Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

  
   Όταν τους αντίκρισε στο μισοσκόταδο σφιχταγκαλιασμένους, έχασε το φως του. Για να το ξαναβρεί, έπρεπε να εξοστρακίσει από τη ζωή του πρόσωπα, αναμνήσεις, αισθήματα. Μόνο τους πελάτες του κράτησε. Άλλον κανένα.
   Φυσικά, τους θεωρούσε άρπαγες κι αυτούς, όλους ανεξαιρέτως, ωστόσο τους φερόταν με υποδειγματική ευγένεια για χάρη του μαγαζιού του.
   Πολλές πελάτισσες τον λιμπίζονταν -νέος άντρας, καλοφτιαγμένος- μα εκείνος έβρισκε τον πληρωμένο έρωτα καλύτερο απ' όλους και την παρέα της τηλεόρασης την πιο καλή παρέα.
   Όσο για το μαγαζί, όχι μόνο ξεπέρασε τις δυσκολίες των καιρών, αλλά χάρη στην αφοσίωσή του εμπλουτίστηκε και επεκτάθηκε πέραν πάσης προσδοκίας.
   Στα ψιλικά και τα τσιγάρα πρόσθεσε σταδιακά εφημερίδες και περιοδικά, ψωμί και τυποποιημένα τρόφιμα. Τοποθέτησε γυάλινο φανάρι με τυρόπιτες και άλλα παρόμοια. Επίσης εξοφλούσε λογαριασμούς οργανισμών κοινής ωφελείας.
   Ήταν ανοιχτό πρωί απόγευμα, κάθε μέρα, και επιπλέον τα πρωινά της Κυριακής.  Στην ανάγκη μπορούσε κανείς να εξυπηρετηθεί και τις πιο ακατάλληλες ώρες, μιας κι ο ιδιοκτήτης έμενε στο πίσω μέρος του ίδιου κτίσματος.
   Μόνο μία πόρτα χώριζε το χώρο εργασίας από το χώρο διαμονής, ο οποίος είχε συρρικνωθεί σ' ένα δωμάτιο, καθώς το άλλο ενώθηκε με το μαγαζί, όταν αποφάσισε να το εμπλουτίσει με κατεψυγμένα προϊόντα, χαρτικά και σχολικά είδη.
   Ο άντρας διατηρούσε πεντακάθαρο το μαγαζί του, ξεσκονισμένα ράφια κι εμπορεύματα, όλα με τάξη τοποθετημένα. Το τζάμι του ψυγείου λαμπερό, ούτε μια δαχτυλιά επάνω του ούτε ένας κόκκος σκόνης.
   Ναι, το μαγαζί του ήταν η ζωή του. Πολλές Κυριακές απόγευμα, που παρέμενε κλειστό, άναβε τα μέσα φώτα και περπατούσε πάνω κάτω στο μοναδικό διάδρομο, ανάμεσα στα φορτωμένα ράφια που έφταναν ως το ταβάνι. Με το χέρι ή μ' ένα σκουπόξυλο για τα ψηλά διόρθωνε ό,τι έδειχνε στραβό, περνούσε με στραγγισμένο πανί όλα τα γυάλινα μπουκάλια και βαζάκια, και ικανοποιημένος επέστρεφε στην τηλεόρασή του.
   Μια τέτοια Κυριακή, μες στο χειμώνα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν νωρίς το απόγευμα, μα είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Του φάνηκε ωστόσο, καθώς πλησίαζε προς τη τζαμόπορτα, πως είδε φως.
   Πλούσια ξανθά μαλλιά, αυτά φεγγοβολούσαν, ενώ μια μικροκαμωμένη κοπέλα του χαμογελούσε μ' ένα κουτάβι στην αγκαλιά της. Ήθελε χρωματιστούς μαρκαδόρους. Της είπε πως απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα και να 'ρθει αύριο μονάχη. Ο τρόπος που έσβησε το χαμόγελό της τον έκανε σχεδόν να λυπηθεί. Όταν η κοπέλα έφυγε, εκείνος, χωρίς να ξέρει γιατί, γύρισε και κοίταξε προς το δρόμο.
   Την άλλη μέρα ήρθε μόνη να διαλέξει μαρκαδόρους. Πήρε όλα τα διαθέσιμα χρώματα κι ένα μπλοκ ζωγραφικής. Θα πρέπει να παντρεύτηκε μικρή, για να έχει παιδί που ζωγραφίζει, σκέφτηκε. Δεν την ρώτησε, δεν τον αφορούσε.
   Από αυτά που αγόραζε -σοκολάτες, παγωτά, γλειφιτζούρια, πατατάκια- δεν μπορούσε να συμπεράνει αν το παιδί της ήτανε αγόρι ή κορίτσι. Ό,τι όμως κι αν ήταν, πρέπει να ζωγράφιζε πολύ, γιατί κάθε βδομάδα του αγόραζε καινούργιο μπλοκ ζωγραφικής.
   Παράξενο που δεν το έφερνε ποτέ μαζί της. Όσες φορές έτυχε να τη δει στο δρόμο, κρατούσε στην αγκαλιά της το κουτάβι ή έπαιζε μαζί του. Τον χαιρετούσε πρόσχαρα και τα μαλλιά της πάντα φεγγοβολούσαν.
    Έκανε τη σκέψη ότι ίσως το παιδί να ήταν άρρωστο, κλεισμένο για το λόγο αυτό στο σπίτι, αλλά τότε πώς δικαιολογούνταν τόση ανεμελιά; Ακόμη και σε ίδρυμα να το είχε παραδώσει, δεν μπορεί να το ξέχασε, αφού του αγόραζε τόσα δωράκια...
   Αν ρωτούσε, θα μάθαινε, αλλά δε ρωτούσε. Ποτέ δε ρωτούσε τους πελάτες οτιδήποτε προσωπικό. Αρκούσαν οι τιμές των προϊόντων, ο καιρός, τα προγνωστικά του ποδοσφαίρου...
   Την Κυριακή είδε στην τηλεόραση μια εκπομπή για τη συσκευή Κίρλιαν, ή κάπως έτσι, που φωτογραφίζει την αύρα των ανθρώπων. Η κόκκινη σήμαινε οργή, η πορτοκαλιά ζήλια, η πράσινη μοχθηρία και διάφορα άλλα, που τα ξέχασε. Είχε όμως την ξαφνική βεβαιότητα πως η δικιά της αύρα έπρεπε να είναι λευκή, όπως η αύρα των αθώων.
   Η κοπέλα είχε μέρες να φανεί, όταν στο μαγαζί μπήκε μια μεσόκοπη γυναίκα και ζήτησε χρωματιστούς μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής. Τους φόλιασαν το σκυλάκι, είπε, και το παιδί δεν μπορεί να συνέλθει απ' τη στενοχώρια του. Πονάει, λέει, η καρδιά του.
   Αυτή, λοιπόν, ήταν η γιαγιά του παιδιού. Χαροκαμένη του φάνηκε. Χτυπώντας στην ταμειακή το λογαριασμό, είπε χωρίς να καταλάβει πως: «Πολύ θα ήθελα να δω τις ζωγραφιές που φτιάχνει...»
   Την Κυριακή το απόγεμα ήρθε η μικρομάνα στο μαγαζί. Άνοιξη πια κι η μέρα είχε μεγαλώσει. Γι' αυτό, φαίνεται, δε φεγγοβολούσε πίσω απ' τη τζαμόπορτα.
   Μπήκε με το γνωστό της χαμόγελο, μονάχα λίγο λυπημένο. Κρατούσε μερικά μπλοκ ζωγραφικής για να του δείξει. Ο άντρας σκέφτηκε προς στιγμήν να προφασιστεί κάποια ασχολία και να τη διώξει, μα δεν το έκανε. Δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί η κοπέλα τον κοιτούσε στα μάτια όπως τα σκυλιά. Και τα μαλλιά της πρώτη φορά θαμπά.
   Την προσκάλεσε στο σπίτι. Κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας και άνοιξαν το πρώτο μπλοκ. Ένα χέρι παιδικό είχε ζωγραφίσει ένα σπιτάκι με κήπο και τον ήλιο να λάμπει. Έναν άντρα και μια γυναίκα πιασμένους χέρι χέρι. Τον άντρα να κόβει ξύλα. Τη γυναίκα να μαγειρεύει κι οι ακτίνες του ήλιου να περνούν απ' το παράθυρο. Το σπιτάκι πάλι. Από την καμινάδα του βγαίνει πυκνός καπνός. Σύννεφα πολλά και βρέχει. Τον άντρα, τη γυναίκα, ένα κοριτσάκι ανάμεσά τους και τον ήλιο να βγαίνει απ' τα σύννεφα. Μια σχοινένια κούνια να κρέμεται από ένα δέντρο. Ο άντρας κουνάει το κοριτσάκι ψηλά, ως τον ήλιο. Ο άντρας κρέμεται απ' το ίδιο σκοινί...
   Η κοπέλα γυρίζει τις σελίδες αμίλητη. Μια λίμνη ή μια θάλασσα. Βάρκες, καράβια. Θάλασσα μάλλον. Η γυναίκα με το κορίτσι και μια βαλίτσα στο χέρι. Ταξιδεύουν με καράβι. Ο ήλιος δύει πίσω απ' τα βουνά.
   Θάλασσα και βουνά μαζί. Μπορεί νησιά, μπορεί και όχι. Καράβια πολλά, λιμάνι μεγάλο. Δρόμοι, σπίτια, αυτοκίνητα, άνθρωποι. Αστέρια, μισοφέγγαρα, λουλούδια και ήλιοι. Ένας άντρας χαϊδεύει ένα σκύλο. «Αυτός», του λέει χαμογελώντας, «είσαι εσύ! Άνθρωπος καλός...»
   Ο άντρας τα χάνει. Δε ρωτάει πώς τον γνωρίζει το παιδί ούτε πώς ξέρει αν είναι καλός ή όχι. Εκείνη θα του έχει μιλήσει γι' αυτόν ή ίσως η γιαγιά του. Όπως και να 'χει, δε συνηθίζει να ρωτάει τα προσωπικά των άλλων. Δεδομένο αυτό.
   Στο τελευταίο μπλοκ το παιδικό χέρι ζωγραφίζει τη ζωή ενός σκύλου. Η ιστορία αρχίζει με τη σκύλα που θηλάζει το νιογέννητο. Έπειτα δείχνει το κουτάβι να παίζει με τ' αδέρφια του. Ο ήλιος λάμπει. Το κουτάβι πεταμένο στον κάδο των σκουπιδιών. Μια γυναίκα ακούει το κλάμα του και το μαζεύει. Το παίρνει αγκαλιά και το πηγαίνει σπίτι της. Του δίνει νερό και τροφή. Στρώνει με χρωματιστά πανιά ένα χαρτοκιβώτιο, να κάνει τη φωλίτσα του. Καθώς το κουτάβι μεγαλώνει, τα χρώματα πληθαίνουν, με τους ήλιους μαζί.
   Ο άντρας παρακολουθεί σιωπηλός την κοπέλα που γυρίζει τις σελίδες. Το μπλοκ εξαντλείται.
   «Θέλεις κι άλλο;» τον ρωτάει.
   Ναι, της γνέφει, θέλει.
   Η κοπέλα συνεχίζει με το τελευταίο μπλοκ.
   Το σκυλάκι παίζει με μια μπαλίτσα. Γύρω λουλούδια και ήλιοι. Τρέχει και πηδάει. Πηγαίνει βόλτα με τη γυναίκα. Κοιμάται στα πόδια του κρεβατιού της. Ονειρεύεται πως πετάει. Η γυναίκα ονειρεύεται κι αυτή πως πετάει, πως πετάνε μαζί.
   «Μακριά!» λέει. «Μακριά! Μακριά!» και θρηνεί.
   Ο άντρας τα χάνει. Της φιλάει τα δάκρυα, την κλείνει στην αγκαλιά του. Μέσα στη νύχτα τα μαλλιά της φέγγουνε πάλι. Μένουν μαζί ως το πρωί. Το μέλι της σε κάθε άκρη του κορμιού του, σε κάθε άκρη της ψυχής του τον σκιάζει. Της ζητάει να φύγει απ' το σπίτι κι απ' τη ζωή του. Η γυναίκα κλαίει με παράπονο, όπως μαλώνεις άδικα ένα παιδί. Φεύγει σαν διωγμένο σκυλί.
   Οι μέρες περνούν. Ο άντρας περιμένει πως θα έρθει να πάρει τις ζωγραφιές της. Στο τέλος πηγαίνει εκείνος στο σπίτι της και χτυπάει την πόρτα. Δεν του ανοίγει κανείς. Μετά από λίγο καιρό ξαναπερνάει. Χτυπάει επίμονα το κουδούνι χωρίς ανταπόκριση. Βροντάει με τα δυο του χέρια την πόρτα. Από το διπλανό διαμέρισμα βγαίνει ένας άντρας και τον πληροφορεί πως οι δυο γυναίκες έχουν φύγει. Για πού δεν ήξερε να του πει. Από τα λόγια της μάνας -«το καημένο το κορίτσι τι να ξέρει...»- γνώριζε μόνο πως είχαν έρθει άλλοτε από μακριά, από μια ήμερη παραθάλασσα του Πόντου, που ξεγελάει με τη γλυκύτητά της όποιον πρόκειται να διασχίσει την αληθινή θάλασσα, τη Μαύρη.
   Ο άντρας δεν μπόρεσε να μάθει τίποτε περισσότερο, παρ' όλ' αυτά δεν πέταξε τις ζωγραφιές. Ίσως το παιδί που τις ζωγράφισε να έρθει κάποια μέρα να τις ζητήσει, σκέφτεται. Άλλωστε τόσους ήλιους πού αλλού θα μπορέσει να βρει...
 
Μεγάλου - Σεφεριάδη Λία
Κρυμμένες εικόνες (Διηγήματα)
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου