Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Η ΖΩΗ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

   
   Δεν ήταν ήρωας, ούτε ποιητής, ούτε καν «επίσημος». Μα ούτε και κανένας γάτος χαϊδεμένος και χοντρός, ή κανένα άλογο κούρσας με βασιλικό καμάρι. -Κατώτερο κι από αυτό; -Δεν ξέρω, μα έτσι μού φαίνεται, γιατί στις φυσικές ιστορίες μάς λένε πως τα όστρακα, τα μαλάκια, τα φυτόζωα, και γενικά όσα πλάσματα εκδηλώνουν τη ζωική τους υπόσταση κάπως παθητικά, ανήκουν σε κατώτερη βαθμίδα από τ' αληθινά ζωντανά. Τώρα, σε ποια συνομοταξία ανήκε ο Γιάννης, καθένας είν' ελεύθερος να κρίνει.
   Η Κατίνα, η δεκάχρονη χωριατοπούλα  μάς τον κουβαλούσε κάθε απόγεμα. Ένα μπογαλάκι τόσο δα, βρωμερό, κακομοίρικο, και μεσ' από τις ξεφτισμένες κουβέρτες, ένα χοντρό κεφάλι σταχτοκίτρινο και κάτι χαραμαδίτσες υπογάλανες για μάτια.
   Ο Γιάννης δεν ξεφώνιζε σαν όλα τα μωρά, ούτε κουνούσε τα χεράκια του. Καταλάβαινες πως ζούσε από ένα μονότονο, σιγανό, νανουριστό κλάμμα, αδιάκοπο, ανυπόφορο. Και μοναχά πού και πού, σαν τον έπιανε ένας βήχας άγριος και τού 'βαφε μελαψό το χοντρό του πρόσωπο, και τράνταζε συθέμελα τ' αχαμνό κορμάκι, τότε σκεπτόσουν για καλά πως ζει αυτό το άμορφο σχήμα, ζει, κι ίσως πονεί...
   «Έχει κοκκίτη, το δύστυχο!» έλεγε η αδελφή του, και στο ξερακιανό κι ηλιοκαμμένο της πρόσωπο χυνόταν η θλίψη.
   Δεν είχα ιδεί ποτέ το Γιάννη χωρίς την Κατίνα -δύσκολο βέβαια για ένα μωρό έντεκα μηνών να πάρει μοναχό του τα κατσάβραχα- μα ποτέ και την Κατίνα χωρίς το Γιάννη. Ούτε και μπορούσα να τη φανταστώ δίχως το υδροκέφαλο φορτίο της. Κι αλήθεια, τώρα αναγκάζομαι να παραδεχτώ πως θα 'χε κάποια ψυχή ο Γιάννης, γιατί κοντά σ' αυτόν ανοίχτηκε η ψυχή της μικρής χωριατοπούλας.
   Την πρώτη μέρα που μάς είδε στην πόρτα του σπιτιού μας, νεοφερμένους στο βουνό για το καλοκαίρι, ήρθε αθόρυβα, πατώντας στις μύτες από τα γυμνά της πόδια. Βαστούσε το μωρό στην αγκαλιά. Μάς περιεργάστηκε κάμποση ώρα με μάτια φοβισμένα· έπειτα, καθώς την κοιτάζαμε κι εμείς ερωτηματικά:
   «Ο Γιάννης!» μάς λέει.
   Δεν ξέρω αν το θεωρούσε αυτό αρκετή δικαιολογία της παρουσίας της, αλλά καθώς πρόφερε έτσι απλά αυτές τις λέξεις, με μια γεροντική μελαγχολία στο μουτράκι της, δε σκεφτήκαμε να τη διώξουμε από κοντά μας. Εγώ τη ρώτησα:
   «Αδελφάκι σου;»
   Τότε κάθισε η μικρή σε μια πέτρα εκεί κοντά, ξάπλωσε το Γιάννη στην ποδιά της, κι άρχισε, χωρίς διακοπή, γεροντίστικα, μονότονα, λυπητερά, τη διήγησή της.
   «Αδελφός μου, από άλλη μάνα. Της μητριάς μου παιδί. Η μάνα μου πέθανε τώρα και τρία χρόνια. Πέθανε στη γέννα. Κομμάτια βγάλαν το παιδί από μέσα της! Ναι, κομμάτια!»
   Τα μικρά ματάκια της χωριατοπούλας μάς κοιτάνε θλιμμένα, με μια έκφραση που δείχνει πως γι' αυτό το πρόωρα μεγαλωμένο κορίτσι δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στα ζητήματα της αναπαραγωγής.
   «Τον πατέρα μου τον ρώτησαν: Να σωθεί η μάνα, για το παιδί; Κι αυτός είπε: Το παιδί! Μα ήτανε βέβαια αμαρτία, κι έτσι πέθανε κι η μάνα και το παιδί. Μάς άφησε τέσσερα ορφανά, εγώ είμ' η μικρότερη. Ο πατέρας μου τι να σου κάνει; Ξαναπαντρεύτηκε στο χρόνο απάνω. Η μητριά μου έκανε τρία παιδιά. Αυτός είναι ο Γιάννης, το μικρότερο. Εγώ τ' ανάθρεψα και τα τρία, γιατί εκείνη -η μητριά- δε νοιάζεται καθόλου για δαύτα».
   «Κι ο πατέρας σου;»
   «Ο πατέρας τι να σου κάνει; Με δέρνει!»
   «Σε δέρνει;»
   «Ναι, τον βάζει η μητριά μου!»
   «Μ' όλο που τής νταντεύεις τα παιδιά;»
   Η μικρούλα σηκώθηκε, μ' επλησίασε εμπιστευτικά, και μού ψιθύρισε:
   «Είναι κακιά γυναίκα, δεν είναι σαν όλες. Μα καλά που όλο το καλοκαίρι δε βρίσκεται κοντά μας. Μένει κάτω, στο χωριό, με τα μεγάλα μου τ' αδέρφια».
   «Κι εσύ, κάθεσαι δω με τα μικρά και με τον πατέρα σου;»
   «Λίγες μέρες κάθεται δω ο πατέρας. Τι να σού κάνει κι αυτός; Έχει δουλειές στ' αμπέλια κάτω».
   «Ώστε εσύ έχεις όλη τη έννοια για τα παιδιά;»
   «Αμέ;»
   «Και πώς περνάτε από φαΐ;»
   «Ε, καλά. Μάς αφήνει, κάθε φορά που φεύγει, ψωμί για δεκαπέντε μέρες, και φασόλια. Εγώ βράζω τα φασόλια -ξέρω και μαγειρεύω καλά».
   «Κι ο Γιάννης τι τρώει;»
   «Φαρίνα. Δεν την ξέρεις τη φαρίνα;»
   «Τον αγαπάς το Γιάννη;»
   Τα κιτρινισμένα μάγουλα της μικρής κοπέλας ανάβουν για μια στιγμή.
   «Αμέ; Εγώ τ' ανάστησα. Τ' άλλα δύο, δε σού λέω, τ' ανάστησα και κείνα, μα ήτανε θερία, δεν τ' αγάπαγα -ήμουνα μικρή τότε, κι ήτανε βαριά  όσο και να πεις. Τούτο όμως το κακορίζικο, τι ψυχή έχει; Είναι να μη το πονάς; Έχει και κοκκίτη, το δύστυχο!»
   Μάς τον κουβαλούσε κάθε απόγεμα. Μαζί της έρχονταν ο Χρήστος κι η Πόπη, τ' άλλα δύο τ' αδελφάκια της. Στέκονταν παρά πέρα αυτά, βυζαίνοντας τα δάχτυλά τους, μουντζούρικα, ξυπόλυτα, και μάς κοίταζαν με κάτι χάντρινα ματάκια πονηρά. Κάθε φορά ξανάρχιζε από την αρχή την ιστορία της η Κατίνα. «Ναι, πέθανε στη γέννα...» και τελείωνε: «Έχει και κοκκίτη, το δύστυχο!»
   Δοκίμασα πολλές φορές, ψηλαφώντας στην ψυχή της, ν' ανακαλύψω καμιά πίκρα, καμιά σπίθα επαναστατική. Τίποτα!
   «Ο πατέρας μου με δέρνει. -Τι να σού κάνει; -Μάς αφήνει και πάει να δουλέψει. -Τι να σού κάνει; -Η μητριά μου είναι κακιά γυναίκα».
  Όλα στον ίδιο τόνο, απλά, άτονα. Μονάχα σαν ερχόταν στο Γιάννη, στο πρόσωπό της χυνόταν ένας οίκτος τόσο μεγάλος που μ' ανάγκαζε να προσέχω το βρωμερό δυστυχισμένο σκουληκάκι που 'κλαιγε αδιάκοπα, νιαουριστά. Και λίγο - λίγο, ο Γιάννης άρχισε να γίνεται προσωπικότης μέσα μου. Κι οι γαλανές χαραμαδίτσες των ματιών του, καθώς με κοίταζαν αδιάφορα και νυσταγμένα, μ' έκαναν ώρες - ώρες να πονώ κι εγώ. Όταν τον έπιανε ο βήχας, κι η Κατίνα τον έσφιγγε απάνω της με λαχτάρα, άγρια, με το πρόσωπό της αλλαγμένο από τη φρίκη, τής έλεγα:
   «Τράβα παρά πέρα!»
   Κι αυτή, κοιτάζοντάς με προστατευτικά:
   «Μη φοβάσαι», μου 'λεγε, «δεν κολλάει. Δε θα κολλούσα κι εγώ;»
   Μια μέρα χάθηκε η Κατίνα. Την άλλη μέρα φάνηκε χωρίς το Γιάννη.
   «Τον πούλησες το Γιάννη, βρε Κατίνα;»
   Η μικρή δεν αποκρίθηκε, μονάχα πήγε και κάθισε στη θέση της πάνω στην πέτρα, άπλωσε την ποδιά της, πήρε τη στάση που είχε όταν κρατούσε το Γιάννη, και δεν έβγαλε λέξη. Τα μάτια της όμως με κοίταζαν με θλιμμένη φρίκη. Παρέκει, ο Χρήστος κι η Πόπη βύζαιναν τα δάχτυλά τους, κι αλλοιθωρίζανε πονηρά.
   «Πού τον άφησες το Γιάννη;» τη ρώτησα εγώ.
   «Μού τον πήραν. Αρρώστησε χτες βαριά, και τον πάει ο πατέρας κάτω, στο χωριό, να τον δει ο γιατρός».
   Κανένας δε μίλησε. Σε λίγο σηκώθηκε η Κατίνα, κι όπως το συνήθιζε στις επίσημες περιστάσεις, ήρθε κοντά μου, εμπιστευτικά:
   «Δε με νοιάζει για τίποτ' άλλο», μού ψιθύρισε, «μα, για πες κι εσύ, δεν έπρεπε να με πάρουν κι εμένα κάτω; Ποιος θα τον βαστάει τώρα;»
   «Ε, κάποιος θα βρεθεί», τής είπα εγώ παρηγορητικά.
   Κούνησε το κεφάλι κι έφυγε σκυφτή σα γριούλα.
   Την άλλη μέρα ξανάρθε πάλι μονάχη, σιγανά, πατώντας στις μύτες από τα γυμνά της πόδια.
   Στάθηκε ολόρθη μπροστά μου και περίμενε.
   «Τι κάνει ο Γιάννης, βρε Κατίνα;» 
   «Πέθανε!»
   Σ' αυτά τα λόγια ένιωσα μιαν ανακούφιση. Δεν ξέρω πώς μού πέρασε από το μυαλό πως έφευγε ένα βάρος από πάνω μου τώρα που ήξερα πως ο Γιάννης δε θα ξανάβηχε πια, κι ούτε θα 'κλαιγε έτσι μονότονα, νιαουριστά. Δε βαστάχτηκα, και τής είπα:
   «Πρέπει να χαίρεσαι, παιδί μου. Τι την ήθελε τέτοια ζωή; Βασανιζόταν κι αυτό το έρημο, και βασάνιζε κι εσένα. Θα ξεκουραστούν τα χέρια σου κι η μέση σου από το κουβάλημα. Και μήπως σού 'λεγαν κι ένα ευχαριστώ; -Το ξύλο ήταν το ευχαριστώ τους. Δε βαριέσαι! Είσαι παιδί κι εσύ! Καιρός να ξανασάνεις λιγάκι».
   Δεν ξέρω τι μ' έσπρωχνε να τής μιλήσω έτσι, δεν ήξερα και τι άλλο να τής πω για να την παρηγορήσω. Αυτή με κοίταζε με τα θλιμμένα της τα μάτια, και στο ξερακιανό προσωπάκι της ήταν χυμένη εκείνη η παθητική μελαγχολία.
   Άξαφνα, όταν βαρέθηκα πια να τής μιλώ, στο πρόσωπο της μικρής έγινε μια μεταμόρφωση. Τα μάτια της άστραψαν, το αίμα έβαψε τ' αχνά μάγουλά της, κι όλο της το κορμί έγινε ένα κομμάτι ατσάλι, έτοιμο να τιναχτεί.
   Ώρμησε καταπάνω μου, και χώνοντας το πρόσωπό της σχεδόν στο δικό μου, με φωνή βραχνή, άγρια, που 'βγαινε από τα βάθη κι εγώ δεν ξέρω ποιας φλογισμένης επαναστατημένης ψυχής:
   «Δε θέλω να σε ξαναϊδώ στα μάτια μου!» ξεφώνισε, και ξεσπώντας σ' αναφιλητά, κατρακύλησε σα μανιασμένη το μονοπάτι.
 
Μπουκουβάλα Ιωάννα
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 154, Μάιος 1933

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου