Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

ΣΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΤΗΣ ΑΔΕΡΦΗΣ

   
   Το μωρό, κρεμασμένο στα στήθια της, κλαψούριζε ανεχόρταγο. Το ντάντεψε μέσα στα μπράτσα της, του μίλησε χαδιάρικα να το μερώσει, συνεχίζοντας την πορεία της στον στριφτό ανηφορικό δρόμο για το χωριό.
   Μέσα στο σούρουπο π' ερχόταν αλαφροπάτητο μέσ' απ' τα λιόκλαρα και τις κορφές των κυπαρισσιών, το χνάρι του νιου κορμιού της φάνταζε σβέλτο, μ' όλη του τη λυγεράδα ν' ανατανυέται σε κάθε πάτημα, υποταγμένο σε κάποιου μυστικού ρυθμού το πρόσταγμα.
   Πορεύονταν στο πατρικό της σπίτι για να 'ναι στις χαρές της μεγάλης αδερφής.
   Το κάλεσμα έφθασε αναπάντεχο και βιαστικό, σαν που βιαστικά γίνονταν οι γάμοι. Για τούτο βιάζονταν να φτάσει. Για να ευχηθεί την αδερφή και να γνωρίσει τον γαμπρό.
   Μπαίνοντας στο μεγάλο πορτόνι, την υποδέχτηκε η φωνή απ' το γραμμόφωνο που αγωνίζονταν να σκορπά τη χαρά στους καλεσμένους. Ένας γύρος κοπελιές γοργόφερνε κύκλους συρτού, ένα σμάρι παιδιά τσιροκοπούσε και κυνηγιόνταν δώθε πέρα. Μια μεγάλη στενόμακρη τάβλα, στρωμένη γιορτάσιμα, στέκονταν φορτωμένη του Θεού τα καλά. Γύρω της τρωγόπιναν οι καλεσμένοι και τσούγκριζαν τα ποτήρια τους κι οι ευχές συχναπαντόνταν απ' όλες τις μεριές του τραπεζιού για «τις καλές τις ώρες». Η μάνα της σειόνταν με τον δυσκίνητο όγκο της να περιποιηθεί τον κόσμο.
   Στάθηκε ακουμπισμένη στο πορτόνι να βλέπει όλη τούτη τη χαρούμενη μάζωξη, σα χαμένη.
   Ο πατέρας της, αναγερτός στ' ακουμπηστήρι της καρέκλας του άδειαζε αργά κι ευτυχισμένα το ποτήρι του.
   Λοιπόν, την πάντρευε τη Μαριορή του...
   Ήταν η μεγαλύτερη θυγατέρα. Μπασμένη στα τριανταπέντε, γεροντοκόρη πια λογαριάζονταν στο χωριό. Ξοφλημένη. Μεγάλος καημός για τον γέρο και τη μάνα της. Γραμμάτιο βαρύ που όλο κι οι τόκοι του αύξαιναν όσο περνούσαν τα χρόνια. Μεγάλος καημός.
   Οι χωριανοί, σ' όσων τις πόρτες χτύπησε ο γέρος, αποτραβιόνταν. Καλή η προίκα και τα καλά που έταζε, καλή και νοικοκυρά κι η κόρη του -τ' όνομά της δεν ακούστηκε ποτές- όμως ολάσχημη η δόλια, στεγνή κι άχαρη. Κι ύστερα πώς δεν παντρεύτηκε ως τώρα; Μη τάχα κάνα κουσούρι κρυφό, κάνα μαράζι; Μήπως καμιά αμπορεσιά αγιάτρευτη;
   Κι όλο κι απόμενεν η Μαριορή κι όλο η πίκρα αύξαινε στα χείλια της ποτίζοντάς της στάλα τη στάλα τα σωθικά.
   Κι όντας φάνηκε στην πατρίδα ο Τζώνης, ξαναφερμένος απ' την Αμέρικα, να παντρευτεί, να σπιτωθεί στο χωριό του, να πάρει πατριώτισσα νοικοκυρά και τίμια και ν' ακουμπήσει πλάι της να ξεχάσει το μπούχτισμα του Νέου Κόσμου, ο γέρος έβαλε λυτούς και δεμένος να πέσουν απάνω του για τη Μαριορή.
   Και γίναν όλα τόσο γρήγορα. Με κείνη την Αμερικάνικια γρηγοράδα που 'χε διδαχτεί ο Τζώνης στην Αμέρικα. Μέσα στη βδομάδα αρραβώνας και γάμος.
   Αύριο γίνονταν τα στεφανώματα. Και το γλέντι άναψε, κατά το συνήθειο του τόπου, από βραδύς. Κι η μάνα έστειλε είδηση στη μικρότερη κόρη, να 'ρθει για να 'ναι στις χαρές της αδερφής.
   Στέκονταν τούτη τώρα και χάζευε τον κόσμο που γλεντούσε. Η ματιά της σαστισμένη. Τα πόδια της μαρμαρωμένα, την κρατούσαν κει στο πορτόνι.
   Ο νους της αλάργεψε. Χάθηκε στα περασμένα. Στο δικό της το γάμο. Σ' ένα ρημοκκλήσι. Χωρίς πέπλα και νυφικό. Δίχως καλεσμένους. Κι ο παπάς, να μη λέει να τραβήξει τα μάτια του απ' τη φουσκωμένη κοιλιά της.
   Μα δεν την ένοιαζε. Ακουμπούσε όλη αγάπη και θάμαξη πάνω στο Γιαννιό της. Όλη μπιστοσύνη και λατρεία. Κείνη, ότι είχε πατήσει τα δεκαοχτώ. Κείνος, τριαντάρης γεροδεμένος, σγουρός, καταμελάχρινος, φορτωμένος λεβεντιά.
   Την πλάνεψαν τα μάτια του, πλάνταξε το αίμα της στ' άγγισμά του. Του δόθηκε ένα σούρουπο μες στο λιοστάσι.
   Σα μαθεύτηκε το κάμωμά της, έφριξε ο κύρης της, η μάνα της σκόρπισε τα μαλλιά της στον άνεμο.
   Πήρε τότες τα μάτια της απ' το σπίτι. Πήγε τον βρήκε. Του ανιστόρησε τα χάλια της. Τίμιος, στάθηκε δίπλα της μπροστά στον παπά.
   Ύστερα απ' το γάμο, τής συχωρέσανε το σφάλμα οι δικοί της. Ωστόσο απόμεινε η μνήμη απ' το κάμωμά της στο χωριό.
   Την πήρε ο Γιαννιός και φύγαν στην πολιτεία. Κόνεψε στο σπίτι του και στην αγκαλιά του, σα σ' εκκλησιά. Τον λάτρεψε και τον τίμησε, περίσσια καλή μαζί του σαν που κι αυτός ήταν. Κι η χαρά της ήταν να ζει για χάρη του, να τον υπηρετεί και να τον αγαπά. Κι όντας τις νύχτες τη γύρευε, άφηνε το κορμί της στα χέρια του χαλαρωμένη χορδή τόξου που ο πιδέξιος αφέντης θα τεντώσει με πολύξερα και δυνατά χέρια δοκιμάζοντας την αντροσύνη του, ως να τη νιώσει να πάλλεται υποταγμένη στην κατοχή του και ν' ακροαστεί τον στερνό βόγγο απ' τ' αντιδόνισμά της... Κι ήταν όλα τόσο χαρούμενα δίπλα του...
   Όμως, σαν ήταν απ' τη μοίρα γραμμένο, έγινε κι αυτό... Τον έχασε. Ένα βράδυ που ο δυναμίτης, στο νταμάρι που δούλευε, έσκασε νωρίτερα απ' το κανονισμένο. Της τον έφεραν ολόχλωμο, τυλιγμένον στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου.
   Απόμεινε έρμη, και με δεύτερο μωρό στην αγκαλιά, να τον αναθυμάται.
   Δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Δεν τη χωρούσε. Πόρευε τη φτώχεια και τη θλίψη της στην πολιτεία, στην ξένη δουλειά.
   Και χθες, της ήρθε η είδηση απ' τη μάνα. Να κατεβεί γιατί παντρεύεται η Μαριορή. Να 'ναι στη χαρά της.
   Ξαφνιάστηκε. Τη Μαριορή την είχαν ξεγραμμένη πια από γάμο. Κανένας δε τη λογάριαζε για θηλυκό γιατί ποτέ της δε δείχτηκε να 'ναι. Κι έτσι αναπάντεχα, λοιπόν, η Μαριορή παντρεύονταν...
   Μέσα στ' ορφανισμένο το κορμί από τ' αντρίκιο χάδι που κάποτε το γνώρισε δυναστικό - λαχταρογύρευτο, η ζήλεια άδραξε την καρδιά της να την πονέσει με τ' αλύπητα χέρια της.
   Μια μυστικιά φωνή αντιδονούσε την άρπα της ψυχής της κι οι μακρινοί ξεχασμένοι της ψίθυροι, αζωντάνευτοι τόσον καιρό απ' τ' αντρός το μουρμουριστό ερωτόλογο, θρηνολόγησαν στα βάθια του είναι της. Κι η φουρτούνα απ' τις θύμησες της σάρκας την έπνιξε κι όλη η ύπαρξή της αναταράχτηκε απ' το φθόνο για το νυφιάτικο κρεβάτι της αδερφής που γεύονταν αύριο την αψάδα του άντρα.
   Θα γλύκαιναν τα σωθικά της Μαριορής, τα μάτια της θα στραφτάλιζαν όμορφα κι ήμερα, θα γέμιζαν φως. Να δεις, θα ομόρφαινε η Μαριορή, θα ομόρφαινε...
   Ανταριασμένη η ανέραστη πια σάρκα της, ολόλυζε μπρος σ' αυτό π' αναπαράσταινε ο νους της. Τ' αγκάλιασμα της Μαριορής με το γαμπρό.
   Κι ολάκερη έγινε μνήμη κι έρωτας. Μια αφορμισμένη πληγή που οι θύμησες μπήγαν αδυσώπητα τα μυτερά νύχια τους να χορτάσουν τη μυρουδιά του αιμάτου όντας τ' αγγίζει η πεθυμιά.
  Κάποιος πέρασε δίπλα της βιαστικός, την έσπρωξε άθελά του. Απορεμένη, στράφηκε. Ένας εξηντάρης κοντακιανός, με μια χρυσοκίτρινη αντιφεγγιά  στο μούτρο του που ξεπηδούσε απ' τη διπλή σειρά τα χρυσά του δόντια. Με μιαν απίθανη κοιλιά πάνω σε δυο καμακωτά ποδάρια. Μ' ένα κεφάλι γυαλισμένο θαρρείς με το βερνίκι. Κοντοστάθηκε μπροστά της, έσκυψε ταπεινά.
   «Σόρυ», είπε και τράβηξε πάλι βιαστικός για τη στρωμένη τάβλα.
   Όλοι σηκώθηκαν. Σήκωσαν τα ποτήρια τους. Τον καλωσόρισαν.
   «Οι ώρες οι καλές, γαμπρέ.... και καλά στέφανα».
   Αλαφιασμένη σταμάτησε για μια στιγμή η καρδιά της να χτυπά.
   «Είν' ο γαμπρός αυτός... είν' ο γαμπρός...»
   Κι άξαφνα, χούγιαξε ανεκράτητο το γέλιο στον καταπιώνα της. Ξεπήδησε ξέφρενο κι αλλοπαρμένο να την πνίξει και κατρακύλισε ανεμπόδιστο σαν ποταμός π' αντιβοά διογκωμένος απ' τις νεροσυρμές απρόσμενης μπόρας.
   Η κραυγή της σάρκας της καταλάγιασε κι η άψα του πετσιού της σβέστηκε. Κι ολάκερη γίνηκε γέλιο. Γέλιο ξαλάφρωσης, λυτρωτικό που βούβαινε το φτόνο και τη ζήλεια της, μέρωνε τους καημούς της.
   Δεν ήταν να χαρεί, λοιπόν, η Μαριορή αντρίκια αψάδα... Δεν ήταν να χαρεί, πάρεξ το γλυτζιάρικο πιλάτεμα απ' τα γέρικα χείλια, τα χέρια τα τρεμάμενα, την παγωμένη ανασαιμιά...
   Έτρεξεν, αγκάλιασε την αδερφή. Το γέλιο τής ανέβαζε θολό μπερντέ στα μάτια. Την ανασπάστηκε στα δυο τα μάγουλα κι ευχήθηκε για τις καλές τις ώρες και τα καλά τα στέφανα...
 
Κλήμη - Παναγιωτοπούλου Σοφία
Περιοδικό «Θρακικά Χρονικά»,
τεύχος 12, Οκτώβριος 1963

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου