Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

Η ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΗ

  
   Σα νέα κι εύμορφη -τι κι αν ήταν παπαδοπούλα;- η μαυρομμάτα Αγγελική, η μικρότερη του παπά - Στέλιου του Μυλωνά, αγαπήθηκε από ένα νέο και τον αγάπησε κι αυτή.
   Τον έλεγαν Τάση κι ήταν μονάκριβος του Πόφαλου, του πλούσιου χωριάτη που καθόταν στη χώρα για να τον σπουδάζει, κι ήταν μελαχρινός και νόστιμος, ζωηρός κι αγαπησιάρης, κι εξεκινούσε επίτηδες από τη μακρινή γειτονιά του, για να βλέπει την Αγγελική που τον εφύλαγε στο παράθυρο -κοντούλα και γιομάτη, δεκαοχτώ χρονών, που τον ετρέλαινε- και τα βράδια της έκανε συχνά ωραίες σερενάτες με τους φίλους του και της τραγουδούσε:
 
Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγελικούλα μέλι,
Αγγελικούλα κρύο νερό, που πίνουνε οι αγγέλοι...
 
   Κι ένα βράδυ αυγουστιάτικο, αφού διαλύθηκε πια η σερενάτα κι οι φίλοι τραβήξανε για τα σπίτια τους, ο Τάσης έμεινε αργά, και κατάφερε την Αγγελική -πολύ πράμμα βλέπεις!- να κατέβει στην πόρτα του σπιτιού της, που ήταν στο πλάτωμα της Εκκλησιάς, έρημο εκείνη την ώρα, δίπλα στο τετράψηλο καμπαναριό.
   Δεν ήταν η πρώτη φορά που κατέβαινε στην πόρτα της η Αγγελική, για να μιλήσει από κοντά με τον καλό της. Φαίνεται όμως πως εκείνο το βράδυ, ο Τάσης τα είχε προσχεδιασμένα από νωρίς, για να χαρεί κάτι παραπάνω. Γιατί πώς βρέθηκε άξαφνα ξεκλείδωτη η πόρτα του καμπαναριού, και μόλις την έσπρωξε, τάχα για να ιδεί αν ανοίγει, εκείνη άνοιξε διάπλατη;... Γι' αυτό κάτι πρέπει να 'ξερε ο Γιάννης ο καμπανάρος που κρατούσε το κλειδί του καμπαναριού, ο γερο - μεθύστακας... Μπορεί, βέβαια, να πήρε αυτός από τον Τάση κανένα δίδραχμο να πιει -ίσως και πεντόδραχμο- με τη συμφωνία να ξαστοχήσει, εκείνο το βράδυ, και να μην κλειδώσει την πόρτα, την ώρα που θα 'φευγε, αφού θα σήμαινε με τη μία και τον εσπερινό. Ποιος θα το καταλάβαινε, και τίνος θα 'ρχόταν η ιδέα να δοκιμάσει ν' ανέβει στο καμπαναριό, που όλοι το ήξεραν τέτοιες ώρες πάντα κλειδωμένο!...
   Έτσι θα ήταν. Γιατί μόλις άνοιξε η πόρτα, ο Τάσης είπε:  
   «Μπα! Ο καμπανάρος σας ξαστόχησε να κλειδώσει απόψε. Καλύτερα!... Λες και το 'καμε ξαπόστα (1) για μας... Έλα ν' ανεβούμε στο καμπαναριό... Εκεί πάνου θα είμαστε πιο σίγουροι...»
   Τρελή και σαστισμένη απ' την αγάπη, η Αγγελική δεν εστοχάστηκε τίποτα και -ανάθεμα την ώρα!- έκλεισε σιγά την πόρτα του σπιτιού της κι ακολούθησε τον Τάση ως τη διπλανή του καμπαναριού. Την έκλεισαν κι αυτή από μέσα κι άρχισαν ν' ανεβαίνουν με φόβους, με γέλια και με φιλιά... Ο πύργος είχε σκαλίτσα στενή, στριφτή, ατελείωτη, και κάθε τόσο ήταν τρυπημένος από μικρούς στενόμακρους φεγγίτες, ανοικτούς στη φεγγαρόφωτη νυκτιά. Η Αγγελική που ήξερε τα κατατόπια κι είχε συνηθισμένη τη σκαλίτσα, ανέβαινε μπροστά σαν οδηγήτρα, κι έτρεχε μάλιστα βιαστικά, για να μη την προφθάσει από πίσω ο Τάσης, που την κυνηγούσε να την αγκαλιάσει. Στα κεφαλόσκαλα, όμως, που σα να χώριζαν τον πύργο  σε δυο - τρία πατώματα, στεκόταν η κόρη λαχανιασμένη, κι εκεί την έφθανε ο νέος και την αγκάλιαζε μια στιγμή... μια στιγμή μονάχα... ώσπου του ξέφευγε απ' τα χέρια εκείνη κι άρχιζε πάλι το ανέβασμα και το τρελό κυνηγητό.
   Έτσι έφθασαν ως τις καμπάνες. Ήταν σα μια μεγάλη ολόφωτη σάλα, στο απάνω πάτωμα του πύργου, κι είχε οκτώ μπαλκονόπορτες γύρω, από δυο σε κάθε μεριά, κι έβγαιναν όλες στο ίδιο σιδερένιο μπαλκόνι, το πρώτο, που τριγύριζε σ' εκείνο το ύψος τον πύργο· γιατί ακόμα πιο πάνω, τον έζωνε και δεύτερο κομψό μπαλκόνι, όμοιο με το κάτω, όπου έβγαινε κανείς από τις θυρίδες της σοφίτας που τρυπούσαν το θόλο -ένα κόκκινο θόλο με λευκό οβελίσκο και μεγάλο τρίδιπλο σταυρό στην κορφή. Εκεί, στη μεγάλη σάλα, κρεμόνταν οι καμπάνες: μια πελώρια στη μέση, ακούνητη, που την άκρη του χοντρού γλωσσιδιού της έφθανες να την πιάσεις με το χέρι, μα που η κορφή της χανότανε ψηλά στο χάος της σοφίτας -άλλες δυο δεύτερες δίπλα της, και κάτι άλλες μικρές ολόγυρά της, κρεμασμένες από κινητούς άξονες, που τις βαρούσαν αυτές όχι απευθείας με το χέρι στο γλωσσίδι, παρά με σχοινιά δεμένα απ' την κορφή. Ολόκληρο γιγάντιο πιάνο - φόρτε, στημένο εκεί πάνου, βουβό, που περίμενε το μουσικό του για να τραντάξει ολόγυρα τον αέρα και να σκορπίσει σ' όλη τη χώρα τη βοερή συναυλία του, με χίλιους ήχους ταιριαστούς κι αρμονικούς, από λογιών - λογιών μετάλλινα στόματα, κι από λογιών - λογιών γλωσσίδια...
 
....................
 
   «A! Τι ωραία...»
   Τόση ήταν η μαγεία, που παρουσιάστηκε άξαφνα εμπρός στα μάτια του νέου, ώστε λησμόνησε και τις καμπάνες να καλοκοιτάξει -αν και ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε σε μεγάλο καμπαναριό- και την Αγγελική του ακόμα ν' αγκαλιάσει, αν και ήταν η πρώτη φορά που την είχε έτσι στη διάθεσή του... Έβλεπε γύρω απ' τις ολάνοικτες μπαλκονόπορτες και δεν εχόρταινε το θέαμα, το νυκτερινό πανόραμα της χώρας, το φωτισμένο απ' το φεγγάρι. Ήταν, αλήθεια, κάτι αφάνταστο κι απερίγραπτο να κοιτάζεις από εκείνο το ύψος πώς οι πλατιές θάλασσες αγκάλιαζαν τις στενόμακρες στεριές, και πώς εδαντέλλωναν περίγυρα τα σκοτεινά βουνά το βαθυγάλαζο ουρανό, σαν χρυσοσκονισμένο, και πώς εμίκραιναν ολοένα τα σπίτια, αρχινώντας από το πέλαγο των κεραμιδιών που απλώνονταν κάτω, ως πέρα, στα ριζοβούνια των λόφων, όπου ακόμα ανέβαιναν σπιτάκια αριά και λιγοστά, σαν πρόβατα παραστρατισμένα απ' το μεγάλο κοπάδι. Κι όλα αυτά, μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαριά λιγάκι και πυκνή, μα φωτεινή, φανταχτερή, ασήμι θα 'λεγες και χρυσάφι και μπλάβη πέτρα, αναλυτά όλα σε αέρα. Δεν εφυσούσε καθόλου κι η χώρα κοιμότανε βαθιά. Κάθε τόσο, ο Τάσης εσάστιζε σαν παιδί:
   «Μπα πώς φαίνεται από δω - πάνου το κάστρο!... Να, να, εκεί πέρα το σπίτι μας!... Ιδές το πόρτο!... Τι είναι κείνα τα κόκκινα μουράγια;... Α, το περιβόλι του Πιριπιμπή!... Μπααα!» 
   Του φαινόταν πως είχε ψηλώσει, πως είχε γίνει γίγαντας κι αυτός σαν το καμπαναριό· κι άμα είδε αντίκρυ του το θεόρατο καμπαναριό μιας άλλης εκκλησιάς, πρόσωπο προς πρόσωπο, όπως ποτέ του δεν το είχε ιδεί, του ήλθε να το χαιρετίσει και του φώναξε: «Γεια σου τ' αδρέφι!...»
   Η Αγγελική εγέλασε, κι ο Τάσης εγύρισε και την εκοίταξε και τη θυμήθηκε πάλι, την αγάπη του, και την έπιασε απ' τη λεπτή μέση, τη σφιγμένη με μια πέτσινη ζώνη, και την έβαλε να καθίσει κοντά του, στο σκαμνάκι το ξύλινο που καθόταν ο Γιάννης ο καμπανάρος.
   «Σ' αγαπάω, κυρά μου», της έλεγε με φιλιά. «Είμαι μουρλός για σένανε... θα σε πάρω για γυναίκα μου... θα σε πάρω!»
   «Είμαι δική σου... κι εγώ, αφέντη μου, σ' αγαπάω πολύ... πολύ».
   Κι έπειτα σώπαιναν, κι εκοίταζαν αγκαλιασμένοι την πλατιά θάλασσα που λαμποκοπούσε πέρα ως πέρα.
   Σε λίγο, η Αγγελική τού είπε:
   «Πάμε τώρα κάτου... φοβάμαι... φοβάμαι μην ξυπνήσουν στο σπίτι και καταλάβουν πως λείπω... κι εχάθηκα... συφορά μου!...» 
   «Τέτοια ώρα;» της είπε ο Τάσης. «Μα ξέρεις τι ώρα είναι; Κοντεύουν δύο ώρες από τα μεσάνυχτα... Ποιος ξυπνάει στο σπίτι σας τέτοια ώρα;»
   «Όχι, να ζεις... Φοβάμαι... Κανείς, αλήθεια, δεν μπαίνει τη νύχτα στην κάμαρά μου... κι έχω μια κάμαρα παράμερη, μοναχική... μα ίσια - ίσια εδώ από κάτου... μα ξέρω κι εγώ τι μπορεί να φέρει μία κακή ώρα;... Πάμε, να σε χαρώ, πάμε!»
   Και σηκώθηκε για να κατεβούν. Ο νέος, καθισμένος όπως ήταν, έκαμε να την κρατήσει δια της βίας κι επέρασε τα χέρια του από πίσω και την έπιασε από τα γόνατα. Εκείνη τότε τραβήχθηκε, αντιστάθηκε, και με την αντίσταση η σάρκα της λες κι εζωντάνεψε μέσα στα χέρια που την κρατούσαν, κι ο νέος αποτρελάθηκε μονομιάς, και σηκώθηκε ορθός και τη σφιχταγκάλιασε ολάκερη. Η Αγγελική φοβήθηκε τώρα τον Τάση.
   «Όχι», του έλεγε, «άφησέ με... δε θέλω... δεν κάνει... έτσι με πάρεις και γένω δική σου, τότες... Τώρα πάμε... μα είναι αργά!» 
   Αλλά πού ν' ακούσει ο νέος! Έβλεπε ακόμα από τη μπαλκονόπορτα το φεγγαροφωτισμένο πανόραμα, και το έβλεπε τώρα σαν κρύα κι ανέκφραστη ζωγραφιά. Μόνον η κόρη τού φαινόταν ωραία, μόνον η κόρη ήταν γι' αυτόν, εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος, το παν. Και την κρατούσε μ' όλη του τη δύναμη, για να μην του ξεφύγει και χάσει τον κόσμο... Κι ήταν δυνατός, και άγριος, και αναίσθητος, και κακός, σα να είχε γίνει άλλος άνθρωπος διαμιάς, σα να μην ήταν πια ο γλυκός μελαχρινός νέος που τραγουδούσε τα βράδια ερωτικά... Κι η Αγγελική την είχε πολύ - πολύ άσχημα, που ξεθαρρεύτηκε σε μια στιγμή τρέλας ν' ανέβει μαζί του εκεί πάνου, τέτοιαν ώρα! Και δεν ήξερε πια η δόλια τι να κάμει, και της ερχότανε να ξεφωνίσει, και στην απελπισιά της, ήταν έτοιμη ν' αρπάξει το γλωσσίδι της μεγάλης καμπάνας, και να σημάνει, να σημάνει -κι ας γίνει ό,τι γίνει!...
   Και να! Η καμπάνα εσήμανε μονάχη της! Κι ο Τάσης τρομαγμένος την άφησε. Μα πώς αυτό;
 
....................
 
   Τη στιγμή εκείνη, στη σιγαλιά της νύχτας, άξαφνα, ακούσθηκε μια βοή άγρια, λες κι εσηκώθηκε αέρας δυνατός. Την ίδια στιγμή το πάτωμα τινάχτηκε προς τ' απάνω, δυο - τρεις φορές, και τους έκαμε να χοροπηδήσουν. Όλος ο πύργος, απ' τα θεμέλιά του, άρχισε να τρέμει, να κουνιέται, να πηγαίνει και να 'ρχεται. Πρώτα σιγά, έπειτα δυνατά, έπειτα δυνατότερα... Στο τέλος, λες και τον είχε αγκαλιάσει κάποιος δαίμονας θυμωμένος και τον ετράνταζε με λύσσα για να τον γκρεμίσει. Κι οι καμπάνες του άρχισαν να κτυπούν άτακτα, πνιχτά, χωρίς να βγάνουν όλο τους τον ήχο, λες κι ήταν άνθρωπος ο πύργος κι από το σφίξιμο του δαίμονα δεν μπορούσε να βγάλει όλη του τη φωνή...
   «Aέρας!» είχε πει πρώτα ο Τάσης σαστισμένος.
   «Σεισμός!» εξεφώνισε η Αγγελική αλαλιασμένη. «Παναγία βόηθα! Παναγία, βόηθα!...»
   Ο Τάσης εκοίταξε μια στιγμή από τη μπαλκονόπορτα και το πανόραμα του φάνηκε τώρα σα ζωγραφιά μουτζουρωμένη με το πινέλο του θυμωμένου της ζωγράφου. Από παντού ανέβαινε μια σκόνη κιτρινόμαυρη, ένας καπνός άσχημος που θόλωνε και το φεγγάρι.
   «Κάτου! Πάμε κάτου!»
   Στην κοσμοχαλασιά του σεισμού, άλλο δε συλλογίσθηκαν, φυσικά, παρά πώς να σωθούν... Κι αμολύθηκαν, μπροστά η Αγγελική, κι άρχισαν να κατεβαίνουν τη στριφτή σκαλίτσα την ατέλειωτη, ενώ ο πύργος ξακολουθούσε ακόμα να πηγαινοέρχεται. Ροβολούσαν βιαστικοί και καταφοβισμένοι, κατρακυλούσαν, γκρεμοτσακίζουνταν. Δεν έφεγγε πια απ' τα παραθυράκια, λες κι είχαν σβήσει έξω τα φώτα. Η σκόνη τους αποστράβωνε και τα ξεφτίσματα των τοίχων, ασβέστες και πετραδάκια, έπεφταν απάνω τους από ψηλά. Άγρια, σπαρακτικά ξεφωνητά γυναικών έφθαναν από μακριά, με τους άλλους κρότους, και τους αποτρέλαιναν. Είναι θαύμα πώς τα κατάφεραν να κατεβούν ως το τέλος και να φθάσουν στην εξώπορτα. Την βρήκαν σφηνωμένη κι ο Τάσης έβαλε όλη του τη δύναμη για να την ανοίξει. Ο σεισμός είχε πάψει από τα μισά του κατεβάσματος, μα τους φαινόταν πως ακόμα η γη σάλευε, πως έφευγε κάτω απ' τα πόδια τους, και με την ίδιαν ορμή του πανικού που κατέβαιναν αλαλιασμένοι για να σωθούν, να γλιτώσουν, χωρίς να συλλογισθούν τίποτ' άλλο, πετάχθηκαν κι από την πόρτα του καμπαναριού, έξω στο δρόμο, στο πλάτωμα...
   Αλίμονό τους! Τρισαλίμονο!...
 
.....................
 
   Το πλάτωμα της Εκκλησιάς ήταν γεμάτο κόσμο. Όλη η γειτονιά, όλοι οι δυστυχισμένοι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, που κοιμόνταν στα σπίτια και στα χαμόσπιτα ένα γύρο, είχαν πεταχτεί στο δρόμο με τα νυχτικά τους... Κι έβλεπες λευκοφόρα και χλωμά φαντάσματα, άλλα γονατιστά, άλλα όρθια, άλλα πεσμένα κάτω, με τα χέρια ψηλά, σε κάτι στάσεις προσευχής, απελπισίας και τρόμου, όλα στη μέση του πλατώματος, μην έπεφτε κανένα σπίτι στην άκρη και τα πλάκωνε... Κι εκεί που είχαν ακούσει λίγο πριν τις καμπάνες να σημαίνουν μοναχές τους κι είχαν πει σταυροκοπούμενοι: «Παναγία μου! Οι καμπάνες σου βαρούνε με το σεισμό!... Βόηθα να μην πέσει το καμπαναριό σου!» Έξαφνα, να, βλέπουν την πόρτα ν' ανοίξει και δυο περίτρομα πλάσματα να πεταχθούν, σαν κυνηγημένα -μια κοπέλα κι ένας νέος, όχι με τα νυχτικά τους αυτοί, παρά με τα ρούχα της ημέρας, και κάμποσην ώρα ύστερ' από το σεισμό! Ποιοι ήταν; Και τι γύρευαν νύκτα στο καμπαναριό;... Και γιατί δεν εβγήκαν αμέσως;... Ήταν λοιπόν απάνω ψηλά, στις καμπάνες;
   Και μερικοί, στην τρέλα της στιγμής, εσυσχέτισαν με την εμφάνιση αυτή τα τρομακτικά καμπανίσματα κι είπαν μέσα τους πως εκείνοι οι δυο θα είχαν σημάνει...
   Ο Τάσης, αν και βρέθηκε μπροστά σε τόσον κόσμο χωρίς να το περιμένει -πώς να το συλλογισθεί στην πρώτη του τρομάρα;- δεν τα 'χασε όμως κι ολωσδιόλου, κι αφήνοντας την Αγγελική να προχωρήσει στη μέση, με την ψυχόρμητη ακόμα κίνηση του πανικού αυτή, εκείνος έστριψε, μπήκε στο στενό κι άρχισε να τρέχει σαν τον κλέφτη. Ο φόβος του σεισμού είχε υποχωρήσει μέσα του στο φόβο των ανθρώπων. Κι έτρεξε πάλι, για να σωθεί τώρα απ' αυτούς -και σε λίγο έγινε άφαντος.
   Μα όσο γρήγορα κι αν έφυγε, κι όση κι αν ήταν η σαστιμάρα των σεισμοπλήκτων ανθρώπων, τον γνώρισαν τον κλέφτη! Μπα, καλέ, δεν ήταν ο Τάσης του Πόφαλου, ο μελαχρινός εκείνος νέος που συχνοπερνούσε τ' απογεύματα κι έκανε τα βράδια τις σερενάτες; Μπα, μπα! Κι εκείνη, καλέ, δεν ήταν η Αγγελική του παπα - Στέλιου;... Να τήνε κιόλα! Είδε τη μάνα της, την παπαδιά, που στεκόταν εκεί έξω με τους δικούς της κι έτρεξε κοντά κι έπεσε στην αγκαλιά της:   
   «Μάνα μου! Μάνα μου! Σεισμός!»
   «Παιδάκι μου... επέρασε.... εγλιτώσαμε με τη χάρη της Παναγίας... Μα πώς βρίσκεσαι εσύ ντυμένη;... Ντύθηκες κιόλας ή δεν εκοιμόσουν τέτοια ώρα;...»
   «Σεισμός!» απαντούσε η Αγγελική, μ' εκστατικά μάτια τρελής.
   «Ναι, σεισμός!... Πάμε, κακομοίρα μου, και σου δείχνω εγώ τι σεισμός ήτανε!...»
   Μιλούσε ο αδελφός της ο Αλεξανδρής, ο μεγαλύτερος γιος του παπα - Στέλιου του Μυλωνά, ένας νέος ίσιαμε εικοσιπέντε χρονών, μαλλώδης, όπως έλεγαν την εποχή εκείνη στον τόπο τους ανθρώπους του λαού, που είχαν άφθονα φουντωτά μαλλιά κι έκαναν το παλικάρι.
   Ο παπάς δεν είχε ιδεί τίποτα. Η παπαδιά δεν είχε καταλάβει τίποτα. Ο Αλεξανδρής όμως τα είδε και τα κατάλαβε όλα:
   «Με τον Τάση στο καμπαναριό, ε; Καλά!... Καλά!»  
   Τους έμπασε όλους μέσα στο σπίτι με το στανιό.
   «Μη φοβάστε και δεν πέφτει», τους έλεγε. «Κι αν πέσει και μας πλακώσει, ακόμα καλύτερα, γιατί μας πρέπει!... Έλα, έλα, ομπρός!...»
   Ντρεπόταν και τη γειτονιά. Δεν ήθελε να τους βλέπουν ακόμα εκεί έξω, αφού είδαν τη μπομπή (2) της αδελφής του...
   Εκείνη τη στιγμή έφθασε λαχανιασμένος κι ο Γιάννης ο καμπανάρος -καθόταν λίγο μακρύτερα- κι έτρεξε ίσα στο καμπαναριό κι απόρησε που βρήκε την πόρτα του ανοικτή  -αν και ο ίδιος την είχε ξαστοχήσει- κι ανέβηκε απάνω θαρρετά, όσο μπορούσε πιο γρήγορα, κι άρχισε να σημαίνει τις καμπάνες. Η αιθέρια εκείνη συναυλία έσταξε σαν βάλσαμο στις φοβισμένες ψυχές. Τους φαινόταν πως τους μιλούσε ο ίδιος ο Θεός και τους παρηγορούσε... Την ίδια ώρα, όπως γίνεται εκεί σε κάθε σεισμό, εσήμαιναν και όλα τ' άλλα μεγάλα καμπαναριά: ο Άγιος Διονύσιος, οι Άγιοι Πάντες, η Φανερωμένη, η Αγία Τριάδα, η Πικριδιώτισσα... Ο καλός Θεός είχε ξυπνήσει και μιλούσε με χίλιες καμπάνες απάνω από τη χώρα κι η φωνή του η βροντερή κατάπνιγε κάθε άλλη φωνή και κάθε άλλον κρότο... Μα μ' όλ' αυτά, οι χριστιανοί δεν εξεθάρρευαν ακόμη να γυρίσουν να κοιμηθούν στα σπίτια τους τα ραγισμένα, τα ρημαγμένα... Το μεγάλο σεισμό διαδέχτηκαν δέκα, είκοσι μικροί. Η γη εσάλευε σχεδόν ακατάπαυστα. Δόξα σοι ο Θεός, έκανε ζέστη τη νύκτα εκείνη την αυγουστιάτικη. Κι οι περισσότεροι την πέρασαν στο ύπαιθρο, ως το πρωί. Το πλάτωμα της Εκκλησιάς είχε μείνει γεμάτο φαντάσματα. Μερικοί έβγαλαν έξω και τα στρώματά τους· άλλοι, με σεντόνια και με κουβέρτες, έκαμαν πρόχειρες σκηνές.
 
....................
 
   Μα στο σπίτι του παπά, που ήταν μεγάλο και καλόκτιστο, δεν είχαν και τόσο φόβο. Μπήκαν για να κοιμηθούν και... δεν έκλεισαν μάτι... Είχαν άλλο σεισμό οι δυστυχισμένοι εκείνοι!... Η Αγγελική, από τον τρόμο της κι από τη ντροπή της, μόλις μπήκε, είχε πέσει κάτω ξερή. Τόσο που κι ο Αλεξανδρής ο ίδιος, δεν εβάσταξε η ψυχή του ούτε να την αγγίξει, κι ας τους έλεγε την ώρα που την έτριβαν με ξίδια, να την αφήσουν καλύτερα να «ψοφήσει», κι ας ορκιζόταν, μα τη χάρη της Παναγίας, πως «του έρχεται έτσι να της δώσει μία με το τακούνι στο καύκαλο, που να της το κάμει τρίψαλα...»
   Με τα πολλά η Αγγελική συνήλθε, μ' ακόμα τής φαινόταν πως έβλεπε κακό όνειρο... Άκουε από μέσα τη φωνή του πατέρα της, που προσευχόταν στα εικονίσματα, άκουε τη φωνή του αδελφού της, που έβριζε κι εβλαστημούσε, έβλεπε τριγύρω της τη μάνα της κατάχλομη και τις αδελφές της, και δεν ήξερε τι ήταν... Στο ύστερο κατάλαβε πως είχε ξυπνήσει, μ' απορούσε ακόμα πολύ πως οι δικοί της φαινόταν σα να ξέρουν το όνειρό της, ενώ εκείνη δεν το είχε πει κανενός... Μην είχε μιλήσει, μην είχε φωνάξει στον ύπνο της;... Γιατί στον ύπνο της φανταζόταν πως τα είχε ιδεί όλα τα φοβερά εκείνα πράγματα -το νυκτερινό ξεπόρτισμά της, το ραντεβού της τάχα με τον Τάση στο καμπαναριό, που άρχισε τόσο γλυκά, κι επροχώρησε τόσο άσχημα, κι ετελείωσε μ' ένα μεγάλο σεισμό, που ήλθε μες στην ώρα, για να τη σώσει από τη μια ντροπή και να τη ρίξει σε άλλη!...
   Ερχόταν όμως στιγμές που άστραφτε στο νου της η αλήθεια. Κι ήταν τόσο τρομερή αυτή η αλήθεια,κι ήταν τόσο απίστευτη -Αχ! Αχ! Πώς μπόρεσε να κάμει τέτοια τρέλα αυτή!- και της έφερνε τόσους τρόμους και τόσες τύψεις, που λιγοθυμούσε πάλι σα να έβλεπε φάντασμα. Κι έτρεχαν ξανά η μάνα της κι οι αδελφές της με ξίδια, να τη συνεφέρουν.
 
....................
 
   Έτσι επέρασε τη νύκτα η Αγγελική, και την άλλη μέρα, και κάμποσες ακόμα μέρες πικρές... Στο στρώμα, μια πέθαινε και μια ξαναζούσε... Και κανείς δεν ήξερε αν θα ζούσε στο τέλος ή αν θα πέθαινε. Τι πήγε να της τύχει κι αυτηνής!... Ήταν καλοί άνθρωποι οι δικοί της, και την αγαπούσαν όπως σ' όλα τα σπίτια αγαπούν το στερνογέννι. Ακόμα κι ο Αλεξανδρής, που έκανε τον άγριο, κατάβαθα την ελυπόταν... Κι ενώ ο παπάς την εσκέπαζε με το πετραχήλι του και την εδιάβαζε, κι ενώ η παπαδιά έκραξε και γιατρό, που είπε πως είναι «νευρικό» και της έγραψε γιατρικά, κι ενώ οι αδελφές της τής έκαναν κάθε γιατροσόφι που τους έλεγαν οι γειτόνισσες -το καλύτερο απ' όλα, το μόνο που μπορούσε να της δώσει τη ζωή, το έκαμε ο Αλεξανδρής.
   Αυτός, μάτια μου, εφούντωσε τα μαλλιά του, ψήλωσε τους ώμους του, ζώστηκε τ' άρματά του, πήρε μαζί κι ένα φίλο του μαλλώδη και πήγε να βρει τον Τάση του Πόφαλου, να του πει «δυο λογαράκια»:
   «Κακομοίρη μου! Ή την παίρνεις ή σε σκοτώνω!...»
   «Δεν είναι καμία χρεία να με σκοτώσεις», αποκρίθηκε ο Τάσης, «γιατί κι εγώ να την πάρω θέλω... Και να μη γινόταν εκειό που έγινε, πάλι θα την έπαιρνα. Όχι πως τίποτα κακό, 'παναπεί -γιατί εμείς, κι αν ανεβήκαμε μια στιγμή στο καμπαναριό, μείναμε πάλι σαν αδέρφια- μα έτσι που μας είδε η γειτονιά και το 'μαθε ο κόσμος... Ναι, θα την πάρω και σου δίνω τον λόγο μου. Μα πρέπει να περιμένουμε λίγο, ώσπου να καταφέρω τον πατέρα μου».
   «Γι' αυτό να μη σε γνοιάζει και τον πατέρα σου τον καταφέρνω εγώ... Και πρώτα θ' αρραβωνιαστείς, πρώτα θα μπεις στο σπίτι μας σα γαμπρός κι ύστερα θα γνοιαστούμε για τον πατέρα σου. Εκείνο που σου λέω εγώ! Και πού είσαι; Να φοβηθείς δεν έχεις τίποτα, το παραμικρό. Εδώ είμαστε 'μεις, για ούλα!»
   Κι επαλάμισε πρώτα το στήθος του  παλικαρίσια κι έπειτα έδειξε το φίλο του.  
   Τι είχε να κάμει ο Τάσης; Πολλές παλικαριές αυτός δεν ήξερε και περισσότερες φιλίες είχε με την κιθάρα παρά με την πιστόλα. Τρελόπαιδο ήταν κι η Αγγελική τού άρεσε πάντα κι από κείνη τη νυκτιά ακόμα πιο πολύ. Με τις πλάτες των αλλονών ελογάριαζε πως μπορούσε ν' αψηφήσει την οργή του πατέρα του. Μάνα δεν είχε· με μια γριά θεία του ζούσε· κι εκείνον τον καιρό, ο γερο - Πόφαλος έλειπε στα κτήματα. Έτσι του ήρθε εύκολο να τ' αποφασίσει -και πάλι βλέποντας και κάνοντας.
   Χωρίς να ρωτήσει λοιπόν κανένα δικό του, χωρίς να το πει καλά - καλά ούτε στους φίλους του, έδωκε στον Αλεξανδρή το λόγο του και, την προσδιορισμένη μέρα, πήρε τα δακτυλίδια και τα χαρίσματα και μπήκε στο σπίτι του παπά για γαμπρός. Η γειτονιά που είχε φρυάξει με το σκάνδαλο, αναγάλλιασε· ένα βάρος, σαν το τετράψηλο καμπαναριό, σηκώθηκε από τα στήθια όλων των συγγενών· και η Αγγελική νεκραναστήθηκε και μόνο που δεν τρελάθηκε απ' την πολλή χαρά της.
   Πρώτη φορά στη ζωή της -και τι ζωή είχε ζήσει κι αυτή, δεκαοχτώ χρονών κοπέλα!- καταλάβαινε πόσο ο μεγάλος πόνος μοιάζει με τη μεγάλη χαρά. Γιατί κι αυτά που συνέβαιναν τώρα τριγύρω της πάλι τα έβλεπε σαν όνειρο. Ο Τάσης κοντά της και δικός της, οι σπιτικοί όλοι ευτυχισμένοι να δακρύζουν, μια χρυσή βέρα στο χέρι της -ευλογημένη από τον παπά- γελαστές γειτόνισσες με συχαριάσματα, γλυκά, ζαχαρόκουκκα (3), ορτζάδες (4) και παντόλες (5), όλα της φαινόταν σαν ωραία συνέχεια του φρικτού ονείρου που είχε κάμει εδώ και λίγες μέρες. Κι έτρεμε μην ξυπνήσει πάλι και τα χάσει όλα...
 
....................
 
   Εξύπνησε η δυστυχισμένη και τα 'χασε!
   Όταν ο Πόφαλος έμαθε τα κατορθώματα του γιου του, έγινε σκυλί μοναχό. Ούτε ν' ακούσει τέτοιο γάμο ρεντίκολο (6)! Ακούς εκεί που ο Τάσης του, ο μονάκριβος, ο πλούσιος, ο σπουδασμένος, ο όμορφος, θα έπαιρνε μια θυγατέρα του παπα - Στέλιου του Μυλωνά,  χωρίς σπίτι, χωρίς αμπέλι, χωρίς χωράφι, χωρίς κατρίνι (7)! Πως ήταν όμορφη; Ου! Πόσες άλλες όμορφες ήταν, με πλούτια θησαυρούς κι από σπίτια παλάτια!... Πως την αγάπαγε; Δε βαριέσαι; Οι νέοι εύκολα αγαπούν κι ευκολότερα ξαγαπούνε... Πως εφοβέριζαν οι δικοί της να τον σκοτώσουν, γιατί τον έσμπλαξαν (8) μια νύχτα με δαύτη; Ε, πολλούς στον κόσμο φοβέρισαν, μα λίγους εσκότωσαν, παιδί μου! Κι απέ, αν ήταν να σκοτώνουν τους νέους έτσι, για ένα φιλί, καλημέρα γι' αύριο, που λέει ο λόγος!...
   Ωστόσο πάντα φοβότανε κανένα ατσιντέντε (9), και γι' αυτό δεν αποτράβηξε το γιο του αμέσως. Τον άφηνε «να βράσει με το ζουμί του», καθώς έλεγε. Εφρόντιζε μόνο να μαθαίνει με τρόπο το καθετί -είχε γίνει σκυλί, μα ήταν πάντα του κι αλεπού- και αφού πληροφορήθηκε πως τα στεφανώματα αποφασίστηκε να γίνουν σ' ένα μήνα, ησύχασε κι έκαμε κιόλα πως δεν τον νοιάζει. «Γλήγορα, μου φαίνεται, θα καταφέρω το γέρο μου!...» έλεγε ο Τάσης χαρούμενος.
   Μα ο γέρος τού μαγείρευε κουκιά... Και μιαν ημέρα, εκεί που κανείς δεν επερίμενε πια τέτοιο ξαφνικό, τον άρπαξε τον καλό σου τον Τάση, τον έχωσε σ' ένα αμάξι, και τον επήρε μαζί του θέλοντας και μη, στο χωριό, στο Καταστάρι, όπου είχε κτήμα δικό του με σπίτι καλό. Εκεί πέρα του είπε επισημότατα πως με κανένα τρόπο δεν θα συγχωρούσε να γίνει αυτός ο γάμος, πως θα τον κρατούσε φυλακισμένο στο κτήμα, με βάρδιες καλές και πιστές, ίσιαμε την ημέρα που θα περνούσε το αυστριακό, και πως τότε θα τον εγύριζε πάλι στη χώρα, αλλά για να τον μπαρκάρει αμέσως για την Κέρκυρα και για την Ευρώπη, ν' αποτελειώσει τις σπουδές του, όπως ήταν κι αποφασισμένο από καιρό.
   Κι ο Τάσης, το τρελόπαιδο, που αγαπούσε αλήθεια την Αγγελική, μα που περισσότερο φοβότανε τον πατέρα του, υποτάχτηκε με μικρήν αντίσταση στο θέλημά του. Ήταν πολύ νέος, κι ήταν δειλός, και δεν είχε χαρακτήρα. Τον έκαναν ό,τι ήθελαν. Να τον παντρέψουν; Εστάθηκε. Να τον ξεπαντρέψουν; Εστάθηκε το ίδιο. Μα και δυνατότερος να ήταν και σταθερότερος, τι μπορούσε να κάμει με τόσες βάρδιες καλές και πιστές; Μόνο να πεθάνει. Ε, μ' αυτό ο Τάσης δεν το είχε στο νου του! Γιατί απ' όλα κι απ' όλους στον κόσμο περισσότερο αγαπούσε τη ζωούλα του.
   Φυλακισμένος λοιπόν στο Καταστάρι ο γαμπρός κι η Αγγελική στη χώρα επερίμενε... επερίμενε... επερίμενε. Πώς ήταν τούτο, να μη φαίνεται ο αρραβωνιαστικός της τόσες μέρες; Έστειλαν στο σπίτι του να ρωτήσουν κι η θεία είπε «δεν ξέρω». Ο Αλεξανδρής ρώτησε τους φίλους του -εκείνους που 'καναν μαζί άλλη φορά τις σερενάτες- κι οι φίλοι του είπαν «δεν τον είδαμε!» Πουθενά ο Τάσης! Χαμένος ο γαμπρός! Κι η Αγγελική από την πρώτη μέρα άρχισε να κλαίει και να βρέχει τα βιαστικά προικιά της με δάκρυα.
   Ύστερ' από καμιά εβδομάδα, τις παραμονές πια της Κυριακής που είχαν προσδιορισμένη για τα στεφανώματα, η Αγγελική έλαβε ένα γράμμα. Της το έφερε ένας βαρκάρης κι ήταν από τον Τάση. Έγραφε από το βαπόρι και της έλεγε πολλά...  πως λυπάται πολύ... πως ο πατέρας του δεν ήθελε... πως έφευγε εις την Ευρώπη να σπουδάσει... πως θα 'λεπε χρόνια πολλά... και πως αυτή, η Αγγελική, δεν θα έπρεπε πια να έχει καμία ελπίδα!...
 
....................
 
   Καμία ελπίδα!
   Απ' όλα όσα διάβασε στο γράμμα η Αγγελική, αυτό της εντυπώθηκε. Κα-μί-α ελ-πί-δα... Ένα πυρωμένο σίδερο, θα 'λεγες, της το εχάραξε μες στα βαθύτερα της καρδιάς της και την εσπάραξε. Ναι, δεν έπρεπε πια να έχει καμία ελπίδα -και δε θα είχε. Κι η τελευταία ακόμη που της είχε απομείνει ύστερ' από πέντε ημέρες αγωνίας κι απελπισιάς, της ξεριζώθηκε κι αυτή... Πάει, τελείωσε!
   Ο Αλεξανδρής, έξω φρενών, εφοβέριζε πως θα σκοτώσει το γέρο Πόφαλο -μα δεν εσκότωσε ούτε μύγα. Ο παπα - Στέλιος έκανε ατελείωτες προσευχές μπροστά στα εικονίσματα. Η παπαδιά κι οι κόρες της, φοβισμένες, προσπαθούσαν να  παρηγορήσουν την άμοιρη Αγγελική, και της έλεγαν πως από τότες που είχαν γίνει τίμιοι αρραβώνες, η ντροπή του καμπαναριού λησμονήθηκε και πως καμιά δεν είχε σημασία αν εχάλασε στο ύστερο ο γάμος. Πόσοι γάμοι χαλούν!... Έπειτα, νέα ήταν, όμορφη, δόξα σοι ο Θεός, θα περνούσαν λίγα χρόνια, κι αυτά ακόμα θα λησμονιούνταν. Και ποιος ξέρει τι άλλος νέος θα βρισκόταν, καλύτερος κι από τον Τάση, αρχοντόπουλο, που θα την αγαπούσε και θα την έπαιρνε...
   Η Αγγελική έκανε πως τ' ακούει και πως τα πιστεύει. Μέσα της όμως, βαθιά, είχε σχηματίσει πια την ιδέα πως έπρεπε να πεθάνει. Δεν μπορεί, έλεγε, να ζει μια κοπέλα χωρίς ελπίδα. Και πού να την εύρει πια η δυστυχισμένη, όταν την άφησε κι έφυγε ο νέος που την αγαπούσε; Και ποιος θα βρισκόταν, ύστερ' απ' αυτά που γίνηκαν κι ακούστηκαν, για να την αγαπήσει και να την πάρει αυτή, όταν όλη η γειτονιά η σουσουρίστρα -το ήξερε καλά- θα την έδειχνε πάλι με το δάκτυλο, όπως πρώτα, και θα έλεγε: «Να, εφτούνη είναι, μάτια μου, που τους ανεβάζει στο καμπαναριό!...» Τι ντροπή! Τι ντροπή!...
   Ήθελε να πεθάνει, ναι. Δεν εννοούσε όμως και ν' αυτοκτονήσει. Αν έκανε -ήξερε κι αυτή, σαν κάτι άλλες- να πιει δυάργυρο ξυσμένο απ' τον καθρέφτη, σουλιμά, μουσκεμένα σπίρτα ή κοπανισμένα γυαλιά... Ήξερε ακόμα, αν έκανε, ν' ανεβεί στο καμπαναριό και να πέσει από το μπαλκόνι στο πλάτωμα, όπως εδώ και λίγα χρόνια είχε πέσει ο τρελός εκείνος παπουτσής, ο Αρβανιτάκης, που του βγάλανε τραγούδι. Μα δεν έκανε! Ήταν κρίμα μεγάλο, που ο Θεός δεν το συγχωρούσε. Πολλές φορές είχε ακούσει τον πατέρα της να το λέγει, κι αυτή επίστευε όλα τα «θεοτικά» που έλεγε ο πατέρας της ο παπάς. Έπειτα το 'βλεπε και με τα μάτια της: νέους και νέες που είχαν πεθάνει με το χέρι τους, είδε να τους βγάνουν χωρίς παπά και χωρίς σταυρό, κι είχε ακουστά πως αυτούς τους δυστυχισμένους τους θάφτουν χωριστά, έξω από το κοιμητήρι, αδιάβαστους. Πώς μπορούσε ποτέ να πάνε αυτοί στον Παράδεισο; Στην Κόλαση θα έβραζαν αιώνια κι αιώνια. Κι αυτή, όχι, δεν ήθελε να πάει στην Κόλαση. Έπειτα δεν ήθελε να δώσει και τέτοιο φαρμάκι του πατέρα της. Αυτό προπάντων τής έκανε φρίκη. Να του πεθάνει η αγαπημένη του θυγατέρα, συλλογιζόταν, και να μη μπορέσει ούτε στο λείψανό της να διαβάσει μίαν ευχή, σαν παπάς που ήταν!...
   Και όμως έπρεπε να πεθάνει.
   Κι άλλος τρόπος δεν ήταν, κανένας άλλος τρόπος, παρά να παρακαλέσει το Θεό να την πάρει. Και το Χριστό, και την Παναγία που μεσιτεύει, και τον Μιχαήλ Αρχάγγελο που παίρνει τις ψυχές... Κι αυτό πάλι από τον πατέρα της το ήξερε, πως ό,τι ζητήσουμε του Θεού με πίστη και με ζέση, μας το δίνει. Θα του ζητούσε το θάνατο κι ο καλός Θεός θα της τον έδινε.
 
....................
 
   Από τότε η ζωή της ήταν μια προσευχή.
   Πιο θερμή κι εγκάρδια κι επίμονη προσευχή ποτέ δεν υψώθηκε από ανθρώπινα στήθη, βασανισμένα, στο βαρήκουον ουρανό. Κι η προσευχή αυτή ζητούσε σα λυτρωτή το Θάνατο. Νύχτα - μέρα η Αγγελική παρακαλούσε. Κλεισμένη στο κελί σα σε αληθινό μοναστήρι -γιατί τα σπίτια των παπάδων που είναι παραρτήματα των εκκλησιών, κελιά τα λένε στον τόπο- δεν έβγαινε παρά για να κατεβαίνει στο μεγάλο περιβόλι της Εκκλησιάς με τα ψηλά μουράγια, που ήταν το παλιό νεκροταφείο της ενορίας, να πλανιέται ανάμεσα στους πυκνοχορταριασμένους τάφους και να βρίσκεται έτσι σιμότερα στον ποθητό της το θάνατο. Κάθε που έφερναν λείψανο στην Εκκλησιά να το διαβάσουν, έτρεχε στο γυναιτίκι (10), για να ιδεί οπίσω απ' το καφάσι (11) και να ζηλέψει. Και συχνά απορούσε. «Ιδές», έλεγε, «ιδές· νέα, πλούσια, τρισευτυχισμένη, που τόσο ποθούσε τη ζωή, ο Θεός την επήρε· και μένα, εμένα που τον παρακαλώ τόσο να με πάρει, με αφήνει και ζω!» Και ζούσε. Ζούσε με όλα τα κεριά που άναβε στις εικόνες και μ' όλα τα γονατίσματα στις ψυχρές πλάκες, και τις μετάνοιες τις ατελείωτες, και τα πύρινα δάκρυα που της έτρεχαν ποτάμια, και τη σπαρακτική παράκληση που ανέβλυζε μαζί: «Πάρε με! Πάρε με!...».
   Ζούσε γιατί έτρωγε, κι έπινε, κι εφυλαγόταν να μην αρρωστήσει, κι επρόσεχε τη ζωή της, σαν πρώτα και καλύτερα, γιατί ενόμιζε πως θα 'ταν κρίμα να κάμει διαφορετικά, πως αν παραμελούσε ή κακομεταχειρίζουνταν τον εαυτό της για να πεθάνει, θα 'ταν το ίδιο σα να πέθαινε με το χέρι της. Έπειτα λυπόταν τους δικούς της, και με κανένα τρόπο δεν ήθελε να τους δείχνει πως ήταν αποφασισμένη. Αν δεν έβγαινε πια ούτε σε πόρτα ούτε σε παράθυρο, ήταν, έλεγε, γιατί δεν ήθελε να βλέπει τη γειτονιά που είδε εκείνα... Και αν ποτέ δεν εσήκωνε τα μάτια της προς το καμπαναριό που της έκανε τώρα φρίκη, κι αν εβούλωνε τ' αυτιά της όταν ο Γιάννης βαρούσε τις φρικτές καμπάνες, δεν το 'ξερε κανείς. Εφυλαγόταν και τους γελούσε. Για να πεθάνει δεν είχε παρά τον πόθο. Και με τον πόθο μόνο, όσο θερμός κι αν είναι, δεν πεθαίνει κανείς τόσο γρήγορα...
   Εντοσούτω είχε κατορθώσει να πείσει τον εαυτό της πως θα πεθάνει. Δεν ήξερε, δεν εμάντευε,  πως ο πόθος που ολοένα δυνάμωνε μέσα της, έφθανε να τη θανατώσει, σα να είχε πιει «με σκληρότατο χέρι» το χειρότερο φαρμάκι. Μα ήταν αδύνατο, έλεγε, να μην την ακούσει στο τέλος ο Θεός. Επειδή όμως αυτό που του ζητούσε δεν ήταν μικρό χάρισμα, παρά το μεγαλύτερο -ένας Θάνατος θεόσταλτος λυτρωτής- έπρεπε να τον παρακαλέσει ακόμα πολύ. Και δεν έπαυε, δεν έπαυε. Και τόση ήταν πια η μανία της μελλοθάνατης, τόσο της είχε πια καρφωθεί αυτή η ιδέα, και τόσο την απασχολούσε ολάκερη, ώστε έπαψε επιτέλους να θυμάται τον Τάση, κι αυτή ακόμα τη ντροπή που εντρόπιασε τη βραδιά του σεισμού το άγιο σπίτι του πατέρα της -ένα κελί!...- και το έκαμε ν' ακουσθεί για πρώτη και μόνη φορά εξαιτίας της. Ύστερ' απ' αυτό πώς μπορούσε να ζει; Μα πώς ήταν δυνατό να την αφήσει κι ο Θεός πολύν καιρό ακόμα στη ζωή;!
   Ήταν λοιπόν πεισμένη πως θα πεθάνει χωρίς άλλο. Το έδειχνε τώρα ύστερα κι η φυσιογνωμία της. Καθαυτό απόκοσμη μορφή μελλοθάνατης. Είχε γίνει χλωμή σαν κάτι άσπρους κρίνους με μαλακά κατωπεσμένα φύλλα, που τρέφουνταν από το χώμα των τάφων του περιβολιού. Εμύριζε πάντα λιβάνι, από τους καπνούς των θυμιατών της Εκκλησιάς και του κελιού, κατασταλαγμένους στα πυκνά κι άφθονα μαλλιά της, που της μεγάλωναν τώρα και της εθέριευαν, μον' αυτά, σαν κάποιων πεθαμένων. Είχε αδυνατίσει τόσο, που αν ο Τάσης την αγκάλιαζε τώρα κατά λάθος από τα γόνατα, κάθε άλλο θα αισθανόταν παρά την αφράτη και ζωντανή εκείνη σάρκα, που την άλλη βραδιά τον είχε αποτρελάνει. Τα μαύρα της μάτια, τα φωτεινά, είχαν χάσει ολότελα τη λάμψη τους, κι είχαν ένα μυστήριο, έναν πέπλο σαν απ' τη βαριά σκοτεινάδα των νεκρικών κυπαρισσιών. Κάτι αμυδρά, ωχρότατα μενεξελιά σημάδια, περίεργα, σαν τα νερά της μαργαριταρόριζας, είχαν προβάλει κάτω απ' τα μάτια της, κι εδώ κι εκεί στα μάγουλά της, και στα λιγνά τα χέρια της ακόμα, λες κι ήταν από τώρα λείψανο, που είχε αρχίσει να λιώνει. Οι δικοί της ανησύχησαν κι άρχισαν να της δίνουν δυναμωτικά. Έπαιρνε κι εκείνες τις «στάλες», γιατί ενόμιζε πως θα 'ταν κρίμα να μην τις παίρνει για τη ζωή της, και πως ο Θεός θα της το πλήρωνε απ' αλλού. Και ζούσε, κι ήταν καλά! Από μέσα της όμως πεθαμένη. Κανένα σχέδιο δεν έκανε και καμιά ελπίδα δεν είχε για το μέλλον, ούτε για το πιο κοντινό. Μόνο πως θα πεθάνει, και πως η ψυχή της θα πάει στον Παράδεισο, και πως το σώμα της θα το θάψουν, μέσα στο κοιμητήρι, αυτηνής, διαβασμένο, με σταυρό και με παπά.
 
....................
 
   Πέρασαν μήνες από την ημέρα που έφυγε ο Τάσης. Ήλθε ο χειμώνας, ήλθε κι ο Γενάρης με το φεγγάρι του που είναι «παρά τρίχα σαν ημέρα...»
   Ένα βράδυ, η Αγγελική η μελλοθάνατη το κοίταξε από το ανοικτό παράθυρο της καμαρούλας της, που έβλεπε προς το περιβόλι της Εκκλησιάς. Είχε, καθώς ξέρουμε, μια παράμερη καμαρούλα, κτισμένη τελευταία, όχι σε πολύ στερεά θεμέλια, και χωρισμένη σχεδόν από το άλλο σπίτι, που ο σεισμός του Αυγούστου τής την είχε κάμει σε κακό χάλι, και ήλθε μάστορης τον άλλο μήνα και την εμπάλωσε και την άσπρισε. Εκοίταξε λοιπόν εκείνο το βράδυ το φεγγάρι, κι απόρησε πολύ μ' έναν κύκλο που είχε ολόγυρα... Όλος ο θόλος ήταν ελαφρά καταχνιασμένος, και μόνο στο μέρος εκείνο, ψηλά, ανοίγουνταν η καταχνιά, και μέσα από το ολοστρόγγυλο άνοιγμα, φαινόταν ψηλότερα λίγος ουρανός καθαρός, με το φεγγάρι στη μέση. Έτσι το φεγγάρι έμοιαζε σαν να είχε ένα σκούρο κύκλο μεγάλο μέσα στην ασπριδερή καταχνιά. Τι να εσήμαινε, τι να προμηνούσε αυτό; Η Αγγελική επίστευε στα ουράνια σημάδια, κι είχε την ιδέα πως οι κύκλοι του φεγγαριού προμηνούνε πάντα κάτι κακό. Κρύο δεν έκανε καθόλου, ούτε αέρας φυσούσε, ούτε υγρασία πολλή είχε η νύχτα. Μα η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και πυκνή τόσο, που με δυσκολία μπορούσε κανείς ν' αναπνέει... Στάθηκε 'κει κάμποση ώρα η Αγγελική, έπειτα έκλεισε το παράθυρο συλλογισμένη -παράξενο αυτό το φεγγάρι!- κι έπειτα πήγε μπροστά στο εικόνισμα να κάμει τη συνηθισμένη προσευχή.
   Ήταν το σημάδι που έδειχνε ο ουρανός; Ήταν η θλίψη της βαριάς ατμόσφαιρας; Ό,τι κι αν ήταν, η Αγγελική κυριεύθηκε από το προαίσθημα πως γρήγορα, πολύ γρήγορα, μεθαύριο, αύριο, ίσως κι απόψε, θα πέθαινε. Το εικόνισμά της ήταν η Αγία Τριάδα, κι όταν έκανε την προσευχή της, εκοίταζε πάντα τον Πατέρα με το αυστηρόγλυκο πρόσωπο και με τ' άσπρα γένια, που έμοιαζε πολύ του πατέρα της. Το κοίταζε κι απόψε στο μισόφωτο της κανδήλας και του φεγγαριού, και της φαινότανε πως το είχε μαλακώσει από τα πολλά παρακάλια της, και πως ο Πατέρας της, ο καλός Θεός, ήταν έτοιμος πια να της χαρίσει τον Ποθητό που του ζητούσε. Λίγο έλειπε ακόμα, λιγάκι. Γι' αυτό ποτέ δεν τον παρακάλεσε θερμότερα από εκείνη τη βραδιά, ποτέ δεν ανέβηκε στα χλωμά χείλη της, από τα βάθη της ψυχής, με μεγαλύτερη ζέση η προσευχή της: «Πάρε με, Θε μου, πάρε με!... Κάμε με να πεθάνω, να πεθάνω, να πεθάνω!...»
   Έπεσε στο κρεβατάκι της ήσυχη, αποκοιμήθηκε και είδε όνειρο.
   Ήταν πάλι με τον Τάση, τον καλό της, κι ανέβαιναν μαζί, τη στριφτή κι ατέλειωτη σκάλα του καμπαναριού. Έφθασαν με τα τρελά τους κυνηγητά ως τις καμπάνες, είδαν από τις μεγάλες μπαλκονόπορτες τη χώρα φεγγαροφωτισμένη, σαν απόψε, κι εκάθησαν μαζί στο ξύλινο σκαμνί του Γιάννη του καμπανάρου... Εκεί ο καλός Τάσης έγινε άξαφνα κακός, και την έσφιγγε δυνατά, και δεν την άφηνε να φύγει. Και να, μεσ' στην ώρα, αρχίζει ξανά ο σεισμός, και τραντάζεται το καμπαναριό, και κτυπούν οι καμπάνες... Να φύγουν, να κατεβούν, να γλυτώσουν!... Μα όχι! Η Αγγελική ξέρει τώρα τι την περιμένει κάτω στο πλάτωμα... Τι, τα ίδια θα είχαν πάλι; Να τους ιδεί ο κόσμος, να φρυάξει η γειτονιά, να τους αρραβωνιάσουν σχεδόν με τη βία, κι έπειτα να μη θέλει ο γέρος και να τους χωρίσει; Κι ο Τάσης να της φύγει μακριά, και να την αφήσει μ' ένα γράμμα χωρίς ελπίδα;...
   «Όχι, όχι», του έλεγε. «Να μην κατεβούμε, να μείνουμε 'δω... Ο σεισμός θα περάσει... καλύτερα να σκοτωθούμε παρά να μας ιδούν!...» 
   Ο Τάσης την έσερνε κι εκείνη αντιστεκόταν μ' όλη της τη δύναμη. Τι αγωνία!
   «Καλά λοιπόν, φεύγω μοναχός μου!» της κάνει.
   Κι ερροβόλησε τις σκάλες ο Τάσης και την απαράτησε μοναχή. Κι ο σεισμός ξακολουθούσε, και το καμπαναριό τρανταζόταν σα δαιμονισμένο, κι άρχισε κιόλα να γκρεμίζεται, και τα λιθάρια βροχή, κι οι ασβέστες, και τα ξύλα, και τα σίδερα ακόμα να πέφτουν απάνω της. Και δεν έφυγε, παρά γονάτισε 'κει χάμω κι έπεσε μπρούμυτα, κι είπε: «Ας πεθάνω! Καλύτερα! Εγώ θέλω να πεθάνω! Ας με πεθάνει έτσι ο Θεός!» Ό,τι το είπε, κι ένα αγκωνάρι έπεσε απάνω της, και την επόνεσε πολύ, και την εξύπνησε...
   Τότε κατάλαβε πως δεν έβλεπε όνειρο. Ήταν αληθινά πλακωμένη με τα ερείπια της καμαρούλας της. Πέτρες, ασβέστες, κεραμίδια, ξύλα, όλ' απάνω της βουνό. Θαμμένη ζωντανή και βαριά κτυπημένη, θα πέθαινε σε λίγο. Και μόλις επρόφθασε να συλλογισθεί και να πει από μέσα της: «Θεέ μου, σ' ευχαριστώ!» εξεψύχησε.
   Ήταν ο δεύτερος σεισμός, ο μεγάλος, που αποτελείωσε τη συμφορά του πρώτου, κι όταν πια οι κακόμοιροι νησιώτες είχαν αρχίσει να τον ξεχνούν, κι απογκρέμισε τα ρημαγμένα τους σπίτια, και κατάστρεψε όλη τη χώρα. Ο πρώτος ήταν παιγνίδι μπροστά σ' αυτόν! Σκοτώθηκαν τότε και άνθρωποι. Μ' από το σπίτι του παπα - Στέλιου του Μυλωνά κι απ' όλη τη γειτονιά του, άλλος δεν εσκοτώθηκε κανείς, παρ' η Αγγελική η μελλοθάνατη.
 
Ξενόπουλος Γρηγόριος
Ο κακός δρόμος κι άλλα καινούργια διηγήματα (1908 -1911)
Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη
Αθήνα 1912 
 
 
 
Σημειώσεις:
(1) ξαπόστα: επίτηδες 
(2) (μ)πομπή: ντρόπιασμα, ντροπή
(3) ζαχαρόκουκκα:κουφέτα
(4) ορτζάδες: σουμάδες 
(5) παντόλες: παντεσπάνια
(6) ρεντίκολο: γελοίο
(7) κατρίνι: χάλκινο νόμισμα
(8) έσμπλαξαν: τον συνέλαβαν επ' αυτοφώρω
(9) ατσιντέντε: ατύχημα
(10) γυναιτίκι: γυναικωνίτης
(11) καφάσι: καφασωτό (παράθυρο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου