Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

  
   Έτσι στα καλά καθούμενα σηκώθηκε εκείνος ο πρωτογνώριστος σίφουνας και πηλαλώντας κουβάλησε από μακριά στη χώρα μας τη γαλανή, ακρίδες σύγνεφα τους σατανάδες. Πέσανε στα σπαρμένα χωράφια μας και τα ρημάξανε οι γερμανικές ακρίδες. Ξεπεράσανε τα χωράφια και χύθηκαν στις πολιτείες. Πλάκωσαν την Αθήνα κι ακόμα να σταθούν. Αμάν! Πιάστηκε η ψυχή των ανθρώπων. Ποια κατάρα στραβή, εύρισκε σήμερα την ώρα της χορτάτης χαράς της και λυσσομανούσε;
   Άνοιξε λαχταρισμένη η αγάπη των μανάδων τα χέρια της απάνω από τα παιδιά, κι έσκυψε σαν σκεπή, για να βρει η θεομηνία το δικό της κεφάλι καλύτερα.
   Κάποτε πόδισαν τα κύματα των Γερμανών σε στρατώνες, σε κάστρα, σε σπίτια και ζάρωσε το πετσί της γης κάτω από την πατούσα τους. Σάλεψαν τα φρένα τ' ουρανού από τους βομβαρδισμούς, χοχλάκισαν ανταριασμένες οι θάλασσες του πολέμου...
   Ύστερα; Ύστερα τίποτε δεν άλλαξε στο καλύτερο. Πέρναγαν οι μέρες μπερδεμένες, θολές, γιομάτες τρομάρα, κι οι σκλάβοι λουφάξανε. Ως πού θα τραβήξει το κακό; Ως πότε; Τι θ' απογίνουμε;
   Τον νέο άντρα τον φέρνανε ταχτικά τα πόδια του στη συνηθισμένη του δουλειά, όμως η ανάσα του ήτανε αλλιώτικα πλακωμένη από τη σκλαβιά. Το θεωρητικό κορμί του, ίδιος καστρόπυργος, χάλκευε κρυφά και μανιακά μέσα στο φλογισμένο γύφτικο της καρδιάς του όλα τα σύνεργα της εκδίκησης.
   «Έχε το νου σου», έλεγε η Πηνελιά στον άντρα της καθώς το πρωί τον ξέβγαζε από το σπίτι. «Οι άλλοι κι αν περισσομιλάνε, εσύ τίποτες. Τ' ακούς, Θοδωρή; Δε μου μιλάς».
   «Τ' άκουσα. Εσύ έχε το νου σου στο μωρό. Αυτό!»
   Έτσι να 'τανε το χώμα η Πηνελιά, να 'τανε η γης όπου πατάει ο άντρας της να παίρνει το κατόπι τάκα - τάκα το κάθε πάτημά του. Να τον προσέχει, να τον βλέπει πού πάει και πού στέκεται. Μονάχα στο μαγαζί; Κι ύστερα κι εκεί μέσα ακόμα, δεν κουβεντιάζει, δεν ξανοίγεται;
   Μια νύχτα ήρθε ένας κατσαρομάλλης και τον ξεσήκωσε.
   «Κάτσε, Θοδωρή, να φάμε πρώτα ψωμί», παρακάλεσε ανήσυχη η γυναίκα.
   «Κάτσε φάε εσύ, εγώ έχω δουλειά».  
   Να φάει η Πηνελιά; Τι να φάει; Να κατεβάζει φαρμάκι; Αχ! Εκείνος ο κατσαρομάλλης που τον ξεσήκωσε. Μα κι εκείνος να μη βρισκόταν το ίδιο θα 'τανε. Έτσι θα καθόταν ο Θοδωρής; Πού πάει τέτοια ώρα; Σε λίγο η περίπολο θ' αρχίσει να σκορπάει ανατριχίλες παραμονεύοντας μέσα στους δρόμους. Πολλά ακούει η γυναίκα εκεί όξω στα Τουρκοβούνια που κάθεται. Οι γειτόνοι λένε πράματα που τ' ακούς και σου σηκώνεται η τρίχα. Οι Γερμανοί, λένε, παραφυλάνε τα σπιτικά, κι εκεί που δεν το καταλαβαίνεις παίρνουν το κατόπι όλους τους νοικοκυραίους. Μάθανε, λέει, πως οι δικοί μας μαζώνονται κρυφά μέσα σε μυστικά κατώγια και τα κουβεντιάζουν τα δεινά μας και δουλεύουν για τον ξεσκλαβωμό μας. Οι μπόγηδες μυρίζονται, υποψιάζονται και πιάνουν. Φυλακώνουν, βασανίζουν, σκοτώνουν.
   Καθώς μαθεύονταν όλα τούτα, ώρες - ώρες θαρρούσε η Πηνελιά πως μια κόκκινη βροχή από αίμα σκοτείνιαζε τον κόσμο. Κι απόψε... Αχ! Πώς είναι τόσο βαριά η καρδιά της; Γιατί δε γυρίζει ακόμα ο Θοδωρής;
   Στριφογυρνάει στο στρώμα η γυναίκα, απλώνει το χέρι και σκεπάζει στην κούνια δίπλα της το μωρό· ανακάθεται στερνά και στένει τ' αυτί. Τίποτε. Σηκώνεται, κολλάει το μάτι της σε μια τρύπα του παραθυριού και κοιτάζει όξω. Τα σπιτάκια είναι θεόκλειστα και βουβά. Από μέσα οι άνθρωποι θα κρατάνε όπως αυτή και την αναπνοή τους ακόμα.
   Απογυρίζει μέσα στην κάμαρη πάλι κι ανάβει το καντήλι μ' ένα χορταρένιο λουμίνι. Το ξέρει πως θα σβήσει σε λίγο το καντήλι γιατί δεν έχει παρά έναν κόμπο λαδάκι. Για μια στιγμή όμως το φως του αυτό το λιγοστό πίσω από ένα μεγάλο κουτί για να μη φεγγίζει απ' όξω από καμιά χαραμάδα, της δίνει παρηγοριά. Σκύφτει στην κούνια και κοιτάει, κοιτάει για κάμποσο το παιδί. Το καντήλι τσιρίζει και παραδίνεται. Το σκοτάδι πάλι φοβερίζει την καμαρούλα. Μερμήγκιασμα περπατάει στο κορμί της γυναίκας. Σφίγγονται τα μελίγγια της. Ξαφνικά, η καρδιά της ακούει κάτι σαν ψόφιο σύρσιμο. Η πόρτα ανοίγει μαλακά κι η Πηνελιά τεντώνει τα χέρια: Θοδωρή μου!
   Ύστερα χώνει το κεφάλι στις απαλάμες και κλαίει σιγαλά. Εκείνος τη ζυγώνει στα σκοτεινά ψαχουλεύοντας, ακουμπάει το χέρι απάνω στα μαλλιά της και της λέει ήσυχα:
   «Έτσι κάνουμε; Άλλες γυναίκες πολεμάνε με το ντουφέκι. Δεν το ξέρεις;»
   «Θοδωρή μου!» κάνει η γυναίκα παρακαλεστά. «Το ξέρω. Αυτές δε θα 'χουνε μωρά».
   «Είναι πολλές που 'χουνε και παιδιά και ξέρουμε και τα ονόματά τους».
   «Μακάρι να 'μουνα σαν κι αυτές. Τι άλλο θα 'θελα παρά να στέκομαι πλάι σου; Μα ο νους μου εμένα, Θοδωρή μου, είναι στους δυο σας εδώ».
   Πέσανε στο κρεβάτι μα δεν κοιμήθηκαν. Η γυναίκα παραφύλαε τον άντρα, κι ο άντρας παραφύλαε τις έγνοιες του. Κι ο παραμικρός θόρυβος μέσα στην τεντωμένη καρδιά της νύχτας, πλήθαινε. Ένας σκύλος που παραπονευόταν, το παράθυρο που τριζοβολούσε, η μουριά που έσερνε ένα χέρι απάνω στη σκεπή.
   Άξαφνα γδούπος βαρύς και μουλωχτός ακούστηκε στο δρόμο το στενό. Ήτανε ο Γερμανός που έκανε τα πάσα του παραφυλάγοντας. Αυτή την ώρα η Πηνελιά λαχτάρησε να 'τανε ψηλό το σπίτι της. Έτσι χαμηλά, της φαινόταν πως ο δρόμος ο σκοτεινός έμπαινε μ' όλους τους τρόμους του ίσα μέσα στην κάμαρη. Κάθε χτύπος της πεταλωμένης μπότας του Γερμανού βούλιαζε την καρδιά της γυναίκας και την έπνιγε.
   «Θοδωρή μου, ακούς;» μουρμούρισε.
   «Τον ακούω τον κερατά!»
   Τα μάγουλα της Πηνελιάς είχανε παγώσει, τ' ακροδάχτυλά της το ίδιο. Μην κατάλαβαν τον άντρα της για ύποπτο; Μη θα χτυπήσουν ξαφνικά την πόρτα; Μη θα κοπεί απόψε το γάλα της;
   Αγκάλιασε τα βαριά στήθια της η γυναίκα και παρακάλεσε: «Βόηθα, Χριστέ μου, βοήθησε».
   Λούφαξε ο βρόντος της μπότας και το ζευγάρι σιγά - σιγά λαγοκοιμήθηκε...
   Η καινούργια μέρα κουβαλούσε απάνω της τον τρόμο της περασμένης, κουβαλούσε και τις καινούργιες έγνοιες της.
   «Δεν πιστεύω», είπε φεύγοντας ο Θοδωρής, «να πολυδουλέψω ακόμα στους σομιέδες. Θα κλείσει κι αυτό το μαγαζί».
   «Θα κλείσει; Πώς θα τα βολέψουμε Θοδωρή; Αν δεν είχα τόσο μωρό το παιδί θα ξενοδούλευα στα σπίτια». 
   «Άσε να ιδούμε. Κάτι άλλο θα κάνω».
   Και μια μέρα ο Θοδωρής μαστόρεψε ένα καροτσάκι. Το τραπέζι που τρώγανε το γύρισε ανάποδα, του κόντυνε λίγο τα πόδια το 'στησε απάνω σε δυο παλιορόδες κι έγραψε με ασβέστη στις πλαϊνές σανίδες του: Εκτελούντε μεταφορέ.
   Ύστερα ο νοικοκύρης πέρασε σαν υποζύγιο το σκοινί στο πέτο του και το καροτσάκι ξεκίνησε για την πιάτσα.
   Και τι δεν κουβαλούσε μ' αυτό το καροτσάκι ο Θοδωρής όπως και τόσοι άλλοι σκλαβωμένοι. Κουβαλούσε ξύλα, κάρβουνα, καρβουνόσκονη για μπριγκέτες, έπιπλα από τα σπίτια, το ύστερο σκέπασμα του φτωχού, το ύστερο στρώμα του νοικοκύρη, τα προικιά του κοριτσιού. Όλα πουλημένα για ένα ξεροκόμματο. Κουβαλούσε ακόμα κι ανθρώπους που δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους από την αδυναμία, κουβαλούσε πεθαμένους για θάψιμο.
   Άσαρκοι οι ζωντανοί, σακατεμένοι κι από τις ατέλειωτες πεζοπορίες, τραβούσαν χαμένοι, παραλοϊσμένοι μονομιλώντας φωναχτά τις έγνοιες τους. Ο καθένας τους βλέποντας και κανένα γνώριμο, συλλογιζόταν αν μέλλεται να τον ξαναϊδεί. Οι ταχτικοί ζητιάνοι που χτυπούσαν τις πόρτες ξεπαστρευτήκανε από την Αθήνα. Οι γέροι ζούσανε φαρμακωμένες τις ύστερες μέρες τους κι έφευγαν με το παράπονο του νηστικού.
   Η Πηνελιά κοίταξε αδύνατον, ξεπνοϊσμένο τον άντρα της κι η ψυχή της έτρεμε.
   «Παραδουλεύεις, Θοδωρή».
   «Για να ζήσουμε, γυναίκα. Γι' αυτό δε μας έλειψε η λαχανίδα, μια χούφτα φασόλια, λίγα χαρούπια».
   «Ναι, δε λέω, δόξα σοι ο Θεός. Μα εσύ σκοτώνεσαι, Θοδωρή μου».
   «Άλλοι σκοτώνονται αληθινά».  
   Κι η Πηνελιά άκουε με τρομάρα τους πολυβολισμούς του Γερμανού που έστρωνε χάμου ελληνικά κορμιά. Άκουε τις σειρήνες κι ο νους της πήγαινε σ' αυτούς που ξεπαστρεύονταν με το βομβαρδισμό. Κοίταζε στη γειτονιά της κι έβλεπε τα παιδάκια με τους μεγάλους κόμπους στα σκελετωμένα γόνατα να κάθονται ανόρεχτα δίχως παιχνίδια, ίδια γεροντάκια στα κατώφλια τους και να περιμένουν το θάνατο. Έβλεπε να βγάνουν από τα σπίτια τους τους φουκαράδες που ξεψύχησαν από πείνα.
   Κι απάνω από όλα τούτα τα λείψανα, οι Γερμανοί τρέφονταν, χόντραιναν, κι οι ταυρίσιοι σβέρκοι τους ξεχείλιζαν από το περιλαίμιο.
   Έτσι καλοστεκούμενοι είμασταν κι εμείς καμιά φορά, συλλογιζόταν η Πηνελιά καθώς τους έβλεπε. Πρέπει να τρώμε καλύτερα, να μην πάθουμε. Πρέπει ν' αλαφρώσει λίγο ο Θοδωρής.
   Θα δουλέψει όπως μπορεί. Βάλθηκε να τρέχει με το μωρό στην αγκαλιά, να ξετρυπώνει, να παρακαλεί και να ξαναπαρακαλεί για δουλειά. Κατάφερε και τις δίνανε παραγγελίες για πλεξίματα, παραγγελίες για ξυλοπάπουτσα.
   Μα τι να τους κάνανε κι αυτά τα τιποτένια λεφτά που έβγαζε; Εδώ χρειάζονταν τσουβάλια παλιόχαρτα για ν' αγοράσεις έναν κόμπο λάδι. Μοναχά οι πλούσιοι βρίσκανε απ' όλα με τον μπόλικο παρά τους. Οι άλλοι; Οι άλλοι;
   Η κραυγή της απελπισίας έφτασε καμιά φορά ως τ' αυτιά του έξω κόσμου κι όλοι γύρισαν κατά μας με συμπόνια. Τότε με τη βοήθειά τους γίνηκαν τα συσσίτια. Η Πηνελιά ανάσανε. Με το μωρό πάλι στην αγκαλιά, ξεροστάλιαζε με τις ώρες στην ουρά. Όμως κάποια ευλογημένη στιγμή έφευγε με γιομάτο το ντενεκεδάκι της. Ο Θοδωρής χαμογελούσε βλέποντας το παιδί να κατεβάζει το πληγούρι που το τάιζε η μάνα του.
   Και θα 'τανε πιο ήσυχη η Πηνελιά αν εκείνος ο κατσαρομάλλης δεν ερχόταν πότε - πότε στο σπίτι τους. Έπαιρνε πάντα τον άντρα της και φεύγανε. Κι ήτανε πάντα συλλογισμένος ο Θοδωρής σα γύριζε.
   «Φοβάμαι», του 'λεγε η γυναίκα του, «φοβάμαι όταν έρχεται αυτός».
   «Τι φοβάσαι; Είναι ένα καλό παιδί. Μακάρι να 'τανε όλοι σαν και δαύτον».
   «Μα τι λέτε μαζί, τι;»
   «Τι λες εσύ με τις άλλες γυναίκες; Ή δε λέτε τίποτε για όλα τούτα;» 
   «Αν λέμε; Κάνουμε κι άλλη κουβέντα;»
   «Το λοιπόν;»
   Το κακό όλο και μεγάλωνε, όλο και βύζαινε σα θεριό τους σκλαβωμένους. Η Αθήνα πέθαινε από πείνα, από μαράζι. Τα κλεισμένα μαγαζιά φόρτωναν με πένθος βαρύ την πολιτεία. Από δω τα πεθαμένα μαγαζιά, από κει ζωντανό, νιογέννητο, στην αρχή δειλό κι ύστερα θρασεμένο, του ποδαριού το μικρεμπόριο. Λογής πραμμάτειες κυρίεψαν τους δρόμους τους κεντρικούς, καβαλίκεψαν τα πεζοδρόμια, απλώθηκαν στα χώματα, ανάμεσα από τα πόδια των περαστικών, κι οι κραυγές των πουλητάδων τρέλαιναν. Μονάχα φαγώσιμα δε φαίνονταν. Παρουσιάστηκαν όμως τα γλυκίσματα της εποχής καμωμένα με πίτουρο, με λίγη σταφίδα, με χαρουπόμελο, με τσουέν αφρισμένο για μαρέγκα.
   Ο Θοδωρής με τη γυναίκα του ρίχτηκαν σε τούτη τη δουλειά. Έφτιανε τα γλυκά η Πηνελιά, πήγαινε και τα πουλούσε ο άντρας της.
   Κούτσα - κούτσα σπρωχνόταν ο καιρός, τραβούσε και το παιδί τις μέρες του και με το λιγοστό το γάλα που δίνανε για τα μωρά. Μαζί κι οι τρεις τους θα τα καταφέρουν, συλλογιζόταν η Πηνελιά. Ο άντρας στεκόταν κολώνα πλάι της και το παιδί τούς άνοιγε τα επουράνια. Με κουράγιο καινούργιο μέσα της η γυναίκα το 'λεγε και το πίστευε:
   «Να ιδείς Θοδωρή. Όλα θα περάσουν και ψέμα θα μας φαίνεται που τα περάσαμε».
   «Έτσι μπράβο! Όλα θα περάσουνε. Μη φοβάσαι».
   Όμως μια μέρα, γίνηκε σούσουρο το βραδάκι στην ήσυχη γειτονιά τους κι η Πηνελιά βγήκε με το παιδί στα χέρια στην πόρτα της για να ιδεί. Ο άντρας της; Δεν ήταν ο άντρας της αυτός εκεί πέρα με τα κανελιά τα ρούχα; Δυο κοντοί καραμπινιέρηδες τον έσπρωχναν και τον τραβούσανε.
   «Θοδωρήηη!» έμπηξε γοερή κραυγή η γυναίκα.
   Έτρεξε το κατόπι τους, μα ο ένας Ιταλός την απόσπρωξε και κόντεψε να τη γκρεμίσει όλο με το παιδί.
   «Πού τον πάτε; Πού τον πάτε;» κραύγαζε σπαραχτικά.
   Καθώς εκείνοι χαθήκανε, ένας νέος μισοπρόβαλε από μια πόρτα: «Ησύχασε, κυρά μου», της είπε. «Θα το μάθουμε πού τον πήγανε τον άντρα σου».
   Και τα παραμονέματα των δικών μας τής φέρανε το χαμπέρι: Ο άντρας της κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Η Πηνελιά απόμεινε! Και τώρα;
   Οι γειτόνοι, οι γειτόνισσες έρχονταν στο σπίτι της κάθε λίγο και της δίνανε παρηγοριά: «Μην απελπίζεσαι, χριστιανή. Κι ο Μανώλης  του Μαστραπά εκεί μέσα βρίσκεται τόσον καιρό και δεν έπαθε τίποτες. Κι ο Θράσος ο γυρολόγος πιάστηκε μα τον βγάλανε.  Ύστερα είναι κι άλλοι δικοί μας άνθρωποι υπερεσία μέσα στις φυλακές. Αυτοί καταφέρνουν και στέλνουν μηνύματα στις φαμελιές. Θα μαθαίνεις».
   «Ας τον έβλεπα!» έκανε η γυναίκα. «Μια στιγμή μονάχα. Πώς θα κάνω να τον ιδώ;»
   «Κανένας δεν τους βλέπει, κυρά Πηνελιά», είπε κοφτά ο νέος που της μίλησε εκείνο το βράδυ. «Κάνε υπομονή κι όλα θα σιάξουνε».
   Κι η γυναίκα φαρμακωμένη έκανε υπομονή για μέρες, για βδομάδες. Το παιδί την κοίταζε σιωπηλό. Ήτανε τώρα σουφρωμένο γιατί η τροφή του λιγοστή και το γάλα της μάνας του είχε χαθεί από καιρό. Κόπηκε το γάλα, πέσανε και τα στέρεα στήθια της. Το πέτο της ήτανε στρωμένο σανίδι από την αδυναμία.
   Αλήθειες, ψέματα, ο γείτονάς της, εκείνος ο νέος ο πονόψυχος, έφερνε χαμπέρια καλά ξεπίτηδες για λόγου της: «Κοντεύουμε να τελειώσουμε, κυρά Πηνελιά. Έτσι λένε τα ράδια τα κρυφά. Τότες, όλοι οι φυλακισμένοι θα λευτερωθούνε. Μπορεί και πρωτύτερα γιατί τι να τους φυλάνε; Να τους ταΐζουν;»
   «Ας έχω ελπίδες στο Θεό».
   Κι έτρεχε με το παιδί στα χέρια, κι άρπαζε όποια - όποια δουλειά και γύριζε νωρίς στο σπίτι πριν ακόμα πέσει το σκοτάδι με τις ανατριχίλες του, με τους βρόντους της μπότας του Γερμανού, με τους προβολείς που μυρίζονταν σα λαγωνικά τη μαύρη νύχτα. Έμπαινε στο σπίτι της, μανταλωνόταν και πάντα εύρισκε άγρυπνη μέσα της τη λαχτάρα της: «Αχ! Ας σ' έβλεπα, Θοδωρή μου, μια στιγμή. Πώς είσαι. Να ιδώ πώς βρίσκεσαι».
   Και να που ένα πρωινό ήρθε ένας αρματωμένος Ιταλός και κοπανούσε την πόρτα της: «Απρίτε! Απρίτε!» 
   Η Πηνελιά παρουσιάστηκε κερωμένη. Τι θέλει αυτός;
   «Έλα τώρα εσύ», είπε στη γλώσσα μας ο καραμπινιέρος, «έλα φυλακή εδώ ιδεί άντρα σου». Κι έδειξε κατά πίσω γυρίζοντας το μεγάλο δάχτυλο ανάποδα.
   Γύρισε μονομιάς και τις πλάτες και χάθηκε.
   Η Πηνελιά σάστισε. Σταμάτησε το μυαλό της κι ύστερα της ερχόταν μια να κλάψει, μια να γελάσει. Άρπαξε τότε το παιδί σαν παλαβή, το ταρακουνούσε, το ρωτούσε και το ξαναρωτούσε: Τ' άκουσες; Τ' άκουσες, μωρό μου; Θα ιδώ τον μπαμπά σου. Τ' άκουσες, αγόρι μου; Θα ιδώ το Θοδωρή μας! Τ' άκουσες; Τ' άκουσες; Τ' άκουσες;»
   «Καλά, Πηνελιά», της είπε ήσυχα μια γειτόνισσα που ήρθε με τις άλλες στην πόρτα της. «Άσ' το πια το παιδί, ασ' το! Άϊντε να τοιμαστείς». 
   Χτενίστηκε, συγυρίστηκε η γυναίκα, έβγαλε και φόρεσε το καλύτερο φουστάνι που της απόμεινε. Μα καθώς είχε καταντήσει η μισή, έπιασε και το καρφίτσωνε απάνω της από δω από κει για να στενέψει. Φόρεσε τα ξυλοπάπουτσά της τα καλύτερα, παράδωσε το παιδί στη γειτόνισσα και τράβηξε.
   Η μέρα ήτανε συγνεφιασμένη, όμως γι' αυτήν άστραφτε με τη χαρά της. Τα χοντρά αεροπλάνα του Χίτλερ φοβέριζαν διαβαίνοντας χαμηλά απάνω από το κεφάλι της Αθήνας, μα η Πηνελιά δεν τα πρόσεχε. Η προσμονή χοροπηδούσε μέσα της σαν ανυπόμονο παιδί κι όλο ατέλειωτος ο δρόμος της φαινόταν.
   Τράκα - τρούκα σέρνοντας τα βαριά τα ξυλοπάπουτσα έφτασε λαχανιασμένη κάποια στιγμή μπροστά στις φυλακές. Ο ένας φύλακας τη σταμάταγε και τη ρωτούσε, ο άλλος της αγριομιλούσε, άλλος την παραλάβαινε και την έστελνε παραμέσα.
   Έτσι η Πηνελιά ζύγωσε και στάθηκε μπροστά στη μεγάλη πόρτα.
   «Τον άντρα μου», είπε στον αρματωμένο Ιταλό που στεκόταν στο κατώφλι. «Μου μηνύσατε να 'ρθω να τον ιδώ».
   Εκείνος δεν κατάλαβε τίποτε και γύρισε και κοίταξε τον άλλον που στεκόταν παραπίσω του. Έγειρε λίγο το κεφάλι της η Πηνελιά και γνώρισε με χαρά αυτόν που είχε έρθει στο σπίτι της.
   Κάτι είπανε μεταξύ τους οι δυο καραμπινιέρηδες κι ο δεύτερος πήγε μέσα και γύρισε σύντομα. Κρατούσε ένα μπόγο ρούχα. Το χέρι του που απλώθηκε τον παράδινε στη γυναίκα.
   Εκείνη τραβήχτηκε ξοπίσω μονομιάς και γούρλωσε τα μάτια κοιτάζοντας το μπόγο. Α! Τα κανελιά τα ρούχα που φορούσε ο άντρας της...
   Πρασίνισε η Πηνελιά κι η φωνή δεν έβγαινε πια από το στόμα της.
   Ο κόσμος χάθηκε γι' αυτήν πνιγμένος μέσα σε κατακόκκινη βροχή. Κι η γυναίκα σωριάστηκε στο πέτρινο κατώφλι απάνω από τα ρούχα του σκοτωμένου που της τα πετάξανε κατάμουτρα.
 
Δίπλα - Μαλάμου Κλεαρέτη
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχος 6, Ιούνιος 1955

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου