Ήταν η πρώτη βραδιά απόψε που ο Στάμος Βαρδούνης, μισόκοπος μαγαζάτορας, εκεί δα κατά την οδό Αχαρνών, κοιτούσε τη γυναίκα του μ' ένα ύφος απροσδιόριστης ειρωνείας. Καθώς καθόταν αντίκρυ της, μπροστά σε μια φρουτιέρα γεμάτη μήλα και τραγάνιζε σιωπηλά μια κάτασπρη φέτα βουτηγμένη σε κόκκινο κρασί, φαινόταν πως μέσα του είχε την απόφαση να κάμει μια πράξη τελειωτική. Ανεβοκατέβαινε λοξά η ματιά του σ' ολάκερο το σταφιδιασμένο πρόσωπό της· στεκόταν στα μουστάκια της, στην ελιά που ξεφύτρωνε στο δεξί μάγουλό της, στις βαθιές ζαρωματιές, που κυκλογύριζαν τα χείλη της, στα ξασπρισμένα μαλλιά της, στα χωρίς έκφραση, ξεχειλωμένα, ασπρογάλανα μάτια της· στα δικά του υγρά, λαγοκοιμισμένα μάτια υπήρχε όλη η πονηριά του ζώου, που παραφυλάει την εύκαιρη στιγμή να πέσει πάνω στο θύμα του· γι' άλλους ένα τέτοιο περιστατικό -ν' απατήσουν τη γυναίκα τους- δεν είναι και σπουδαίο πράμα· μα για το Στάμο Βαρδούνη, είχε όλη την απροσμέτρητη σημασία μιας τραγικής εξιλεώσεως· να: εξιλέωνε όλη τη σακατεμένη του ζωή, τα κλεισμένα του νιάτα, την ατέλειωτη πλήξη του, την αηδία του και τη χαύνωσή του.
Καιρό καθόταν και σχεδίαζε, καθώς μετρούσε το μεταξωτό μπερσίμι στα κοριτσόπουλα της γειτονιάς και καθώς έβλεπε το κορμί τους ν' αεροσαλεύει και να συνταράζεται μέσ' από τ' ανάλαφρα φορεματάκια τους. Ωρισμένως, ο γέρος αυτός -ένας μισόκοπος εκεί πέρα που είχε πρόωρα γηράσει, ήταν ένας σάτυρος, αληθινός· μα ένας σάτυρος, που δεν είχε βρει το δρόμο του. Η φτώχεια κι η ανημποριά τον είχαν σφίξει γερά στη σιδερένια τους τανάλια· η ζωή τον είχε μάθει να κρύβει τους πόθους του, ν' αγωνίζεται με τον ίδιο τον εαυτό του, να κουλουριάζεται και να μαζεύεται σαν το δαρμένο σκυλί. Κι ήταν από μια σκέψη στενά υπολογιστική, που παντρεύτηκε τη Μαριάννα με το μαύρο δασύτριχο μουστάκι κι εκείνη την ανεκδιήγητη κρεατοελιά· αχ! μια τέτοια παντρειά, ήταν σωστή καταδίκη· μ' όλο που η γυναίκα του ήταν γλυκιά και περιποιητική και πρόθυμη πάντα στις προσταγές του και δούλευε σαν το σκυλί νύχτα - μέρα στο σπίτι κι είχε το νου της και στο μαγαζί. Ο Στάμος Βαρδούνης ήταν πλασμένος γι' άλλη γυναίκα, ήταν πλασμένος για πολλές γυναίκες. Κι όχι να πεις, πως ήταν κι αυτός τίποτε σπουδαίο υποκείμενο εκεί πέρα· δεν έδειχνε τίποτε πιο πολύ από μισόκοπος μαγαζάτορας· είχε μια μύτη στρουμπουλή, φουσκωμένη και δυο ματάκια σαν του ποντικού κάτου από πυκνές στοίβες φρύδια. Μα έλα πάλι, που οι γυναίκες τον βασάνιζαν σ' όλη του τη ζωή· καμιά φορά, χωμένος μέσα στην τρύπα του, στο μαγαζί του, έβλεπε να περνάει με γρήγορο βήμα καμιά λουσόζα κυρία, να γλιστράει σαν τη γάτα μέσα σ' ένα σταματημένο ταξί, ν' ανασαίνει όλα τ' ανοιξιάτικα τριαντάφυλλα μέσ' από 'να βαρύ χειμωνιάτικο παλτό και να 'χει τα χείλη όλο τρεμούλα για φιλί· ο Βαρδούνης μαζευόταν πιο πολύ μέσ' την τρύπα του, μεθυσμένος από την έκσταση μιας αγνώριστης ευτυχίας. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο παρά να διαβάζει μυθιστορήματα· να ονειρεύεται τις φιδίσιες εκείνες γυναικούλες με τα κορμιά που ήταν πλασμένα σαν από λάστιχο, να συντροφεύει τις πυργοδέσποινες στους μυστικούς περιπάτους των και να κοιμάται με τις μαρκησίες. Κι ύστερα να γυρίζει στη νόμιμη κλίνη του και να πλαγιάζει κοντά στα μουστάκια της Μαριάννας. Να της ξεφύγει, να πάει να γλεντήσει κρυφά, μοναχός, δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να το κάνει· όσο τολμηρός ήταν στη σκέψη του, τόσο δειλός δειχνόταν στην καθημερινή του ζωή. Ύστερα κι αυτά τα πράματα θέλουν εύθυμες συντροφιές, θέλουν παρέες να σε παρασύρουν, να σε σεργιανίσουν 'δω κι εκεί, να σε κάμουν να ξεχάσεις τον εαυτό σου, το μαγαζάκι σου, τις κορδέλες και τις κόπιτσές σου και να σε πάνε μακριά, σε φωλιές μυστικές, σ' απάτητες, άγνωστες γειτονιές, να!! -όπως γίνεται και στα μυθιστορήματα.
Τελευταία είχε γνωριστεί με μια τέτοια παρέα. Ήταν κάτι παιδιά, πολύ νέοι μπροστά του, που τον είχαν καταλάβει και τον είχανε πάρει στ' αστεία, κι αυτός καθόταν και τους ξεμυστηρευόταν όλη του τη ζωή και τους έλεγε κάθε του σκέψη.
«Το Σάββατο», του είχαν πει, «να 'ρθεις μαζί μας· θα πάμε σ' ένα σπίτι καλό, νοικοκυρόσπιτο· έχουμε κάτι κορίτσια γνωστά μας εκεί, ένα κι ένα. Μη σε νοιάζει, κάτι θα γίνει...»
Και του έκλεισαν το μάτι με κάποιο νόημα, που ανατρίχιασε σύγκορμος ο κακομοίρης. Μα αυτό δεν ήταν πια ένα παραστράτημα· ήταν μια νίκη· μια νίκη ενάντια στην κακοτυχία του, ενάντια στην κλεισμένη του ζωή, ενάντια στη γυναίκα του με το μουστάκι και την κρεατοελιά κι ας μην του έφταιγε τίποτε η κακομοίρα. Για τούτο απόψε, καθισμένος εκεί δα, αντίκρυ της, μπροστά στη φρουτιέρα με τα μήλα, την κοιτούσε με μια τέτοια ματιά ειρωνείας· φαινόταν σαν να την κορόιδευε, σα να κρατιόταν να μη της φτύσει όλη του την αηδία κατάμουτρα, σα να της έλεγε:
«Άντε, κακομοιριασμένη, κοιμήσου στο μαλακό κρεβατάκι σου, ήσυχη - ήσυχη, ίσαμε το πρωί· μην παραξενεύεσαι, που με βλέπεις έτσι καλοντυμένο, φρεσκοξουρισμένο, ξανανιωμένο· το ξέρεις δα πως απόψε έχουμε συνεδρίαση στο «σύλλογο». Μπορεί ν' αργήσω λιγάκι· ε, τι να γίνει, συμφέροντα είναι αυτά, δεν τ' αφήνει ο κόσμος να πάνε χαμένα...»
Του φαινόταν πως αποχαιρετούσε όλη του τη ζωή· καθόταν και κοίταζε ολόγυρά του την κάμαρη, το μεγάλο ρολόι του τοίχου που χτυπούσε τις ώρες επίσημα, την ανθοστήλη με το μισομαραμένο σπαράγγι, τον κομμό με τα σκονισμένα του κομψοτεχνήματα· έν' αλογατάκι ξυλένιο, δυο κουδουνίστρες αγορασμένες για το μωρό που επρόκειτο να κάμει κάποτε η γυναίκα του και που το γέννησε ψόφιο, ένα λαγουδάκι με κρεμασμένα αυτιά, έναν Κινέζο που κουνούσε αδιάκοπα το κεφάλι του ανεβασμένον επάνω στη ράχη ενός άλλου Κινέζου. Καθώς τα έβλεπε όλα αυτά, δεν καταστάλαζε καμιά πίκρα μέσα του. Ήταν φανερό πως αυτός δεν έμοιαζε με τους ανθρώπους, που νιώθουν για τέτοια παραστρατήματα τύψη· αυτός περίμενε την ορισμένη ώρα -δέκα τη νύχτα- με το ξαλάφρωμα του ανθρώπου, που ξεπληρώνει έν' αβάσταχτο χρέος. Μόνο που δεν ήθελε να καταλάβει τίποτε η γυναίκα του· να του έλεγε τίποτες; Ήταν τόσο μαλακή, που ίσως - ίσως δε θα του αντιμιλούσε καθόλου· μα ένα τέτοιο αμάρτημα, μονάχα όταν γίνεται κρυφά, έχει γλύκα. Ώρες - ώρες ξεχνιόταν, τον έπιανε σαν ένας φόβος, του φαινόταν πως όπου να 'ναι θ' άνοιγε το κρανίο του στα δυο κι η γυναίκα του θα 'βλεπε μέσα κει ζουγραφισμένους τους στοχασμούς του· μα όταν γύριζε το μάτι του και την έβλεπε κι αντίκριζε πάλι τα ξεχειλωμένα ξασπρουλιάρικα μάτια της, η καρδιά του ησύχαζε, τον γέμιζε πάλι η ευφροσύνη της προσμονής.
Κι έτσι δα -με τούτη τη σκέψη και με την άλλη- ήρθε η δέκα παρά τέταρτο. Έστειλε τη γυναίκα του να κοιμηθεί κι αυτός φόρεσε το καινούργιο του παλτό και το σταχτί του καπέλο, πήρε και το μπαστούνι του με το χρυσό χερούλι κι έφυγε κλειώντας πίσω του θριαμβευτικά την πόρτα του σπιτιού του. Σα βρέθηκε στο πεζοδρόμιο χτύπησε δυνατά τα πόδια του κάμποσο πάνω στις πλάκες να ξεμουδιάσει, είπε κάνα δυο λόγια από μέσα του -αυτές τις μυστικές φωνούλες που φέρνει ίσαμε τα χείλη το ξεχείλισμα της καρδιάς- και ξεκίνησε για τον τόπο της συναντήσεως. Τον περίμεναν όλοι εκεί· τον δέχτηκαν με φωνές, με χάχανα, με χοντρόλογα, με αστεία· τον ζάλισαν με τα τινάγματα, με τα χειροπιάσματά τους· λίγο και θα τον έπιαναν στα χέρια να τον πάνε στη γειτονική ταβέρνα να πιούνε πρώτα κάνα - δυο κρασιά, έτσι για να ζεσταθούν κι από μέσα, να στυλώσουν τα πόδια τους. Κι αυτός αφέθηκε να τον πάνε, όπου θέλουν· μήπως δεν είχε ξανανιώσει απόψε, μήπως δεν ήταν αποφασισμένος να χαρεί τη ζωή, να πάρει το αίμα του πίσω για όλα τα περασμένα του νιάτα, για όλη του την καταδίκη τριάντα χρόνων; Κι έτσι το ένα κρασί έγινε δυο και τα δυο τέσσερα· κι άρχισε να νιώθει το κεφάλι του βαρύ, ένα σύννεφο ήρθε και κάθισε μπροστά στα μάτια του, δοκίμαζε κόπο να βάλει σε σειρά τα λόγια του κι ωστόσο ήταν ευτυχισμένος, ευτυχισμένος...
Ύστερα όλα γινήκαν σαν σε όνειρο. Ο Βαρδούνης αισθάνθηκε να τον σηκώνουν από την καρέκλα του, να τον σέρνουν κοντά τους, να τον βγάζουν έξω στο πεζοδρόμιο, να τον μπάζουν σ' ένα ταξί· πήγανε πολύ δρόμο, εκεί που έφτασαν, που κατέβηκαν, έμοιαζε με εξοχή: ένας δρόμος ολόισος, δεξιά κι αριστερά πιπεριές· ένα σπίτι, σταθήκαν μπροστά· άκουσε ένα κουδούνι να χτυπάει, μια φωνή, κάποιον φώναξαν Νότη, κατόπι μερικά ονόματα: η Ερασμία, η Ελενίτσα, η Καλλιοπίτσα, ένας φωτισμένος διάδρομος, μια λατάνια στην άκρη με μεγάλα ατελείωτα φύλλα, ένα δωμάτιο με ηλεκτρικά, με μεγάλο τραπέζι, μια πολυθρόνα. Τα παιδιά είπανε καλησπέρα· είπε κι αυτός καλησπέρα· του πήρανε το καπέλο, τού το κρέμασαν κάπου. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στον εαυτό του, να βάλει μια τάξη στους στοχασμούς του, να κυριαρχήσει στη διάθεσή του· μόλις που μπόρεσε ν' ανοίξει ένα παραθυράκι στη μέθη του· κι είδε τη μια, την Ερασμία, που φορούσε ένα φόρεμα τριανταφυλλί κι είχε κατάμαυρα μαλλιά και κάτασπρα δόντια· ήρθε κοντά του, τον είπε «χρυσό μου», τον χάιδεψε στα λιγοστά μαλλιά· ύστερα έπιασε τη γυμνή του φαλάκρα κι έμπηξε ένα γέλιο, ένα τέτοιο γέλιο που δεν είχε ακούσει στη ζωή του ποτές.
«Χα! Χα! Χα! Τι μας κουβαλήσατε, καλέ, αυτόν τον γεροξούρα εδώ πέρα; Αυτός δε μπορεί...»
Δεν άκουσε τίποτε άλλο. Θυμάται μονάχα πως κάθισε ώρα πολλή στη βαθιά πολυθρόνα, σαν κοιμισμένος, κι άκουγε ένα άλλο ρολόι να χτυπάει τις ώρες επίσημα από καιρό σε καιρό· του φαινόταν πως βρίσκεται πάλι στην κάμαρά του, μπροστά στη φρουτιέρα με τα μήλα, αντίκρυ στην ξασπρισμένη γυναίκα του και πως περίμενε να 'ρθει η ώρα δέκα για να πάρει το καπέλο του και να φύγει· έβλεπε μέσα σ' ένα κιτρινόχρυσο θάμπωμα τις κουδουνίστρες του μωρού, που γεννήθηκε ψόφιο και το λαγουδάκι με τα κρεμασμένα αυτιά και του 'ρχόταν να βάλει το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του και να κλάψει· αχ! πόσο χαρούμενος, πόσο ξαλαφρωμένος θα ήταν ο Στάμος Βαρδούνης να βρισκόταν την ώρα τούτη χωμένος μέσ' στη φωλίτσα του και να μετράει με τον πήχυ το μπερσίμι και να μη βλέπει πια τίποτε, τίποτε, ούτε τις λουσόζες κυρίες, που ανάσαιναν τριαντάφυλλα μέσα στα βαριά τους γουναρικά...
Μέσ' από την άλλη κάμαρη γέλια ηχούσαν στ' αυτιά του· εκεί πέρα γλεντούσαν κι αυτόν τον είχαν αφήσει μοναχό να κάθεται σ' εκείνη την πολυθρόνα συλλογισμένος και ν' ακούει έξω τον χειμωνιάτικο άνεμο να σφυρίζει ανάμεσα στα γυμνά δέντρα λυπητερά. Είπε να σηκωθεί να φύγει, μα τα πόδια του ήταν βαριά σα μολύβι· μια νάρκη τον είχε μουδιάσει, μια δίψα ύπνου του εβάρυνε το κορμί.
Η πρώτη λοξή αχτίνα της αυγής έπεσε πάνω του και τον ξύπνησε απ' το βύθισμά του. Μέσα στο σπίτι ησυχία. Προσπάθησε να θυμηθεί -α! ναι, τι περιπέτεια πάλι και τούτη! Έξω, άκουσε πάλι τον χειμωνιάτικο άνεμο -ξημέρωνε μια ψυχρή θαμποφωτισμένη μέρα. Στάθηκε κι ακροάστηκε· έν' αμάξι περνούσε, ύστερ' ένα αυτοκίνητο -μια κουβέντα, μια φωνή μακρινή. Σηκώθηκε· είδε τα ρούχα του ζαρωμένα, το μπαστούνι του να στέκει έξω από την πόρτα της κάμαρης, κοντά στα φύλλα τ' ατελείωτα της λατάνιας, σα να τον κοίταζε θλιβερά... Τα νιάτα, η γυναίκα του, η συνεδρίαση του συλλόγου, το μαγαζί... Τι παράξενη φαντασμαγορία!...
Πήρε το καπέλο του, το μπαστούνι του, και βγήκε έξω στο δρόμο. Γύρισε και κοίταξε την πόρτα του σπιτιού. Άγνωστο σπίτι, μακρινή γειτονιά. Φώναξ' ένα αμάξι κι εγκαταλείφθηκε στην θλιβερήν επιστροφή. Ψηλαφητά μπήκε στο σπίτι του. Άκουσε τη γυναίκα του να ροχαλίζει. Ήταν τόσο πρωί ακόμα, μισοσκόταδο εκεί μέσα και σιωπή. Γδύθηκε και στάθηκε στην πόρτα της κάμαρας, αντίκρυ στην άσπιλη νόμιμη κλίνη. Κι ήταν εκείνη τη στιγμή ο πιο λυπημένος κι ο πιο αξιολύπητος σάτυρος της γης.
Παναγιωτόπουλος Ιωάννης Μ.
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»,
τεύχος 1, Ιανουάριος 1931

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου