιχτά.  Και σκεφτόταν τον τρόπο που θα ζήταγε τρία αυγά... «Θα πω: τρία αυγά, σας παρακαλώ», κοιτώντας το ταβάνι και παίζοντας ταμπούρλο με τα δάχτυλά μου. Αλλά πάλι ο κόσμος θα με κοιτάει με τους γυαλισμένους αγκώνες μου, την ξεφτισμένη μου γραβάτα...» Έφτασε σ' ένα μπακάλικο, έκανε να μπει, έστριψε όμως απότομα γελώντας μ' έναν τρόπο που 'λεγε: «Με συγχωρείτε έκανα λάθος στην πόρτα». Στην πραγματικότητα είχε δει μια νέα κοπέλα που γέλαγε με το μπακάλη. Βαδίζοντας αφηρημένα βρέθηκε σε μια ταβέρνα. Φωνές και τραγούδια και καπνοί έβγαιναν από την πόρτα. «Μεθυσμένοι άνθρωποι», σκέφτηκε μη σταματώντας να βαδίζει, «άντε να ξεμπλέξεις, αν σε πειράξουνε». Την ίδια στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί να τον πείραζαν και να τον τσίμπαγαν ακόμη - όπως μια γυναίκα... Στο τέλος όλα είχαν κλείσει και δεν αγόρασε τίποτα, έφτασε με χέρια αδειανά στην κάμαρά του.
    Άναψε το φως, έφερε μια καρέκλα στο ντιβάνι, ακούμπησε απάνω της ένα σταχτοδοχείο κι έτσι, με το σακάκι κουμπωμένο, τη γραβάτα σφιχτά και άχαρα δεμένη, ξαπλώθηκε αποκαμωμένος.
   «Κι όμως θα τον καταγγείλω» σκέφτηκε, αφού έκλεισε για λίγο τα μικρά του μάτια. «Θα τον καταγγείλω κι ας είναι φίλος. Για μένα δεν είναι τίποτα, είναι φίλος ονομαστικά... άλλωστε τι πάει να πει φίλος, όταν ο πατέρας μου ο ίδιος...»
   Γύρισε πολλά χρόνια πίσω με ευκολία πολλή, όπως του ήταν εύκολο να ταξιδεύει μπροστά, όπως του ήταν δύσκολο να ζει την ώρα τη συγκεκριμένη. Είδε τον εαυτό του τη νύχτα στην κάμαρα που ήτανε στρωμένη με μαύρο χώμα, μ' αναμμένη τη λάμπα του πετρελαίου απάνω στο τραπέζι, να διαβάζει για την άλλη μέρα, για την παράλλη, να μάθει πιότερα απ' τον καθηγητή. Ήτανε χαρούμενος τότε όταν έπαιρνε καλό βαθμό, ήταν όμως ευτυχισμένος, όταν, καταλαβαίνοντας την αδυναμία του δασκάλου για κάποιο θέμα, απαντούσε δίχως να ρωτηθεί, απ' το θρανίο του. Κι ο πατέρας που κοιμόταν σε μια γωνιά σ' ένα αδύνατο σιδερένιο κρεβάτι, να σηκώνεται αμίλητος, να σβήνει τη λάμπα και να ξαναπέφτει. Ακόμα, τύχαιναν φορές που 'βλεπε τον πατέρα του να σηκώνεται κρυφά και με προφύλαξη, όταν αυτός δήθεν κοιμότανε, να του ψάχνει τις τσέπες, μάζευε ό,τι ψιλά έβρισκε, για να τα πιει την άλλη μέρα το πρωί για να μην τρέμει. Μα όλα αυτά είναι μακριά. Τούτη τη στιγμή μια ιδέα τον κατέχει: να καταγγείλει το Ντίνο. Άνοιξε τα μάτια του, άναψε τσιγάρο, έριξε τη στάχτη πάνω στο γκρίζο σκέπασμα του ντιβανιού. Όταν ξανάβγαλε στάχτη το τσιγάρο, δεν πρόλαβε να την τινάξει, έπεσε πάνω στο σακάκι του. Με την παλάμη του αντί να την φυσήξει, την άπλωσε περσότερο. Νόμισε ότι πνίγεται. Θυμήθηκε μεμιάς την πείνα του, το Ντίνο και τη μοναξιά. Ακόμα πως ήτανε καταδικασμένος να ζει μέσα στη στάχτη. Φοβισμένα πετάχτηκε απ' το ντιβάνι, άνοιξε το παράθυρο και μύρισε το μίγμα του καθαρού αέρα με τη μυρουδιά των ποδιών και του άπλυτου αρσενικού, που ήταν γεμάτο το δωμάτιο. Έβλεπε τυφλά τη νύχτα, ήθελε να πιάσει τον αέρα, πήγε να πιάσει το ξύλο του παραθυριού, μα ήτανε ύλη νεκρή. Άπλωσε το χέρι του στο κενό, άνοιξε τα δάχτυλά του και τα 'κλεισε ξανά. Το παράθυρο το άφησε ανοιχτό, πήγε στον κομμό, κι έβγαλε απ' το συρτάρι λίγο τυρί κι ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Ξαναπήγε στον «αέρα», χτύπαγε τα χείλη και τη γλώσσα του με τη μασημένη τροφή, ρούφηξε έντονα τη μύτη του, και σαν κατάπιε τη μπουκιά, έκλεισε ερμητικά το στόμα του. Με το σάλιο καθάρισε καλά τον ουρανίσκο του, κοίταξε καλά το ψωμοτύρι, ύστερα μ' επισημότητα ξανάρχισε να τρώει. Σπάνιες φορές του τύχαινε να τρώει έτσι. Δε θυμότανε να 'χει φάει πολλές φορές. Μόνο μπρος στον κίνδυνο του γελοίου δεν έλεγε στους διάφορους γνωστούς του «ζήτημα είναι, αν έχω φάει δυο - τρεις φορές στη ζωή μου».
   «Ήσυχα είναι τώρα έτσι με το πόδι μου πάνω στο πεζούλι του παραθυριού», είπε μόνος του. Σαν να χαμογέλασε λιγάκι. Κατέβασε το πόδι του απ' το παράθυρο, πήγε στο λουτρό να πιει νερό. Κοιτάχτηκε στο μυγοβρωμισμένο καθρέφτη του πάνω απ' το λαβαμπό (1). Δεν ήταν ούτε όμορφος ούτε άσκημος. Δεν ήταν βέβαια άνθρωπος «σαν όλους τους άλλους», είχε δυο μάτια κοκκινισμένα απ' τη δουλειά, μα έξυπνα. Ίσως αν δούλευε λιγότερο, τα μάτια του να ήτανε ανέκφραστα. Μα πάλι, ο ίδιος έλεγε πως «δουλεύω εσωτερικά» και τούτο το πάλεμα στη ζωή -δίχως ουσιαστικό αντίπαλο εξάλλου- θα του ομόρφαινε τα μάτια, θα του έδινε φυσιογνωμία «στοχαστή». Είχε λίγα μαλλιά και γραντζουνιές πολλές απ' την τσατσάρα και τα δάχτυλά του. Πολλές φορές, όταν τύχαινε σε παρέα, βασάνιζε το κεφάλι του πολύ, ιδιαίτερα όταν του τύχαινε να μη μιλάει -πράμα σπάνιο άλλωστε. Είχε φροντίσει να βλέπει μερικούς μόνο ανθρώπους, ανάμεσά τους και το Ντίνο, που εύκολα δεν του έκοβαν το λόγο και δύσκολα πολύ του αντιμίλαγαν. Σταμάτησε για λίγο άπραγος μπρος στον καθρέφτη και νόμισε ότι όλη του η ύπαρξη σαν οκάδες, σαν μυαλό, σαν αγάπη, σαν κακία είχαν μαζευτεί και εκφραζόντουσαν σε «γραντζουνισμένη φαλάκρα», σε μοναξιά και σε κάλτσες σκισμένες και τραβηγμένες στην πατούσα, για να μην τις βλέπει ο κόσμος. Έπιασε το ποτήρι, το 'πλυνε καλά, γιατί ήταν βρώμικο από το πρωινό ξύρισμα και γεμάτο τρίχες, ήπιε νερό και σαν μπήκε στην κάμαρά του έβαλε τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού και άρχισε να κάνει βόλτες.
   «Κι όμως θα πρέπει να φύγει από τη μέση», είπε καθαρά, ασυγκίνητα και ψύχραιμα. «Το ξέρω, το ξέρω», συνέχισε, «πως σήμερα το βράδυ δεν είμαι καλά, το ξέρω επίσης πως έχω το δικαίωμα να είμαι τρελός, να είμαι και να κάνω ό,τι θέλω, είμαι λεύτερος κι εγώ, είμαι λεύτερος κι εγώ... Θα τον καταγγείλω ανώνυμα», είπε ύστερα από λίγο. «Είναι δουλειά δική μου, αν έχω τύψεις, θα βρεθεί ένας στην περίπτωση που θα το μάθουνε να με υπερασπίσει, θα βρεθούνε κι άλλοι που θα με καταγγείλουν στη συνείδηση των ανθρώπων, δηλαδή και στη δική μου συνείδηση».
   Ετοιμαζόταν να ξαπλώσει στο ντιβάνι, όταν σταμάτησε απότομα.
   «Αν ήταν χέρια ανθρώπινα, αν ήταν χέρια μιας γυναίκας η φόδρα της τσέπης μου», ψιθύρισε. «Μόλις χαιρετάω κανένα μου γνωστό, τη νιώθω πολύ τη ζεστασιά του χεριού του και φυλάω πολύ μετά την ευχαρίστηση στη φούχτα μου. Αν ήταν χέρια ανθρώπινα», ξανάπε, «αν ήτανε λαιμός γυναίκας, μόνο ένας λαιμός γυναίκας, μόνο ένα μέτωπο παιδιού -του παιδιού μου. Πεινάω», συνέχισε, «κουράστηκα, θέλω να κλάψω». Έβαλε το χέρι του στα μάτια του και τα σκούπισε. Έπεσε στο ντιβάνι, έβαλε τα χέρια πίσω στο κεφάλι. Ενόμισε ότι δεν έχει το δικαίωμα να στέκεται έτσι, ήταν μια στάση αρχηγού. Ήταν μια στάση που δεν του πήγαινε. Τα έβγαλε από το σβέρκο του, τα 'ριξε δίπλα στο κορμί του. Αισθανότανε κουρασμένος, νόμιζε ότι όλος ο κόσμος τον σιχαίνεται, ότι βρωμάει, ότι είναι άπλυτος, ότι έχει λερωθεί, σαν να ήταν μικρό παιδί και δεν επρόκανε να φωνάξει τη μητέρα του. Παραπονεμένα σκέφτηκε ότι έχουν άδικο να τον βλέπουν έτσι, αφού αυτός τους αγαπάει όλους. Σιγά - σιγά το παράπονό του έπαιρνε τραγική μορφή κι αργά άρχισε να ψιθυρίζει:
   «Παλιά μέτραγα αριθμούς για να με πάρει ο ύπνος κι οι αριθμοί γίνονταν άνθρωποι, το 5 το φανταζόμουνα σαν έναν άνθρωπο σακάτη, το 1 γινόταν ένας αδύνατος άνθρωπος, το 2 το σύγκρινα με μια γυναίκα, ύστερα ξεσηκωνόμουνα αντί να κοιμηθώ, θυμόμουνα τον Πυθαγόρα, τι είναι το νερό, τι είναι το σκοτάδι. Έβλεπα τον εαυτό μου να περπατάει μέσ' στη νύχτα ανάμεσα στη δυστυχία των ανθρώπων. Εγώ ήμουν γεμάτος από λάμψη και διάλεγα εγώ ποιους να πρωτοφωτίσω, να τους απαλλάξω από τη νύχτα τους, και βάδιζα. Ήταν άνθρωποι που είχαν πέσει μπρούμυτα στη γη και κοίταγαν το χώμα. Σ' αυτούς δεν έδινα βοήθεια. Όμως σαν έβλεπα ανθρώπινα μάτια γεμάτα καρτερία και μου ζήταγαν το φως περήφανα και ταπεινά, λες και πλούταινα περισσότερο, τους φώτιζα το δρόμο, σηκώνονταν και βάδιζαν. Ύστερα μεγάλωσα. Πανεπιστήμιο και πείνα, κάστανα βρασμένα που 'τρωγα ολημερίς, η μάνα είχε πεθάνει, μελέτη, ιδιαίτερα μαθήματα που έδινα κι ο πατέρας που με πίεζε να γίνω ναυτεργάτης, γιατί είμαστε ανίκανοι εμείς οι φτωχοί για γράμματα. Γιατί να μην έχω γίνει κι εγώ παιδί; Γιατί να μην υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παιδική μου ηλικία και στον άνδρα; Όταν ήθελα ένα χάδι και δεν ήξερα πώς το λένε ούτε πώς το ζητάνε, δεν το είχα. Τώρα που το ξέρω, δεν το ζητάω, το περιμένω. Πόσο πολύ κουράστηκα, πόσο θα 'θελα να κουράζομαι σωματικά σ' όλη μου τη ζωή, πόσο θα ήθελα να είμαι άρρωστος αιώνια, να έχω κάτι, να με ρωτάνε τι έχω, να 'ρχονται να με βλέπουνε».
   Σηκώθηκε από το ντιβάνι, πήγε στον κομμό, κι απ' το τρίτο συρτάρι, αφού έψαξε ανάμεσα στα ρούχα, στα βιβλία και στα χαρτιά, βρήκε αυτό που ζήταγε: ένα βεζίρη. Αμίλητος τον κοίταζε. Ύστερα σήκωσε τα πανταλόνια του, όπως οι ψαράδες που θα μπουν στη θάλασσα, ακούμπησε το γυμνό του γόνατο στο πάτωμα κι άρχισε να παίζει. Κουράστηκε όμως το γόνατό του, κάθισε πλάγια και για πολλήν ώρα πότε έπαιζε το κότσι, πότε το έπιανε στο χέρι του, το κοίταζε και ξανάρχιζε το παιδικό παιγνίδι. Σε μια στιγμή σηκώθηκε, κατέβασε τα πανταλόνια του, έκρυψε τον βεζίρη στον κομμό και κάθισε στο τραπέζι του το φορτωμένο με χαρτιά και σημειώσεις.
   Άναψε τσιγάρο για να του φύγει ο ύπνος. «Θέλω να κοιμηθώ», μουρμούρισε, «και να κοιμηθώ δε θέλω· χάνω τις ώρες μου, το ξέρω, και δεν κάνω τίποτα. Αύριο πάλι», συνέχισε, «θα πιάσω τον Φερμά. Αν τον λύσω θα δω το όνομά μου στις διεθνείς επιθεωρήσεις, στα συνέδρια, παντού. Γιατί να μη τα πάρουν όλα αυτά, και τις τιμές και τις δόξες και τους σεβασμούς, και να μου δώσουν μια φιλία, μια ανθρώπινη παρουσία και να ξεχαστώ και να ζήσω; Μα ο Ντίνος δεν είναι φίλος μου; Γιατί όμως να μου φερθεί, όπως μου φέρθηκε χτες το βράδυ; Δε μίλαγε ποτέ ενάντιά μου. Χτες το βράδυ δεν μου αντιμίλησε, αλλά δέχτηκε να μένω στην κόκκινη πολυθρόνα δίχως να παίρνω μέρος στη συζήτηση. Και το ήξερε το πόσο πολύ με πείραζε. Του το 'χα πει τόσες φορές, όχι καθαρά, μα το είχε καταλάβει. Ότι δεν έχω τίποτα άλλο από τη γνώση μου. Τι έχω; Έχω γυναίκα; Έχω παιδιά; Έχω μάνα εγώ; Γίνομαι ποτέ μικρό παιδί στην αγκαλιά μιανής γυναίκας, αφού δε μπόρεσα να 'μαι παιδί όταν έπρεπε; Τι έχω; Κανείς εμένα δεν με ρώτησε τι κάνω. Είχαν όλοι κρεμαστεί από τα χείλη του -λες και με εκδικιότανε. Αφού του το 'χα πει, αφού του το 'χα πει, ότι δεν ήμουνα ποτέ παιδί, ότι δε γνώρισα τίποτα από την παιδική μου ηλικία. Και κείνος μίλαγε για τα δώρα που του 'στελνε ο πατέρας του από το εξωτερικό, για τις φωτογραφίες που είχαν τα παιδικά βιβλία, για τις μεγάλες ιστορίες, κι οι άλλοι τον διακόπτανε για να του πούνε μια ανάμνησή τους, ένα συγγραφέα παιδικού παραμυθιού που 'χε ξεχάσει τ' όνομά του. Κι έλαμπαν όλοι από χαρά· κι από μελαγχολία που πια δεν ήτανε παιδιά. Τι να τους έλεγα εγώ; Τι να κλάψω; Τι ν' αγαπήσω; Τι να θυμηθώ εγώ; Μια φορά μονάχα... η μητέρα μού χάρισε ένα καινούργιο ρούχο. Μα κάθε ώρα που πέρναγε, όταν εγώ το κοίταζα και το εχάιδευα μ' όλη μου την παλάμη, μου φώναζε πρόσεχέ το, πρόσεχε το σακάκι σου, μη λερώσεις το σακάκι σου. Στο τραπέζι που καθόμαστε, το κοίταζε καλά - καλά για να βρει κανένα λεκέ που είχα κάμει, μπας και το 'χα τσαλακώσει... Το πρωί που έφευγα για το σχολείο πρόσεχε το σακάκι σου, δεν έχουμε λεφτά να σου αγοράζουμε κάθε μέρα και σακάκι.  Έβλεπα τ' άλλα παιδιά που παίζανε, που βρώμιζαν τα ρούχα τους και γρήγορα κι αδιάφορα τα ξεσκονίζανε, δίχως να δώσουν μεγάλη προσοχή. Κι εγώ καθόμουνα να τους κοιτάω από φόβο μήπως και λερώσω το πολύτιμο σακάκι μου. Με κορόιδευαν τ' άλλα τα παιδιά, με ειρωνευόντουσαν ακόμα που φόρεσα κι εγώ μια φορά καινούργιο ρούχο και δεν καταδεχόμουνα να παίξω και μένα η καρδιά μου πέταγε να κυλιστώ στη λάσπη, για ν' αποδείξω το αντίθετο. Και μια μέρα, άλλο δεν άντεχα. Κυλίστηκα στην αυλή του  σχολείου και ύστερα στα πεζοδρόμια με τ' άλλα παιδιά, σαν τρελός. Ύστερα κι εγώ, αδιάφορα, καθάρισα το καινούργιο μου σακάκι, ότι τάχα δεν με νοιάζει, κι αν λερώθηκα. Μα μέσα μου έκλαιγα. Δεν θα 'χα πια ένα σακάκι καινούργιο. Όταν πήγα σπίτι, η μητέρα μου με έδειρε και μπρος στα φοβισμένα μάτια της πήρα το ψαλίδι, και πριν προφτάσει να μ' εμποδίσει, το έκαμα κομμάτια. Μου 'πε μόνο: με το χαρακτήρα που 'χεις, δε θα γίνεις καλός άνθρωπος».
   Με τα χέρια στα μηλίγγια, κοιτάει το σκισμένο παιδικό σακάκι, το 'πιασε με τα χέρια του σαν να ζούλαγε ντομάτα, σαν να το 'λιωνε με τα δάχτυλά του. «Γιατί να μου φερθεί έτσι; Πώς να τον καταγγείλω; Τι να βρω; Τι πρόφαση να βρω; Αν πέθαινε, αν δεν τον κλείνανε για πάντα φυλακή, αν έφευγε, αν τον έκοβε το αυτοκίνητο. Τι να βρω; Τι να βρω», φώναζε σαν τρελός. «Κι όμως δε μπορώ να μένω έτσι, θα μου 'ρθει τρέλα, θα πάθω τίποτα, πρέπει να τον εκδικηθώ όπως μ' εκδικήθηκε. Αδύνατος είμαι -το ξέρω. Ίσως η εκδίκηση να με αλλάξει, ίσως να μου δώσει τη δύναμη που μου λείπει. Δε μπόρεσα να είμαι δυνατός -μελέτησα γιατί έπρεπε να μελετήσω- όπως έκανε όλος ο κόσμος, δεν αγάπησα τίποτα, αφού η ζωή μου ήταν μια άμιλλα, ενώ έπρεπε να είναι αγάπη, αγάπη για το κακό, έστω, μα αγάπη. Αγαπάνε το ψάρεμα με πάθος, αγαπάνε το κυνήγι, τις κούρσες, τι αγαπάω εγώ; Τίποτα. Όχι, όχι», φώναξε με μια φωνή σπασμένη, «όχι, όχι, αγαπάω, αγαπάω, θέλω ν' αγαπήσω, ας έρθει, ας φανεί ένας άνθρωπος να πέσω στα πόδια του, να του φιλήσω τα πόδια, να κάμω ό,τι θελήσει -εγώ ο μεγάλος μαθηματικός. Ας έρθει μια γυναίκα, ας παρουσιαστεί μια γυναίκα κι ας μη με ρωτήσει αν την αγαπώ, ας μη με ρωτήσει πώς με λένε, τι κάνω, από πού είμαι, τι έφτιαξα. Να μην κοιτάει, δε θέλω να με κοιτάει, να την χαϊδεύω, θα κάθεται σ' ένα σκαμνί δίπλα στην καρέκλα μου, να την χαϊδεύω σιγανά, αμίλητα, θα φυλάξω στο βάθος της ντουλάπας μου το κουτί που θα γεμίσω με τα μαλλιά που θα 'ναι γεμάτοι οι ώμοι της, θα τήνε ξεχτενίσω να πέσουν κι άλλα μαλλιά και θα τα μαζεύω ένα - ένα, σα να 'μαστε παιδιά και θα είναι σοβαρή σα μαθήτρια σχολείου, που θα κρατάει το ρόλο μεγάλου ανθρώπου. Μετά θα σηκωθεί και γελαστά θα με ρωτήσει: Πεινάς; Κι εγώ δήθεν ότι δουλεύω, θα της πω: Όχι, αν θέλεις όμως;...» 
   Αναστέναξε ο μαθηματικός Καλογήρου στην καρέκλα του. «Γιατί να είμαι έτσι;» αναρωτήθηκε. «Γιατί, Θεέ μου, να είμαι έτσι;» Ενόμισε ότι είχε δουλέψει στα χωράφια μέρες και νύχτες πολλές και συνέχεια, ενόμισε ότι είχε ζήσει σε φυλακή με Γερμανούς βασανιστές και τον είχανε παιδέψει, ήταν τόσο κουρασμένος κι οι σκέψεις του ήταν γκρίζες, είχαν τόσο ανακατευτεί, δε μπορούσε να τις ξεδιαλύνει, αν έβρισκε μια δικαιολογία να εκδικηθεί τον Ντίνο.
   Σηκώθηκε από το τραπέζι του, έκρυψε το παιδικό σακάκι στον κομμό,  ξάπλωσε ντυμένος στο ντιβάνι. Κοίταζε αφηρημένα το ταβάνι, ύστερα τα μάτια του αγκάλιασαν σιγά - σιγά όλο το δωμάτιο σαν αντίκρισε το φως κατάματα, αναγκάστηκε να τα σφαλίσει. Έπαψε να σκέφτεται, ήταν τόσο κουρασμένος.
   Ξαφνικά βρέθηκε ακουμπισμένος στο τραπέζι του να γράφει ένα γράμμα για τον αστυνόμο της περιφερείας. Έγραφε: «Καταγγέλλω τον Ντίνο Κασπίδη σαν ένοχο για τη δολοφονία του Υπουργού Θεολόγου». Έκλεισε το φάκελλο, τον κοίταξε μερικά λεπτά πριν να γράψει τη διεύθυνση. Έπιασε το στυλό και σημείωσε υπογραμμίζοντας τις λέξεις: «Γενική Διεύθυνση Αστυνομίας». Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες κι έριξε το γράμμα στο κουτί. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, μα δεν είδε κανέναν γνωστό. Είχε κιόλας ξημερώσει, άρχισε να πέφτει ψιλή μαύρη βροχή κι ο κόσμος πύκνωνε, όσο ερχότανε η μέρα. «Άλλωστε, πού να ξέρουν τι εταχυδρόμησα», σκέφτηκε. Ξαναπήγε στο κουτί, σήκωσε το χέρι του, σαν να 'θελε να αφαιρέσει το γράμμα που 'χε γράψει για τον αστυνόμο. «Γιατί φοβήθηκα», αναρωτήθηκε, «αφού είμαι δυνατός τούτη τη στιγμή;» Άναψε τσιγάρο και νόμισε ότι τον είχανε δεμένο με το κουτί του ταχυδρομείου. Άρχισε να κάνει βόλτες, εκάπνιζε λυσσασμένα τρώγοντας και τον καπνό. Έλιωνε όλο τον καπνό που ρούφαγε. Ξαφνικά είδε έναν αστυφύλακα που ερχόταν καταπάνω του. Πήγε να φύγει, πήγε να φωνάξει πως το γράμμα δεν το 'γραψε αυτός, πως δεν έχουνε καμιά απόδειξη για την ενοχή του και πως κανείς γραφολόγος δε μπορεί να πιστοποιήσει σε κεφαλαία γράμματα, όπως ήταν τα δικά του. Άρχισε να τρέμει, να κρυώνει, βρεχότανε, ήθελε να πέσει μπρούμυτα με το κεφάλι στο νερό που κύλαγε στο αυλάκι του δρόμου, αφού ήτανε δεμένος και δε μπορούσε να φύγει. Όμως ο αστυφύλακας πέρασε κοντά του, ούτε που τον πρόσεξε. «Πρώτα χαιρέταγα και μερικούς ανθρώπους», άρχισε να μονολογεί ησυχότερα τώρα κι όρθιος στο πεζοδρόμιο ο μαθηματικός Καλογήρου. «Τώρα δεν θα με χαιρετά κανείς. Το 'μαθε όλος ο κόσμος κι οι συνάδερφοί μου του εξωτερικού, γκρεμίστηκε και το μόνο καταφύγιο που είχα, η δουλειά μου. Τι περιμένω τώρα πια; Για να με δούνε κι άλλοι άνθρωποι;» Ανεβαίνοντας τις σκάλες του σπιτιού του αργά - αργά, πιάνοντας με αγκομαχητό σα γέρος τα κάγκελα της σκάλας, συνεχίζει το μονόλογό του με σκυμμένο το κεφάλι.
   «Θέλω να μιλήσω στους ανθρώπους, να τους εξηγήσω πως τους αγαπώ πολύ. Τον αγαπάω τον Ντίνο, εμένα κανείς δεν με αγάπησε, κανείς εμένα δεν με ρώτησε τι κάνω, αν έφαγα, κανείς δε στάθηκε ν' ακούσει μια παραξενιά μου ψεύτικη, ένα παράπονό μου ψεύτικο, μια ιδιοτροπία μου. Κανείς δε θέλησε ν' ακούσει ότι μπορεί να μου αρέσει πολύ το κρέας ή οι εκδρομές ή ότι πίνω πολύ τσιγάρο. Κανείς δεν είπε: Τον ξέρω δα τι λαίμαργος που είναι... Γιατί είμαι μετρημένος απ' το φόβο της κουβέντας των άλλωνε για μένα. Ήθελα να είμαι αψεγάδιαστος, έστω και στα μικροζητήματα που στολίζουν τη ζωή. Κατάντησα να βγω απ' τη ζωή, απ' τους ανθρώπους, έγινα τίποτα, μια μηχανή που σκέφτεται τις εξισώσεις και τα άλυτα θεωρήματα». Σταμάτησε σ' ένα κεφαλόσκαλο, για να ξεκουραστεί. Αισθανότανε ανυποψίαστα κουρασμένος. Κοίταξε το σακάκι που φορούσε. «Το ζηλεύω το σακάκι μου και τ' αγαπάω, δέχεται να μου κάνει συντροφιά», συνέχισε, «τα παπούτσια μου μού μιλάνε με τον τρόπο τους, το ψωμί που πιάνω με τα δάχτυλά μου, μού ανήκει, το νερό που πίνω δε ντρέπεται να με ξεδιψάσει, έστω κι αν κίνηση είναι ολότελα μηχανική, έστω κι αν ποτέ δεν το ευχαρίστησα πλαταγίζοντας τα χείλη μου, όπως κάνει όλος ο κόσμος. Πού βρίσκομαι;» είπε ξαφνικά. «Τι γυρεύω στα σκαλιά; Μα δεν θέλω να τον καταγγείλω, όχι, όχι, δεν είναι αργά», φώναζε σαν δαιμονισμένος. «Όχι, όχι, δεν είναι αργά», κι άρχισε να κατρακυλά τις σκάλες.
   Έφτασε λαχανιασμένος στο κουτί, αγκάλιασε το γραμματοκιβώτιο και φώναζε:
   «Όχι, όχι, δε θα τον πιάσουνε τον Ντίνο, είναι αθώος, είναι φίλος μου, δεν είμαι μόνος μου», μα ο κόσμος πέρναγε κοντά του και φυλαγόταν να τον αγγίξει.
   Ο ταχυδρόμος φάνηκε. Φοβισμένα ο μαθηματικός αποτραβήχτηκε, άνοιξε ο υπάλληλος το σάκο του και μάζεψε τα γράμματα.
   Ο Καλογήρου κοιτούσε το κουτί, το σάκο και τον ταχυδρόμο, σαν παιδί που περιμένει να του κόψει η μάνα το γλυκό που αγαπάει. Μόνο που η ευχαρίστηση του παιδιού είχε μεταβληθεί σε παρακλητική αγωνία και το σάλιο σε ξέραμα των χειλιών και τ' ουρανίσκου. Σε μια στιγμή ο ταχυδρομικός υπάλληλος πριν να κλείσει το κουτί έβαλε το χέρι του στο εσωτερικό του μπας κι έχει σκαλώσει κανένα γράμμα. Ο μαθηματικός νόμισε ότι ψάχνει για το δικό του κι όταν είδε τα χέρια του υπαλλήλου αδειανά τού φώναξε πως «το γράμμα μου το πήρες και βρίσκεται στο σάκο σου».
   Ο άνθρωπος τον κοίταξε παράξενα, ετοιμαζότανε να φύγει, μα ο μαθηματικός του έπιασε το χέρι. «Είναι άσπρος ο φάκελλος», του λέει, «δώσε μου το, σε παρακαλώ, μετάνιωσα και σε περιμένωνα το πάρω. Γιατί δε με βοηθάς; Δώσε μου το, σε παρακαλώ», μα ο άνθρωπος τον κοίταζε περίεργα. Βάζοντας τα κλειδιά στην τσέπη του τού λέει: «Απαγορεύεται αυστηρώς».
   «Μα να τα χαρτιά μου, οι ταυτότητές μου, είμαι ο καθηγητής Καλογήρου, πάρ' τα τα χαρτιά μου εξέτασέ τα, σε παρακαλώ...» Ο ταχυδρόμος φάνηκε να τον επόνεσε, άνοιξε ξανά το σάκο γρήγορα, έψαχνε τα γράμματα. «Να το, να το», του λέει ο μαθηματικός, «να, αυτό το άσπρο φάκελλο». Κοιτάζοντάς τον του λέει λυπημένα ο ταχυδρόμος: «Δεν έχει αποστολέα, αδύνατο». Τον χαιρέτησε κι έφυγε. Η σκέψη του μαθηματικού εθόλωσε, τού ήρθε να τον σκοτώσει, άρχισε να ουρλιάζει: «Σταμάτα, σταμάτησε, εγώ είμαι ο φονιάς, θα σας τα πω όλα, αφήστε τον τον Ντίνο, σταμάτησε, σταμάτα». Ένα καυτό πράμα του γέμισε το πρόσωπο, άνοιξε τα μάτια κι είδε τον ήλιο. Ανάσανε και δάκρυσε.
 
Αντωνιάδης Αντώνης
 «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 7, Ιούλιος 1955
 
Σημειώσεις:
(1) λαβαμπό: λαβομάνο, νιπτήρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου