Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Ο ΞΑΔΕΡΦΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

   
    Όσο ζούσε η μητέρα, η Νανά, κανείς μας δεν ξεχνούσε τα γενέθλια και τη γιορτή των άλλων. Όταν όμως πέθανε, όλοι ξεχάσαμε. Ακόμα κι οι επέτειοι που μας αφορούσαν, δεν είχαν στο τέλος αξία. Όσο ζούσε η μητέρα, η Νανά, είμαστε παιδιά, ξαδέρφια κι ανίψια, του πρώτου, του δεύτερου βαθμού, συγγένειες και πλήθος ανθρώπων, που έδεναν γύρω - τριγύρω θείοι μακρινοί, θείες κατ' όνομα και κουμπάροι σεβαστοί κι αγνώριστοι. Είχαμε φύγει από τη Ζακέλα, αλλά εδώ είμαστε ακόμα μαζί. Όταν όμως πέθανε η Νανά, διαλυθήκαμε, απομείναμε άτομα μοναχικά μέσα στον εαυτό μας, κοπάδι χαλασμένο, δίχως τρόπο για τον θάνατο. Στο κάτω - κάτω, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έτσι, μετά από λογιών αμφιταλαντεύσεις, καθίσαμε ήσυχα, πήραμε τις θέσεις μας.
   Στην αρχή, μετακόμισε στην άλλη άκρη της πρωτεύουσας η αδερφή μου, έλεγε πως δεν μπορούσε πια να μένει στη γειτονιά όπου είχε ζήσει η μητέρα, φορώντας μαύρα για να μην την παρεξηγήσουν οι γνωστοί, συγκάτοικοι της πολυκατοικίας, ο μανάβης κι ο μπακάλης, άνθρωποι που αγαπούσαν -έτσι έλεγε- τη συχωρεμένη, της πήγαιναν λίγα πράγματα στο σπίτι, γιατί η μητέρα δεν έβγαινε τα τελευταία χρόνια.
   Κι ενώ ως τότε επισκεπτόμαστε κάπου - κάπου το νεκροταφείο, ύστερ' απ' αυτό αραιώσαμε τις επισκέψεις εκεί πέρα, δεν μπορούσε να έρθει ο θείος Γιάννης μαζί, τον ταλαιπωρούσαν τ' αρθριτικά, δεν είχε δυνάμεις να κάμει όλο εκείνο το δρόμο, από την είσοδο του νεκροταφείου μέχρι την άλλη άκρη, κοντά στον πέρα τοίχο, όπου βρίσκονται οι τάφοι των φιλοξενούμενων, συγκινιόταν πολύ. Ύστερα, μου έτυχαν κάτι δουλειές, αρρώστησαν και τα παιδιά, ο δρόμος μ' έφερνε προς το νεκροταφείο, αλλά δεν έμπαινα, δεν θυμόμουν πού ήταν ο τάφος, είχα βάλει σημάδι ένα μικρό πεύκο, όμως γρήγορα μεγάλωνε κι ήταν σαν τη θέση του να έπαιρνε άλλο, διαφορετικό κάθε μέρα.
   Ύστερα χορτάριασε ο τάφος, η πλάκα λερώθηκε, την τύλιξαν τα χώματα και τα ραδίκια, «η ζωή προχωρεί», είπαμε. Δεν συμφωνούσαμε να πληρώσουμε κηπουρό να καθαρίζει τον τάφο. Η θεία Λέλα έλεγε πως όλοι αυτοί είναι κλέφτες, παίρνουν τα λεφτά και τίποτα δεν κάνουν, άφησε που ξεσκεπάζουν τους τάφους και κλέβουν τα δαχτυλίδια και τα χρυσά δόντια των νεκρών. Ψυχραθήκαμε γι' αυτό το ζήτημα, είπαμε να το συζητήσουμε πάλι με ηρεμία, αλλά δεν μας δόθηκε η ευκαιρία. Στο μεταξύ είχαν μεσολαβήσει άλλα. 
   Ίσως να μην είχαμε παραμελήσει τόσο πολύ αυτό το ζήτημα, αν δεν γινόταν εκείνη η παρεξήγηση με την αδερφή μου, που μου τηλεφώνησε ένα πρωί στο γραφείο και μου είπε ξερά ότι δεν υπήρχε πια αμφιβολία πως η γυναίκα μου με είχε βάλει στο βρακί της, με τραβούσε από τη μύτη και με είχε καβαλήσει στο σβέρκο, οπότε ήταν φυσικό να μην προλαβαίνω να θυμηθώ τα γενέθλια της αδερφής μου, της μόνης μου αδερφής, αυτής που τόσα είχε κάμει για μένα, που τόσα είχε στερηθεί για την προκοπή μου. Της απάντησα ότι συμμεριζόμουν τα παράπονά της σε σχέση με την αμέλειά μου για την επέτειο των γενεθλίων της, δε μπορούσα όμως να δεχτώ εκείνα τ' άλλα για τη γυναίκα μου, τα οποία αποτελούσαν ξεκάθαρα  παρείσφρυση στην ιδιωτική μου ζωή, που είναι λογαριασμός μου να τακτοποιώ όπως νομίζω. Αυτή η παρατήρηση έκαμε την επικοινωνία μας να εκτραπεί σε σειρά αντεγκλήσεων για τα υπέρ και τα κατά του χαρακτήρα της γυναίκας μου. Δε μπορώ να πω ότι υπερασπιζόμουν με πάθος τη γυναίκα μου, αλλά δε μπορούσα να επιτρέψω στην αδερφή μου να προχωρήσει σε λεπτομέρειες, οπότε η μακρόχρονη προσωπική της απέχθεια κατά της γυναίκας μου μεταφραζόταν σε σειρά τραυλισμών, ακατάληπτων επιχειρημάτων, που συνόδευαν κλαψουρίσματα.
   Αν ζούσε η μητέρα, δε θα συνέβαιναν αυτά. Η μητέρα είχε πάντα τον τρόπο να συγκρατεί την αδερφή μου. Ομολογώ ότι είχε την ικανότητα να συγκρατεί κι εμένα. Αν ζούσε η μητέρα, η αδερφή μου δεν θα είχε παραλείψει -όποια κι αν ήταν η προηγούμενη φιλονικία μας- να μου ευχηθεί στα γενέθλιά μου. Έτυχε να είναι Κυριακή κι όλη μέρα περίμενα να μου τηλεφωνήσει. Το απόβραδο περίμενα μήπως τηλεφωνούσε κάποιος άλλος. Δεν τηλεφώνησε ούτε η θεία Ευγενία, που από την αρχή του χρόνου σημειώνει στον Καζαμία της αυτά τα πράγματα. Εκ των υστέρων έμαθα πως είχε σπάσει τα γυαλιά της και δε μπορούσε γι' αυτό να διαβάσει τη σημείωσή της στον Καζαμία της.
   Δεν περίμενα βέβαια από τη γυναίκα μου να θυμηθεί την επέτειο των γενεθλίων μου. Είναι αλήθεια πως την απασχολούν πολύ τα παιδιά, αλλά κι από φυσικού της είναι κρύος άνθρωπος. Θέλω να πω ότι συστηματικά με θεωρεί υπεύθυνο για την κατάστασή της- έχει δυνατούς πόνους στη μέση κι οι πονοκέφαλοι της θολώνουν το μυαλό- και συστηματικά κλαίγεται, ιδιαίτερα τις Κυριακές που ολημερίς βρίσκομαι στο σπίτι, προσπαθώντας να ξεκουραστώ από τα τόσα που με βασανίζουν όλη τη βδομάδα στο γραφείο. Είναι επίσης αλήθεια ότι η γυναίκα μου έχει μνήμη αδύνατη, συνήθως η μητέρα, όταν ζούσε, της θύμιζε την επέτειο των γενεθλίων μου κι αυτή τη μέρα την συμβούλευε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, «για το λαό», καθώς έλεγε.
   Ένιωσα πολύ άσχημα εκείνη την Κυριακή, η εικόνα της μητέρας δεν έφευγε από το μυαλό μου. Είχε μείνει χήρα εδώ και πολλά χρόνια, είχε την ατυχία να χάσει τον μικρότερο αδερφό μου, που, παληκάρι πια, γλίστρησε από το λεωφορείο, γκρεμίστηκε στο πεζοδρόμιο, χτύπησε το κεφάλι του στην κόχη του πεζοδρομίου κι έμεινε στον τόπο. Η μητέρα τον προόριζε για γιατρό, δεν είχε εμπιστοσύνη στους γιατρούς, προέβλεπε ότι θα πήγαινε από κακιά αρρώστια  κι ήθελε να 'χει σάρκα από τη σάρκα της κοντά της για να εξορκίζεται ο θάνατος.
   Από τότε άσπρισαν τα μαλλιά της, όλο και πιο αραιά έβγαινε από το σπίτι, καθόταν με τις ώρες στο παράθυρο και κεντούσε, δεν ήθελε να βγει στη βεράντα να πάρει αέρα, ο ήλιος που έμπαινε στο δωμάτιο έμοιαζε να την ξεραίνει μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο μίκραινε, σβόλιαζε, μέναμε τότε μαζί της, η γυναίκα μου έλεγε πως αυτό ήταν μεγάλη γρουσουζιά κι όταν ερχόταν η θεία Διατσεντούλα, που ήταν πολύ θεοσεβούμενη και θυμιάτιζε πέρα - δώθε να γλιτώσουμε από τη γρουσουζιά, η μητέρα χαμογελούσε, αλλά δεν έλεγε τίποτα κι αυτό εκνεύριζε τη γυναίκα μου. Αποφασίσαμε με τα πολλά ν' αλλάξουμε σπίτι, νοικιάσαμε αλλού, πράγμα που ήταν πρόσθετο σημαντικό έξοδο, αλλά η καημένη η μητέρα πρότεινε να το καλύψει σε μεγάλο ποσοστό από τη σύνταξή της, γλίσχρο εισόδημα βέβαια, δεν της απόμεναν πολλά για τη διατροφή της.
   Θα πρέπει τα τελευταία πέντε χρόνια να φορούσε την ίδια ρόμπα και το ίδιο φόρεμα, κλειστό μέχρι πάνω, σκούρο με λίγα λουλουδάκια εδώ κι εκεί. Με αυτό το φόρεμα τη βάλαμε στο φέρετρο, μου είχε κάμει εντύπωση που την έβλεπα εκεί ντυμένη με το φόρεμά της, έξι μήνες είχε μείνει στο κρεβάτι, τα μαλλιά της είχαν πέσει από τη θεραπεία, τα χέρια της μαυρισμένα από τα τσιμπήματα για τον ορό και τις μεταγγίσεις αίματος, την είχα συνηθίσει έξι μήνες στο κρεβάτι σκεπασμένη μέχρι το λαιμό, με τα χέρια της έξω, με τις μασχάλες της τριχωτές, με μπιμπίκια στο αδυνατισμένο της πρόσωπο, όπου τα μάτια ζούσαν και μου μιλούσαν και δάκρυζαν κι έφτιαχναν τσίμπλες στις άκρες τους κι έπλεαν σ' ένα υγρό που τα φώτιζε από παντού και τα έκανε να σπιθίζουν.
   Έξι μήνες στο νοσοκομείο μονάχη της. Πήγαινε η αδερφή της η Κατίνα να την συντρέξει, πήγαινε κι η κουμπάρα της η Καλλιόπη, καμιά φορά πήγαινε κι ο θείος Γιάννης και της διάβαζε την εφημερίδα. Πήγαινα κι εγώ αραιά, η αδερφή μου ήταν τότε έγκυος στο δεύτερο παιδί, είχε άσχημη εγκυμοσύνη, δεν έπρεπε να ταλαιπωρείται με τη συγκοινωνία, την έπιαναν εμετοί, τότε έτυχε κι αυτό. Πήγαινα αραιά, της κρατούσα το χέρι, της έλεγα πως θα γινόταν καλά, έκλεινε τα μάτια κι έκανε ότι κοιμόταν και σκεφτόμουν ότι πολύ άδικοι είμαστε μαζί της.
   Φαίνεται πως κι άλλοι είχαν την ίδια γνώμη και για να βγάλουν το βάρος από πάνω τους, έριχναν το φταίξιμο πιο πέρα. Έτσι, επί παραδείγματι, ένα απόγεμα ήρθε στο νοσοκομείο ο θείος Τρύφων και με πήρε παράμερα, μου είπε πως η γυναίκα μου κι η αδερφή μου ήταν αναίσθητες, γαϊδούρες, αχάριστες, που δεν έρχονταν να βοηθήσουν σε αυτή την κατάσταση, τέτοια έλεγε ο θείος Τρύφων, που έχει τόσα λεφτά και ποτέ δεν έφερε στη συχωρεμένη τη μητέρα ούτε μια καρφίτσα και στους έξι μήνες  που η καημένη έμεινε στο νοσοκομείο, ανήμπορη, με τις παντούφλες της κάτω από το κρεβάτι, λες κι επρόκειτο να σηκωθεί να γυρίσει στο σπιτικό της, ο θείος Τρύφων εμφανίστηκε δύο ή τρεις φορές όλες κι όλες για να κάμει παρατηρήσεις κι υποδείξεις, με το κοστούμι του και το χοντρό δαχτυλίδι στο αριστερό του χέρι.
   Την θάψαμε εν πάση περιπτώσει, τακτοποιήθηκε κι αυτή η ανωμαλία, ύστερα πήγαμε με τη γυναίκα μου -ήρθαν και τα παιδιά- μια ολιγοήμερη εκδρομή, η γυναίκα μου ένιωθε κουρασμένη.  Όταν γυρίσαμε, ξαναπιάσαμε τις δουλειές μας, τα συνηθισμένα. Η κουμπάρα η Καλλιόπη έφυγε για το νησί, δεν προλάβαμε να την χαιρετήσουμε, δεν πρόλαβα να την ευχαριστήσω για τους κόπους της, για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στη μητέρα μου, είναι γυναίκα δυνατή, χωριάτισσα, αυτή την έπλενε, την καθάριζε, της έκοβε τα νύχια κι η μητέρα της έδινε την ευχή της «να είσαι καλά, να χαίρεσαι τα παιδιά σου και την οικογένειά σου». Έφυγε κι η αδερφή της μητέρας, η Κατίνα, ο γιος της σπουδάζει στο εξωτερικό, πήγε κοντά του για λίγο, αλλά φαίνεται πως θα μείνει πολύ, αυτή έχει τον τρόπο. Της τηλεφώνησα για να την ευχαριστήσω, με άκουγε και δεν μιλούσε, «τώρα να προσέχεις», με συμβούλευε.
   Τα ξέρω αυτά. Είναι σαν σοβαρές προειδοποιήσεις και δεν μπορείς να τις πάρεις στ' αστεία. Νιώθω κάπως μέσα μου ένα βάρος. Θέλω να πω πως δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να κάμω κάτι για τη μητέρα. Τώρα που πέθανε, καταλαβαίνω τι προστασία ήταν. Την αγαπούσα με τον τρόπο μου. Το πρόσωπό της κερωμένο στο φέρετρο, γύρω - γύρω λουλούδια, μυγάκια που διάβαιναν, η σήψη παρούσα, η αγάπη της για όλους μας κολλημένη σ' εκείνα τα νεκρωμένα χαρακτηριστικά της κι εμείς ορθοί κλαψουρίζαμε, ανάμεσα σε φρακοφόρους, σε νεκροπομπούς, στεφάνια φτηνά, κορδέλες πένθιμες, σταυρούς πλαστικούς, ενώ τα πόδια μας σήκωναν σκόνη, σερνάμενα στις αλέες που οδηγούν στον πέρα τοίχο του νεκροταφείου, εκεί στους τάφους των φιλοξενούμενων, μακριά απ' τα μαυσωλεία, τα περήφανα αγάλματα, τις σοβαρές προτομές, τις μεγαλόστομες επιγραφές, την απουσία που παλεύει να μείνει παρούσα, τα πόδια μας σήκωναν σκόνη που κολλούσε στα πρόσωπά μας, εκείνο το καυτό απόγεμα του Ιουνίου, την ώρα που άρχιζε άλλη κηδεία, ενώ ο νεκρός της προηγούμενης δεν είχε ακόμα κατέβει στον τάφο του, ναι, την αγαπούσα τη μητέρα με τον τρόπο μου, αλλά δεν είχα κάμει κάτι γι' αυτήν, δεν είχα προλάβει, με είχαν εμποδίσει οι δουλειές, τα παιδιά, οι ανάγκες, οι δόσεις, οι υποχρεώσεις, οι φίλοι, τα γεγονότα, αυτά όλα με είχαν εμποδίσει, δεν φανταζόμουν ότι θα πέθαινε.
   Θα έπρεπε να είχα προλάβει, θα έπρεπε να είχα κάμει κάτι, για τον εαυτό μου τουλάχιστον, για να νιώθω λιγότερο μόνος, θα έπρεπε να με είχε βοηθήσει κάπως περισσότερο η μητέρα, αν είχε συντάξει διαθήκη, αν δεν είχε πει «να χωρίσετε στη μέση τα πράγματά μου με την αδερφή σου, δυο ίσα μερτικά». Αν δεν είχε πει έτσι, δεν θα γινόταν όλη εκείνη η φασαρία για την ραπτομηχανή, που ήθελε οπωσδήποτε η αδερφή μου, ολότελα πεισματικά, αφού δεν ξέρει ούτε βελονιά να βάλει, να μπαλώσει κι άλλα τέτοια. Μπερδεύτηκε στην υπόθεση κι ο γαμπρός μου, άφησε το φαΐ του στη μέση, είπε τα δικά του, η μητέρα φταίει που δεν τα είχε τακτοποιήσει νωρίτερα, που δεν είχε αποφασίσει αν επιτέλους θα έπαιρνε η θεία Λέλα το κέντημα που υποτίθεται ότι η μητέρα της είχε υποσχεθεί κάποτε. Αυτά ήταν τα πράγματα της μητέρας, η κληρονομιά της: δυο πολυθρόνες, τέσσερις καρέκλες, το κομοδίνο, λίγες κουβέρτες, λίγα κεντήματα και κάμποσες φωτογραφίες, εγώ πήρα τις φωτογραφίες, η γυναίκα μου είπε πως είμαι ένας βλάκας και μισός, γι' αυτά τα πράγματα έγιναν επεισόδια, ήρθαν στην επιφάνεια οι βρωμιές μας, «μα δεν ντρεπόσαστε πια!» φώναξα, «τη δουλειά σου, εσύ», μου απάντησε ο γαμπρός μου, ποια δουλειά μου, «σώπα, Αλέξανδρε, παιδί μου», είπε η θεία Λέλα, δεν είχα πει τίποτα, κοίταζα γύρω μου, το κουδούνι χτύπησε, ήταν ο θείος Γιάννης, ύστερα ήρθε ο θείος Τρύφων, ζητούσε τον καθρέφτη, επειδή ήταν ο καθρέφτης του καπετάν - Θοδόση, κακώς είχε περιπέσει στα χέρια της μητέρας, ο θείος Τρύφων ήταν φυσικός κληρονόμος, αφού ήταν γιος του καπετάν - Θοδόση, «μην ανακατεύεσαι, Αλέξανδρε», μου τόνισε, υψώνοντας το χέρι με το χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο, «ξέρω, Αλέξανδρε, να υπερασπίζομαι τα δίκαιά μου και να παίρνω εκείνο που μου ανήκει», η μητέρα φταίει που φτάσαμε να τσακωνόμαστε για το κουτάκι με τις κουβαρίστρες και τις βελόνες, έκανε ζέστη, ο Ιούνιος πλησίαζε στο τέλος του, μύριζε ο ιδρώτας μας, είναι φυσικό που διαλύσαμε, ο ξάδερφος ο Στέλιος είναι συνομήλικός μου, ήρθε από την Αμερική για διακοπές, τυχαία βρίσκεται ανάμεσά μας, πάσχει από ζάχαρο, πίνει συνεχώς νερά, ο ιδρώτας βγαίνει από το πουκάμισό του, αν έβρεχε θα σκεπαζόταν λίγο αυτό το θέαμα, «γιατί ξεφυσάς, Αλέξανδρε;» νιώθω να πνίγομαι, η μητέρα στη φωτογραφία, με το νυφικό της, ο πατέρας δίπλα, με το μαύρο του κοστούμι, σοβαρός, η μητέρα χαμογελάει, η φωτογραφία στο κάδρο της, το κάδρο στον τοίχο απέναντί μου, «αν πρόκειται να ξεφυσάς έτσι, Αλέξανδρε, και να μας εκνευρίζεις, καλύτερα να φύγεις». Ξεκρέμασα το κάδρο από τον τοίχο, το πήρα κι έφυγα. Κι απόμεινε η καρδιά μου μαύρη, λιθάρι που σιγοψήθηκε από τη φωτιά που έφαγε το δάσος. Κι έτσι σιγοψημένος, καταλαβαίνω πως πια βρίσκομαι στην ερημιά. Θυμάμαι τη μητέρα και νομίζω πως θα δακρύσω. Και κρατιέμαι. Αν ζούσε η μητέρα θα υπήρχε κάποιος να μου ευχηθεί στα γενέθλιά μου, όλοι θα έσπευδαν να μου ευχηθούν στα γενέθλιά μου. Έστω και ψεύτικα, θα ήμουν ζωντανός.
   Κλείνουν τρία χρόνια από το θάνατο της μητέρας, περιμένω να με ειδοποιήσουν για την εκταφή. Θα πρέπει να παρευρεθώ, να καταστραφούν οι σειρές των τούβλων γύρω - γύρω, ν' αφαιρεθεί η μικρή μαρμάρινη πλάκα, πράγμα φτηνό, «δεν χρειάζονται περισσότερα», μου είχε πει η γυναίκα μου, «αφού σε τρία χρόνια θα την πάρουμε από εκεί», «ναι», είχε πει ο θείος Τρύφων, που έχει οικογενειακό τάφο, εκεί βρίσκεται τώρα. Είχα συμφωνήσει τότε, δεν χρειάζονται πια περιττά έξοδα, είχα πει μέσα μου, καλύτερα κάτι σεμνό, απέριττο, έτσι είχα δικαιολογηθεί. Ύστερα θα σκαφτεί ο τάφος βιαστικά, απρόσεχτα, θα φανούν τα οστά τα γεγυμνωμένα με τα χρυσά δόντια, τη χρυσή βέρα στο δάχτυλο της μητέρας, τα υπολείμματα του ξύλου, το χώμα στους βολβούς των ματιών. «Εγώ δεν έρχομαι», δήλωσε η αδερφή μου, «δεν αντέχω τέτοια θεάματα». Εξάλλου είναι έγκυος στο τρίτο της παιδί, έχει δυο κόρες, ο άντρας της θέλει ν' αποκτήσουν αγόρι οπωσδήποτε.
   «Εκείνα τα μάρμαρα, τι θα τα κάνουμε;» ρώτησε η γυναίκα μου. «Να τα μαζέψετε», συμβούλευσε από το τηλέφωνο η θεία Λέλα, «να τα πάρετε στο σπίτι, να τα βάλετε σε μιαν άκρη, να τα κάμετε κάτι επιτέλους, αλλά οπωσδήποτε να μην τ' αφήσετε εκεί, αυτοί του νεκροταφείου είναι απατεώνες, είναι ικανοί να τα πάρουν και να τα πουλήσουν σε άλλους. Να τα πάρεις, Αλέξανδρε, παιδί μου, μην είσαι τόσο καλός».
   Πλησιάζει πάλι Ιούνιος, έχει περάσει χρόνος που δεν πήγα στο νεκροταφείο, θα έχει θεριέψει κι άλλο εκείνο το πεύκο, ίσως να κάνει σκιά πάνω από τον τάφο την ώρα της εκταφής, να μη με χτυπάει ο ήλιος κατακέφαλα, να μη φωτίζονται τόσο έντονα οι λεπτομέρειες, εκείνη η πραγματικότητα, που το έθιμο απαιτεί να καλοπιάνουμε, πλένοντάς την με κρασί κι αλείφοντάς την με λάδι, τακτοποιώντας την σε κουτί που παίρνει θέση σε κάποιο ράφι στ' οστεοφυλάκιο, ανώνυμα πια και τελεσίδικα.
   Σκέφτομαι ότι θα φύγω από το νεκροταφείο με τα χέρια άδεια, δεν θα έχω ούτε αυτή τη διαφυγή, αυτή την παρουσία εκεί πέρα. Κι έτσι πια οι επέτειοι -γενέθλια, γιορτές κι άλλα- καλύτερα να ξεχνιούνται. Καλύτερα να στέκουν εκεί πίσω.
   «Αλέξανδρε! Το παιδί...»
   Η φωνή της γυναίκας μου δυνατή. Θα την ανακούφισε η ασπιρίνη από τον πονοκέφαλο για να μπορεί να φωνάζει έτσι.
   Τα παιδιά κάνουν πρόβες στο σχολείο για τη γιορτή με την ευκαιρία της λήξης των μαθημάτων.
   «Αλέξανδρε... Το παιδί δεν πήρε κανένα μάλλινο, θα ιδρώσει από τις πρόβες και θα συναχωθεί...»
   Την ενδιαφέρει τόσο πολύ ο γιος της, αυτός είναι «το παιδί». Δεν ασχολείται με την κόρη μας. Ίσως επειδή μοιάζει της μητέρας μου. Ο γιος της μοιάζει της γυναίκας μου. Κι εγώ μοιάζω της μητέρας μου, αλλά δεν ήμουν ποτέ τόσο αναποδιασμένο παιδί, όπως ο γιος της. Τότε, είχαμε συγγενείς, είχαμε κάποια περιουσία, ζούσαμε καλά. Ύστερα ξεπήδησαν οι νεόπλουτοι, εκείνοι που ζούσαν με τα δανεικά, τότε η γυναίκα του θείου Τρύφωνα αγόρασε γούνα και την είχαν για σκέπασμα το χειμώνα, επειδή δεν είχαν κουβέρτες, έτσι όμως φτιάχτηκαν, ο πατέρας δεν ήταν για τέτοια, πίστευε στην ισότητα, στην αδερφοσύνη, στην ελευθερία, στη δημοκρατία, στάθηκε πιστός στις αρχές του, αλλά παρασύρθηκε από αυτή την κατάσταση, εγκατέλειψε την τράπεζα κι ασχολήθηκε με εμπόρια, στην αρχή κάτι έκαμε, ύστερα τον έβαλαν οι επιτήδειοι στο χέρι και χάθηκαν όλα, αρχίσαμε να φυτοζωούμε, από την πίκρα του πέθανε ο πατέρας.
   Η μητέρα ήταν το τελευταίο κομμάτι που αντιστεκόταν. Σε αυτά τα τρία χρόνια που πέρασαν από το θάνατό της, πέσαμε χαμηλότερα.
   «Αλέξανδρε... Να πάρεις ένα μάλλινο να το πας στο σχολείο, στο παιδί...»
   «Ναι», απαντάω, για τα ησυχότερα.  
 
Δρακονταειδής Φίλιππος Δ.
Περιοδικό «Το Δέντρο»,
τεύχος, 10, Οκτώβριος 1979

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου