Νωρίς νωρίς το πρωί αρχίζανε τα σούρτα φέρτα. Υπήρχε και προτεραιότητα για ν' αποφεύγονται οι καυγάδες.
Καθεμιά, μόλις ερχόταν η σειρά της, έβαζε τον γκαζοντενεκέ κάτω απ' τη βρύση και περίμενε. Καμπανιστός ο ήχος στην αρχή, πιο βαρύς κατόπιν, στο τέλος βιαστικός και το νερό ανέβαινε ως το ξύλινο χερούλι. Τότε, έπαιρνε τον τενεκέ της κι έφευγε.
Αν είχαν μπουγάδα ή σαββατιανά ξαναγύριζαν πιάνοντας καινούργια θέση στη γραμμή και συχνά, ωσότου να επιστρέψει κάποια, οι τελευταίες είχαν φτάσει στη μέση κι έτσι το αρχινισμένο απ' τα πριν κουτσομπολιό συνεχιζόταν.
Λέγανε για τον προκομμένο της Μαρουλιώς, που 'βγαινε στην ταράτσα με το σώβρακο, για τα βραδινά ραντεβουδάκια της Μπουρδουμπίνας στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες και τις μολόχες, δεν ντρέπεται η σιχαμένη τα μικρά παιδιά που τη βλέπουνε και τραγουδάνε, «να το πάρεις το κορίτσι, να το πάρεις, μην το παιδεύεις», για τον καινούργιο αγαπητικό της Τάρσας, που τους έκανε τσακωτούς ο άντρας της κι αυτός το 'σκασε απ' το παράθυρο κι έτρεχε στο δρόμο φορώντας μόνο ένα διχτυωτό τρικό, κι άλλα τέτοια απρεπή και ανοίκεια.
Στο μεταξύ ο ήχος του νερού, καθώς γέμιζε τους τενεκέδες, συνεχώς εναλλασσόμενος από οξύς σε βαρύ και πάλι απ' την αρχή, ξυπνούσε όσους απ'τους νοικάρηδες κοιμόντουσαν ακόμη.
Σκολιαρόπαιδα που πίνανε βιαστικά ένα φλιτζάνι γάλα σκόνη, απ' τη διανομή του σχολείου, και παίρνανε δρόμο με την τρύπια τσάντα στο χέρι, σπέρνοντας μολύβια, γόμες και κιμωλίες στη διαδρομή. Μάνες που ξεκινούσανε τη μέρα με τη λάτρα του σπιτιού, πατεράδες ξέμπαρκοι, που φεύγανε αμέσως για το ΓΕΝΕ, το σωματείο τους, μήπως βρεθεί κανένα μπάρκο.
Ένα γύρω στην αυλή της Αρμελίνας ήταν χτισμένες εφτά κάμαρες, οι περισσότερες χρησίμευαν και για κουζίνα, ένα δωματιάκι στριμωγμένο κάτω απ' τη σκάλα της ταράτσας κι ένα αποχωρητήριο δίπλα του, έτσι που το όλο οικοδόμημα άφηνε στη μέση έναν τετράγωνο ελεύθερο χώρο με λίγες γλάστρες και τη βρύση σαν βωμό. Όλες οι κάμαρες έβγαζαν στην αυλή και η αυλή στο δρόμο.
Το σπίτι στο χαμήλωμα του δρόμου προς τη θάλασσα, το 'χανε χτίσει με τα χέρια τους η Αρμελίνα και ο άντρας της, ο κυρ Σταμάτης. Κουβαλούσαν τους πλίνθους με το κάρο απ' του Δηλαβέρη, τρία τέσσερα χιλιόμετρα απόσταση, και του ρίξανε ταράτσα κανονική με πλυσταριό, με σκάλα, απ' όλα.
Είχαν αγοράσει το οικόπεδο στο Χατζηκυριάκειο, στην είσοδο του λιμανιού, από έναν καταπατητή προπολεμικά και στεγάστηκαν με τα δυο παιδιά τους, τη Λαμπρινή και τον Γιώργη, λίγο αφ' ότου έφτασαν να εγκατασταθούν στον Πειραιά απ' την πατρίδα τους, την Κάλυμνο.
Πρώτα ξεπετάξανε τις δυο μπροστινές κάμαρες, για να μείνουνε οι ίδιοι, κι ύστερα χρόνο με το χρόνο τελειώσανε μία μία τις υπόλοιπες και τις νοικιάζανε σ' άλλους νησιώτες, που μετανάστευαν εκείνο τον καιρό απ' τα Δωδεκάνησα, τις Κυκλάδες, την Ύδρα, μη και βρουν καλύτερη τύχη στο μεγάλο λιμάνι.
Γύρω στις οκτώ η κουμπάνια του νερού είχε τελειώσει, η τσέπη της ντρίλινης ποδιάς της μοναδικής ιδιοκτήτριας βρύσης στο τετράγωνο, κουδούνιζε από φρεσκοκομμένες εκείνη την εποχή πενταροδεκάρες, οι άντρες και τα παιδιά είχαν φύγει και η αυλή ησύχαζε.
Ο μόνος άντρας που απόμενε ήταν ο Φάνης, ο φοιτητής. Αυτός έφευγε κάπως αργότερα για τη σχολή. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς σπούδαζε· και να 'ξερε τι θα καταλάβαινε· όχι γιατρός πάντως ούτε δικηγόρος, αυτούς τους δύο κλάδους θα τους είχαν συγκρατήσει.
Μόλις ηρεμούσε η φασαρία, έβγαζε την καρέκλα του στον ήλιο ή στον ίσκιο, αναλόγως την εποχή, και διάβαζε.
Την ίδια ώρα έβγαινε και η Αμαλία να πλύνει τον Λάκη. Χρονιάρικο αγοράκι ο Λάκης κι η μάνα του τον έκανε λαμπίκο κάτω απ' το κρύο νερό της βρύσης. Κι όπως η σκυμμένη γυναίκα σαπούνιζε το μικρό και ταλαντεύονταν ρυθμικά τα οπίσθιά της, ο φοιτητής, στη θέαση εκείνης της ταλάντωσης, πελάγιζε ξυλάρμενος στα νερά της πατρίδας του, της Σύμης. Σαν σκαμπανέβασμα βάρκας τού φαινόταν. Σμίξιμο ερωτικό μ' ένα μαγικό, άγνωστο, ηδονικό κι αβυσσαλέο κόσμο. Να τον λούζουν οι ψιχάλες και το αχνιστό κύμα, να ξεχειλίζει η αντρική του ορμή στ' ανοιχτά. Έγια μόλα. Έγια λέσα. Αχ, εκείνες οι στρογγυλάδες, αμμουδεροί λόφοι που πάνε κι έρχονται. Να 'ταν βότσαλο να κατρακυλά στις πλαγιές τους.
Ελάχιστα δικαιώματα είχε δώσει ο Φάνης στην αυλή. Σιωπηλός, με μια ξενιτιά περιχυμένη στο πρόσωπό του, δε σήκωνε τα μάτια στις συγκάτοικες, που, μ' εξαίρεση τις εγγονές της Αρμελίνας, ήταν όλες τους γυναίκες παντρεμένες με παιδιά και άντρες ναυτικούς.
Τα βράδια του καλοκαιριού και τα χειμωνιάτικα απομεσήμερα σμίγανε όλες στην αυλή. Ταΐζανε τα μικρά παιδιά τους και τα λέγανε. Και στις σκυλίσιες ζέστες καθόντουσαν έξω στο πεζοδρόμιο μέχρι αργά το βράδυ και μασουλώντας λιόσπορους ιστορούσαν όσα απ' τη ζωή τους θέλανε, κι όσα απ' τις ιστορίες του Ο' Νε και της Μπουκουβάλα είχαν συγκρατήσει.
Τα παιδιά έπαιζαν στο χωματόδρομο μπροστά στα μάτια των μανάδων τους, τα μήλα, το σχολιάκι, το σπασμένο τηλέφωνο.
Τούτο το τελευταίο ήταν ένας ειρηνικός τρόπος εξοικείωσης με λέξεις παράξενες, πολύσημες, ελκυστικές και καμιά φορά απαγορευμένες, κάτι σαν πρόγευση του καρπού της γνώσεως. Τις λέξεις αυτές τις φέρνανε στις παρέες τα μεγαλύτερα αγόρια από τις μυστικές εξορμήσεις τους στου Ξαβέριου και στα Λεμονάδικα.
Οι δρόμοι μέναν άδειοι από παιδιά μόνο τις ώρες του ύπνου, του φαγητού και του σχολείου. Και συνήθιζαν το απογευματινό τους, μια λαχταριστή φέτα άσπρο ψωμί πασαλειμμένη με πελτέ και λάδι ή λάδι και σκόρδο ή νερό και ζάχαρη για γλύκισμα, να το τρώνε, παίζοντας στο δρόμο.
Όλες τις άλλες ώρες της ημέρας τα παιδιά ξεχύνονταν ανυπόμονα στους χωματόδρομους, στ' άχτιστα οικόπεδα, στα βράχια και στις ανηφόρες, λες για ν' ανακαλύψουν εκεί πέρα τα μυστήρια της ζωής.
Ουδέποτε υπήρξε πλατεία στο Χατζηκυριάκειο. Κι όταν πολύ αργότερα βγήκε ένα τραγούδι για κάποιον ναύτη που συνήθιζε να δημιουργεί σκηνές στην πλατεία, οι Χατζηκυριακιώτες ψάχνανε μάταια να την ανακαλύψουν στα πέριξ.
ΙΙ
Ένα βράδυ πέθανε «ο γέρος». Έτσι τον έλεγαν στη γειτονιά και τη γυναίκα του τη φώναζαν «η γριά» και σχεδόν είχαν ξεχάσει τα ονόματά τους.
Μόνοι κι έρημοι, ήσυχοι και καλόκαρδοι, μένανε οι δυο τους σ' ένα μικρό σπιτάκι, δύο κάμαρες όλες κι όλες με κεραμίδια, χτισμένες κατά μήκος ενός οικοπέδου που μόνο το πίσω μέρος του οριοθετούνταν απ' τον τοίχο του γειτονικού ακινήτου. Έτσι, όλος ο ακάλυπτος χώρος, κάτι ανάμεσα σε αυλή, οικόπεδο και δρόμο, παρέμενε ελεύθερος και προσβάσιμος σε όλους, αλλά κανένας ποτέ δεν είχε κάνει χρήση αυτής της προσβασιμότητας από σεβασμό στο ηλικιωμένο ζευγάρι. Σ' αυτή την αυλή διανυκτέρευσαν τα παιδιά τη νύχτα που πέθανε «ο γέρος».
Ο θάνατος άλλαζε την τάξη των πραγμάτων στη γειτονιά. Κανένα δεν άφηνε αμέτοχο. Το στόλισμα του νεκρού, το ξενύχτι, η λύπη και η φροντίδα τους αφορούσε όλους. Έτσι τα παιδιά είχαν μια παράξενη σχέση με το θάνατο.
Απ' τη μια συμμετείχαν στη γενική κατήφεια κι απ' την άλλη ένιωθαν μια ανομολόγητη χαρά, γιατί άλλαζε η ρουτίνα και ξέφευγαν απ' την προσοχή των γονιών τους και κάτι άλλο συνέβαινε, πολύ ενδιαφέρον. Ξενύχτια, κεράσματα, κουβέντες, ιστορίες, αυτοκινητάδα μέχρι την «Ανάσταση» και προπαντός το ελεύθερο να μπαίνεις στο σπίτι των πενθούντων όποτε ήθελες.
Εξόν από τότε που πέθανε ο Αντωνάκης, ο φίλος τους, εφτά χρονώ. Τότε ήταν όλα πολύ θλιβερά, ακατανόητα κι ανατριχιαστικά, μ' εκείνο το κόκκινο λουλούδι στο κλειστό του στόμα, που, όταν τον σήκωσαν, το λουλούδι σάλεψε όπως, αν ήταν φυτρωμένο πάνω στην πέτρα και το φυσούσε τ' αεράκι. Σαν τις αγριοβιολέτες κάτω στα βράχια της Πειραϊκής την άνοιξη.
Οι μανάδες τους συντρόφευαν τη γριά εκείνη τη νύχτα στο σπίτι της, οι πατεράδες τους έμειναν κι αυτοί ως αργά με κονιάκ και σταφίδες που τους προσφέρθηκαν, οι φωτογραφίες στον τοίχο σκεπάστηκαν με άσπρα κατακάθαρα πανιά, το ίδιο και το πρόσωπο του γέρου.
Κι ενώ ήταν εκείνος που είχε πεθάνει και τον ξενυχτούσαν, η γριά έκλαιγε για την κόρη της, που λίγοι τη θυμόντουσαν, γιατί ήταν από χρόνια φευγάτη, πάνω από δέκα, και κανένας δε μιλούσε γι' αυτή.
«Αχ, κοπέλα μου», έλεγε, «πού είσαι τώρα να με δεις που απόμεινα μονάχη κι ο πατέρας σου έφυγε με τον καημό κι εγώ βαστάω ακόμη μήπως και σε δω, αλλά ως πότε». Και τρανταζόταν το κοκαλιάρικο στήθος της απ' τους λυγμούς κι ήταν πολύ λυπητερά εκείνα τα γεροντίστικα δάκρυα, που τα μάζευε μ' ένα άσπρο μαντίλι με τόση δύναμη σαν να 'θελε όχι να τα σκουπίσει, αλλά να τα φυτέψει μέσα στα ισχνά της μάγουλα.
Ύστερα πάλι συνέχιζε το θρήνο.
«Κόρη μου, τι 'θελες να φτιάξεις τον κόσμο; Φτιάχνει ο κόσμος, παιδί μου;»
Και μ' αυτή την τελείως περιττή ερώτηση, αφού εκείνη στην οποία απευθυνόταν ήταν ποιος ξέρει πόσο μακριά, η φωνή της γινόταν ψιλή και διαπεραστική, σαν κάποιος να μαστίγωνε τον άνεμο κι όλοι ξεχνούσαν γιατί είχαν έρθει και ψιθύριζαν μεταξύ τους ιστορίες αληθινές και φανταστικές για κείνη την κόρη τη χαμένη.
Πού και πού τα παιδιά έριχναν και καμιά ματιά να δουν τι γίνεται μέσα.
«Εντάξει, κλαίνε», καθησύχαζε το 'να τ' άλλο, σήμα πως μπορούσαν απρόσκοπτα να συνεχίσουν τη διανυκτέρευση, ως αυλικοί, στον περίβολο της βασίλισσας «γριάς».
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα είχανε παίξει όλα τα παιχνίδια και πια αρχίσανε να βαριούνται, αλλά ούτε συζήτηση ν' αφήσουνε το πανηγύρι και να πάνε για ύπνο.
Τους ήρθε λοιπόν η ιδέα ξαφνικά να βγάλουνε ένα καχεκτικό δεντράκι που 'χε φυτρώσει στην αυλή, μάλλον από κουκούτσι ροδάκινου, και να το μεταφυτέψουνε στο άδειο οικόπεδο που παίζανε, εκεί κοντά, και που θα το 'χανε να το περιποιούνται όλοι μαζί.
Η ιδέα τούς φάνηκε καταπληκτική. Βρήκανε μια αξίνα στο βάθος της αυλής και ριχτήκανε στο ενδιαφέρον εγχείρημα.
Ήταν πριν από τα μισά του Σεπτέμβρη. Τα σχολεία δεν είχαν ανοίξει ακόμη, το φεγγάρι ολάνθιστο, η ζωή μόλις δεκαπέντε μέτρα απ' το θάνατο, να βουίζει από σφρίγος, έτσι που βουίζει το αίμα στις φλέβες μαραθωνοδρόμου. Δε χρειαστήκανε πολλές σκαψιματιές· το δεντράκι έγειρε, οι ρίζες του ελευθερώθηκαν και μαζί μ' αυτές φανήκανε στο φως του φεγγαριού και κάτι σκουριασμένα κομμάτια λευκοσίδηρου ανακατεμένα με χιλιοκομματιασμένα χαρτιά απ' την υγρασία.
«Μωρέ, τ' είναι τούτο πάλι», γουρλώσανε τα μάτια τους κι ένας γονάτισε ν' ανασκαλέψει το χώμα με τα χέρια του, ανίδεος πως την ίδια στιγμή έψαχνε ό,τι του ήταν προορισμένο κι άνοιγε καινούργιο μονοπάτι στη ζωή του.
Αρκετά χρόνια μετά, στους τόπους εξορίας που τον στέλνανε, συνήθιζε να λέει στους άλλους γελώντας.
«Εμένα η φώτιση, αντί να 'ρθει απ' τον ουρανό, μού 'ρθε βαθιά απ' το χώμα».
Ακριβώς τη στιγμή που ξεχώριζε απ' τα συντρίμμια του τενεκέ και των χαρτιών κάτι ολόγερες εφημερίδες βγήκε και η μάνα του να τον φωνάξει.
Πετάχτηκε όρθιος προσπαθώντας να σπρώξει τα ευρήματα στο λάκκο, αλλά ευτυχώς το φεγγαρόφωτο δεν ήταν τόσο που θα επέτρεπε στη μάνα του να δει τι γινόταν.
«Άσε με καλέ και συ», τής είπε και παίρνοντας οι μικροί το δεντράκι πήγανε στα σπίτια τους να κοιμηθούνε.
Την άλλη μέρα, μετά την κηδεία, επέστρεψε αυτός μόνος απ' όλους στον τόπο του μυστηρίου. Γιατί τα μυστήρια είναι είτε για να τα ξεδιαλύνεις, είτε να συνταξιδεύεις μαζί τους, είτε, το χειρότερο, να κάνεις πως δε βλέπεις τα ίχνη τους. Μάζεψε τις γερές εφημερίδες, τακτοποίησε το χώμα και τις πήρε και τις έκρυψε σ' ένα ξύλινο κουτί μαζί με όλα του τα μυστικά, κάτω απ' το κρεβάτι του. Έκτοτε, τις ώρες της παιδικής κι εφηβικής μοναξιάς του άνοιγε και διάβαζε.
Λες κι ένας άνεμος γύριζε τις σελίδες, σταλμένος από κάποια κυνηγημένη κοπέλα, σ' ένα αγόρι δέκα χρονώ, που ήταν αγέννητο ακόμη όταν εκείνη αναγκαζόταν απ' την ιστορία να το σκάσει, να μη συλληφθεί.
Ως φαίνεται, τη νύχτα της φυγής, τής δίχως γυρισμό, έβαλε να κάψει τις εφημερίδες, για να μην τις βρουν στο σπίτι κι ενοχοποιηθούν οι γονείς της στις έρευνες που ήξερε πως θα ακολουθήσουν. Στη συνέχεια μάλλον φοβήθηκε μη την προδώσουν οι καπνοί και προτίμησε να τις θάψει όπως ήταν με τον τενεκέ στην αυλή.
Διάβαζε το έκπληκτο παιδί, λοιπόν, κι αργότερα ο υποψιασμένος άντρας:
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 30 ΝΟΕΜΒΡΗ 1944
«Ποιος θέλει τον Εμφύλιο Πόλεμο;»
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 13 ΙΟΥΛΗ 1946
«Λαός και στρατός δίνουν το χέρι...»
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 1947
«Εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μέσα στις πόλεις. 57 συλλήψεις στην Αθήνα!»
Οι θαμμένες εφημερίδες ήταν ο σπόρος που πέθανε για να δώσει καρπό. Την επόμενη δεκαετία διάβασε, έπραξε κι έμαθε πολλά.
Και μόλις συμπληρωθήκανε ακόμα δέκα χρόνια, ένα απριλιάτικο πρωινό στις είκοσι μία, προτού προλάβει να κρυφτεί, τον συλλάβανε.
Οι γείτονες τρομαγμένοι παρακολούθησαν τη σκηνή. Αόρατοι προβολείς τον φώτιζαν εκείνη την ώρα. Ωραίος σαν άγγελος, ενσαρκωμένος το μήνυμα που του 'χαν στείλει μια νύχτα στον Εμφύλιο, και το έλαβε σκάβοντας, για να μεταφυτέψει ένα δέντρο.
Οι συνομήλικοί του είχαν κρατήσει για τους εαυτούς τους το μέρος εκείνο του θεάτρου στο οποίο δεν εκτίθεται κανείς γυμνός να τον τοξεύουν βέλη, αλλά ούτε και φωτίζεται. Πίσω απ' τις γρίλιες των παραθύρων, απλοί θεατές του δράματος που παιζόταν στη γειτονιά τους.
ΙΙΙ
Τα παιδιά παίζανε θέατρο στους δρόμους και στις σκαλωσιές των οικοδομών. Την Γκόλφω και τη Μαρία την Πενταγιώτισσα, που μερικά απ' αυτά είχαν παρακολουθήσει στο θεατράκι του Πειραϊκού Συνδέσμου. Τον Τρωικό Πόλεμο ή το δρόμο με τις ακακίες στο «Χάι Λάιφ» και στο «Παλλάς». Κι απ' αυτή τη μίμηση της ζωής αποκτούσαν συνείδηση της αλήθειας της.
Συμβαίνει το παράξενο, η αυθεντικότητα να προκύπτει απ' τη μίμηση. Αυτό πετυχαίνει το θέατρο. Στη ζωγραφική, το «Σαμψών και Δαλιδά», ας πούμε, του Ρούμπενς, αν είναι ή όχι έργο αληθινά δικό του θ' αποδειχτεί από το τυχαίο γεγονός πως κάποιος συγκαιρινός του το ξαναζωγράφισε και το 'βαλε πίνακα μέσα σε πίνακα, σ' ένα δικό του έργο.
Ακούγονταν λοιπόν απ' τις οικοδομές μες στην καρδιά του απογεύματος, στα καλά καθούμενα, κατάρες και θρήνοι προδομένων βουκολικών ερώτων. Κλαγγές από σπαθιά που προσκρούουν σε τενεκεδένιες ασπίδες, βογγητά ετοιμοθάνατων Δαναών και Τρώων, που αλληλοσπαράσσονταν για ένα πουκάμισο αδειανό.
Τα ερωτόλογα από το «δρόμο με τις ακακίες» ήταν ψιθυριστά και δεν φτάνανε συνήθως στ' αυτιά των μεγάλων.
Όμως ό,τι κι αν παιζόταν στο δρόμο, υπήρχε κάτι πιο δυνατό, που το διέκοπτε πάντα, ιντερμέτζο θαρρείς, που παρεμβάλλεται για ν' αποσαφηνίσει το νόημα.
Ήταν το «Νέα Ελλάς», όταν έβγαινε απ' το λιμάνι και ξανοιγόταν πέρ' απ' τα βράχια, λίγο προτού χαθεί στο βάθος του Σαρωνικού κι από κει στα πελάγη, στους ωκεανούς, στο άγνωστο.
Κι όλοι ξέρανε πως σήκωνε στο κατάστρωμα και στη Γ' θέση το βάρος των αποκληρωμένων απ' την κληρονομιά της Ελλάδας, των δίχως νόμιμη μοίρα, που φεύγανε ψάχνοντας σ' ανήλιαγες χώρες μια θέση στον ήλιο.
Μόλις το καράβι γινόταν ορατό στη γειτονιά, τα παιδιά αφήνανε το θέατρο κι ό,τι άλλο κάνανε εκείνη τη στιγμή, σαν παρακινημένα από όρκο μυστικό και σαν ξόρκι, τρέχανε το 'να στ' άλλο και όλα μαζί χέρι χέρι κατάντικρυ στη θάλασσα και στο καράβι, που όλο απομακρυνόταν, τραγουδούσαν πάντα το ίδιο μονότονο, αυτοσχέδιο τραγούδι κουνώντας ρυθμικά τα κορμάκια τους μπρος πίσω, «το παπόρι μας το δικό μας», συνοδεία πένθιμη, ευφημιστική, ελπιδοφόρα, ποιος ξέρει.
Με το «Νέα Ελλάς» έφυγε και η οικογένεια της φίλης τους, της Γιασεμούλας. Γονείς και δύο παιδιά. Δεν πέρασε μήνας αφότου φτάσανε και ο πατέρας βρήκε δουλειά. Αστάρωνε μια γέφυρα στην Αστόρια, ψηλά πάνω από το ποτάμι, όταν γλίστρησε κι έπεσε στο νερό.
Έτσι στέριωσε το γεφύρι της ξενιτιάς ο Νικήτας, χωρίς να βρει το δαχτυλίδι του πρωτομάστορα.
Έφυγε κι ο Σταύρος με τους δικούς του. Σπούδασε αυτός, έγινε γιατρός.
Χρόνια αργότερα, ποιος ξέρει από τι είδους νοσταλγία παρακινημένος, γύρισε να κάνει το γάμο της Αμερικάνας κόρης του στην Παναγίτσα, που δεν ήταν πια ξύλινη, αλλά μεγαλοπρεπής, ωραία εκκλησία.
Παράγγειλε μπομπονιέρες από υφαντό ύφασμα, νυφικό κεντημένο στο χέρι με χρωματιστές κλωστές, έφερε και νησιώτικη μουσική. Τον ήθελε παραδοσιακό το γάμο.
Όμως οι γάμοι δε γινόντουσαν πια έτσι στην Ελλάδα, οι καλεσμένοι ένιωσαν αμηχανία κι ο Σταύρος τούς φάνηκε ακόμα πιο αποξενωμένος από τη δική τους πραγματικότητα. Όπως ο Λάζαρος, μετά την επιστροφή του από τον άλλο κόσμο. Ξένος για όλους. Για τους εκεί, για τους εδώ και για τον εαυτό του.
Τις δύο κάμαρες στο βάθος της αυλής τις κρατούσε η Καλυψώ με τον άντρα της, τον Μιχάλη. Τριάντα πέντε τετραγωνικά τούς πέφτανε, μαζί κι η κουζινίτσα. Το αποχωρητήριο ήταν κοινόχρηστο δίπλα στου Φάνη. Με καφεκόκκινη λεκάνη απ' έξω, ξεφτισμένο άσπρο στο εσωτερικό της και πρόκα στον τοίχο που κάρφωναν κομμάτια από εφημερίδες και περιοδικά, με τα οποία τούς τύλιγε ο μπακάλης τις ρέγκες και άλλα ψώνια, για προφανή χρήση.
Νησιώτες κι αυτοί, εσωτερικοί μετανάστες απ' την Πάρο, είχαν έρθει στον Πειραιά εξαιτίας του Μιχάλη, που υπηρετούσε στο Βασιλικό Ναυτικό ως μόνιμος αξιωματικός.
Η Καλυψώ, με αφράτο πρόσωπο και ξανθά μαλλιά πιασμένα κότσο, σαν παλιά αρχόντισσα, είχε τελειώσει δυο τάξεις γυμνασίου στο νησί και δεν ήταν όποια κι όποια.
Ο άντρας της σπάνια άνοιγε το στόμα του, όπως άλλωστε όλοι οι άντρες στην αυλή, είτε γιατί δεν είχαν τι να πουν, είτε για να μην προδοθούν, που έφεραν βαρέως το ρόλο που τους είχε ανατεθεί ερήμην τους.
Πάντως η γλώσσα του Μιχάλη λυνόταν συνήθως ύστερα από κάποιο τσιμπούσι με φούσκες και καλογνώμες απ' την ψαραγορά, ή με τσίρους λιόκαφτους, σταλμένους απ' την πατρίδα. Αυτές τις ώρες χαλάρωνε και ξομολογιόταν.
«Α, όλα κι όλα, εγώ την ερωτεύτηκα τη γυναίκα μου, γιατί ήτανε μια κοπέλα μεταξωτή».
Έτσι την έλεγε, κι εκείνη έπαιρνε θάρρος κι απαιτούσε ειδική μεταχείριση.
Τα βράδια, ας πούμε, που γυρνούσε ο Μιχάλης απ' την «ευκαιρία», μια κορβέτα του ναυτικού εντεταλμένη να μεταφέρει ναύτες κι εργάτες στο Ναύσταθμο, εκείνη, αν τύχαινε να κάθεται με τις άλλες στην εξώπορτα, δεν του επέτρεπε να τη διατάξει «μπες μέσα», σαν να 'ταν ναύτης, αλλά σηκωνόταν μόνη της και τον ακολουθούσε βλοσυρό και βαρύ, όπως ταίριαζε στο χαρακτήρα και στο αξίωμά του.
Είχαν δύο δίδυμα κορίτσια κι ένα αγόρι. Και σάμπως να 'ταν ο Ισαάκ και η Ρεβέκκα μοιραστήκανε τις εύνοιες.
Έλεγε ο Μιχάλης:
«Περίμενα γιο και βγήκανε δύο κόρες, την ίδια στιγμή απανωτά. Ωσότου να δω το αγόρι κόντεψα να τρελαθώ».
Και η Καλυψώ:
«Κι ο πατέρας μου τρεις κόρες έχει, αλλά η μία έγινε δασκάλα και οι άλλες δύο όσες τάξεις είχε τότε το Γυμνάσιο της Πάρου τόσες βγάλαμε».
Εδώ η συζήτηση έπαιρνε τέλος. Τα μάτια του Μιχάλη στενεύανε τόσο που δε θα μπορούσε και να το 'θελε να δει πλατύ τον κόσμο και το πρόσωπό του αποκτούσε το χαλκοπράσινο χρώμα όσων έχουν χολερική ιδιοσυγκρασία και τους συνταράζουν πάθη.
Ήταν του δημοτικού και λόγω της δουλειάς του είχε μια ιδιάζουσα σχέση με την εξουσία. Διέταζε καμιά δεκαριά, τον διέταζαν χιλιάδες. Αλλά δεν ήταν βλάκας. Ήξερε πόσο αξιολύπητη ήταν η «ισχύς» που του παραχωρούσε η ρημάδα η ζωή κι η θλιβερή του μοίρα. Δεν ήταν όμως κι αρκετά έξυπνος για να κάνει την απαραίτητη διάκριση ανάμεσα στα πιο πάνω ουσιαστικά γένους θηλυκού, που αποτελούσαν τον εσμό των ατυχιών του και τα πρόσωπα γένους θηλυκού που είχε σπίτι του.
Ο γιος του, κουρασμένος από το άγχος των φιλοδοξιών του πατέρα, τις οποίες δεν άντεχε να κουβαλάει, παγιδευμένος ανάμεσα σ' επιδιώξεις και δυνατότητες, δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα μήτε στο σχολειό, μήτε στη ζωή του. Στο τέλος βρήκε μια γυναίκα μάλλον ισχυρού χαρακτήρα κι έφυγε μαζί της.
Ο καημένος ο Μιχάλης ύστερα απ' αυτό δεν είχε πια τίποτα να περιμένει και πέθανε νωρίς, ηττημένος κατά κράτος από μια έτσι κι αλλιώς θηλυκή και αδυσώπητη μοίρα.
Η Καλυψώ τον έκλαψε όσο το επέτρεπαν οι περιστάσεις κι ύστερα πήρε υπό μάλης το ενδεικτικό της δευτέρας γυμνασίου και βγήκε να δουλέψει.
Βρήκε δουλειά σ' ένα «ποτοποιείον». Τη βάλανε μάλιστα στο ταμείο, απ' όπου πήρε και τη σύνταξή της. Καλοπάντρεψε τα κορίτσια της κι έζησε ως τα ενενήντα, διατηρώντας μέχρι τέλος τη συνήθεια που είχαν αποκτήσει οι τρεις τους, απ' τα χρόνια της αυλής ακόμη, να κουβεντιάζουν με τις ώρες.
Κι όταν τη ρωτούσαν «πες μας, θεία Καλυψώ, τις αγαπάς αλήθεια τόσο πολύ την Αρετή και τη Χρυσούλα;» εκείνη απαντούσε τάχα θυμωμένη: «Γιατί να μην τις αγαπάω;»
Κι ύστερα, παίρνοντας εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος που έχουν καμιά φορά οι υπερήλικες, λες και κλείνουν πονηρά το μάτι στη ζωή, συνέχιζε:
«Εγώ ποτέ δε μίσησα τον εαυτό μου».
Πολύ συχνά ακούγονταν στριγγλιές στη γειτονιά. Από το χρώμα, την ένταση, την έκταση και το ύψος της φωνής μπορούσες να καταλάβεις τι τρέχει.
Όταν πιανόντουσαν στα χέρια οι μπατζανάκηδες στη γωνία, συνήθως για τη χρήση των κοινόχρησων χώρων του εξ αδιαιρέτου προικώου, οι κραυγές εξαπολύονταν διαπεραστικές και τρυπούσαν τ' αυτιά.
Κι είναι ανατριχιαστικές οι αντρικές φωνές του καβγά. Υψώνονται απελπισμένες απ' τα έγκατα της σκοτεινιάς τους, θαρρείς γυρεύουν να βγουν στη φωτεινή πλευρά της ζωής, απ' την οποία τους έχουν αποκλείσει.
Όμως σ' αυτή την περίπτωση κανένας δεν ανησυχούσε. Μια δυο ώρες μετά όλα ξεχνιόντουσαν κι οι αδερφές έμπαιναν η μια στο σπιτάκι της αλληνής, κρατώντας ένα πιάτο φακές ή φασολάκια μαυρομάτικα ή γαύρο τηγανητό.
Άλλοτε όμως, ο αέρας δε μετέφερε τον ήχο του σαματά, αλλά την οσμή του αίματος.
Κάποια δύστυχη είχε τυλιχτεί στις φλόγες της γκαζιέρας την ώρα που μαγείρευε και πάει. Η τότε που πήδηξε η γυναίκα του Μίλτου, του ψαρομανάβη, απ' την ταράτσα του διώροφου, σημαδεύοντας, ύστερα από κάποιο ξυλοδαρμό, το τσιμέντο του πεζοδρομίου ως εστιακό σημείο εξόδου προς την ελευθερία. Κι ο άντρας της φώναζε «πουτάνα, μου το 'κλεισες το σπίτι μου» και σ' εκείνα τα δύο «μου» είχε συμπεριλάβει την απόγνωση και την αδυναμία του να κατανοήσει πώς γίνεται κάποιος -και μάλιστα γυναίκα- να 'βρει τέτοια δύναμη ν' αποδράσει απ' τα δεσμά.
Τότε οι γυναίκες αφήνανε στη μέση όποια δουλειά, όπως κι αν τις έβρισκε κείνη η ώρα, ξυπόλυτες με τις ρόμπες, με τα νυχτικά, και τρέχανε γεμάτες συμπάθεια και φόβο να πάρουνε τις θέσεις τους, ως άλλος χορός, στο ίδιο, από αιώνες καθιερωμένο, ακίνητο σημείο της τραγωδίας.
Αλλά συνέβαινε, καθώς πλησίαζαν Χριστούγεννα, και η κραυγή ακουγόταν αλλιώτικη, τρομερή, απ' τη ρίζα της ανθρώπινης απόγνωσης βγαλμένη, σαν βολή που θρυμματίζει τον άνεμο, την τάξη του Σύμπαντος, τα σπλάχνα του ανθρώπου.
Ακολουθούσε θρήνος σιγανός, μονότονος παραπονεμένος και τέλος η οιμωγή.
«Φονιάδες εφοπλιστές... Αχ, παιδί μου!»
Μαχαίρι βυθισμένο στην καρδιά, ως τη λαβή.
Οι πάντες καταλάβαιναν κι η γειτονιά πενθούσε.
Στ' ανοιχτά της Κούβας ή της Ιαπωνίας, στα παγωμένα νερά της Ανταρκτικής, σ' ωκεανούς και σε πελάγη, σπασμένα σαπιοκάραβα τραβούσανε μαζί τους στο βυθό άντρες πάνω στην αλκή τους κι αμέσως καινούργια εφοπλιστικά παλάτια ξεφυτρώνανε στο λιμάνι με τα λεφτά της ασφάλειας, και τα σπίτια των ναυτικών ρημάζανε.
Έτσι υψώθηκε μια μέρα ο τσιμεντένιος σταυρός κάτω στα βράχια.
«Μνημείο του χαμένου ναύτη». Πετρωμένος στεναγμός, πιο σωστά, της μάνας του Βαγγέλη, παιδιού είκοσι χρονώ, που, «ἀλκῇ πεποιθότος», ρίχτηκε στα νερά του κόλπου της Κωνστάντζας να γλιτώσει απ' το φλεγόμενο παλιοκάραβο και πάει χάθηκε στα ύφαλα.
Τραγική ειρωνεία. Αντί μνημόσυνου στα θύματα εκείνου του ναυαγίου έγιναν τα εγκαίνια του μνημείου. Aκριβώς στο σημείο που τα καλοκαίρια βουτούσε ο Βαγγέλης στα νερά ανάμεσα σε μύδια κι αχινούς κι ύστερα το βραδάκι ερωτευότανε στα βράχια, πάνω σε μια κατακόκκινη κουβέρτα που 'χε κλέψει απ' τη μάνα του, να μην πονάει η πλάτη του κοριτσιού την ώρα της αγάπης. Βασιλιάς Σολομών αυτός, πλάγιαζε τη νύφη σε πορφυρό στρωσίδι κι ο έρωτας στα βράχια Άσμα Ασμάτων.
Μετά η μάνα του κλειδώθηκε μέσα σ' ένα παραμύθι κι έμεινε εκεί σαράντα χρόνια.
Κι όλο περίμενε το γιο, που ναι μεν έπεσε στη θάλασσα, αλλά δεν πνίγηκε, χτύπησε μόνο κι έχασε τη μνήμη του, αλλά θα συνερχόταν κάποτε, θα το 'σκαγε απ' το καθεστώς της Ρουμανίας και θα γύριζε πίσω.
Αρνήθηκε ν' αλλάξει κατοικία, ακόμα κι όταν ο άντρας της πέθανε, οι κόρες της φύγαν απ' τη γειτονιά, η κεραμοσκεπή άρχισε να στάζει και το σπιτάκι της βούλιαξε ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Έλεγε:
«Όταν γυρίσει το παιδί, πρέπει να με βρει εδώ, να μην τον ξαναχάσω».
Και πράγματι ήρθε ο γιος και δεν ξαναχαθήκανε. Ήτανε πια ογδόντα πέντε χρονώ γριά και τον είδε μπροστά της να τής απλώνει το χέρι.
«Ήρθες, ψυχή μου», του είπε. «Το 'ξερα πως θα 'ρθεις». Και πετάξανε οι δυο τους μακριά, πέρα από μύθους και πραγματικότητες.
Χαθήκανε πολλοί βαποριέρηδες. Κι αυτοί που μείνανε ήταν άντρες σιωπηλοί, σκυφτοί, στη θάλασσα μοναχικοί, και στη στεριά απόμακροι και ξένοι. Αργότερα θ' αποφαίνονταν γι' αυτούς πως έχουν πρόβλημα κοινωνικότητας. Τότε δεν τα ξέρανε αυτά και λέγανε πως σπίτι τους είναι το καράβι. Ψέματα! Πουθενά δεν είχαν σπίτι. Μπαρκαρισμένοι ονειρεύονταν στεριά και ξέμπαρκοι δεν την μπορούσαν.
Συνηθισμένοι στις πρόσκαιρες αγκαλιές των λιμανιών, τούς ήταν δύσκολο όταν ξεμπαρκάρανε να εξοικειωθούν απ' την αρχή με τον έρωτα των γυναικών τους. Άλλωστε κι αυτές είχαν ξεπαρθενευτεί στο μεταξύ, αν δεν είχαν γίνει μοιχαλίδες.
Ωσότου να ξαναβρεί ο ένας το απάγκιο που ζητούσε στην αγκαλιά του άλλου, τα λεφτά σωνόντουσαν κι έπρεπε να ξαναφύγουν.
Αλλά και στα μάτια των παιδιών τους, λίγες μέρες μετά τον ερχομό, διάβαζαν το σιωπηλό ερώτημα «Πότε θα φύγει ο μπαμπάς;» αμάθητα καθώς ήταν στον βαρύ ίσκιο του πατέρα μες στο σπίτι.
Πλάι στην Αρμελίνα ήταν ένα δωμάτιο με κουζίνα που έμεναν η Ειρήνη με τον άντρα της, τον Χρήστο, και τα δυο παιδιά τους, την Εργίνα και τον Μάρκο.
Ναυτικός και τούτος, δόκιμος όταν πρωτοήρθαν απ' το νησί και εγκαταστάθηκαν προσωρινά στης Αρμελίνας, τρίτος μηχανικός στην πορεία, βγαλμένος απ' τον «Προμηθέα». Ελάχιστα τον γνώριζαν οι συγκάτοικοι. Το πιο πολύ ταξίδευε.
Απόμακρος άνθρωπος, αγέλαστος και δυσκολοχαιρέτητος. Ακόμα και στο καράβι μόνος κι απόμονος. Απ' τη βάρδια στην καμπίνα κι αντίστροφα. Προσηλωμένος ν' αφουγκράζεται τον ήχο της μηχανής, μονότονο κι ανάλλαχτο χωρίς διακυμάνσεις, για να 'ναι σίγουρη η ασφάλεια του πλοίου και του πληρώματος.
Σαράντα χρόνια στη θάλασσα, το ίδιο. Ώσπου ξέμαθε ν' ακούει άλλους ήχους.
Ακόμα κι όταν βγήκε στη σύνταξη, δεν κατάφερε ν' αντέξει ό,τι ηχούσε αλλιώτικα, του φαινόταν πως διασάλευε την αρμονία κι έθετε σε κίνδυνο ευαίσθητες ισορροπίες.
Κυρίως το γέλιο. Αυτό πια κι αν ήταν. Βίαιη σπασμωδική διατάραξη της ομαλότητας. Δε γέλασε ποτέ. Ούτε κι ανεχόταν άλλο να γελάει.
Έζησε περισσότερο απ' τη γυναίκα του και στην κηδεία της τον άκουσαν να λέει:
«Χρόνια αγωνιζόμουνα και το μόνο που περίμενα ήταν να βγω στη σύνταξη για να αρχίσω να ζω με τη γυναίκα μου. Και να τώρα... Τίποτα δεν έχει νόημα».
Έτσι βούλιαξε σιγά σιγά στην απουσία νοήματος. Σαν να πέρασε τη ζωή του σ' έναν προθάλαμο και περίμενε κάποιος ν' ανοίξει την πόρτα, να τον αναγγείλει στο σαλόνι. Αλλά η αναγγελία δεν έγινε ποτέ.
Ο χρόνος περνούσε από μπροστά του σαν τραίνο σ' ατέλειωτη ευθεία. Κι ο ίδιος, φύλακας γραμμών, παρακολουθούσε τις ώρες αμετάβλητες, απαρέγκλιτες, άσκοπες.
Στο τέλος ξέχασε να μιλάει. Θυμόταν μόνο μια προστακτική και τη χρησιμοποιούσε, αν τύχαινε να μιλούν οι άλλοι. «Για πάψε». Λες και τον εμπόδιζε η ανθρώπινη φωνή να παρακολουθήσει την αλληλουχία των στιγμών, που σαν σιδερικά αλληλοχτυπιούνταν, για να συνεχίζεται απρόσκοπτα η άσκοπη πορεία.
Κι όμως. Τότε που πρωτοβγήκαν τα μαγνητόφωνα, εκείνα τα βαριά με τις μπομπίνες, που όλο στριφογύριζαν κι όλο μπερδευόταν η ταινία, αγόρασε απ' το Ρόττερνταμ ένα GRUNDIG και το 'χε στην καμπίνα του.
Ένα βραδάκι που είχε στρώσει η βάρδια, στη μέση του Ατλαντικού, το άνοιξε να περάσει η ώρα του. Κι όπως ξετυλιγόταν η κορδέλα, άδεια, σαν το νόημα της ζωής, τον τύλιξε στις στροφές της η νοσταλγία για τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Και καθώς το καράβι συνέχιζε την πορεία του στην καρδιά ενός σκοτεινού κι αδιάφορου χάους, κι ο ήχος της μηχανής σφυροκοπούσε αδιάκοπα τη μοναξιά, κι όσοι δεν είχαν βάρδια μαζεμένοι στην τραπεζαρία ξεδίπλωναν τους καημούς τους κι άλλοι έπαιζαν με τα παιχνίδια που 'χαν αγοράσει για τα παιδιά τους στα λιμάνια, κι ο καπετάνιος τα 'πινε μονάχος στη δεσπέντζα, εκείνον τον συνεπήρε η λαχτάρα να τους μιλήσει.
Βεβαιώθηκε πως είναι η μαγνητοταινία στη σωστή θέση, πάτησε τα δυο κουμπιά μαζί, όπως έγραφαν οι οδηγίες, κι αρχίνησε κάπως αμήχανα:
Στην αγαπημένη μου γυναίκα Ειρήνη.
Βρισκόμαστε στον ωκεανό. Πέρ' απ' τη θάλασσα κανένα φως και τώρα πέφτει η νύχτα. Είμαι μονάχος.
Περιμένω τον Σεπτέμβρη, που θα πιάσουμε Πύλο και θα 'ρθείτε να σας δω.
Ένας στεναγμός, ένα κλικ, για να σκεφτεί τη συνέχεια. Κι αμέσως:
Στην αγαπημένη μου κόρη Εργίνα.
Σου πήρα απ' την Ιαπωνία μια κούκλα που κουνάει τα χέρια της και περπατάει, για να μ' αγαπάς.
Σου πήρα κι ένα παλτό άσπρο με κουκούλα και ξύλινα κουμπιά να το φοράς σχολείο να ζεσταίνεσαι, να μην κρυώνεις.
Σε ποια τάξη πας τώρα;
Κι άλλη διακοπή.
Πάντως στα ενδιάμεσα δεν τον άφησε η συγκίνηση να σκεφτεί πως δεν είναι απαραίτητη η κούκλα για να σ' αγαπάει το παιδί σου, ιδίως πια αν είναι δεκάξι χρονώ.
Συνέχεια:
Στον αγαπημένο μου γιο Μάρκο.
Σου φέρνω ένα μεγάλο κουτί με χάρακες, διαβήτες, μοιρογνωμόνια, ένα σωρό πράγματα.
Χτες πέσαμε σε κυκλώνα και ως εκ θαύματος σωθήκαμε. Δύσκολα. Να διαβάζεις, να γίνεις άνθρωπος.
Δισταγμός. Κάτι σαν ράγισμα στη φωνή και μετά:
Για σας θαλασσοπνίγομαι και μη νομίζετε πως δεν σας αγαπάω.
Ο σύζυγος και πατέρας σας
Χρήστος
Αυτά μόνο. Δε βρήκε τι άλλο να πει.
Το Σεπτέμβρη στην Πύλο τούς έδωσε τα πράγματα που κουβαλούσε απ' την άκρη του κόσμου και μαζί με το μαγνητόφωνο τους παρέδωσε και την ταινία, λέγοντας πως τους είχε ηχογραφήσει κάτι γιαπωνέζικα τραγούδια και να την ακούσουνε.
Μείνανε όλοι μαζί μια νύχτα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην παραλία. Άγνωστο αν έσμιξε με τη γυναίκα του, είχε περάσει καιρός, ήταν και τα παιδιά...
Όταν ξημέρωσε, σκαντζάρανε το πλήρωμα και λύσανε τους κάβους. Τα παιδιά προχώρησαν άκρη άκρη στην προβλήτα και κουνούσαν τα μαντίλια τους με ανάμεικτα συναισθήματα.
Η Ειρήνη, λίγο πιο πίσω, ακίνητη, σκούπιζε τα μάτια της στην ακροθαλασσιά της Πύλου, όπως παλιότερα η Ναυσικά σε κάποια ακρογιαλιά της Κέρκυρας. Σε λίγο το καράβι χάθηκε· είχε πέσει και μια φθινοπωρινή ομίχλη...
Η μητέρα και τα παιδιά ξεκινήσανε αμέσως για το σπίτι τους. Μισεροί κι ελεύθεροι. Δεν έμεναν πια στην αυλή, αλλά σε δικό τους. Άλλωστε ο Χρήστος ήταν από χρόνια πρώτος μηχανικός.
Εκείνο τον καιρό ο κόσμος τραγουδούσε ποιήματα.
«Άξιον εστί το φως...» έλεγαν και ψάχνανε προς τα πού φωτίζει, ενθουσιασμένοι και ανήσυχοι σ' έναν πανεθνικό ηλιοτροπισμό, που δεν τους εμπόδισε, έκπληκτοι, να βουτήξουν λίγο μετά, σ' εφτά χρονώ σκοτάδι.
Στο μουσικό κλίμα εκείνης της εποχής κινούμενα τα παιδιά, αγωνιούσαν να ηχογραφήσουνε κάποιο μουσικό έπος, αμέσως μόλις επιστρέψανε με το πολύτιμο μαγνητόφωνο στα χέρια. Κι επειδή δεν είχαν άλλη ταινία, χρησιμοποίησαν, χωρίς να την ακούσουνε, εκείνη την ταινία της μοναξιάς.
Έτσι το μήνυμα σβήστηκε και δεν το λάβανε ποτέ. Ο αποστολέας δε ρώτησε περί αυτού και αποδέκτες δεν υπήρξαν. Τα μαγνητικά ίχνη της νοσταλγίας και της αγάπης δε θα μπορούσαν έτσι κι αλλιώς να είναι επιτήδεια, γιατί δεν υπάρχει πιο αδέξιο πράγμα από την αγάπη. Χαράχτηκαν καταμεσής του ωκεανού, προορισμένα εξαρχής να χαθούν στα κύματα.
Γεμάτος ο κόσμος από μαρκόνηδες που αποτυγχάνουν στην αποστολή και στη λήψη σημάτων και τα πλοία βουλιάζουν. Κι αφού ο ασύρματος δε δούλεψε και ο θαλασσινός μάταια ανέμενε απάντηση, στο τέλος αφοσιώθηκε να παρακολουθεί το τικ τακ του χρόνου, stand by σ' ένα ανέλπιδο κι ατελέσφορο δρομολόγιο.
Ο άντρας της Αμαλίας ήταν κι αυτός θαλασσινός, λοστρόμος. Τον γνώρισαν πολύ λίγο, τότε που ήρθε κι εγκατέστησε τη γυναίκα και το αγοράκι τους. Ύστερα μπαρκάρησε κι ήταν σαν να μην τον είχαν δει ποτέ. Τόσο, που ένα διάστημα πίστευαν πως η Αμαλία δεν ήταν παντρεμένη και πως ο Λάκης ήταν καρπός κάποιου παράνομου έρωτα, που είχε έρθει να τον κρύψει στην αυλή.
Όμορφη κοπέλα, τροφαντή και μόνη, με κείνα τα πυκνά σγουρά μαλλιά της δάσος σκοτεινό για να κρύψεις μέσα του τους φόβους σου, ήταν επόμενο να εγείρει υποψίες.
Όταν όμως είδαν πως ο κυρ Γιώργος, ο ταχυδρόμος, έφερνε ταχτικά εμβάσματα και γράμματα και κείνη, θες απ' τη χαρά της, θες για να τον κάνει να τα παραδίνει στα χέρια της κι όχι στη σπιτονοικοκυρά, όπως συνηθιζόταν, του 'δινε πάντα ρεγάλο κι αυτός φώναζε απ' την εξώπορτα «κυρα-Αμαλία, γράμμα», κανένας πια δεν αμφέβαλλε πως ο λοστρόμος και υπάρχει και καλός σύζυγος είναι.
Κάνα - δυο χρόνια αργότερα, ξαναφάνηκε στη γειτονιά, αλλά κανένας δεν τον αναγνώρισε.
Ένας άντρας με ρεπούμπλικα γυρόφερνε το τετράγωνο, με το βλέμμα καρφωμένο στην εξώπορτα της Αρμελίνας, πότε ακουμπισμένος στην ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ, πότε καθισμένος σε μια πέτρα στο άδειο οικόπεδο του γιατρού ανάμεσα στους θάμνους με τα κίτρινα λουλούδια σαν χωνάκια, που τα 'λέγαν κινίνα, κι ήταν πικρά σαν τα χείλη του.
Το καστόρινο καπέλο που φορούσε, τελείως άσχετο με τη γενική του εμφάνιση, τον έκανε να φαίνεται περισσότερο αντί να τον κρύβει, αν αυτός ήταν ο σκοπός του. Όλοι τον κοίταζαν περίεργα έτσι αταίριαστος που ήταν κι αυτός και το καπέλο του στη γειτονιά.
Όπως και να 'ναι, ο άνθρωπος κρατιόταν, θαρρείς, απ' αυτό το εξάρτημα, για ν' αντέξει ό,τι τέλος πάντων οδυνηρό είχε κατά νου ν' ανακαλύψει.
IV
Στις δύο κάμαρες της φάτσας έμενε η ιδιοκτήτρια με τον άντρα της, τον κυρ Σταμάτη, και τις δύο εγγονές της, τη Βαρβάρα και τη Φλώρα.
Είχε κι ένα γιο παντρεμένο, στο πιο πάνω στενό, κοντά στον Άγιο Νείλο, που ερχόταν καμιά φορά και τους έβλεπε, να τους θυμίζει κιόλας με την παρουσία του πως είχε κι αυτός δικαιώματα στο σπίτι. Την κόρη της, τη μάνα των κοριτσιών, τη λέγανε Λαμπρινή.
Αυτή η Λαμπρινή ήταν πάντα σαν να 'χε πυρετό. Τα μάτια της κάρβουνα αναμμένα, λάμπανε μια λάμψη σκοτεινή, κι όλο αναζητούσαν κάτι απροσδιόριστο και τελεσίδικα χαμένο, που αδύνατο να το 'βρει. Είχε τα μαλλιά της ως τους ώμους, πιασμένα με τσιμπιδάκια πίσω απ' τα αυτιά, κι όταν περπατούσε με μεγάλα βήματα σαν δρασκελιές, σαλεύανε σαν να τα κινούσε ο άνεμος αδιάφορα, μοιραία, αναπόφευκτα, όπως κυματίζει η θάλασσα.
Φουμάριζε πολύ. Είχε και κατακόκκινο κραγιόν. Μια παπαρούνα τα χείλη της, που φύτρωσε απροσδόκητα, σ' ένα τοπίο σκληρό και μπαρουτοκαπνισμένο. Το πρόσωπό της είχε το χρώμα το κιτρινωπό, που 'χουν απ' το τσιγάρο τα δάχτυλα των γέρων ναυτικών κάτω στου Τζελέπη.
Όμως μια μέρα, που κάποια γυναίκα άρπαξε φωτιά απ' τη γκαζιέρα την ώρα που μαγείρευε και ακούστηκαν φωνές κι οι γείτονες τρέξανε, ως συνήθως, στην πηγή της κραυγής, έτρεξε κι η Λαμπρινή ξυπόλυτη, με το μαύρο της κομπινεζόν, κι όλοι είδανε ένα σώμα άσπρο και αβρό, διάφανο και εύθραυστο σαν κλαράκι. Μια γυναίκα αδύνατη κι απροστάτευτη, ένα ορφανό παιδί.
Δεν έμενε στην αυλή. Κανείς δεν ήξερε το σπίτι της. Ερχόταν όμως τακτικά για τα παιδιά της και τους έφερνε κάτασπρες κουλούρες ψωμί, περασμένες δυο - τρεις μαζί σε σπάγγο, κουκιά, κρέας, λακέρδα παστή και λιόσπορους.
Μόλις κατέφτανε γεμάτη προσμονή, έριχνε τη φλογισμένη της ματιά στα παιδιά της με μια αγωνία σαν κάτι να περίμενε, που όμως δεν ήλπιζε πως θα 'ρθει. Εκείνα κοιτούσαν κάπως φοβισμένα κι ερωτηματικά τη γιαγιά τους, σαν να ζητούσαν την άδειά της, κι επειδή ποτέ δεν τους την έδνε, δε φιλούσαν τη μάνα τους. Τότε εκείνη έπιανε μια καρέκλα στην αυλή, αμίλητη, παραπονεμένη και ένοχη, σαν μαθήτρια που το 'σκασε απ' το μάθημα και πάει σπίτι να κρυφτεί και ξέρει πως θα τη μαλώσουν ενώ θα 'θελε να την παρηγορήσουν.
Σε λίγο έμπαινε στη σάλα κι έβαζε μπροστά το γραμμόφωνο με το χωνί δυνατά και τραγουδούσε κι αυτή μαζί με φωνή που έμοιαζε βραχνό αναφιλητό.
«Πότε θ' ανοίξομε πανιά να κάτσω στο τεμόνι» -τεμόνι έλεγε- «να δω της Λέρος τα βουνά να μου διαβούν ο πόνοι»... Πάντα το ίδιο τραγούδι. Και πάντα το ίδιο ταξίδι. Μοναχικό, μαγευτικό κι απόμακρο.
«Κι εκείνη, ακόμα πιο μακρινό το θέλει», θα 'λεγε χρόνια μετά ο ποιητής.
Οι γείτονες ακούγανε, μουρμουρίζανε «α, ήρθε η Λαμπρινή», έτσι απλά και κανείς τους δεν κατάλαβε πως η γυναίκα άλλο δεν επιθυμούσε παρά να κινήσει γι' αλλού πέρα απ' τους καημούς της.
Την είχανε παντρέψει δεκατεσσάρω χρονώ κορίτσι μ' ένα Μανόλη, όταν τους πετύχανε μαζί στα βραχάκια.
«Δεν κάναμε τίποτα κακό, μάνα, δυο λόγια είπαμε, γιατί να παντρευτώ;» είχε πει τότε. Αλλά η Αρμελίνα, βράχος ηθικής, ξεστόμισε τη μοιραία λέξη: «Πουτάνα, γάμο δε θες, ραντεβουδάκια όμως θες».
Και παντρευτήκανε.
Στα τρία χρόνια γάμου είχανε κάνει δύο παιδιά και καμιά προκοπή. Ο Μανόλης πέρα δεν τα 'βγαζε, είκοσι χρονώ παιδί, με μισό μεροκάματο στο λιμάνι, που το μοιραζότανε μ' ένα σωρό άντρες στη γειτονιά, μια ο ένας μια ο άλλος, σαν να 'τανε καρβέλι να το κόψουνε στη μέση. Τέτοια καρβέλια έφτιαχνε ο Μπούγιας, ο φούρναρης, στρογγυλά, λαχταριστά, και τα λέγανε «ψωμιά».
Ούτε κουλούρες ούτε φρατζόλες. «Δως μου ένα ψωμί, κυρ Απόστολε», κι αυτή η γενικότητα στη διατύπωση του πολυτιμότερου αγαθού που έμπαινε στα σπίτια ήταν σαν να 'θελε να τονίσει ακριβώς τη σημασία του είδους.
Έτσι μια μέρα ο Μανόλης πήρε των ομματιώ του και μπαρκάρισε μούτσος σ' ένα φορτηγό, που μόλις έπιασε Νέα Υόρκη το 'σκασε παράνομος μετανάστης, όπως τόσοι και τόσοι και κανείς πια δεν έμαθε για την τύχη του, μήτε η Λαμπρινή.
Δεν είναι σίγουρο πως τους είχε ξεχάσει.
Δυο τρεις ναυτικοί πολύ αργότερα φέρανε κάτι θολές πληροφορίες που μείνανε ανεξακρίβωτες. Πως τάχα τον πήρανε πιατά σ' ένα εστιατόριο και τ' αφεντικό τον άφηνε να κοιμάται μέσα, να τον προσέχει κιόλας.
Είχε τους λόγους του που ήθελε να του φυλάνε το μαγαζί, γιατί δυστροπούσε να πληρώνει τη συνδρομή στο συνδικάτο, και μια νύχτα του βάλανε φωτιά για να τον συνετίσουν, αλλά αντί να συνετιστεί το αφεντικό κάηκε ζωντανός ο Μανόλης και πάει.
Ποιος να αναζητήσει το λαθρομετανάστη και ποιος να καταγγείλει την εξαφάνιση. Ο ιδιοκτήτης δεν έβγαλε τσιμουδιά, για να μη γίνει στάχτη και το σπίτι του, άνοιξε μαγαζί σ' άλλη γειτονιά και παρτίδες με άλλο συνδικάτο.
Όμως παρτίδες μ' έναν κόσμο που αγνοούσε αναγκάστηκε ν' ανοίξει και η Λαμπρινή. Διότι, ναι μεν η μάνα της ανέλαβε ν' αναστήσει τα κορίτσια της, αυτή όμως έπρεπε να βρει λεφτά. Κουτσά στραβά τα κατάφερνε. Ποτέ δεν είπε πώς και κανένας δεν τη ρώτησε.
Η Αρμελίνα μεγάλωνε με μεγάλη αυστηρότητα τις εγγονές της και τις παρακολουθούσε άγρυπνα. Κι όλο τους έλεγε:
«Μου φτάνει μια Λαμπρινή, δε θέλω άλλες δύο».
Αυτές δεν πολυκαταλάβαιναν, αλλά έσκυβαν το κεφάλι, γιατί ήταν υπάκουες και σεβαστικές, όπως όλα τα παιδιά που φοβούνται και αμφιβάλλουν. Τελειώσανε τις σπουδές τους στην επαγγελματική σχολή των Αγίων Αναργύρων, που τις στείλανε μετά το δημοτικό, κι έχοντας μάθει νοικοκυριό εκεί μέσα κρατούσαν καθαρό το σπίτι, κεντούσαν και μαντάριζαν τα ρούχα. Ακόμα σκουπίζανε την αυλή, το πεζοδρόμιο και την ταράτσα, καθαρίζανε το αποχωρητήριο, εκ περιτροπής με τις νοικάρες, και τα καλοκαίρια καταβρέχανε το δρόμο.
Στην αρμοδιότητά τους ήταν επίσης να γιατροπορεύουν την Αρμελίνα μια δυο φορές το μήνα που αρρώσταινε, ιδίως το χειμώνα. Αναλαμβάνανε τότε την περιποίησή της με αυτοθυσία, εκτός από τις βεντούζες.
Αυτές ανήκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κυρ Σταμάτη, και αποτελούσαν ένα είδος μυστηριακής τελετουργίας για τους δυο τους, που λάβαινε χώρα σ' ένα ξενοίκιαστο δωμάτιο στο βάθος της αυλής, που το ξέρανε όλοι ως «καμαρί».
Εκεί μέσα, μόλις σχολούσε ο κυρ Σταμάτης απ' τα καρβουνιάρικα, έβαζε την άρρωστη γυναίκα του μπρούμυτα πάνω στο μπακλαβαδωτό χράμι, παρακολούθημα άλλου τόπου κι άλλης ζωής που πάσχιζε να πιάσει καινούργιες ρίζες, της σήκωνε ψηλά το νυχτικό και μ' ένα ξυράφι περασμένο με μπλε οινόπνευμα, χαράκωνε με ιερή προσήλωση την πλάτη της, ώσπου να λάμψουν κάμποσες σταγόνες αίματος, βέβαιοι κι οι δύο πως μαζί μ' αυτές έφευγε και η αρρώστια.
Ύστερα σκούπιζε τις σταλαγματιές μ' ένα καθαρό πανί, κάτι σαν καθαρμός πανάρχαιος από μυστηριώδεις δυνάμεις και σκοτεινές επιθυμίες.
Στη συνέχεια τύλιγε μια δυο βόλτες την άκρη ενός πιρουνιού με μπαμπάκι, το περιέβρεχε με οινόπνευμα και του 'βαζε φωτιά από ένα αναμμένο καμινέτο εκεί πλάι. Και μ' αυτή την καθαρτήρια φλόγα, εν μέσω λάμψεων και σκιών, δαδούχος και πυρφόρος σε χθόνιο άντρο, αποστείρωνε τέσσερα στρογγυλά ποτηράκια αναστρέφοντάς τα στο φλεγόμενο πιρούνι και τα εφάρμοζε, λαχανιασμένος απ' την προσπάθεια να συντονίζει τις κινήσεις του, στη χαρακωμένη πλάτη της γυναίκας του.
Στο σημείο που έπεφτε η βεντούζα η αχνιστή σάρκα φούσκωνε, κοκκίνιζε, ίδια λαχταριστή ώριμη ντομάτα, πλημμυρίζοντας το γυαλί ως τον ανεστραμμένο πάτο.
Η Αρμελίνα βογκούσε «αχ, Σταμάτη μου» και καθώς εκείνος τραβούσε με δύναμη το ποτήρι η σάρκα ξεβυζακωνόταν μ' έναν ερεθιστικό ήχο ξέφρενου ερωτικού φιλιού, που δονούσε το καμαρί και γιάτρευε κάθε νόσο και κάθε αστοχία.
Έτσι η μεθυστική μυρωδιά του οινοπνεύματος, το καυτό αίμα, τα φλογισμένα φιλιά των ποτηριών, τα βογγητά της Αρμελίνας και το λαχάνιασμα του κυρ Σταμάτη ήταν μέσα στο κλειδαμπαρωμένο καμαρί το υποκατάστατο ενός θυελλώδους όσο και αιματηρού έρωτα, που τους κράτησε ενωμένους ως το τέλος. Το υποκατάστατο, όχι ο έρωτας!
Λίγο μετά η Αρμελίνα σηκωνόταν ευδιάθετη και υγιής για να συνεχίσει το κουμάντο στην αυλή, το οποίο, εκτός από τη διανομή του νερού και την επιτήρηση της τάξεως και της ηθικής των ενοίκων, περιλάμβανε συχνότατα την επίβλεψη και το ντάντεμα των μικρών νοικοκυρόπουλων, κάθε που οι μάνες τους κατέβαιναν στην αγορά είτε στην τράπεζα να εξαργυρώσουν το έμβασμα, είτε στον «Οίκο του Ναύτου» για τίποτα γιατρούς και φάρμακα.
Σ' αυτές τις περιπτώσεις γέμιζε ένα βαθύ τσίγκινο πιάτο με καλομαγειρεμένα κουκιά συνήθως, έπαιρνε το παιδάκι στην ποδιά της και με τα παχουλά της δάχτυλα γέμιζε το στοματάκι του με σωστά υπολογισμένες μπουκιές, που τις είχε προηγουμένως μασήσει η ίδια και το μικρό τις κατάπινε αμέσως σαν πουλάκι. Ύστερα ναρκωμένο απ' το φαΐ κι απ' τη μυρωδιά της αγκαλιάς της, έγερνε στο μαλακό της στήθος κι αποκοιμιόταν.
Αργότερα, ενήλικες πια, δε θα μπορούσαν να εξηγήσουν πώς και γιατί, αν τύχαινε να περπατήσουν σ' εξοχικό μονοπάτι με μούσκλια, πεσμένα φύλλα και μανιτάρια μετά τη βροχή, απόμεναν λαγγεμμένοι να βουλιάζουν σε μνήμες χαμένες, ανεξιχνίαστες και μακρινές, που τους μεθούσαν.
Ήταν η γλυκόξινη βαθιά μυρωδιά της Αρμελίνας, μετά το μασημένο γεύμα.
V
Η Αμαλία, όπως και οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι τότε, είχε πολύ θολή γνώση για τα μικρόβια, που περισσότερο έμοιαζε με άγνοια. Αγαπούσε όμως την πάστρα και μια μέρα έκανε να διαμαρτυρηθεί όταν αντιλήφτηκε τι γίνεται με τα κουκιά.
Αλλά η Αρμελίνα ευκαιρία ζητούσε. Την κοίταξε με τη λοξή υποτιμητική ματιά που συνήθιζε να ρίχνει και στην κόρη της και τής είπε ήσυχα κι αδιάφορα, τάχα πως ήταν αλλού απασχολημένη:
«Εσύ να γυρεύεις τη δουλειά σου και τη ρόκα σου».
Κι αμέσως κατόπιν, κοιτάζοντάς την ίσια στα μάτια με σημασία, τής είπε με νόημα:
«Απ' άλλα να φυλάγεσαι».
Η κοπέλα κατάλαβε, έσκυψε το κεφάλι αποφεύγοντας ν' απαντήσει και ο Λάκης χορτάτος και τρισευτυχισμένος έχωσε το λαδωμένο του μουτράκι στον κόρφο της Αρμελίνας.
Δεν αποδείχτηκε ποτέ πως ήταν αυτή που έγραψε στον άντρα της Αμαλίας να ξεμπαρκάρει στο πρώτο λιμάνι και να γυρίσει πίσω, διότι «όποιος έχει νέα κι ωραία γυναίκα δεν την αφήνει δυο χρόνια μοναχή της».
Άλλωστε η Αρμελίνα δεν ήξερε να γράφει και η Αμαλία έπαιρνε τα γράμματά της αυτοπροσώπως απ' τον ταχυδρόμο. Πώς να μάθει λοιπόν η σπιτονοικοκυρά τη διεύθυνση;
Πάντως, δυο βδομάδες αφότου ο άνθρωπος με τη ρεπούμπλικα φάνηκε στη γειτονιά, η Αμαλία πλησίασε τον Φάνη, που καθόταν έξω απ' την κάμαρά του και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί και να διαβάσει. Στάθηκε δίπλα του έσκυψε κάπως κι έκανε πως κοιτάζει το βιβλίο.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα κατευθείαν στα μάτια της τ' αστέρινα, με μια αγωνία, λες κι έψαχνε τ' αποτελέσματα της εξεταστικής του Ιουνίου στους αναρτημένους πίνακες του Πολυτεχνείου.
Η γυναίκα κάθισε στο σκαλοπάτι κοντά του, πήρε το βιβλίο απ' τα χέρια του αμίλητη και τ' απόθεσε κάπου δίπλα της.
Ύστερα τύλιξε τα χέρια γύρω στα γόνατά της και του είπε τρυφερά, όπως θα έλεγε κάμποσα χρόνια αργότερα στον Λάκη.
«Να διαβάζεις».
«Θα μπορούσα να διακόψω για λίγο και να πιάσω δουλειά», της απάντησε. «Θα τα καταφέρναμε».
«Δεν είναι αυτό», του ξανάπε.
«Καταλαβαίνω», μόλις που μπόρεσε ν' ακουστεί εκείνος.
Ο ακατανόητος διάλογος σταμάτησε εκεί, κι εκείνη σηκώθηκε, του ξανάδωσε το βιβλίο, τον φίλησε στα μαλλιά, μπήκε στο σπιτάκι της, πήρε το παιδί κοιμισμένο, βγήκε στο σκαλοπάτι, τον ξανακοίταξε και χάθηκε στο διάδρομο που οδηγούσε στην εξώπορτα.
Ο άνθρωπος με τη ρεπούμπλικα την περίμενε απ' έξω. Ποτέ δεν μπήκε στο σπίτι από τότε που ξεμπαρκάρησε, για να παρακολουθήσει τη γυναίκα του. Αισθανόταν, και ίσως ήταν, ξένος σ' ένα χώρο όπου είχε στεγάσει αισθήματα απ' τα οποία αυτός απουσίαζε.
Τα λιγοστά πράγματα του νοικοκυριού τους ανέλαβαν η Αρμελίνα και οι εγγονές της να τα φορτώσουν την επομένη σ' ένα φορτηγάκι.
Μόλις είδε τη γυναίκα του να βγαίνει, πλησίασε, τής πήρε το παιδί κι ύστερα πήγανε μαζί στη στάση και περιμένανε το λεωφορείο. Ήταν από κείνα τα μπλε, τα μικρά, τα κάπως στρογγυλεμένα στο πίσω μέρος, που όταν χάνονταν στη στροφή, σ' έπιανε μια θλίψη, χωρίς να ξέρεις το γιατί και δε γινόταν να το μάθεις. Ίσως επειδή δεν αντέχει τις απότομες αλλαγές ο άνθρωπος και μια στροφή τού αφαιρεί αιφνιδίως την οικεία εικόνα και τον βγάζει οριστικά απ' αυτήν. Κι έπειτα πολλά διαδραματίζονται στις στροφές των δρόμων. Χάνονται αγάπες, περιμένουν παγίδες, εμφανίζονται κι εξαφανίζονται εντυπώσεις κι ενδεχόμενα.
Η κόρη της Ειρήνης και του Χρήστου, η Εργινούλα, ήταν μοναχικό παιδί και λυπημένο, αλλά κανέναν δεν άφηνε να το καταλάβει. Κάθε άλλο· στη ζωή της πέρασε για εξαιρετικά συντροφική, έξυπνη και ιδιαίτερα ικανή και μ' αυτό τον προστατευτικό μανδύα που ντύθηκε από νωρίς, πορεύτηκε και επιβίωσε ακόμα κι όταν τύχαινε να γκρεμίζεται ο κόσμος της.
Όμως, κάθε πρωί που έπαιρνε την ανηφόρα, εκεί στη συμβολή της με τον κάθετο δρόμο του σχολείου, σ' εκείνο το απειροελάχιστο σημείο του πλανήτη, παιζόταν για χρόνια το μεγάλο, σιωπηρό κι αποκλειστικό της δράμα.
Στεκόταν μια στιγμή στο τέλος της ανωφέρειας, κι έστελνε τη ματιά της χαμηλά, εκεί που βρισκόταν το σπίτι της· εκείνη την απελπισμένη ματιά των παιδιών, όταν οι μεγάλοι έχουν αποφασίσει απαρεγκλίτως γι' αυτά.
Φεύγοντας για το σχολείο, όσοι κι ό,τι έκλεινε η πόρτα πίσω της, ήταν χαμένο γι' αυτήν, έξι ολόκληρες ώρες, έξι χρόνια, μια αιωνιότητα. Παιδί, δεν είχε μάθει ακόμα να υπολογίζει σωστά το χρόνο· μόνο την απόγνωσή της.
Κι αν, ως το μεσημέρι που θα σχόλαγε, πέθαινε η μαμά της, που ασφαλώς και θα πέθαινε μια μέρα, τότε για ποιο λόγο να στερείται εκείνη τόσες ώρες. Και πώς να ξανακερδηθεί όλος αυτός ο χαμένος χρόνος. Για τα παιδιά χαμένος χρόνος είναι αυτός που δεν είναι μ' εκείνους που αγαπούν.
Μεγαλώνοντας οι άνθρωποι εφευρίσκουν εκατοντάδες δικές τους θεωρίες κι ανακαλύπτουν άλλες τόσες αλλονών, κατευναστικές της κατάρας που τους δόθηκε, να κερδίζουν το δικαίωμα μιας σύντομης ζωής, διαρκώς απασχολημένοι και κατά συνέπεια χώρια ο ένας απ' τον άλλο ακόμα κι όταν είναι μαζί.
Πολλά χρόνια αργότερα, η Εργινούλα, μεσόκοπη πια, και η Ειρήνη άρρωστη ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι. Ο θάνατος της μάνας είναι πρόγευση του δικού μας θανάτου. Ένα μέρος μας, το μεγαλύτερο όσων μάς συνιστούν, κατεβαίνει μαζί της εκεί κάτω. Ακόμα και το πρώτο, ίσως το μόνο αληθινά δικό μας, σπίτι. Η βαθουλή σπηλιά που μέσα της επινοήθηκε και στεγάστηκε η μοίρα μας. Ύστερα απ' αυτή την απώλεια, ανέστιοι περιπλανιώμαστε σ' όλη μας τη ζωή.
Λίγο πριν από το τέλος, η κόρη εξομολογήθηκε στη μάνα ανάμεσα σ' άλλα αμαρτήματα και την οδυνηρή ανάμνηση της ανηφόρας. Στις εξομολογήσεις περιπλέκονται παραδόξως αμαρτήματα κι αγάπες.
Η ετοιμοθάνατη άκουγε, έχοντας βυθισμένο το βλέμμα σε κάτι που μόνο η ίδια έβλεπε.
Σε μια στιγμή είπε: «Να μην το ξέρω...»
Η άλλη χαμογέλασε το γλυκόπικρο χαμόγελο της ματαιότητας, όταν κάθε δυνατότητα επαναπροσδιορισμού έχει βουλιάξει και στη θέση της αναδύεται εξιλαστήρια η τρυφεράδα.
«Και τι θα 'κανες, μωρό μου;»
Τελευταία είχαν απελευθερωθεί και οι ρόλοι.
Η μάνα ήταν κόρη και η κόρη μάνα, κατά τις ανάγκες του έργου. Έτσι που η ζωή να είναι επιτέλους πιο αληθοφανής απ' την παράσταση.
«Τι θα έκανα; Κάθε που ερχόσουνα σπίτι, σκαστή στο διάλειμμα δεν θα σε ξανάστελνα πίσω, αλλά...»
Η φωνή της λύγισε.
«Αλλά;»
«Αλλά θα 'σφιγγα το κοριτσάκι μου στην αγκαλιά μου, θα το 'κρυβα...»
Ελάχιστες φορές την είχε σφίξει η μάνα της στην αγκαλιά της, όμως δεν ήταν ώρα γι' απολογισμούς. Τα κιτάπια έκλειναν, η κόρη όφειλε να 'ναι περισσότερο μεγαλόψυχη, παρά πικραμένη.
«Μη στενοχωριέσαι, έκανες αυτό που έπρεπε».
«Ναι, βέβαια, μόνο που άλλο ήθελα».
Αυτό το «άλλο ήθελα» το τόνισε περισσότερο και συνέχισε.
«Ελάχιστες φορές, σχεδόν καμιά, δεν έκανα αυτό που πραγματικά ήθελε η ψυχή μου».
Αναστέναξε η μάνα. Και η Εργινούλα κρυφά, από μέσα της, γιατί δεν θα 'πρεπε ν' ακούσει ο καπετάνιος που στεκόταν στη γωνιά ανυπόμονος να πάρει τη μάνα της και ν' ανοίξουνε πανιά για τον οριστικό προορισμό, ψιθύρισε:
«Λες κι έχει σημασία τι θέλουμε και τι όχι σ' ένα ταξίδι που δεν επιλέγουμε εμείς μήτε την αρχή, μήτε το τέλος του».
Τα καλοκαιριάτικα απογεύματα, μόλις χαμήλωνε ο ήλιος, οι δυο εγγονές της Αρμελίνας έβγαιναν να καταβρέξουνε το δρόμο. Από ένα γκαζοτενεκέ γεμίζανε τις χούφτες τους νερό και ραντίζανε το χώμα, να κατακάτσει η σκόνη και να δροσιστεί η γειτονιά.
Τα παιδιά που παίζανε κείνη την ώρα αποτραβιόντουσαν στις άκρες, στα πεζοδρόμια και περιμένανε ανυπόμονα την τελευταία φάση του καταβρέγματος, που ήταν το αναποδογύρισμα ολόκληρου του τενεκέ με όσο νερό είχε απομείνει, μια δεξιά απ' την πόρτα τους μια αριστερά και τέλος.
Τότε ξεχύνονταν χείμαρρος σωστός και πολύβουος καταμεσίς στον βρεγμένο χωματόδρομο και συνεχίζανε τα απ' τα πριν αρχινισμένα παιχνίδια. Μερικά παίρνανε θέση στα σκαλοπάτια του σπιτιού με το υπόγειο, που έμεναν οι κυρα - Λένες.
Υπερυψωμένο σπίτι σε σχέση με τα άλλα, οι πρωτοξαδερφάδες και συνονόματες ιδιοκτήτριες το είχανε ν' αστράφτει. Έτσι, κυκλοφορούσε το αστείο στη γειτονιά πως, τόσο καθαρές που ήτανε, στ' αποχωρητήριό τους δεν κάνανε ό,τι και οι άλλοι άνθρωποι αλλά σοκολάτες.
Αλλά από μια παράξενη σύμπτωση τούς άρεσε να μοιράζουνε φοντάν στα παιδιά που μαζευόντουσαν στα σκαλοπάτια τους να παίξουν, επειδή οι ίδιες ήταν άκληρες.
Όταν, ύστερα από καιρό, χρειάστηκε να καθαρίσουν το οικόπεδο του γιατρού για να οικοδομηθεί, βρήκανε εκτός από τσουκνίδες, μολόχες, χαμομήλια και κινίνα, κι ένα μικρό λοφάκι από απροσδιόριστα υλικά. Κάτι σαν χρωματιστά χρυσόχαρτα, χώμα και λιωμένη σοκολάτα. Ήταν τα φοντάν που πετούσαν τα παιδιά αμέσως μόλις τους τα κέρναγαν οι αγαθές εκείνες γυναίκες, γιατί είχαν ακουστά περί σοκολάτας και του περίεργου τρόπου παραγωγής της.
Σ' αυτά λοιπόν τα σκαλοπάτια, κοίλον αρχετυπικού θεάτρου μαζί και σκηνή, τα παιδιά μάθαιναν να υποδύονται τους ρόλους που θα καλούνταν να παίξουν στη ζωή τους. Προετοιμάζονταν, κατανοούσαν, προφυλάσσονταν, διέκριναν, ξεχώριζαν και ασκούνταν σ' αυτό που αργότερα, όταν πια θα είχε καταργηθεί, έγινε γνωστό ως κοινωνικός έλεγχος.
«Καλή μέρα σας, κυρία Μπερλίνα. Πέρασα από το γαϊδουροπάζαρο» -γαϊδουροπάζαρο λέγαν την κοινωνία- «κι άκουσα πολλά και διάφορα για σας. Ο ένας μου είπε... ότι έχετε μεγάλη μύτη...»
Και η διαδικασία ξεκαθαρίσματος, ετεροπροσδιορισμού και αυτογνωσίας είχε αρχινίσει.
Τ' αγόρια προτιμούσαν το ποδόσφαιρο, που εξαιτίας του μόνο δύο βδομάδες το χρόνο φορούσαν γερά παπούτσια. Στην αρχή του χειμώνα και στην αρχή του καλοκαιριού. Μετά, το μοναδικό χειμωνιάτικο και το μοναδικό καλοκαιρινό ζευγάρι τρυπούσαν, ώσπου εξαφανίζονταν εντελώς απ' τα πόδια τους. Τα 'παιρνε μαζί της η μπάλα με την τελευταία κλοτσιά.
Τα κορίτσια γελούσαν. Όλο γελούσαν τα κορίτσια. Εξόν από κάποιες στιγμές. Όπως, ας πούμε, σ' εκείνο το παιχνίδι που στροβιλίζανε γύρω απ' τη μέση τους ένα τεράστιο πλαστικό στεφάνι και ξαφνικά σοβαρευόντουσαν, όταν ιδρωμένα, έκπληκτα και ντροπαλά, ένιωθαν κάτι να σπαρταράει μέσα τους, καθώς ο κύκλος κατρακυλούσε δόλια στους τρυφερούς μηρούς και σκαρφάλωνε απροσδόκητα στα ολόφρεσκα στήθη, μπουμπούκια που μόλις είχαν σκάσει απ' τον κάλυκά τους και τα πονούσε η ίδια τους φρεσκάδα.
Τότε τ' αγόρια διέκοπταν το δικό τους παιχνίδι, σαν χτυπημένα από μια μυστηριώδη δύναμη, που διέλυε τη στερεότητά τους, τα υγροποιούσε, ποτάμια βιαστικά, να χυθούν στη θάλασσα. Μια έκσταση και μια οδύνη που πλέον δεν τα εγκατέλειπε, όσο υπάρχει κόσμος κι απλώνεται και διαστέλλεται και μεγαλώνει.
Μόνο τα πολύ μικρά δεν μετείχαν στο δράμα. Ήσυχα για δυο τρία χρονάκια ακόμα κι ευχαριστημένα, σκάβανε με τα χεράκια τους το χώμα, και στις ρηχές τρύπες που ανοίγανε παραχώνανε μικρά κομμάτια από χρωματιστό χαρτί, «χρυσό» από τσιγάρα, φωτογραφίες απ' το Θησαυρό και χαλκομανίες που κλέβανε από τις μεγαλύτερες αδελφές τους, με αγγελούδια, προσκόπους, κάνιστρα με λουλούδια και καμιά φορά Χριστούληδες από το κατηχητικό.
Σκεπάζανε κατόπιν τις υπέροχες ζωγραφιές με κανένα κομμάτι απ' τα σπασμένα ποτήρια και άλλα γυαλικά του σπιτιού και καμαρώνανε εκστατικά με γερμένο στο πλάι το κεφάλι, για να εξετάζουν καλύτερα το αποτέλεσμα.
Μόλις είχανε επαναλάβει ασυνειδήτως αρχέγονες κινήσεις μιας ατέλειωτης σειράς προπατόρων στην ηλικία τους. Κάπως έτσι θα γεννήθηκε η ιδέα για τα θαυμαστά ψηφιδωτά που δημιούργησαν οι άνθρωποι. Ύστερα καθόντουσαν και ονειρευόντουσαν.
Όμως το όνειρο δεν κράταγε πολύ, όπως όλα τα όνειρα, γιατί πάνω απ' τις σαγηνευτικές εικόνες στο έδαφος, περνούσαν άνθρωποι, το κάρο του Βιδιάνου, το γαϊδουράκι του κυρ - Νίκου, του γαλατά, φορτωμένο γυάλινες μπουκάλες γάλα και πήλινους κεσέδες γιαούρτι, αραιά και πού κανένα αυτοκίνητο, ο γύφτος με την αλυσοδεμένη αρκούδα, «δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση (1)», και τις απόκριες το γαϊτανάκι.
Και τις χαλούσαν.
Τα βράδια γυρνούσαν οι άντρες απ' τη δουλειά. Αχθοφόροι οι περισσότεροι στο λιμάνι, με σκυμμένο το κεφάλι, κουβαλώντας το βάρος της ζωής τους, όπως κουβαλούσαν στον ώμο το σακάκι τους, κι ο ώμος τους έγερνε, λες και το σακάκι δεν ήταν από φτηνό ύφασμα, αλλά από σίδερο, σαν μεσαιωνική πανοπλία.
Σιωπηλοί, το ίδιο σιωπηλές μαζευόντουσαν κι οι γυναίκες, μόλις τους βλέπανε απ' τη γωνία, για να στρώσουν τραπέζι. Σπάνια ν' ανταλλάξουν κουβέντα μεταξύ τους. Μετά το δείπνο, συνήθως μακαρονάκι κοφτό με ντομάτα και τριμμένο τυρί κι ό,τι είχε περισσέψει από το μεσημέρι, τίποτα φακές, πατάτες γιαχνί ή μπακαλιάρο, το ίδιο αμίλητοι φεύγανε για του Σαντορινιού και τελειώνανε εκεί το βράδυ τους μ' ελιές, παστές σαρδέλες και κανένα ποτηράκι μ' ένα φίλο.
Τη νύχτα, στις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού, κοιμόντουσαν μ' ανοιχτά παράθυρα και το μόνο που τους χώριζε από τους άλλους στην αυλή ήταν ένα βαμβακερό άσπρο σεντόνι με μπλε ρίγες αντί κουρτίνα μπροστά στις ορθάνοιχτες πόρτες τους, κι άλλοι στις ταράτσες στρωματσάδα, ν' ακούνε ως τα μεσάνυχτα την ίδια πάντα στιβαρή φωνή απ' τα τζουκ μποξ του σουβλατζίδικου, σαν δυνατή πνοή μέσα στην άπνοια της νύχτας και της ζωής, που απελευθέρωνε λυγμούς καλά φυλαγμένους.
Ως πότε πια, ως πότε πια
μαύρη ζωή θα κάνω
αν θα 'χω πάντα βάσανα
καλύτερα ας πεθάνω.
Αν θα πεθάνω ποιος θα 'ρθει
καντήλι να μ' ανάψει
και ποιος θα με κλάψει
ποιος θα με κλάψει.
Βλέπω το μέλλον μου θολό
το παρελθόν θλιμμένο
χωρίς ελπίδα πια καμιά
καλό δεν περιμένω.
Ως πότε πια, ως πότε πια
καημός και αγωνία
που μ' έκαναν ερείπιο
σ' αυτή την κοινωνία (2).
Ο έρωτας δεν κοιμόταν ποτέ. Κάτω απ' τις στέγες των σπιτιών, στ' άχτιστα οικόπεδα, στα βραχάκια της ακτής με τα πανάρχαια τείχη, στις καρδιές, τις νεανικές ιδίως, γιατί στις άλλες βρίσκεται συνήθως σε μόνιμη υπνηλία, όπως ο γέρος στην πολυθρόνα του.
Αλλά όταν ο έρωτας κοιμάται, αφήνει το τοπίο αφύλακτο στη μιζέρια και στην ανάγκη, σε μια συνθήκη ζωής ανούσια κι αναπόφευκτη σαν στρατιωτική θητεία.
Τη στιγμή που η Εργινούλα εγκατέλειπε τα παιδικά της φορέματα με τις πιετούλες στο στηθάκι της σαν σφηκοφωλιές, ερωτεύτηκε τον Στεφανή.
Στην τελευταία τάξη του δημοτικού ο Στεφανής σβέλτος, κουρεμένος γουλί, με μια φούντα μπροστά και παιχταράς. Μαύρο παντελονάκι από δίμιτο και κίτρινη φανέλα. Αεκτζής. Ερχόταν απ' την κάτω γειτονιά και τους έκανε όλους στην άκρη. Ολόκληρος ο δρόμος δεν του έφτανε να κυνηγάει τη μπάλα, να την πετάει στον αέρα, να την καρφώνει στα αυτοσχέδια δίχτυα της αντίπαλης ομάδας.
Εκείνο τον καιρό η Εργινούλα έδωσε τέλος στην σχεδόν τελετουργική συνήθεια που είχαν με τη μαμά της να κάθονται με τις ώρες στη σκάλα της ταράτσας και να ετοιμάζουν ρουχαλάκια για την κούκλα της. Υπέροχα χρωματιστά φορεματάκια, από περισσευούμενα πανιά, άλλα πλεκτά με φουσκωτά μανικάκια, στριφτό κορδονάκι στη μέση, δαντελίτσες γύρω στο λαιμό, όλα βγαίνανε απ' τα μαγικά χέρια της μητέρας της.
Αυτές τις ζηλότυπα δικές τους στιγμές, κάπου ανάμεσα στο παραμύθι και στην αλήθεια, τις διέκοψε ξαφνικά ένα απόγευμα.
«Δε θέλεις καινούργιο φουστανάκι για την κούκλα σου, Εργινούλα;»
«Θέλω, μαμά, αλλά δεν έχω καιρό τώρα».
Ποτέ πια δεν θα 'χε καιρό για να περάσει την πόρτα του παραμυθιού. Έκτοτε θα το απέφευγε, θα το νοσταλγούσε, άλλοτε θα το επιδίωκε και σπανίως θα νόμιζε πως το ζει.
Όμως το παραμύθι θέλει αθωότητα, κι αθώος δε μπορεί να είναι κάποιος που επιθυμεί κρυφά πράγματα.
Η επιθυμία από Γενέσεως ακόμη επισύρει τιμωρία, ενώ η αθωότητα είναι η έλλειψη λόγου τιμωρίας. Δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο.
Έτσι η Εργινούλα άφησε τη μαμά της με τη βελόνα στα χέρια και με την ανησυχία στα μάτια και διάβηκε την εξώπορτα ένα απομεσήμερο.
Όρθια, με την πλάτη και το 'να της πόδι στηριγμένα στον τοίχο, παρακολουθούσε για καιρό τη μπάλα του Στεφανή να κατρακυλάει στην κατηφόρα, μαγεμένη, κι εκείνον να την επαναφέρει στο πρόχειρο τεραίν σβέλτος με μικρά γκελάκια στον αέρα. Δεν έμαθε τότε αν την πρόσεξε που ξεροστάλιαζε στο πεζοδρόμιο.
Πάντως εκείνη κάθε πρωί καθρεφτιζόταν και κάθε βράδυ έκλαιγε, ακόμα κι αν δεν την είχαν μαλώσει.
Ώσπου μια μέρα τέλειωσε κι αυτό.
VI
Ήταν η εποχή της αναπροσαρμογής του νομίσματος. Η δραχμή υποτιμήθηκε κατά πενήντα τοις εκατό, οι εφημερίδες βγήκαν με πρωτοσέλιδα σαν αυτό: «Καθωρίσθη εις 30.000 η τιμή του δολλαρίου ΗΠΑ...» και ο κόσμος μπερδεμένος προσπαθούσε να κατανοήσει τι θα σήμαινε στο εξής για την τύχη του να κρατά στο χέρι πέντε χιλιάδες και να του λένε πως είναι πέντε δραχμές, γιατί τα τρία μηδενικά εξαφανίστηκαν με απόφαση του Υπουργού Συντονισμού.
Πάντως, στους ναυτικούς που πληρώνονταν με συνάλλαγμα διπλασιάστηκε η αγοραστική αξία του μισθού τους και τους δόθηκε η ευκαιρία ν' ανέβουνε λίγο ψηλότερα στην κλίμακα της κοινωνικής ιεραρχίας.
Έτσι η Εργινούλα σταμάτησε σιγά σιγά τα παιχνίδια στο χωματόδρομο, γιατί ο τρίτος μηχανικός ήθελε τα παιδιά του επιστήμονες. Άλλωστε λίγο αργότερα η οικογένεια άλλαξε γειτονιά και μετακόμισε σε δικό της, άνετο σπίτι.
Πάντα στον Πειραιά. Ο Πειραιάς είναι η κοινή πατρίδα νησιωτών και θαλασσινών. Έτσι τους λέγανε τότε κι ούτε που τους άρεσε να τους ονομάζουν ναυτικούς. Αυτή ήταν μια λέξη κατάλληλη για να δηλώσει το Υπουργείο Ναυτικών, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, τον Οίκο του Ναύτου, αλλά επ' ουδενί λόγω αυτούς τους ίδιους.
«Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;» ρώτησε η δασκάλα την Εργίνα στο καινούργιο σχολείο, το ιδιωτικό.
«Θαλασσινός, κυρία».
«Θαλασσινός; Τα θαλασσινά, παιδί μου, είναι αυτά που τρώμε! Μύδια, φούσκες, καλόγνωμες, τέτοια. Ναυτικός θέλεις να πεις».
Διόρθωσε τη μικρή η chic παιδαγωγός, που πρωτοείδε θάλασσα στα δεκαοκτώ, όταν κατέβηκε απ' τη Μακρακώμη στη Ράλλειο να σπουδάσει δασκάλα.
Ακόμα κι όταν έγινε μικροβιολόγος η Εργίνα, στον Πειραιά άνοιξε ιατρείο, απέναντι απ' το Δημοτικό Θέατρο.
Ο άντρας που ανέβηκε στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας στην Αγίου Κωνσταντίνου για εξετάσεις αίματος κάποιο πρωί τής σπάραξε την καρδιά. Σαραντάρης, λεπτός, αθλητικός, σβέλτος και κοντοκουρεμένος δεν είχε πολλή ζωή κι ο ίδιος το 'ξερε. Επρόκειτο για εξετάσεις ελέγχου της κατάστασης.
«Δε με θυμάσαι καθόλου;» τον ρώτησε. «Μέναμε στης Αρμελίνας. Ερχόσουν στο δρόμο μας κι έπαιζες μπάλα. Ξέρεις, ήσουν ο πρώτος μου έρωτας». Τα είπε όλα μονορούφι.
Μεγαλώνοντας είχε καταλήξει πως το μυστήριο που σε κάνει να αισθανθείς έλξη για οποιονδήποτε άνθρωπο, έρωτα, φιλία, συμπάθεια και ό,τι άλλο, δεν θα μπορέσεις να το εξηγήσεις μεν, οφείλεις όμως να παραδεχτείς πως είναι υπέροχο προνόμιο να το νιώσεις, μέσα στην τυχαιότητα και την ξενιτιά του κόσμου, για τον συγκεκριμένο κι όχι για κάποιον άλλο, και πρέπει να του το πεις, γιατί ο καιρός είναι βιαστικός και μάς τελειώνει.
Δεν ήταν λοιπόν πανικός μπροστά στην αρρώστια του, ούτε λύπηση· ήταν χρέος να σταλούν επιτέλους στον φυσικό τους αποδέκτη τα καταχωνιασμένα της αισθήματα, σαν παλιά γράμματα που δεν έχουν ταχυδρομηθεί στην ώρα τους και σε πονάνε όταν ανοίγεις το συρτάρι. Αυτός αιφνιδιάστηκε. Είδε στο προσηλωμένο του βλέμμα μια προσπάθεια να θυμηθεί, σαν ταινία που γυρίζει πίσω γρήγορα γρήγορα, στη συνέχεια αργά και μετά ξαφνικά σταματάει.
Οι εικόνες περιμένουν υπομονετικές κι επίμονες στο μισοσκόταδο ή στα ερέβη της μνήμης. Ώσπου κάτι να τις τραβήξει στο φως.
Και να. Ένα κοριτσάκι έξι εφτά χρονώ, με μαύρα σγουρά μαλλιά, που σε προκαλούν να τα τραβήξεις, ακουμπισμένο στον τοίχο παρακολουθεί το παιχνίδι, λες και βλέπει σινεμά, ή μάλλον όχι, σαν να μαζεύει εικόνες, για να τις περιγράψει.
«Αυτή η γυναίκα, η γιατρός... Θεέ μου!»
Τίναξε ανεπαίσθητα το κεφάλι του ν' αποδιώξει τα παλιά να γυρίσει στο παρόν. Είπε:
«Εσείς... εσύ... κράτησε πολύ, αχ να μη το ξέρω!... Συγγνώμη, τι λέω τώρα;»
Κι εκείνη:
«Καλά κάνεις και ρωτάς. Κράτησε αρκετά και θα κρατούσε κι άλλο, αλλά φύγαμε απ' τη γειτονιά...»
Σκέφτηκε λίγο και συμπλήρωσε.
«Αυτά τα πράγματα κρατάνε για πάντα... κατά κάποιον τρόπο... Ξέρεις, ενώ δεν έχω ιδέα από ποδόσφαιρο, είμαι ΑΕΚ. Σου λέει κάτι αυτό;»
Γελάσανε, λες κι είχανε ξεχάσει για λίγο τι αγώνας περίμενε τον ένα απ' τους δύο.
Ύστερα μιλήσανε για τη ζωή, για τους γάμους και τα παιδιά τους, τις σπουδές, τις δουλειές, την αρρώστια του.
Ήρθε ακόμα αρκετές φορές για εξετάσεις κι αναπτύξανε μια οικειότητα, μια τρυφερότητα αργοπορημένη, αλλά όχι ανούσια.
Μια μέρα τής είπε:
«Ξέρεις, σε πρόσεχα. Τόσο μικρό κοριτσάκι και σκέπτομαι...» Εδώ γέλασε θλιμμένα. «Τώρα που έμαθα να σκέπτομαι, τελειώνω. Σκέπτομαι λοιπόν πως κοιτάζοντάς σε τότε στη γειτονιά δεν ήσουν σαν να μάζευες εντυπώσεις, έμοιαζες ν' αποτυπώνεις αισθήματα».
Η σειρά της να γελάσει με τον ίδιο τρόπο.
«Και εγώ ξέρεις τι σκέπτομαι; Πως τώρα που βρήκα αυτόν που με κατάλαβε τόσο καλά, μου λέει πως θα μ' αφήσει».
Πέρασε κάμποσος καιρός και δεν είχε φανεί. Ρώτησε, έμαθε και πήγε στην κηδεία. Ήταν φθινόπωρο και φυσούσε ένας νοτιοδυτικός άνεμος που τη στράβωνε. Ανάμεσα στον κόσμο ξεχώρισε μια νέα γυναίκα που σπάραζε, όπως οι χήρες του παλιού καιρού και δύο έφηβους να τη βαστάνε, σαν να προσπαθούσαν να στερεώσουν το σπίτι τους μες στη θεομηνία.
Ήταν πολλοί μαζεμένοι. Μερικούς τους θυμόταν απ' τα περασμένα. Τους χαιρέτησε διακριτικά. Δεν προχώρησε μαζί τους στον τάφο. Έμεινε στην πύλη της «Ανάστασης» και έκλαψε.
VII
Ένα πρωινό, καθώς οι γυναίκες ξαπόσταιναν στην αυλή, δύο άντρες με μπριγιόλ φέρανε τη Λαμπρινή τυλιγμένη σ' ένα σεντόνι και την αποθέσανε στο ράντζο που 'χε απ' έξω η Αρμελίνα, να ξεκουράζεται τα μεσημέρια.
Είχε καταπιεί φαρμάκι. Δεν ξέρανε πώς και γιατί, αλλά ευτυχώς την είχανε προλάβει και τώρα την εφέρνανε απ' το Τζάνειο.
«Τι συμβαίνει, Λαμπρινή;» Τρέξανε κοντά της οι γυναίκες, κλείνοντάς τη στο γνωστό κύκλο, στον οποίο πληροφορούνταν, προστάτευαν και συντρέχανε, αλλά απάντηση δεν πήραν.
Βγήκαν απ' το σπίτι και οι κόρες της, τελευταία η Αρμελίνα, που πρόσταξε να την βάλουν μέσα κι ύστερα έδιωξε τους δύο μεταφορείς.
«Ε σεις, φευγάτε τώρα, φχαριστούμε».
Η Λαμπρινή είχε κλειστά τα μάτια, κι όταν τ' άνοιξε μια απέραντη θλίψη, ίδια βραδινή θάλασσα, ξεχύθηκε στο δωμάτιο, απλώθηκε, πήγε και σκούντηξε τα παιδιά της αλλά αυτά δεν ξέρανε τι να κάνουν· ύστερα η θλίψη σκούντηξε τη μάνα της, αλλά ούτε κείνη βρήκε τρόπο να φερθεί, μονάχα είπε:
«Τι θεατρινισμοί είν' αυτοί;»
Μετά κάθισε σε μια καρέκλα και κουνούσε νευρικά το 'να της πόδι.
Τότε η θλίψη σαν πλημμυρίδα ξεχείλισε και κατέκλυσε τα πάντα. Ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε ο στεναγμός της φαρμακωμένης και δεν υπήρχε πουθενά χώρος να σταθείς, γι' αυτό οι νοικάρισσες αφήσανε μονάχες εκείνες τις τρεις γενιές μοναξιάς και κλειστήκανε στα σπίτια τους να σωθούνε.
Κατά το απογευματάκι ακούστηκε πάλι το γραμμόφωνο:
«Πότε θ' ανοίξομε πανιά να κάτσω στο τεμόνι...;» αλλά η Λαμπρινή δεν τραγουδούσε μαζί, και μόλις σκοτείνιασε έφυγε.
Τέσσερις εξεταστικές περάσανε από τότε που η Αμαλία ακολούθησε τον άντρα της και κανένας δεν είχε δει τον Φάνη να διαβάζει στην αυλή, στην κάμαρά του ή οπουδήποτε αλλού. Αντί γι' αυτό μάλιστα άρχισε τα πήγαιν' έλα στο καφενείο του Αρτέμη.
Σ' ερώτηση της Αρμελίνας «γιατί δε διαβάζεις, βρε, δε λυπάσαι τους γονείς σου στο νησί», απάντησε πως επειδή καθυστέρησε σωθήκαν τα λεφτά και είχε δυσκολίες ν' αγοράσει τα βιβλία του τέταρτου έτους.
«Τράβα τότε στο καφενείο να βρεις», αγρίεψε εκείνη, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι και μαζί μ' αυτό και τις δύο άκρες απ' το τσεμπέρι της, που το 'δενε στην κορυφή του κεφαλιού, μοναδικό απομεινάρι απ' τη στολή των γυναικών της Καλύμνου, που φορούσε όταν πρωτόρθανε στον Πειραιά.
Στο καφενείο καμπόσοι πιάνανε καρέκλα απ' το πρωί. Συνταξιούχοι ναυτικοί, άνεργοι λιμενεργάτες, κάτι μυστήριοι τύποι απ' τις παράγκες, ένας μπογιατζής, που όλο έψαχνε βοηθό για να πάει να δουλέψει, ο Ρούλης, ο πεπές, που κι αυτός κάτι έψαχνε, αλλά τον κερνούσανε λουκούμι. Τ' απογεύματα ερχόντουσαν και κάτι παλικαράκια στα ντουζένια τους, περιμένανε τηλεφώνημα κι ύστερα φεύγανε σαν κυνηγημένα ενώ οι άλλοι κοροϊδεύανε:
«Πού πάει, ρε μάγκες, ο λιγούρης;» Αυτή ήτανε όλη κι όλη η πελατεία.
Συνήθως παίζανε χαρτιά και τάβλι κι ο χαμένος κερνούσε κανταΐφι ή μπακλαβά. Καμιά φορά κι ο κερδισμένος. Αναλόγως τη συμφωνία.
Όσοι είχανε λίγα λεφτά παίζανε συναμεταξύ τους σε μια γωνιά και δεν είχανε πολλά πολλά με τους άφραγκους.
Περνούσε και ο Καίκας. Πενηντάρης, μικροκαμωμένος, μαυροτσούκαλος, με μουστακάκι και μπλε τριμμένο κουστούμι, που η πολυκαιρία τού είχε προσθέσει βυσσινιές ανταύγειες. Δεν έμενε στη γειτονιά, αλλά είχε κάτι περίεργες δοσοληψίες με τους τύπους απ' τις παράγκες. Εκεί μέσα πάντως ήταν μπεσαλής και δεν πείραζε κανέναν.
Μια μέρα πήγε και στάθηκε μπροστά στον Φάνη και του 'φραξε το δρόμο. Ένα κεφάλι κοντύτερος, το πρόσωπο προς τα κάτω, αλλά οι κόρες των ματιών ψηλά, έτσι που να μισοχάνονται κάτω απ' τα καπάκια των βλεφάρων και με το τρομερό αυτό βλέμμα τον κάρφωσε και του είπε:
«Για δεν πας σχολείο, ρε χαμένο ρούχο;»
Του Φάνη τού πέσανε τα μούτρα του.
Ο άλλος κάτι πέρασε απ' το νου του και συνέχισε αλύπητα:
«Δεν έχεις καύσιμα, ρε;»
Αλλά ενώ η ερώτηση ήταν σαφής σαν ρότα πλοίου, η απάντηση, αν δινόταν, θα ήταν αδιευκρίνιστη, συγκεχυμένη και ασαφής, όπως η ψυχική κατάσταση του Φάνη, που προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός.
Ο Καίκας δεν έχασε καιρό και διέταξε όπως ο μηχανικός το θερμαστή.
«Να ζεστάνεις πάραυτα τα ύδατα και να κινήσεις τα μηχανήματα. Τουτέστιν να εργαστείς».
Την επομένη κιόλας τον παίρνει απ' το γιακά, τον πάει σ' ένα άγνωστο σπίτι στο Πασαλιμάνι. Χτυπάει την πόρτα βγαίνει η υπηρέτρια.
«Την κυρά σου», της λέει και δίχως τσιριμόνιες και καθυστερήσεις εισβάλλει μπαταρισμένος στο 'να πλάι, ως όφειλε γιατί ήταν μάγκας, στο σαλόνι.
Τούτο δεν ήταν σαλόνι. Εξωπραγματικός ανθόκηπος ήταν. Κλάρες με γαλάζια τριαντάφυλλα είχαν φυτρώσει στους καναπέδες, στα τραπεζάκια, στα παράθυρα, παντού.
Μπαίνει κι ο Φάνης. Μια οξυζεναρισμένη ξανθιά με γυαλιστερή ρόμπα ασορτί με τις κλάρες διάβαζε Θησαυρό στον καναπέ. Της τον δείχνει με το δάχτυλο και της λέει:
«Άκου, κυρα - Μένη, το παιδί από δω πρέπει να δουλέψει και να πεις του αφεντικού να τόνε πάρει στα ναυπηγεία».
Αυτό ήταν. Σε δυο μέρες, βραδάκι, τον έβαλε στο τραμ του Περάματος.
Άμα φτάσανε, γύρισε και τού 'πε τσεκουράτα:
«Θα δουλέψεις νύχτα. Απόψε κιόλας. Εκεί».
Και του 'δειξε ένα καράβι που επισκευαζόταν. Μάλιστα οι τελευταίοι ματσακονιστές φεύγανε κείνη την ώρα.
Ο νεαρός σκιάχτηκε βλέποντας το σκουριασμένο κήτος μες στ' απόβραδο να φαντάζει σαν προϊστορικό τέρας ύστερα από φυσική καταστροφή.
«Αφού δεν ξέρω τη δουλειά, κυρ Τάσο. Κι ύστερα άμα δουλεύω όλη νύχτα...»
Δεν ήταν όμως ώρα για κουβέντες.
«Για μηχανολόγος δεν πας; Ξέρεις, το λοιπόν. Θα σου δείξω κι εγώ. Ίσα ίσα ένα νυχτοκάματο θα κάνεις. Για τα βιβλία σου. Για τ' αποδέλοιπα κάνε κουμάντο».
Ανεβήκανε στο κατάστρωμα. Τον ορμήνεψε τι να κάνει κι έφυγε λέγοντάς του: «Αγάντα. Και μην ξεχάσεις, φύλακα σ' έχουνε πάρει».
Ο Φάνης έριξε ακόμα μια ματιά, να βεβαιωθεί ότι είχε καταλάβει, κι ύστερα βρήκε ένα απάγκιο να πάρει κανέναν υπνάκο.
Ήτανε Δεκέμβρης. Ως την εξεταστική του Φλεβάρη προλάβαινε να ετοιμάσει κανά δυο μαθήματα.
Νέος είκοσι δυο χρονώ. Το φεγγάρι είχε σκύψει πάνω του και του χαμογελούσε σαν κατακάθαρο πρόσωπο δεκαεξάχρονου κοριτσιού.
Σκεπάστηκε με τον επενδύτη, που του είχε πασάρει ο προνοητικός Καίκας, και τον πήρε ο ύπνος. Την ορισμένη ώρα ήταν ξυπνητός. Σηκώθηκε, πλησίασε την μπόμπα της πλώρης κι αρχίνισε να μαϊνάρει την άγκυρα. Ορμητικός κι ανταριασμένος καταρράχτης ξεχύθηκε η καδένα απ' το δεξιό όκιο. Αλλ' αντί ν' ακολουθήσει εκείνος ο υγρός παφλασμός, όταν η άγκυρα συγκρούεται με το νερό, ακούστηκε ένα μάλλον ξηρό «μπαπ» και λίγο μετά ο σκληρός ήχος του πριονιού όταν κόβει μέταλλα.
Τι είχε συμβεί; Μια βάρκα πλεύρισε απαλά ανάμεσα στο μόλο και στη μάσκα του πλοίου όση ώρα μαϊνάριζε ο Φάνης και κει μέσα πήγε κι έπεσε το «σίδερο». Στα κουπιά ήταν ο Καίκας. Έκοψε γρήγορα γρήγορα την αλυσίδα κι έφυγε όπως είχε έρθει. Σε λίγο δεν ακουγόταν παρά η ησυχία της νύχτας.
Τα νερά πού και πού γαλανίζανε κάτω απ' το φως του φεγγαριού και το μικρό σκάφος γλιστρούσε γλυκά ώσπου προσέγγισε στο συμφωνημένο σημείο του μόλου.
Ένας άντρας περίμενε εκεί να σκαντζάρουνε. Παλιατζής σιδερικών. Έδωσε ό,τι έπρεπε να δώσει, πήρε τη βάρκα με την άγκυρα μέσα και έφυγε.
Ο Καίκας έβαλε τα λεφτά στο χέρι του Φάνη, που είχε φτάσει στο μεταξύ, και του είπε: «Να τα βιβλία σου, ρε μπερμπαντάκο. Και να μάθεις να παίρνεις απ' τη ζωή ό,τι σου χρωστάει. Θαρρετά και ξηγημένα, όπως απόψε... Α, και πού 'σαι; Την άγκυρα σε κάνα μήνα θα την πάρουνε χαμπάρι».
Κι όσο τα 'λεγε αυτά λάμπανε τα μάτια του, ευχαριστημένος απ' τον εαυτό του, που είχε βοηθήσει έναν μελλοντικό επιστήμονα, όπως του ταίριαζε, χωρίς να τον ανακατέψει σε βρομοδουλειές. Τίμια και μπερκεκλίδικα, σαν άντρας μαγκιόρος που ήταν.
VIII
Η Λαμπρινή δε φάνηκε καιρό μετά την απόπειρα. Ώσπου μια μέρα κατέπλευσε ζωηρή και φορτωμένη ψώνια. Είχε βρει δουλειά σ' ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε καρφίτσες.
«Βελονοκαρφοποιείον». Την πάλεψε από δω, την πάλεψε από κει τη λέξη, αλλά την είπε.
Έτσι ήταν η Λαμπρινή. Της άρεσαν οι παράξενες λέξεις κι αν τύχαινε ν' ακούσει καμιά, τη χρησιμοποιούσε πάντα με ιδιαίτερη ευλάβεια. Αγαπούσε και τη δικαιοσύνη. Ένα περιστατικό μάλιστα που διηγήθηκε κάποτε στην αυλή αποδείκνυε και τις δύο αυτές αδυναμίες της.
Μέρες Χριστουγέννων και, όπως συνηθιζόταν τότε, μικρέμποροι είχαν εγκαταστήσει τους πάγκους τους κατά μήκος του μεγάλου δρόμου απ' το λιμάνι μέχρι το Δημοτικό Θέατρο και απ' τις δυο πλευρές. Πουλούσαν δωράκια για τα παιδιά χρωματιστά τόπια, άλλα μικρότερα από άχυρο, που ανεβοκατεβαίνανε μ' ένα λάστιχο που περνιόταν στο μεσαίο δάχτυλο, κουζινικά για μικρές νοικοκυρές, πάνινες κουκλίτσες, γλειφιτζούρια που είχαν στη βάση τους πλαστικά κουκλάκια ίσαμε μισή παιδική παλάμη, φανταχτερά στολίδια για το δέντρο, λουμίνια για το καντήλι, καμινέτα οινοπνεύματος, γυαλικά, κανάτια αιγινήτικα κι άλλα μαγικά.
Κόσμος πήγαινε κι ερχότανε. Να χαζέψει, ν' αγοράσει, να ξεχαστεί.
Πληγωμένη ακόμα η πόλη απ' τους πολέμους, ξενόφερτο και ντόπιο, πάσχιζε να 'βρει τρόπους να γιατροπορέψει τις μνήμες της. Βομβαρδισμένες κι αυτές, όπως η σκεπή της Αγια - Τριάδας, που, αν και άστεγη, φαίδρυνε τη λεωφόρο Γεωργίου, τη Γούναρη, τους γύρω δρόμους, και τα πρόσωπα ανθρώπων κι αγίων με το φως των κεριών της.
Θύμησες, πυρωμένα σίδερα στο μυαλό τους, σαν τα κομμάτια της λαμαρίνας απ' το «CLAN FRAISER» που 'χαν σφηνωθεί σ' ένα δέντρο στο πάρκο του Αγίου Σπυρίδωνα απ' το βομβαρδισμό του Πειραιά τον Απρίλη του '41.
Πήγαινε κι ερχότανε λοιπόν κύματα ο κόσμος και κολυμπούσανε μια στα χαρούμενα και μια στα οδυνηρά. Ξαφνικά κάποιος μικρέμπορος βάζει τις φωνές:
«Το τόπι, μού κλέψαν ένα τόπι».
Ακούει ένας πολιτσμάνος, τρέχει, αρπάζει το πιο φτωχοντυμένο παιδάκι που βρέθηκε μπρος του. Η φτώχεια είναι πάντα ύποπτη. Κι όσο μεγαλύτερη απ' τη δική μας, τόσο πιο πολλές υποψίες μάς ξεσηκώνει.
Έλα όμως που περνούσε κείνη την ώρα η Λαμπρινή!
«Ανοίχτε», φωνάζει παραμερίζοντας τους περίεργους, τρέχει, πιάνει τον πολιτσμάνο απ' το μανίκι.
«Τι σου φταίει, ρε κανάγια, το μικρό;»
Κι ενώ τον τραβοκοπούσε έξαλλη, γλιστράει το χέρι της στη θήκη με το όπλο.
«Θα σε οπλοφορήσω, ρε», του φώναξε τρομερή σαν λέαινα.
Ευτυχώς, η μανία της να χρησιμοποιεί ασυνήθιστες λέξεις, τη γλίτωσε εκείνο το βράδυ από βαριές κατηγορίες, για τη συμπεριφορά της κατά της αρχής, γιατί κανένας δεν κατάλαβε ότι απειλούσε ν' αφοπλίσει το όργανο.
Όσο για τους ακροατές και τις ακροάτριες της αυλής, δεν καταλάβανε το νομικό μέρος του επεισοδίου, απορήσανε, όμως, πώς είναι δυνατόν να κάνει τέτοια πράγματα η Λαμπρινή μ' όλη εκείνη τη λύπη που κουβαλούσε.
Το «βελονοκαρφοποιείον» πάντως ήταν μια αναμφίβολη πραγματικότητα, εμφανής ακόμα κι απ' τον τρόπο που άπλωνε η Αρμελίνα τη μπουγάδα της. Τέρμα τα μανταλάκια. Τα ρούχα στερεωνόντουσαν πια στο σκοινί με καρφίτσες. Κι ο πλανόδιος παλιατζής μπορεί να φώναζε τ' απογεύματα στο δρόμο «ένα μπουκάλι δέκα μανταλάκια αλλάζωωω...», αλλά δεν ενδιέφερε πια αυτό την Αρμελίνα.
Η Λαμπρινή είχε μάθει ν' αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τυχαίο βέλος μιας άστοχης τοξοβολίας. Ελάχιστα πράγματα, εκτός απ' τα παιδιά της, είχαν σημασία γι' αυτήν. Ακόμα και η ζωή της η ίδια δεν την αφορούσε.
Όμως μερικές φορές, όπως τότε με το χωροφύλακα, τής έβγαινε μια αλγεινή τάση να διορθώσει την κοινωνία κι ήταν σίγουρη πως μπορούσε να το κάνει. Όταν δεν της δινότανε περιθώριο χρόνου να σκεφτεί, αντιδρούσε αμέσως και συνέβαινε ν' αντιδράσει σωστά. Αν όμως υπήρχε χρόνος, άρχιζαν οι αμφιβολίες. «Γιατί;» «Για ποιον;» «Ποια είμαι εγώ;» και σταματούσε κάθε διάθεση και κουράγιο.
Η μάνα της δεν την εμπιστευόταν και τα κορίτσια της υποψιαζόταν πως δεν την αγαπούσαν. Δεν την πλησίαζαν ποτέ και κείνη δεν είχε το σθένος να τα διεκδικήσει απ' την Αρμελίνα, που έλεγχε τη συνείδησή τους, νομίζοντας πως τα προστατεύει.
Όταν βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο, το ανήγγειλε με τη χαρά κακής μαθήτριας, που καταφέρνει μ' επίμονη μελέτη να πάρει δέκα. Και περίμενε την επιδοκιμασία. Αλλά η μάνα της την κοίταξε δύσπιστα και είπε, συνεχίζοντας το μάζεμα του σπιτιού της:
«Άντε, να δούμε επιτέλους τα καζάντια σου».
Βέβαια εκείνο το «επιτέλους» έκρυβε κάποια αδέξια διατυπωμένη ελπίδα, αλλά η Λαμπρινή δεν το κατάλαβε και τα μάτια της ξαναγίνανε δύο μεγάλες λυπημένες λακκούβες με νερό.
Στράφηκε προς τα κορίτσια της, αλλά κι εκείνα μαζευτήκανε επιφυλακτικά κοντά στη γιαγιά τους και τότε είπε να μη δώσουνε πουθενά την καινούργια της σύσταση κι έφυγε με άδεια χέρια. Ερχόταν όμως συχνότερα και μερικές φορές έμενε και βράδυ.
Τις Κυριακές έβγαζε την καρέκλα της στην αυλή και λιαζόταν. Χτένιζε τα μαλλιά της σκύβοντας το κεφάλι μπροστά κι ύστερα μάζευε τις τρίχες απ' το χτένι, τις τύλιγε σ' ένα μικρό σφιχτοδεμένο κουβαράκι και τις έβαζε στην τσέπη της ρόμπας της για να τις πετάξει αργότερα.
Έδωσε και της έραψαν και καινούργιο φουστάνι. Τσελβόλ με μικρά ασπρόμαυρα καρουδάκια, λευκό γιακά πουκαμίσου, κουμπιά ντυμένα με το ίδιο ύφασμα και σφιχτή ζώνη με γκρογκρέν.
Ομόρφυνε. Χλωμή πάντα, όμως η αγριάδα του προσώπου της γλύκαινε σιγά σιγά. Κι όλο φώναζε κοντά της τις κόρες της, για ψύλλου πήδημα, έτσι, μόνο και μόνο για να πει τα ονόματά τους.
Τα κορίτσια ρωτούσαν. «Τι 'ναι πάλι, Λαμπρινή;» κι εκείνη αυτό που ήθελε ήταν να την πουν «μαμά», αλλά καθώς είχαν μεγαλώσει ντρεπόταν να τους το ζητήσει και την πιάναν δάκρυα. Τέντωνε τότε τα μάτια της να μη στάξει το δάκρυ και προσηλωνόταν κάπου, λες και περίμενε να 'ρθει από μακριά εκείνο που δε μπορούσε να 'χει.
Η Φλώρα κι η Βαρβάρα ήταν πια δεκαπέντε και δεκάξι χρονώ αντίστοιχα κι άλλο δεν είχαν να κάνουν, παρά να 'ναι χρήσιμες στο σπίτι και να περιμένουν μήπως τις γυρέψει κανένα καλό παιδί.
Στο μεταξύ οι «εξόδου» από το σπίτι ήταν περιορισμένες έως ανύπαρκτες, γιατί η Αρμελίνα, που δεν έψαχνε τις λέξεις σαν την κόρη της, όταν της έλεγε καμιά γειτόνισσα: «Μα ξεσκολίσανε τα κορίτσια! Άφησέ τα λίγο να βγούνε, πώς θα βρούνε γαμπρό;», αγρίευε κι απαντούσε: «Τι ξεσκολίσανε, χριστιανή μου; Μια ξεσκολισμένη έχω. Κράτει, καλά είναι».
Κόντευε να τελειώσει ο χειμώνας, άμα φέρανε την πεθερά της Ειρήνης απ' το νησί πολύ άρρωστη, να τήνε κάνουνε καλά οι γιατροί της Αθήνας. Αλλά «στου χάρου τις λαβωματιές μήτε γιατροί γιατρεύουνε, μήτε άγιοι βοηθούνε» είπε στοχαστικά η Αρμελίνα ένα βράδυ που την είδε όρθια και κατακίτρινη στην πόρτα, ίδιο φάντασμα, να ζητάει βοήθεια όχι για την αρρώστια της, αλλά γιατί είδε το φως στο καντράν του ραδιοφώνου μόλις σκοτείνιασε και δε μπορούσε να καταλάβει τι είναι.
Νόμιζε λοιπόν πως πήρε φωτιά το σπίτι. Η καημένη Ειρήνη με τα παιδιά είχε πεταχτεί στους Χαιρετισμούς κι άφησε το LOEWE OΡΤΑ ανοιχτό για να τη συντροφεύει.
Τέλος πάντων. Τρεις νύχτες μετά το συμβάν, Δευτέρα ήτανε, η γυναίκα πήρε την κάτω βόλτα, η αυλή αναστατώθηκε και η Βαρβάρα, η μεγάλη, βρήκε ευκαιρία να ξεπορτίσει.
Ως εκείνη τη στιγμή ελάχιστα είχανε αντιληφτεί τα κρυφοκοιτάγματα και τα ραβασάκια με τον Παναγιώτη, γιο μιας απ' τις αδερφές στο σπίτι της κατηφόρας που γινόντουσαν οι φασαρίες.
Τυπογράφος ο Παναγιώτης, εργατικό και ήσυχο παιδί, είκοσι πέντε χρονώ. Ντρεπότανε κιόλας για τους καβγάδες του πατέρα και των θειών του και δεν πολυέβγαινε στη γειτονιά. Κοντά στα μεσάνυχτα πήρανε είδηση την απουσία της κοπέλας. Τη στιγμή ακριβώς που ο άγγελος του θανάτου έκανε την εμφάνισή του στην ηλικιωμένη νησιώτισσα, η Αρμελίνα, μεταμορφωμένη σε άγγελο - τιμωρό, ξερίζωνε τα μαλλιά της Βαρβάρας.
Ώσπου να καλοξημερώσει, είχε ειδοποιηθεί η Λαμπρινή και κατά τις εφτά ακούστηκαν τρομερές φωνές απ' το δωμάτιο του Παναγιώτη, ο οποίος, όταν βγήκε να πάει στη δουλειά, είχε το ένα του μάτι πιο μαύρο κι απ' την καλύπτρα του ματιού του στρατηγού Νταγιάν.
Την ίδια Πέμπτη έγινε ο γάμος. Όμως η νύφη στολίστηκε και βγήκε απ' το σπίτι μιας γειτόνισσας, γιατί εκείνη τη μέρα στην αυλή είχανε την κηδεία. Και οι δύο τελετές, με λίγες ώρες διαφορά η μια απ' την άλλη, έγιναν στην Παναγίτσα, που ακόμη δεν ήταν ούτε ξύλινη. Μια καλύβα σε ιδιωτικό οικόπεδο ήταν.
Σ' όλη τη διάρκεια του μυστηρίου στο βλέμμα της Λαμπρινής λαμπύριζε ένα φως. Και μ' αυτό το ζείδωρο φως η Λαμπρινή είδε, για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, τον κόσμο γύρω της γεμάτο χρώματα. Ακόμα και το νυφικό, που ήταν βέβαια κάτασπρο, εκείνης της φαινόταν γιορταστικό ροζ.
Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο βάθος της αυλής.
Προστέθηκε μια κουζινούλα πλάι στο καμαρί και ο χώρος παραχωρήθηκε για πιο αυθεντικούς έρωτες. Η Αρμελίνα και ο κυρ Σταμάτης θα ερωτευόντουσαν πια κόβοντας βεντούζες στα μπροστινά δωμάτια.
Πέρασε κάμποσος καιρός. Η Λαμπρινή τσοντάριζε και για το καινούργιο αντρόγυνο. Ο γαμπρός της τή φώναζε κι αυτός με τ' όνομά της και η μοναδική φορά που αναφέρθηκε η πολυπόθητη λέξη «μυστήριο» κι «αφετηρία ζωής», ήταν άμα ρώτησε μια μέρα τη γυναίκα του:
«Μπορείς να μου πεις τι έχει η μάνα σου; Δε μου φαίνεται και πολύ καλά».
Αυτός ο καινουργιοφερμένος ήταν ο μόνος που το είχε προσέξει. Σε λίγο το ξέχασε κι αυτός.
Πλησίαζε το Πάσχα. Στ' άχτιστα οικόπεδα πελαγίζανε άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες. Κάτω στα βράχια, στις σχισμάδες, ανθίζανε αγριολούλουδα και με το γέρμα, το χνότο της θάλασσας μοσχοβολούσε χαμομήλι κι αγριοβιολέτα.
Γέμισε ο τόπος πασχαλίτσες. Ένα μεσημέρι η Λαμπρινή είδε μια παρέα από δαύτες ν' ανεβαίνουν τη σκάλα της ταράτσας. Κι εκείνο το φλογερό κόκκινο, απροσδόκητη παρεμβολή στο γκρίζο κόσμο της, λαχτάρισε να φωνάξει τις κόρες της να το δουν κι αυτές. Αλλά την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη κι ευθύς το κόκκινο ξεθώριασε.
Είχε καιρό που δεν έβαζε γραμμόφωνο. Και ύστερα από λίγο χάθηκε πάλι.
Η Αρμελίνα ανέφερε το γεγονός στο γιο της, σε μια από τις σπάνιες επισκέψεις του, που όταν γίνονταν βελτίωναν τη διάθεση της Αρμελίνας και τα οικονομικά τα δικά του, γιατί το νοίκι απ' τις δυο κάμαρες της Καλυψώς το εισέπραττε εκείνος.
Είπε η Αρμελίνα στον κανακάρη της, ποιος ξέρει, ίσως προσβλέποντας σε κάποια συμπαράσταση απ' την πλευρά του:
«Δεν έχω και νέα από δαύτηνε... ο Θεός ξέρει πού να ραίνεται».
Η μειωτική αντωνυμία αναφερόταν φυσικά στη Λαμπρινή.
Ο γιος δεν υπήρχε περίπτωση να βάλει σκοτούρες στο κεφάλι του με τα δικά τους, γι' αυτό απάντησε αφηρημένα:
«Η Λάμπραινα και πράσιν' άλογα».
Και μ' αυτήν τη σαφώς διατυπωμένη απροθυμία να συμμετάσχει στο πρόβλημα, έβαλε τα λεφτά στην τσέπη και πήγε σπίτι του.
Οι δυο τους είχαν κάτι σαν συνεννοημένες συνενοχές, που τους ένωναν. Μια απ' αυτές ήταν ν' αλλάζουν το όνομα της Λαμπρινής, «Λάμπραινα» ας πούμε, ή ν' αποφεύγουν να το αναφέρουν. Λες και την καταργούσαν επειδή δεν την ονομάτιζαν. Ή τη φοβόντουσαν, όπως οι Εβραίοι τον Θεό. Πυκνά τα σκοτάδια των οικογενειακών συμπεριφορών!
Πάντως σε όλους έλειψαν οι τσάντες που κουβαλούσε, αλλά κανείς δεν πήγε να τη βρει στη διεύθυνση που τους είχε ζητήσει να κρατήσουν μυστική, όταν τους την έδινε.
Σε δύο μέρες θα ήταν η γιορτή της.
Τη Μεγάλη Παρασκευή το απόγευμα, που ο Φάνης διάβαζε για την εξεταστική του Ιουνίου και οι γυναίκες ξαποσταίνανε απ' τις δουλειές, λίγο πριν από τον Επιτάφιο, φάνηκε η Λαμπρινή. Κατάχλωμη, τυλιγμένη σ' ένα άσπρο σάλι σαν σεντόνι Επιταφίου βρέθηκε μπροστά τους τρικλίζοντας. Η γλώσσα της μπερδευόταν, όπως όταν προσπαθούσε ν' αρθρώσει εκείνες τις παράξενες λέξεις που τόσο της άρεσαν, αλλά στο τέλος κατάφερε να πει ψιθυριστά και γαλήνια, λες και δεν έριχνε αστροπελέκι:
«Πεθαίνω».
Η Καλυψώ έσκουξε «αχ, βρε Λαμπρινή» κι έκανε το κεφάλι πέρα δώθε, όπως κάνουμε όταν συμβαίνει εκείνο που φοβόμαστε.
Η Ειρήνη έβγαλε ένα ουρλιαχτό κι έτρεξε κοντά της.
«Τι έγινε, Λαμπρινή μου;»
Η καινούργια νοικάρα, σαν να 'θελε να φράξει το δρόμο στη φρίκη, δάγκασε τα χείλη κι έκλεισε σφιχτά με τις παλάμες το στόμα της κι ο Φάνης πρόφτασε να την αρπάξει στην αγκαλιά του τη στιγμή που έπεφτε.
Άκουσε η μάνα τη φασαρία και βγήκε.
«Τόνε βρήκες το...» το δρόμο πήγαινε να πει, αλλά δεν απόσωσε τη φράση. Κατάλαβε.
Και ξαφνικά κάτι δυνατό σαν μίσος τρομερό κι ανεξήγητο έκαψε τα σπλάχνα της, για κείνη, που δεν της άφηνε πια κανένα περιθώριο να λυτρωθεί απ' τα λάθη της.
Να την πάρει στα γόνατά της και να τη νανουρίσει σαν να 'ταν μωρό. Δε θυμόταν πότε το 'κανε αυτό τελευταία φορά.
Τη φοβόταν την κόρη της· το βλέμμα της το πυρακωμένο. Τι τέλος πάντων γύρευε απ' αυτήν; Να πάψει να βλέπει μέσα στην άλλη τον εαυτό της; Ή μήπως να την ελευθερώσει; Αλλά πώς γίνεται να ελευθερώσεις κάποιον, όταν εσύ δεν είσαι ελεύθερος; Πώς γίνεται, αφού ο δεσμοφύλακας είναι μέσα σου από παλιά να σε προσέχει, μην ξαναγίνεις Κλυταιμνήστρα, αλλά σαν Πηνελόπη να σέρνεσαι ανάμεσα στον αργαλειό, το γιο, τους μνηστήρες και την υπομονή;
Όλα τ' άλλα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και παρεπόμενα. Κι η Αρμελίνα, όπως οι περισσότεροι, δεν τολμούσε να καταλάβει.
Την ξαπλώσανε τη Λαμπρινή στο κρεβάτι της μάνας της στη σάλα. Η Αρμελίνα στεκόταν με σκουριασμένα χέρια. Ούτε ο θάνατος μπορούσε να λιπάνει τους αρμούς, να λυθούνε επιτέλους.
Τα χέρια του ανθρώπου είναι να χαϊδεύουν, αλλά δεν το 'ξερε. Γι' αυτό είναι έτσι μαλακά κι απροστάτευτα. Αν είχαν γίνει για να λιώνουν σίδερα, θα 'ταν από άλλο υλικό. Τώρα που άρχισε να το ψυχανεμίζεται, ήταν αργά.
Τα κορίτσια της την κοίταζαν κεραυνοβολημένα και ο χρόνος εκδικητικός γελούσε σε μιαν άκρη. Τους την είχε φέρει. Τους είχε στερήσει όλα τα περιθώρια.
Έτσι και την ύστατη ώρα ακόμα η θλίψη που συνθλίβει την είχε πάρει αγκαλιά, συντρόφισσα όλης της ζωής της. Σε μια στιγμή έκανε ν' ανοίξει τα μάτια ψάχνοντας τη μάνα και τις κόρες της. Δεν είπε τίποτα. Μόνο προς το τέλος κατάφερε να τραυλίσει «κοριτσάκια μου». Το φλογερό κι αχόρταγο βλέμμα της έσβησε, οι νυχτερινές λίμνες των δακρύων της στερέψανε και ο χορός των παρευρισκομένων ρούφηξε τον τελευταίο της στεναγμό.
Όταν μέσα απ' τα σφιγμένα σπλάχνα των κοριτσιών ελευθερώθηκε επιτέλους η κραυγή «μαμά», σαν να τα σφάζανε, η Λαμπρινή δεν ήταν εκεί. Είχε κινήσει, να πάει στα μέρη που χιλιοτραγουδούσε μαζί με το γραμμόφωνο, ελπίζοντας πως θα της διαβούν οι πόνοι.
Εκείνη τη νύχτα του Επιταφίου όλη η γειτονιά ξενύχτησε τη Λαμπρινή. Κι όπως είναι το συνήθειο ανιστορούσανε το βίο της. Είπαν πως είχε χάσει τη δουλειά της και γι' αυτό φαρμακώθηκε. Και πως ένας απ' εκείνους με το μπριγιόλ φάνηκε μια μέρα και ζητούσε να μάθει την τελευταία της διεύθυνση. Ανακρίβειες.
Η Λαμπρινή ήταν φαρμακωμένη χρόνια, απλώς μια παράταση είχε πάρει, μήπως στο μεσοδιάστημα κατάφερνε κάτι. Όπως να «οπλοφορήσει» την εξουσία, να δουλέψει τίμια και να την αγαπήσουνε.
Την επομένη ήρθανε και την πήρανε, χωρίς παπά να την αποθέσουνε στη γη, που μέχρι τότε δεν είχε κρατήσει με ιδιαίτερη τρυφερότητα το λιγοστό της βάρος. Τη στιγμή που τη σηκώνανε, όλοι παγώσανε από το θρήνο μιας παράφορης γυναίκας που χίμηξε στο νεκρό κορμί μουγκρίζοντας σαν Αγαύη στις θηβαϊκές βουνοπλαγιές: «Θάλασσα τα κάναμε... όλα θάλασσα. Κόρη μου τυραννισμένη... παιδί μου».
Μετά το Πάσχα η Φλώρα βρήκε στις τσέπες της ρόμπας της μάνας της το κουβαράκι με τ' αποχτενίδια. Το κράτησε ζηλότυπα κρυφό από τις άλλες. Άλλωστε είχε αρχίσει να ξετυλίγεται μέσα της μια οργή ύπουλη και θολή για τη γιαγιά της και για την αδερφή της ένα αόριστο ταπεινωτικό αίσθημα συνενοχής σε μια αδικία.
Την ημέρα της Αναλήψεως πήρε το κουβαράκι με τα μαλλιά και κατέβηκε στη θάλασσα.
Κι όπως το πετούσε πέρα μακριά να το πάρει το κύμα, εκείνο διέγραψε ένα τόξο μπροστά απ' την τελευταία αχτίδα του ήλιου,που έγερνε προς τη μεριά της Ελευσίνας, σάματις να 'ταν η ίδια η Λαμπρινή, που όλο στρεφόταν προς το φως κι όλο την κατάπιναν απύθμενα βάθη. Σαν ηλιοτρόπιο του Βαν Γκογκ, που στην καρδιά της κίτρινης φλόγας του θρονιασμένο ένα φίδι το ποτίζει δηλητήριο.
Κοντοσταύλου Μοσχούλα
Η γυναίκα με το καθρεφτάκι - Διηγήματα
εκδ. Αρμός, Αθήνα 2010
Σημειώσεις:
(1) Γ. Ρίτσος
(2) Τραγούδι του Στ. Καζαντζίδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου