Την αγάπησα με πάθος φλογερό! Για ποιο λόγο άραγε ερωτεύεται κάποιος; Δεν είναι παράδοξο να έχουμε μάτια για ένα και μόνο πλάσμα στον κόσμο, να έχουμε μία και μόνη λαχτάρα στην καρδιά μας, ένα και μόνο όνομα στα χείλη μας; Ένα όνομα, το οποίο, όπως ακριβώς το νερό που αναβλύζει απ' την πηγή, έρχεται διαρκώς μέσα απ' τα βάθη της καρδιάς μας στα χείλη μας, που το προφέρουν, το επαναλαμβάνουν, το ψιθυρίζουν σαν προσευχή.
Δε θα διηγηθώ την ιστορία μας. Ο έρωτας μόνο μία ιστορία έχει κι είναι πάντα η ίδια. Τη συνάντησα κάποτε και την αγάπησα αμέσως. Έζησα έναν ολόκληρο χρόνο με την αγκαλιά της, την τρυφερότητά της, τα χάδια της, το βλέμμα της, τη φωνή της, δεμένοι, φυλακισμένοι, μπλεγμένοι μέσα σ' όλα αυτά τα ευχάριστα συναισθήματα κι ήμουν τόσο απορροφημένος απ' ότι είχε να κάνει με κείνη, ώστε δεν ήξερα αν ήταν μέρα ή νύχτα, αν ήμουν πεθαμένος ή ζωντανός ακόμη πάνω στη γέρικη γη ή κάπου αλλού.
Και... πέθανε. Πώς; Δεν έχω ιδέα. Το 'χω κιόλας λησμονήσει. Ένα βροχερό απόγευμα επέστρεψε μούσκεμα απ' τη βροχή, την επόμενη μέρα έβηχε. Για μια ολόκληρη βδομάδα έβηχε, έπειτα έπεσε στο κρεβάτι. Τι συνέβη; Δεν το γνωρίζω. Το 'χω λησμονήσει.
Γιατροί έρχονταν, έγραφαν συνταγές, έφευγαν. Της έφερναν φάρμακα. Μια γυναίκα τη φρόντιζε εκτελώντας χρέη νοσοκόμας. Τα χέρια της ήταν ζεστά, το μέτωπό της υγρό κι έκαιγε απ' τον πυρετό, το βλέμμα της λαμπερό και βαθιά θλιμμένο. Της μιλούσα κι εκείνη μου απαντούσε. Μα τι λέγαμε, δε μπορώ να πω. Έχω λησμονήσει τα πάντα... τα πάντα... τα πάντα! Εκείνη πέθανε. Θυμάμαι, όμως, πάρα πολύ καλά τον μικρό αναστεναγμό της, τόσο ελαφρύ κι αδύναμο, τον τελευταίο... Η νοσοκόμα μόνο είπε «Α!» και τότε κατάλαβα.
Από κείνη τη στιγμή δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Συνάντησα κάποιον ιερέα, ο οποίος την αποκάλεσε «η ερωμένη σας». Μου φάνηκε ότι το 'πε σαν βρισιά. Απ' τη στιγμή που πέθανε κανείς δεν είχε το δικαίωμα να μιλά έτσι γι' αυτή. Ένας άλλος ιερέας, καλοπροαίρετος κι αγαθός αυτή τη φορά, ήρθε και με βρήκε. Όταν μου μίλησε για κείνη, έκλαψα πολύ.
Ζήτησαν τη γνώμη μου για όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που είχαν να κάνουν με την κηδεία της. Δε θυμάμαι και πολλά πράγματα από τότε. Το μόνο που θυμάμαι καθαρά είναι ο ήχος απ' το σφυρί, όταν την κάρφωναν και τη στερέωναν μέσα στο φέρετρο. Ω, Θεέ μου, κι έπειτα θάφτηκε! Εκείνη μέσα σ' αυτή τη μικρή τρύπα της γης!... Μερικές φίλες της μόνο είχαν έρθει στην κηδεία. Εκείνη τη μέρα περπάτησα, έτρεξα, βγήκα απ' το σπίτι, κάποια στιγμή ξαναγύρισα και την επόμενη μέρα έφυγα σε ταξίδι.
Χτες επέστρεψα στο Παρίσι.
Όταν ξανάδα το δωμάτιό μου -το δωμάτιό μας- τα έπιπλα μα κι ολόκληρο το σπίτι, μέσα στο οποίο βρίσκονταν ακόμη τα πράγματα που είχα μοιραστεί μ' εκείνη και θύμιζαν την παρουσία της, με κυρίεψε ένα τόσο ισχυρό συναίσθημα θλίψης, που λίγο έλειψε ν' ανοίξω το παράθυρο και να γκρεμιστώ κάτω στο δρόμο. Μην αντέχοντας να μείνω ανάμεσα σ' όλα αυτά τα πράγματα και τους τοίχους, μέσα στους οποίους έζησε και λες και συγκρατούσαν στις αδιόρατες ρωγμές τους απειροελάχιστα μόρια απ' την πνοή, τη σάρκα της, τη μορφή της, ένιωσα την επιθυμία να βγω έξω. Ξαφνικά, την στιγμή που πλησίαζα προς την εξώπορτα, πέρασα μπροστά απ' τον μεγάλο καθρέφτη της εισόδου, τον οποίο εκείνη είχε τοποθετήσει εκεί για να κοιτάζεται κάθε φορά που επρόκειτο να βγει έξω, για να 'ναι απολύτως βέβαιη πως τα ρούχα της έστρωναν καλά και πως η εμφάνισή της όλη, από τα παπούτσια ως το καπέλο, ήταν άψογη.
Σταμάτησα απότομα μπροστά σ' εκείνον τον καθρέφτη, στον οποίο τόσες φορές η μορφή της καθρεφτίστηκε και ο οποίος, το δίχως άλλο, θα 'χε συγκρατήσει την εικόνα της μέσα στο κρύσταλλό του. Έμεινα κοκαλωμένος εκεί με φρίκη κι έχοντας καρφωμένα τα μάτια μου πάνω στη λεία επιφάνεια, ήταν σαν να περίμενα ν' αντικρίσω τη μορφή της. Δεν είδα τίποτα, η μορφή που άλλοτε συγκρατούσε το κρύσταλλο κι απολάμβανε τη χάρη της δεν υπήρχε πια. Την είχε κάποτε δική του όσο κι εγώ, όσο και το παθιασμένο βλέμμα μου.
Είχα την εντύπωση πως αγαπούσα αυτή τη γυάλινη επιφάνεια. Την άγγιξα, μα ήταν ψυχρή. Ω! Η ανάμνηση! Η ανάμνηση! Καθρέφτη εσύ φοβερέ, καθρέφτη φλεγόμενε, καθρέφτη ζωντανέ, τρομερέ καθρέφτη, που μου ξυπνάς όλα τα θλιβερά μου βάσανα! Μακάριοι είναι εκείνοι που η καρδιά τους, όπως ακριβώς κι αυτός εδώ ο καθρέφτης που πάνω του γλιστρούν και χάνονται όλα όσα κάποτε καθρεφτίστηκαν, μπορεί και λησμονεί ό,τι βρίσκεται μέσα της, ό,τι πέρασε από μπροστά της, ό,τι καθρεφτίστηκε μέσα της και θαυμάστηκε από το πάθος και τον έρωτά της!
Πόσο πολύ υποφέρω! Βγήκα έξω και, παρά τη θέλησή μου, χωρίς να το καταλάβω, ασυναίσθητα, κατευθύνθηκα προς το νεκροταφείο. Βρήκα τον απλό της τάφο με το μαρμάρινο σταυρό πάνω στον οποίο ήταν χαραγμένες οι λέξεις: «Αγάπησε, αγαπήθηκε και πέθανε». Βρισκόταν εκεί, κάτω απ' τη γη, παραμορφωμένη και σάπιζε! Πόση φρίκη! Έπεσα στα γόνατα και με το μέτωπο στο χώμα ξέσπασα σε λυγμούς. Έμεινα εκεί αρκετή ώρα, μα κάποια στιγμή πρόσεξα πως κόντευε να νυχτώσει. Τότε μια παράδοξη, τρελή επιθυμία με κυρίεψε, η επιθυμία ενός εραστή σε απόγνωση. Θέλησα να περάσω τη νύχτα κοντά της, κλαίγοντας πάνω στον τάφο της. Αλλά θα μ' έβλεπαν και θα μ' έδιωχναν. Τι έπρεπε να κάνω; Σηκώθηκα κι άρχισα να περιπλανιέμαι μέσα σ' αυτή την πόλη των νεκρών. Βάδιζα ανάμεσα στα μνήματα. Πόσο μικρή είναι στ' αλήθεια τούτη η πόλη σε σχέση μ' εκείνη των ζωντανών κι όμως πόσο πολύ περισσότεροι είναι όσοι έχουν αφήσει πια τη γη. Έχουμε ανάγκη από ψηλά σπίτια, από φαρδιούς δρόμους και πολύ χώρο, έτσι καθώς κινούνται πάνω στη γη οι τέσσερις γενιές των ανθρώπων που αντικρίζουν ταυτόχρονα το φως του ήλιου, πίνουν το νερό των πηγών, το κρασί των αμπελιών και τρώνε το στάρι των αγρών. Για όλες τις γενιές, όμως, εκείνων που έχουν πεθάνει, για ολόκληρη την αλυσίδα της ανθρωπότητας που απλώνεται και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, τίποτα! Μικρός ο χώρος τους, ελάχιστος! Όλοι ξαναγυρίζουν στη γη και χάνονται μέσα στη λήθη.
Ήμουν μόνος, κατάμονος. Κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο κι όταν έπεσε το σκοτάδι της νύχτας, άφησα την κρυψώνα μου και προχώρησα με μικρά βήματα, αργά κι ανάλαφρα πάνω στην παγωμένη γη των νεκρών.
Περιπλανήθηκα γι' αρκετή ώρα μέσα στο νεκροταφείο, αλλά δε μπορούσα να βρω τον τάφο της. Με τα χέρια απλωμένα μπροστά σαν τους τυφλούς, με τα μάτια, όμως, ολάνοιχτα, σκουντουφλώντας διαρκώς με τα χέρια, τα πόδια, τα γόνατα, το στήθος και το κεφάλι μου πάνω σε τάφους, προχωρούσα χωρίς να μπορώ να ξαναβρώ τον δικό της. Όπως ο τυφλός που προσπαθεί να βρει το δρόμο του, άγγιζα, ψηλάφιζα πέτρινες ταφόπλακες, σταυρούς, σιδερένια κάγκελα, στεφάνια με μαραμένα λουλούδια κι άλλα με ψεύτικα, διάβαζα τα ονόματα στις επιγραφές, μετακινώντας τα δάχτυλά μου ψηλαφητά πάνω στα γράμματα! Τι απόλυτο σκοτάδι! Πραγματικά απόλυτο σκοτάδι! Παρ' όλα αυτά όμως δεν ξαναβρήκα τον τάφο της.
Η νύχτα ήταν χωρίς φεγγάρι κι εμένα μ' είχε κυριέψει ο φόβος και η φρίκη, καθώς περπατούσα ανάμεσα απ' τα στενά μονοπάτια, νιώθοντας τους τάφους δεξιά κι αριστερά μου. Τάφοι, τάφοι παντού, και πάλι τάφοι! Δεξιά, αριστερά, μπροστά μου, γύρω μου, παντού! Κάθισα πάνω σε κάποιον απ' αυτούς, γιατί τα γόνατά μου λύγιζαν από την κούραση και δε μπορούσα πια να περπατήσω. Άκουγα μόνο τους χτύπους της καρδιάς μου και κάτι άλλο. Τι όμως; Έναν συγκεχυμένο κι αόριστο ήχο που δε μπορούσα να προσδιορίσω τη φύση του. Μήπως αυτός ο ήχος υπήρχε μόνο μέσα στο ταραγμένο μου μυαλό αυτή τη ζοφερή νύχτα ή μήπως ερχόταν μέσα απ' τη φορτωμένη με πτώματα γη; Έριξα το βλέμμα μου τριγύρω. Δεν παρατήρησα τίποτα περίεργο. Πόση ώρα έμεινα σ' αυτή τη θέση; Δεν έχω ιδέα. Ο φόβος με είχε παραλύσει, ο τρόμος με είχε μεθύσει, ήμουν έτοιμος να βάλω τις φωνές, έτοιμος ακόμη και να πεθάνω.
Ξαφνικά μου φάνηκε πως η μαρμαρένια πλάκα, πάνω στην οποία καθόμουν, κουνιόταν! Ναι, πράγματι μετακινήθηκε σαν κάποιος να προσπαθούσε να την ανασηκώσει! Αστραπιαία σηκώθηκα και πήγα και σωριάστηκα πάνω στο διπλανό τάφο και τότε είδα, ναι, είδα την ταφόπλακα, πάνω στην οποία πριν από λίγο καθόμουν, να μετακινείται προς τα κάτω κι ο νεκρός φάνηκε μπροστά μου, γυμνός σκελετός, ο οποίος με την κυρτή του ράχη έσπρωχνε την πλάκα προς τα πάνω! Τα μάτια μου γούρλωσαν κι η όρασή μου οξύνθηκε παρά το βαθύ σκοτάδι και πάνω στο σταυρό του μνήματος διάβασα: «Ενθάδε κείται ο Ιάκωβος Ολιβάν, ο οποίος πέθανε στο 51ο έτος της ηλικίας του, αγαπούσε την οικογένειά του, υπήρξε αγαθός και τίμιος άνθρωπος και πέθανε εν ειρήνη Κυρίου». Τα ίδια αυτά λόγια άκουσα να τα διαβάζει κι ο νεκρός. Κι ύστερα πήρε μια μικρή μυτερή πέτρα κι άρχισε να σβήνει όλα όσα είχαν χαραχτεί πάνω στο μάρμαρο. Αφού, ύστερα από κάμποση ώρα, κατόρθωσε να σβήσει την επιγραφή, γύρισε και κοίταξε με τις άδειες κόγχες των ματιών του τη φύση γύρω κι έπειτα έγραψε πάνω στο μνήμα με την άκρη του οστού του, το δείκτη του δεξιού του χεριού δηλαδή, γράμματα που μέσα στο σκοτάδι έλαμπαν φωτεινά, όπως οι γραμμές που χαράζουμε με φώσφορο πάνω στους τοίχους:
«Ενταύθα κείται ο Ιάκωβος Ολιβάν, ο οποίος πέθανε στο 51ο έτος της ηλικίας του. Με τη σκληρότητά του επέσπευσε το θάνατο του πατέρα του, επειδή επιθυμούσε να τον κληρονομήσει, βασάνισε τη σύζυγό του, τυράννησε τα παιδιά του, εξαπάτησε τους φίλους του, έκλεψε όσες φορές μπόρεσε και πέθανε ως άθλιος άνθρωπος».
Μόλις ο πεθαμένος ολοκλήρωσε αυτά που είχε να γράψει, στάθηκε ακίνητος και παρατήρησε την επιγραφή. Τότε πρόσεξα, στρέφοντας τριγύρω το βλέμμα μου, ότι όλα τα μνήματα ήταν ανοιγμένα, ότι όλοι οι νεκροί είχαν βγει έξω απ' αυτά κι όλοι είχαν σβήσει τις ψευτιές που 'χαν γράψει πάνω στα μνήματα οι συγγενείς τους και τις είχαν αντικαταστήσει με την αλήθεια.
Και τότε αποδείχτηκε πως όλοι υπήρξαν εχθροί του πλησίον τους: Υποκριτές, ψεύτες, επιπόλαιοι, φθονεροί, δόλιοι, ότι είχαν κλέψει, εξαπατήσει, διαπράξει τις πιο αισχρές και τις πιο βδελυρές πράξεις -όλοι αυτοί οι καλοί πατεράδες, οι πιστοί σύζυγοι, οι αφοσιωμένοι γιοι, τα αγνά κορίτσια, οι τίμιοι έμποροι, όλες αυτές οι γυναίκες κι όλοι αυτοί οι άντρες που είχαν θεωρηθεί πρότυπα ηθικής.
Έγραφαν όλοι την ίδια στιγμή πάνω σ' αυτή, τη γήινη τελευταία τους κατοικία, την τρομερή, τη φρικιαστική, την αγία αλήθεια, την οποία όλοι οι άνθρωποι αγνοούν ή προσποιούνται ότι αγνοούν.
Τότε σκέφτηκα ότι κι εκείνη βέβαια θα 'χε κάνει κάτι ανάλογο πάνω στο δικό της τάφο και, χωρίς φόβο πια, τρέχοντας ανάμεσα απ' τους μισάνοιχτους τάφους, ανάμεσα από πτώματα και σκελετούς, κατευθύνθηκα προς τον τάφο της, με την απόλυτη σιγουριά πως θα την ξανάβρισκα.
Την αναγνώρισα από μακριά και χωρίς να δω το σκεπασμένο με το σάβανο πρόσωπό της. Πάνω στο μαρμάρινο σταυρό, που άλλοτε είχα διαβάσει: «Αγάπησε, αγαπήθηκε και πέθανε», πρόσεξα την εξής επιγραφή:
«Βγαίνοντας έξω μια βροχερή μέρα για ν' απατήσει τον εραστή της, αρρώστησε απ' το κρύο και πέθανε».
Φαίνεται ότι το πρωί με βρήκαν αναίσθητο κοντά σ' έναν τάφο.
Μωπασσάν Γκυ ντε
Εφημερίδα «Αθήναι»
Ιούλιος - Δεκέμβριος 1912

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου