Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Η ΛΕΩΝΙ

   Τη βραδιά που η Λεωνί γύρισε στο χωριό της από το Παρίσι έβρεχε, μα τα παιδιά είχαν μαζευτεί στο σταθμό και την περίμεναν για να τη χλευάσουν.
   Κι αυτό γιατί, ενώ είχε φύγει από καιρό με το μεγαλόπνοο σχέδιο ν' αποκτήσει περιουσία, τώρα γύριζε πίσω ακόμη πιο φτωχή και κακομοιριασμένη απ' όσο ήταν πριν φύγει. 
   Όταν βγήκε απ' το σταθμό είχε αρχίσει να σουρουπώνει και την ώρα που κατέβαινε στο δρόμο, ο αέρας φούσκωνε κι ανέμιζε στο μισόφωτο το σταχτί φουστάνι της και το ξεθωριασμένο της το σάλι. 
   Το χωριό της, το μέρος όπου είχε γεννηθεί, δεν της έκανε και την καλύτερη υποδοχή. Στο διάβα της έκλειναν τα παράθυρα κι όλα τα στόματα έμεναν σφαλιστά χωρίς να της απευθύνουν κάποιο χαιρετισμό. Μόνο κάποιοι μεγαλύτερης ηλικίας την καλωσόρισαν μηχανικά. Οι παλιοί της σύντροφοι και συντρόφισσες την κοίταζαν με βλέμμα αδειανό κι αδιάφορο, σαν να μην καταλάβαιναν ποια ήταν, μολονότι, αν το 'θελαν κι έδειχναν λίγη προσοχή, θα μπορούσαν να την αναγνωρίσουν. Οι πιο νέοι, αυτοί που είχαν μεγαλώσει τον καιρό που έλειπε, γύριζαν τα μάτια τους αλλού στο πέρασμά της, λες και τους είχαν μιλήσει για όσα της είχαν συμβεί. Όπως ήταν φανερό κανένας δεν της συγχωρούσε το θλιβερό γεγονός της αποτυχίας της. Τώρα ήταν σε χειρότερη θέση κι από μια ξένη.
   Στριφογύριζε τα μάτια της δεξιά κι αριστερά. Περπατούσε γρήγορα, ιδρώνοντας και λαχανιάζοντας. Το μαύρο της καπέλο, δίχως κανένα στολίδι, ήταν άθλιο. 
   Τράβηξε για το σπίτι της αδελφής της, στο μόνο μέρος που μπορούσε να καταφύγει, στη μοναδική της συγγενή.
   Μπροστά στην πόρτα κοντοστάθηκε, αναστέναξε κι ύστερα δειλά σαν ζητιάνα άπλωσε το χέρι, έφτασε με δυσκολία το σκοινάκι που χτυπούσε το κουδούνι και το τράβηξε.
   Η πόρτα άνοιξε κι η κυρά Ντιέζ φάνηκε στο κατώφλι, ψηλόλιγνη όπως ήταν, και κοίταξε την αδερφή της. 
   Στ' αλήθεια είχε αλλάξει πολύ η Λεωνί. Δεν είχε πια τη ζωηράδα και την αυτοπεποίθηση που τη χαρακτήριζε τότε που έφυγε για να πάει να ζήσει στην πρωτεύουσα, με το όνειρο να τα καταφέρει να ορθοποδήσει μοναχή της και να κερδίσει χρήματα πολλά. Πόσο αθώα, πεταχτή και χαρούμενη ήταν εκείνον τον καιρό! Όλοι σχεδόν τη ζηλεύανε.
   Κοιτώντας τη τώρα, έτσι παχιά, καταβεβλημένη, ταλαιπωρημένη που 'χε καταντήσει, ένα κουβαράκι μπροστά στην πόρτα της, η κυρά Ντιέζ δε μπόρεσε να μη νιώσει ντροπή για τον κόσμο που της κακοφέρθηκε, αλλά την ίδια στιγμή και ικανοποίηση που είχαν επιβεβαιωθεί οι προβλέψεις για την εξέλιξή της. Θυμήθηκε ξαφνικά τον άντρα της, τον κύριο Ντιέζ, και λυπήθηκε που εκείνος δεν πρόφτασε να δει αυτή τη θλιβερή επιστροφή, την επιβεβαίωση των κρυφών του προσδοκιών. Είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν, χωρίς ποτέ να μάθει γι' αυτά τα πράγματα.
   Και τότε είπε στην αδελφή της:
   «Ώστε είσαι πράγματι εσύ...»
   Η άλλη δοκίμασε να χαμογελάσει, μα δεν τα κατάφερε. Έσκυψε και μπήκε στο σπίτι, χωρίς να πει ούτε μια λέξη.
   Τις επόμενες μέρες τις πέρασε κάνοντας σιωπηλούς περιπάτους μέσα στο χωριό. Οι συγχωριανοί της δεν άλλαξαν και πολύ την αρχική τους ψυχρή στάση απέναντί της. Παντού όπου πήγαινε συναντούσε τα ίδια σκληρά πρόσωπα, τα γεμάτα δυσπιστία και μνησικακία. Όχι, ήταν πια ολοφάνερο, δε θα μπορούσε να ξαναπάρει τη θέση της στο χωριό, ν' αποκατασταθεί τ' όνομά της και να καταφέρει να έχει μια φυσιολογική ζωή εκεί...
   Σ' όλα αυτά τα θλιβερά πέρα δώθε που έκανε, οι άνθρωποι που συναντούσε δε δίσταζαν καθόλου να της δείχνουν το αληθινό τους πρόσωπο και την ψυχή τους όπως ακριβώς ήταν. Γεμάτη σκληρότητα, εγωισμό και πλεονεξία! Συμπεριφέρονταν με δουλοπρέπεια στους ισχυρούς, δείχνοντας μάλιστα περισσότερο σεβασμό στους υπηρέτες και τους λακέδες της γειτονικής έπαυλης παρά στους ίδιους τους συγχωριανούς τους. Η έπαυλη αυτή, με το τεράστιο μέγεθός της, δέσποζε κυριολεκτικά πάνω απ' το χωριό, πιο επιβλητική κι από την εκκλησία.
   Αντιμέτωπη μ' αυτή την κακία η Λεωνί κλείστηκε περισσότερο στον εαυτό της. Μια φορά κατάφερε να συγκινηθεί, όταν είδε μια αγελάδα, πέρα, στους αγρούς, που την κοιτούσε τρυφερά, χωρίς κακία κι άλλη μια φορά ακόμα, κοιτώντας τις λεύκες, που της έκαναν σιωπηρά νοήματα με το θρόισμα των κλαδιών τους.
   Επιστρέφοντας σπίτι, έπειτα απ' αυτούς τους μακρινούς περιπάτους μέσα κι έξω απ' το χωριό, έβρισκε την αδελφή της, στεγνή, κατσουφιασμένη μόνιμα και λιγομίλητη, να τριγυρίζει πέρα δώθε με το μακρύ μαύρο της φόρεμα που κρεμόταν άχαρα πάνω στο σώμα της ή να κάνει διάφορες δουλειές του νοικοκυριού με τα λιγνά της χέρια, που έμοιαζαν με τα πόδια μιας αράχνης.
    Τότε η Λεωνί έτρωγε δυο μπουκιές φαΐ, έλεγε και μια - δυο τυπικές κουβέντες με την αδελφή της κι έπειτα κλεινόταν στο δωμάτιό της.
   Κανένας πια δεν την ήθελε ούτε επιζητούσε την παρέα της κι αυτό δε μπορούσε να το βαστάξει.
   Ένα πρωινό -ούτε μισή ώρα απ' όταν έφυγε απ' το σπίτι- η Λεωνί  συνάντησε στο δρόμο έναν άνθρωπο με παράξενη εμφάνιση.
    Πρόσωπο μαυριδερό με δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά, που τα έκρυβαν τα μπερδεμένα με τα γένια του μακριά μαλλιά του και δυο μάτια λαμπερά, που έμοιαζαν σαν να 'χε πυρετό κι έφεγγαν στο φως του ήλιου όπως το φως μιας λάμπας.
   Θυμήθηκε ποιος ήταν. Ήταν ο τρελός του χωριού κι απόρησε, έτσι καθώς τον κοιτούσε απ' το πλάι, που ζούσε ακόμα. 
   Και να που αυτός ο άνθρωπος τής χαμογέλασε και τη φώναξε χαϊδευτικά με τ' όνομά της. Αυτή η αμυδρή ανάμνηση, μέσα σ' όλη εκείνη την ερημιά που βίωνε, την έκανε να ριγήσει από συγκίνηση. Του χαμογέλασε κι εκείνη διστακτικά, σχεδόν άθελά της, και ψέλλισε έναν χαιρετισμό. Έπειτα απομακρύνθηκε βιαστικά σαν πουλάκι. Λίγο παρακάτω, όμως, κοντοστάθηκε κι αναρωτήθηκε: «Μα είναι στ' αλήθεια τρελός;»
   Ξανασυναντηθήκανε μετά από λίγο καιρό, εντελώς τυχαία και πάλι. Αυτή τη φορά εκείνος χάιδευε με συμπόνια ένα ανάπηρο σκυλί, απόδειξη πως δεν ήταν τόσο τρελός όσο τον νόμιζαν.
   Τα μαλλιά του δεν είχαν ασπρίσει ακόμα. Φαινόταν πιο πολύ ταλαιπωρημένος παρά γέρος. Ζούσε μια άθλια, κακομοιριασμένη ζωή. Σερνόταν από 'δω κι από 'κει, τυλιγμένος με μια μεγάλη μπέρτα σαν κι αυτές που φοράνε οι καλλιτέχνες του τσίρκου, ενώ στο κεφάλι του φορούσε ένα ανάλογης λογικής μαλακό καπέλο. Ήταν έρημος και δυστυχισμένος όπως κι αυτή κι εξίσου μισημένος και καταφρονεμένος από τους συγχωριανούς του, κυρίως, απ' τον καιρό που είχε επισύρει την οργή του κυρίου βαρόνου από την έπαυλη, επειδή είχε αρνηθεί να του επιστρέψει κάποιο ελάφι που είχε καταφύγει στη μάντρα του, κυνηγημένο από τον βαρόνο. Του είχαν κάνει έκτοτε τη ζωή ανυπόφορη, όπως ακριβώς την είχαν κάνει και στην ίδια. 
   Την τρίτη φορά που τον συνάντησε η Λεωνί δεν κρατήθηκε κι είπε με σιγανή φωνή στον άνθρωπο εκείνο τον παράξενο:
   «Ξέρεις... έχω να σου πω ένα μυστικό». 
   «Κι εγώ...» της απάντησε εκείνος.
   Κουβέντιασαν... κουβέντιασαν για πολύ ώρα. Ο καθένας είπε αυτά που τον βάραιναν κι εξομολογήθηκε τα βάσανά του. Κάποια στιγμή έπαψαν να μιλούν για λίγο κι έπειτα πάλι εκείνη πήρε το λόγο:
   «Η εμφάνισή σου θυμίζει καλλιτέχνη».
   «Κι εσύ μοιάζεις με τριαντάφυλλο», της είπε εκείνος.
   Και τη στιγμή εκείνη, που κοκκίνισε ενώ γελούσε ντροπαλά, έμοιαζε στ' αλήθεια με φουντωτό τριαντάφυλλο.
   Μια μέρα η Λεωνί εξαφανίστηκε απ' το χωριό και ο τρελός επίσης.
   Το σκάνδαλο ήταν τεράστιο! Όταν τέλειωσε η λειτουργία, όλες οι γυναίκες του χωριού μαζεύτηκαν σαν ηλεκτρισμένες από την είδηση για να τα πούνε και να κουτσομπολέψουν την κατάσταση. Κύριο θέμα όλων των συζητήσεων υπήρξε αυτή η ταυτόχρονη διπλή εξαφάνιση, που στα μάτια τους φάνταζε σχεδόν εγκληματική. Από παντού ακούγονταν μουρμούρες, ψιθυρίσματα, κάποιες πνιχτές και χαμηλόφωνες προσβλητικές κουβέντες. 
   «Αν τολμήσει να ξανάρθει στο σπίτι, θα τη διώξω», είπε η κυρία Ντιέζ. 
   Κι έπειτα πρόσθεσε:
   «Μακάρι να την είχα διώξει πρωτύτερα!»
   Τότε ένας άντρας πλησίασε την ομήγυρη εκείνη των γυναικών και, βγάζοντας το καπέλο του, τούς είπε:
   «Με συγχωρείτε, κυρίες μου...» Φορούσε γυαλιά και στο λαιμό του ένα μεταξωτό μαντίλι. Τα μάγουλά του γυάλιζαν όπως και το παλτό του με το μαύρο ύφασμα στην πλάτη. Όλοι στο χωριό τον γνώριζαν. Ήταν ο συμβολαιογράφος της έπαυλης.
   Ξαναμίλησε πιο δυνατά αυτή τη φορά, απευθυνόμενος προς την κυρία Ντιέζ:
   «Η αδελφή σας δε σκοπεύει να επιστρέψει πια στο σπίτι σας, γιατί πρόκειται να παντρευτεί μ' έναν άνδρα, που είχε φύγει απ' το χωριό την ίδια εποχή που έφυγε κι εκείνη, με έναν άνδρα που ξέρετε καλά...»
    «Εεεε!» κακάρισαν όλες μαζί, τεντώνοντας τους λαιμούς τους, περίεργες ν' ακούσουν τη συνέχεια.
   «... για τον οποίο, όμως», συνέχισε ο συμβολαιογράφος, «δε γνωρίζετε πως στην πραγματικότητα είναι κόμης. Θα ξανάρθουν εδώ, γιατί αγόρασαν τη γειτονική έπαυλη. Οφείλω να σας αποκαλύψω ότι η αδελφή σας έχει μεγάλη περιουσία στο Παρίσι. Μέχρι τώρα δεν ήθελε να γίνει αυτό γνωστό. Το κρατούσε κρυφό, για να σας κάνει έκπληξη όταν γύρισε».
   Κι αφού είπε αυτά τα λόγια, μέσα στην τεράστια, την ασύλληπτη, την απερίγραπτη κατάπληξη που είχε κυριεύσει τους πάντες γύρω του, μέσα σε νεκρική σιωπή, ο συμβολαιογράφος της έπαυλης, φόρεσε ξανά το καπέλο του και απομακρύνθηκε πισωπατώντας προς τ' αμάξι του, χαιρετώντας τους περαστικούς με μικρούς, σύντομους και ξερούς χαιρετισμούς σαν τα παξιμαδάκια που βουτάμε στο τσάι...
 
Μπαρμπύς Ανρί
Περιοδικό «Μπουκέτο»
τεύχος 11, Ιούλιος 1924
   

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου