Γύρω στα τέλη του 1811 -μιας χρονιάς αξιομνημόνευτης για μας- ζούσε στο κτήμα του, που ονομαζόταν Νεναράτωφ, ο αγαθός Γαβριήλ Γαβριήλοβιτς Ρ., ο οποίος ήταν πασίγνωστος στη γύρω περιοχή για τη φιλοξενία και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα του. Οι γείτονές του τον επισκέπτονταν πολύ συχνά για να τρώνε μαζί του και για να παίζουν χαρτιά με τη γυναίκα του, την κυρία Πρασκόβια Πετρόβνα, ή για να βλέπουν τη θυγατέρα τους, τη Μαρία Γαβριήλοβνα, την κομψή, χλωμή, δεκαοχτάχρονη κοπέλα, την οποία θεωρούσαν πλούσια νύφη και ιδανική σύζυγο για τους ίδιους ή για τους γιους τους.
Η Μαρία Γαβριήλοβνα, που είχε ανατραφεί διαβάζοντας γαλλικά μυθιστορήματα, ήταν ερωτευμένη ήδη. Ο άντρας, στον οποίο είχε δώσει την καρδιά της ήταν στρατιωτικός, ένας νεαρός που βρισκόταν σε άδεια και κατοικούσε σ' ένα γειτονικό εξοχικό. Εννοείται πως κι ο νεαρός έτρεφε ανάλογα συναισθήματα και φλεγόταν από το ίδιο πάθος για την κοπέλα, αλλά, δυστυχώς, οι γονείς της αγαπημένης του, όταν πρόσεξαν την αμοιβαία έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους, απαγόρευσαν στην κόρη τους ακόμη και να τον σκέφτεται.
Οι εραστές μας είχαν τακτική αλληλογραφία και συναντιόνταν μονάχοι και κρυφά στο γειτονικό άλσος με τα πεύκα ή κοντά στο παλιό μικρό εκκλησάκι. Εκεί αντάλλαζαν όρκους αιώνιας αγάπης, θρηνούσαν για την αντίξοη τύχη τους και κατέστρωναν διάφορα σχέδια για να 'ναι μαζί. Ανταλλάσσοντας επιστολές και συζητώντας στις μυστικές τους συναντήσεις για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, κατέληξαν -όπως άλλωστε ήταν φυσικό- στην ακόλουθη σκέψη: Αφού δε μπορούσαν να ζήσουν οι δυο τους χωριστά κι αφού η θέληση των γονιών της κοπέλας στεκόταν εμπόδιο στην ευτυχία τους, δε θα 'ταν ίσως καλύτερο να μη τους λάβουν καθόλου υπόψη τους; Φυσικά τη λαμπρή αυτή ιδέα, που άρεσε πολύ στην κοπέλα και ταίριαζε με τις ρομαντικές της φαντασιώσεις, σκέφτηκε πρώτος ο νεαρός.
Ήρθε ο χειμώνας και οι μεταξύ τους συναντήσεις, όπως ήταν αναμενόμενο, σταμάτησαν, η αλληλογραφία τους, όμως, έγινε πιο συχνή. Ο Βλαντιμίρ Νικολάεβιτς -έτσι λεγόταν ο νεαρός- ικέτευε στις επιστολές του την αγαπημένη του να το σκάσει μαζί του, να παντρευτούν μυστικά, να παραμείνουν κρυμμένοι για κάποιο χρονικό διάστημα κι ύστερα να εμφανιστούν και να προσπέσουν στα πόδια των γονιών της, οι οποίοι, χωρίς αμφιβολία, θα μαλάκωναν απέναντί τους, βλέποντας πόσο συγκινητικά ηρωική ήταν η επιθυμία τους να ζήσουν τον έρωτά τους, και θα αναγκάζονταν, επιτέλους, να τους πουν: «Παιδιά μας, ελάτε στην αγκαλιά μας!»
Η Μαρία Γαβριήλοβνα για πολύ καιρό απέκρουε όλες αυτές τις προτάσεις, διστάζοντας να συμφωνήσει με τα σχέδια που έκανε ο αγαπημένος της. Τελικά, όμως, αυτός κατάφερε να την πείσει να το σκάσουν μαζί. Έτσι, την μέρα που είχαν κανονίσει, εκείνη προφασίστηκε πονοκέφαλο, κλείστηκε στο δωμάτιό της και δεν κατέβηκε για το δείπνο. Στο διάβημά της θα τη βοηθούσε κι η υπηρέτριά της, που την είχε πάρει με το μέρος της. Θα έβγαιναν κι οι δυο τους κρυφά, απ' την πίσω πόρτα στον κήπο κι έπειτα θα πήγαιναν προς την άκρη του, όπου θα τις περίμενε ένα έλκηθρο για να τις μεταφέρει και τις δυο στο χωριό Ζάρντινο, πέντε βέρστια απόσταση από το κτήμα των Νεναράτωφ, μπροστά στην εκκλησία κι εκεί θα συναντούσαν τον Βλαντιμίρ να τις περιμένει.
Την προηγούμενη νύχτα από τη μέρα που θα γινόταν η απόδραση η Μαρία Γαβριήλοβνα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι εξαιτίας των ετοιμασιών που είχε να κάνει και της αγωνίας που τη διακατείχε. Τακτοποίησε σ' ένα μικρό ταξιδιωτικό μπαούλο τα φορέματά της και κάθισε κι έγραψε δυο επιστολές, μία για μια στενή της φίλη κι άλλη μια για τους γονείς της. Στην επιστολή προς τους γονείς της τους αποχαιρετούσε με λόγια τρυφερά και συγκινητικά, τους εξηγούσε την απόφαση που είχε πάρει να φύγει μακριά τους λόγω του ακατανίκητου έρωτά της για τον Βλαντιμίρ και τέλειωνε, εκφράζοντας την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι πολυαγαπημένοι της γονείς θα τη συγχωρούσαν και θα της επέτρεπαν να γυρίσει κοντά τους, να πέσει γονατιστή στα πόδια τους και να ζητήσει την ευχή τους κι αυτή θα ήταν, όπως τους έγραφε, η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της. Αφού σφράγισε και τις δυο επιστολές με μια μεταλλική σφραγίδα, που παρίστανε δύο φλογισμένες καρδιές τυλιγμένες από μια επιγραφή με ρομαντικό περιεχόμενο, τελικά, κοντά στο ξημέρωμα, ξάπλωσε να κοιμηθεί. Δεν κατάφερε όμως να ξεκουραστεί, γιατί ανήσυχα όνειρα τάραζαν τον ύπνο της. Ονειρευόταν, δηλαδή, πως ο πατέρας της την έπιανε ακριβώς τη στιγμή που ανέβαινε στο έλκηθρο, την έσερνε με βία και οργή πάνω στο χιόνι και τη φυλάκιζε μέσα σ' ένα σκοτεινό και θλιβερό υπόγειο· κι ονειρευόταν και τον Βλαντιμίρ πεσμένο πάνω στα χόρτα, χλωμό και πλημμυρισμένο στο αίμα, να την παρακαλεί με φωνή γεμάτη αγωνία, ενώ ξεψυχούσε, να βιαστούν να παντρευτούνε... Αυτά κι άλλα τέτοια τρομακτικά όνειρα εναλλάσσονταν με φοβερή ταχύτητα κάτω απ' τα κλειστά της βλέφαρα. Το πρωί, που σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, ήταν ακόμη πιο χλωμή από άλλες φορές και με πονοκέφαλο πραγματικό κι όχι ψεύτικο όπως την προηγούμενη μέρα. Ο πατέρας κι η μητέρα της πρόσεξαν αμέσως πως δεν ήταν καλά. Στην τρυφερή τους έγνοια για την υγεία της και στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις τους «Τι έχεις Μαρία μου; Μήπως είσαι άρρωστη;» ένιωσε τύψεις. Αν κι ένιωθε βαθύ σπαραγμό μέσα της προσπάθησε να τους καθησυχάσει και να προσποιηθεί τη χαρούμενη για να πιστέψουν πως δε συμβαίνει τίποτα.
Πλησίαζε το σούρουπο. Η ιδέα ότι περνούσε το τελευταίο βράδυ με τους αγαπημένους της βάραινε την καρδιά της και την έκανε ν' αναπνέει με δυσκολία. Με τη σκέψη, αποχαιρετούσε μυστικά όλα τ' αγαπημένα της πρόσωπα κι αντικείμενα. Όταν σερβιρίστηκε το δείπνο, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Με τρεμάμενη φωνή δήλωσε ότι δε μπορούσε να κατεβάσει μπουκιά και καληνύχτισε τον πατέρα και τη μητέρα της. Όταν εκείνοι τη φίλησαν και, όπως συνήθως, της έδωσαν την ευχή τους, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Με το που μπήκε στο δωμάτιό της σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ξέσπασε σε κλάματα. Η υπηρέτριά της τη συμβούλεψε να ηρεμήσει και να βρει το κουράγιο να πραγματοποιήσει σχέδιό της. Όλα ήταν πια έτοιμα. Ύστερα από μισή ώρα η Μαρία θ' άφηνε πίσω της για πάντα το πατρικό της, το δωμάτιό της, την ήρεμη παρθενική ζωή της. Έξω λυσσομανούσε η χιονοθύελλα. Ο αέρας σφύριζε αγριεμένος, τα παράθυρα έτριζαν με τρομακτικούς ήχους, όλα τής φαίνονταν απειλητικά, σαν κάποιο θλιβερό προμήνυμα. Λίγο αργότερα όλοι πήγαν για ύπνο και το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή.
Η Μαρία τυλίχτηκε στις γούνες της, φόρεσε ζεστά και άνετα παπούτσια, πήρε στο χέρι το ταξιδιωτικό της μπαούλο και βγήκε απ' το σπίτι αθόρυβα, από την πίσω πόρτα όπως ήταν κανονισμένο. Πίσω της ακολουθούσε η υπηρέτρια, κρατώντας δυο τυλιγμένους μπόγους. Κατέβηκαν στον κήπο. Η χιονοθύελλα συνεχιζόταν με αδιάκοπη ορμή. Ο άνεμος τις χτυπούσε και τις δυο κατά πρόσωπο άγρια, λες κι ήθελε να τις εμποδίσει από το διάβημά τους. Με πολύ μεγάλο κόπο έφτασαν στην άκρη του κήπου. Έξω στο δρόμο το έλκηθρο τις περίμενε. Τα άλογα, δυστροπώντας εξαιτίας του ψύχους, έδειχναν ανυπόμονα κι ο αμαξάς του Βλαντιμίρ πήγαινε γύρω γύρω στ' αμάξι, προσπαθώντας να τα καθησυχάσει και να τα συγκρατήσει στη θέση τους. Βοήθησε την κοπέλα και την υπηρέτριά της, ν' ανέβουν και να καθίσουν στο έλκηθρο, τακτοποίησε τις αποσκευές τους, έπιασε τα χαλινάρια και τ' άλογα όρμησαν μπροστά ασυγκράτητα.
Ας αφήσουμε τώρα τη νεαρή κοπέλα στη φροντίδα του Πεπρωμένου και στα επιδέξια χέρια του αμαξά Τερέσκα και ας πάμε να δούμε τι συνέβαινε στο μεταξύ με τον αγαπημένο της.
Ο Βλαντιμίρ πέρασε όλη τη μέρα, τακτοποιώντας τις λεπτομέρειες της απόδρασής τους. Πριν από το μεσημέρι συναντήθηκε μ' έναν παπά, τον οποίο με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να πείσει να τελέσει κρυφά το μυστήριο του γάμου. Έπειτα έτρεξε να βρει μάρτυρες ανάμεσα στους κτηματίες που κατοικούσαν στη γύρω περιοχή. Ο πρώτος στον οποίο απευθύνθηκε, ένας απόστρατος αξιωματικός καμιά σαρανταριά χρονών που λεγόταν Ντράβιν, δέχτηκε με προθυμία να τον βοηθήσει, αφού όλη αυτή η ιστορία, όπως είπε, του θύμισε τα νιάτα του και τις δικές του ερωτικές περιπέτειες. Έπεισε μάλιστα τον Βλαντιμίρ να μείνει να γευματίσει μαζί του, διαβεβαιώνοντάς τον πως δε θα 'ταν δύσκολο να βρουν και τους υπόλοιπους μάρτυρες που χρειάζονταν. Πραγματικά, αμέσως μετά το γεύμα, κατέφτασαν στο σπίτι του Ντράβιν ο γεωπόνος Σμίτ, ένας άντρας με πυκνό μουστάκι και φαβορίτες, κι ο γιος του λοχαγού Χ..., ένας δεκαεξάχρονος έφηβος που λίγο καιρό πριν είχε καταταγεί στο τάγμα των Ουλάνων. Αυτοί, όχι μόνο δέχτηκαν να βοηθήσουν το Βλαντιμίρ και να παραστούν ως μάρτυρές του, αλλά δεσμεύτηκαν μ' όρκο να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους αν αυτό θα 'ταν αναγκαίο. Ο Βλαντιμίρ τούς αγκάλιασε με συγκίνηση κι ενθουσιασμό και επέστρεψε στο σπίτι του για να ετοιμαστεί. Αρκετή ώρα νωρίτερα είχε στείλει τον πιστό του Τερέσκα με την τρόικα στο κτήμα του Νεναράτωφ για να παραλάβει τις δυο γυναίκες, δίνοντάς του λεπτομερείς οδηγίες. Για τον εαυτό του διέταξε να ετοιμάσουν ένα μικρό μόνιππο αμαξάκι και μόνος, χωρίς αμαξά, ξεκίνησε για το χωριό Ζάρντινο όπου, ύστερα από δύο ώρες σύμφωνα με το σχέδιό τους, θα συναντούσε τη Μαρία Γαβριήλοβνα. Γνώριζε καλά τη διαδρομή μέχρι το χωριό και υπολόγιζε πως δε θα διαρκούσε παραπάνω από ένα εικοσάλεπτο.
Όταν, όμως, ο Βλαντιμίρ βγήκε έξω στους αγρούς, ο άνεμος φυσούσε τόσο δυνατά κι η χιονοθύελλα ήταν τόσο σφοδρή που δε μπορούσε να έχει καθόλου ορατότητα στη διαδρομή του. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο δρόμος γέμισε χιόνια κι ό,τι υπήρχε γύρω του βυθίστηκε μέσα σε μια αχνοκίτρινη ομίχλη, μέσα στην οποία στροβιλίζονταν λευκές χιονονιφάδες. Ο ουρανός κι η γη φαίνονταν σαν να 'ταν ένα ενιαίο σύνολο. Ο Βλαντιμίρ μάταια προσπαθούσε να βρει και ν' ακολουθήσει το σωστό δρόμο. Το άλογο βάδιζε στα τυφλά, άλλοτε βυθιζόταν μέσα στο πυκνό χιόνι κι άλλοτε γλιστρούσε σε κάποιο χαντάκι. Το αμαξάκι συνεχώς τραμπαλιζόταν στον κακοτράχαλο δρόμο. Ο νεαρός άντρας κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μην απομακρυνθεί από το κεντρικό μονοπάτι, αλλά ήδη είχε περάσει μισή ώρα και το δασάκι που βρισκόταν λίγο πριν το Ζάρντινο δεν είχε φανεί ακόμα. Πέρασαν ακόμη είκοσι λεπτά χωρίς να φανεί. Τα μέρη απ' όπου περνούσε το αμαξάκι ήταν γεμάτα λακκούβες κι η χιονοθύελλα δεν έλεγε να κοπάσει. Ο ουρανός παρέμενε πάντα σκοτεινός και τ' άλογο είχε αρχίσει να κουράζεται. Ο ιδρώτας το έλουζε, παρόλο που κάθε λίγο και λιγάκι βυθιζόταν μέσα στο χιόνι.
Κάποια στιγμή ο Βλαντιμίρ συνειδητοποίησε πως είχε πάρει λάθος δρόμο κι ανάγκασε τ' άλογο να σταματήσει. Κάθισε να σκεφτεί, προσπάθησε να θυμηθεί τι δρόμο είχε ακολουθήσει, να κάνει διάφορους υπολογισμούς. Κατέληξε στο συμπέρασμα πως έπρεπε να κινηθεί προς τα δεξιά και πήρε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο το άλογο προχωρούσε με μεγάλη δυσκολία. Ήδη βρίσκονταν στο δρόμο πάνω από μία ώρα. Το Ζάρντινο, βέβαια, δε θα 'ταν πολύ μακριά, αλλά προχωρούσε κι όλο προχωρούσε, μα το χωριό δε φαινόταν πουθενά κι η ώρα περνούσε... Ο Βλαντιμίρ άρχισε ν' ανησυχεί σοβαρά.
Επιτέλους ένας σκούρος όγκος φάνηκε στα δεξιά του κι ο Βλαντιμίρ έστρεψε το αμαξάκι προς εκείνη την κατεύθυνση. Πλησιάζοντας διέκρινε ένα δασάκι. «Δόξα τω Θεώ», σκέφτηκε ανακουφισμένος και πλησίασε πιο κοντά. Προχωρούσε με την ελπίδα να συναντήσει κάποιο γνωστό μονοπάτι ή έστω να κινηθεί κυκλικά γύρω απ' το δασάκι, πίσω απ' το οποίο ήξερε πως βρισκόταν το Ζάρντινο. Μετά από λίγο βρήκε ένα μονοπάτι, η διαδρομή έγινε ομαλή χωρίς εμπόδια, τ' άλογο βρήκε ξανά τις δυνάμεις του κι ο Βλαντιμίρ ένιωσε ανακούφιση.
Προχώρησε κάμποση ώρα, αλλά το χωριό δεν έλεγε να φανεί. Κάποια στιγμή άφησε πίσω του και το δασάκι και τότε ο Βλαντιμίρ με φρίκη συνειδητοποίησε ότι είχε μπει μέσα σ' ένα άγνωστο γι' αυτόν δάσος. Η απελπισία τον κυρίεψε. Χτύπησε το ζώο για να το κάνει να κινηθεί πιο γρήγορα, αλλά εκείνο, ύστερα από μια μάταιη προσπάθεια να επιταχύνει τον καλπασμό του, σύντομα κουράστηκε κι έτσι αποκαμωμένο συνέχισε να κινείται αργά, πολύ αργά, παρά τις προσπάθειες του καημένου του Βλαντιμίρ.
Σιγά σιγά τα δέντρα άρχισαν ν' αραιώνουν κι ο Βλαντιμίρ διαπίστωσε πως είχαν βγει απ' το δάσος. Το Ζάρντινο, βέβαια, δε φαινόταν πουθενά και ήδη ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Κινήθηκε προς μια τυχαία κατεύθυνση. Ο καιρός πήρε να καλυτερεύει, τα σύννεφα άρχισαν να σκορπίζονται και τότε είδε πως βρισκόταν μέσα σε μια αχανή πεδιάδα, μια πεδιάδα που ήταν καλυμμένη μ' ένα λευκό κυματιστό χαλί από χιόνι. Η βραδιά ήταν αρκετά φωτεινή ώστε να διακρίνει ένα μικρό χωριό στο βάθος του ορίζοντα, όχι σε πολύ μεγάλη απόσταση από το μέρος που βρισκόταν. Κατευθύνθηκε, λοιπόν, προς τα 'κει. Φτάνοντας μπροστά σε μια καλύβα, πήδησε κάτω απ' τ' αμάξι, πλησίασε κι άρχισε να χτυπά ένα παράθυρο, το οποίο ύστερα από λίγο άνοιξε κι ένας γέρος με λευκή γενειάδα πρόβαλε στο πρεβάζι.
«Ποιος είσαι; Τι θέλεις;»
«Είναι μακριά από 'δω το Ζάρντινο;»
«Τι είπες; Αν είναι μακριά το Ζάρντινο;»
«Ναι... ναι... Μήπως ξέρεις να μου πεις προς τα πού είναι;»
«Δεν είναι μακριά, περίπου δέκα βέρστια απόσταση από 'δω».
Σ' αυτά τα λόγια ο Βλαντιμίρ έπιασε με απόγνωση το κεφάλι του κι έμεινε ασάλευτος και κατακεραυνωμένος, όπως κάποιος που είναι στημένος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
«Κι εσύ από πού είσαι;» ρώτησε ο γέρος.
Ο Βλαντιμίρ δεν είχε το κουράγιο ούτε τη δύναμη ν' απαντήσει.
«Μήπως μπορείς να μου δώσεις κάποιο άλογο για να πάω στο Ζάρντινο;» κατάφερε να ψελλίσει ύστερα από κάποια λεπτά.
«Πού να το βρούμε τ' άλογο εμείς;» απάντησε ο γέρος.
«Μήπως μπορώ τουλάχιστον να βρω κάποιον να με οδηγήσει ως εκεί; Πληρώνω όσο όσο».
«Στάσου», είπε μετά από ελάχιστη σκέψη ο γέρος. «Θα σου στείλω το γιο μου. Αυτός θα σε πάει μέχρι εκεί». Κι έκλεισε το παράθυρο.
Ο Βλαντιμίρ περίμενε μερικά λεπτά κι έπειτα ξαναχτύπησε στο παράθυρο. Ο άντρας με τη γενειάδα πρόβαλε πάλι.
«Tι θέλεις;»
«Tι θέλεις;»
«Πού είναι λοιπόν ο γιος σου;»
«Τώρα θα 'ρθει. Ντύνεται. Πάγωσες; Έλα μέσα να ζεσταθείς».
«Ευχαριστώ, μα όχι. Πες στο γιο σου να κάνει γρήγορα».
Επιτέλους η πόρτα άνοιξε κι ένας νεαρός βγήκε απ' την καλύβα κρατώντας στα χέρια του ένα ραβδί. Βαδίζοντας μπροστά από τον Βλαντιμίρ, άλλοτε του 'δειχνε το μονοπάτι κι άλλοτε έψαχνε το δρόμο που ήταν καλυμμένος από πυκνό χιόνι.
Το φως της μέρας κόντευε να χαθεί, όταν έφτασαν τελικά στο Ζάρντινο. Η εκκλησία ήταν κλειστή και έρημη. Ο Βλαντιμίρ πλήρωσε τον οδηγό και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του ιερέα. Κι εκεί τον περίμενε μια απίστευτη είδηση!
Ας επιστρέψουμε, όμως, τώρα στους καλόψυχους ιδιοκτήτες του κτήματος Νεναράτωφ κι ας δούμε τι συνέβη σ' αυτούς. Οι δυο γέροι, όταν ξύπνησαν το πρωί, κατέβηκαν στο σαλόνι. Μόλις οι υπηρέτες έφεραν το σαμοβάρι, ο Γαβριήλ Γαβρίλοβιτς έστειλε μια μικρή υπηρετριούλα στο δωμάτιο της κόρης του για να τη ρωτήσει πώς ήταν στην υγεία της και πώς είχε περάσει τη νύχτα. Ύστερα από λίγη ώρα η υπηρετριούλα επέστρεψε και του ανακοίνωσε πως η δεσποινίδα είχε κοιμηθεί καλά, πως η υγεία της είχε αρχίσει να βελτιώνεται και πως θα κατέβαινε κοντά τους σε λίγο. Πράγματι, λίγο αργότερα η πόρτα άνοιξε, η Μαρία Γαβριήλοβνα μπήκε στο σαλόνι κι έσπευσε να φιλήσει τους γονείς της.
«Πώς είσαι, Μάνια μου;» τη ρώτησε γεμάτος έγνοια ο Γαβριήλ Γαβριήλοβιτς.
«Καλύτερα, πατέρα», απάντησε εκείνη.
«Να δεις ότι σε πείραξε ο καπνός απ' τα ξύλα στο τζάκι», είπε η Πρασκόβια Πετρόβνα.
«Ίσως, μητέρα», απάντησε η κοπέλα.
Η μέρα κύλησε χωρίς απρόοπτα, αλλά το απόγευμα η Μαρία ένιωσε έντονη αδιαθεσία. Έστειλαν κάποιον στην κοντινότερη πόλη και κάλεσαν το γιατρό, ο οποίος, όταν ήρθε κατά το σούρουπο, βρήκε την άρρωστη να παραληρεί από τον πυρετό. Η διάγνωση ήταν τυφοειδής πυρετός και το επόμενο διάστημα, επί δύο βδομάδες περίπου, η δυστυχισμένη κοπέλα ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου.
Κανείς στο σπίτι δεν είχε προλάβει να μάθει για την απόδραση που είχε σχεδιάσει και τελικά απέτυχε. Τα γράμματα, που είχε γράψει την προηγούμενη μέρα απ' το φευγιό της, τα έκαψε. Κι η καμαριέρα της, που φοβήθηκε την οργή των αφεντικών της, δεν είπε λέξη σε κανέναν. Ο Τερέσκα από την άλλη, εκτός του ότι μιλούσε σπάνια, τον περισσότερο καιρό ήταν μεθυσμένος. Έτσι το μυστικό της θα παρέμενε απόλυτα ασφαλές, αν μέσα στο παραμιλητό της δεν το αποκάλυπτε άθελά της εν μέρει, αφού τα λόγια της εξαιτίας του πυρετού ήταν ασυνάρτητα. Η μητέρα της, που δεν το κουνούσε στιγμή από το προσκεφάλι της, το μόνο που κατάλαβε από τα λεγόμενά της ήταν ότι αγαπούσε με πάθος τον Βλαντιμίρ Νικολάεβιτς κι ότι πιθανόν αυτός ο έρωτας ήταν και η αιτία της αρρώστιας της. Το συζήτησε με τον άντρα της. Ζήτησε πληροφορίες κι από μερικούς γείτονες για τον νεαρό και στο τέλος αποφάσισαν κι οι δυο τους ομόθυμα να αποδεχτούν την κατάσταση κι ότι αυτή ήταν, κατά τα φαινόμενα, η τύχη της κόρης τους, ότι κανείς δε μπορεί ν' αποφύγει ό,τι η μοίρα ορίζει, ότι η φτώχεια δεν είναι ντροπή, ότι ο πλούτος δεν εξασφαλίζει πάντα μια ευτυχισμένη συμβίωση σ' ένα γάμο αλλά αυτή εξαρτάται απόλυτα από τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους κι άλλες παρόμοιες τέτοιες αναντίρρητες αλήθειες.
Οι παροιμίες που λέγονται για θέματα ηθικής είναι εξαιρετικά χρήσιμες στις περιπτώσεις, για τις οποίες δε μπορούμε να σκεφτούμε καμιά δικαιολογία.
Κάποτε η Μαρία άρχισε να συνέρχεται και, καθώς ο Βλαντιμίρ είχε πολύ καιρό να φανεί στο σπίτι τους, αποφάσισαν να τον προσκαλέσουν οι ίδιοι και να του ανακοινώσουν την ευχάριστη είδηση που, φυσικά, δε θα περίμενε ν' ακούσει: τη συγκατάθεσή τους για να παντρευτεί την κόρη τους. Ωστόσο η έκπληξή τους ήταν τεράστια, όταν, ως απάντηση στην πρόσκλησή τους, έλαβαν απ' αυτόν μια εντελώς παράλογη επιστολή, που έγραφε πράγματα τρελά! Τους δήλωνε, δηλαδή, πως ποτέ πια δε θα ξαναπατούσε το πόδι του στο σπιτικό τους και τους παρακαλούσε να λησμονήσουν ολότελα εκείνον τον δυστυχισμένο άντρα, για τον οποίο η μόνη ελπίδα που του είχε απομείνει ήταν ο θάνατος. Ύστερα από μερικές μέρες έμαθαν ότι ο Βλαντιμίρ κατατάχθηκε στο στρατό. Αυτό συνέβη το 1812.
Για πολύ καιρό δεν τολμούσαν καν να το ανακοινώσουν αυτό στη κόρη τους, η οποία απ' την πλευρά της δε μιλούσε ποτέ για τον Βλαντιμίρ. Λίγους μήνες αργότερα, όταν διάβασε τ' όνομά του στη λίστα των αντρών που είχαν ανδραγαθήσει και τραυματιστεί σοβαρά στη μάχη του Μποροντίν, λιποθύμησε κι όλοι φοβήθηκαν μήπως ξαναρρωστήσει. Ευτυχώς, δε συνέβη κάτι τέτοιο.
Μια νέα, όμως, μεγάλη θλίψη ήρθε να βρει την άτυχη Μαρία. Ο πατέρας της, ο Γαβριήλ Γαβρίλοβιτς, πέθανε αφήνοντάς τη μοναδική του κληρονόμο. Φυσικά η κληρονομιά αυτή καμιά χαρά δεν της έδωσε. Συμμεριζόταν τον πόνο της δυστυχισμένης μητέρας της και της έδινε υποσχέσεις πως ποτέ δε θα την άφηνε μόνη. Κάποια στιγμή αποφάσισαν κι οι δυο να εγκαταλείψουν το Νεναράτωφ, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τόσες θλιβερές αναμνήσεις, και να μετακομίσουν σε ένα άλλο από τα υποστατικά τους.
Σύντομα πολλοί υποψήφιοι μνηστήρες περικύκλωσαν την αξιαγάπητη και πλούσια νύφη, ωστόσο αυτή δεν έδινε ελπίδες σε κανέναν. Η μητέρα της την προέτρεπε συνέχεια να επιλέξει επιτέλους κάποιον απ' αυτούς για άντρα της, αλλά η Μαρία Γαβριήλοβνα κουνούσε θλιμμένα το κεφάλι κι έμενε σκεφτική. Άλλωστε ο Βλαντιμίρ δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Είχε πεθάνει στη Μόσχα την παραμονή της εισόδου των Γάλλων σ' αυτή. Η κοπέλα θεωρούσε ιερή την ανάμνησή του. Είχε κρατήσει κι όλα όσα της τον θύμιζαν: Τα βιβλία που άλλοτε είχε διαβάσει κι εκείνος, τους στίχους που της είχε αφιερώσει, τις ζωγραφιές του, τη μουσική που είχε συνθέσει για κείνη. Οι γείτονες, οι οποίοι είχαν μάθει όλα όσα της είχαν συμβεί, επαινούσαν με θαυμασμό τη σταθερότητα των συναισθημάτων της, αλλά περίμεναν και με ανυπομονησία τον γενναίο εκείνον άντρα που θα κατάφερνε να θριαμβεύσει απέναντι στη θλιβερή αφοσίωση της παρθενικής αυτής Αρτεμισίας.
Στο μεταξύ ο πόλεμος τελείωσε, στέφοντας με δόξα τα ρωσικά όπλα. Τα στρατεύματά μας επέστρεφαν από τα πεδία των μαχών. Ο λαός έτρεχε να τα προϋπαντήσει. Οι αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν καταταγεί σχεδόν έφηβοι, επέστρεφαν τώρα πια άντρες, μπαρουτοκαπνισμένοι από τον πόλεμο και φορτωμένοι παράσημα. Οι στρατιώτες συνομιλούσαν χαρούμενα μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας συνεχώς στις κουβέντες τους γερμανικές και γαλλικές λέξεις. Πραγματικά, αλησμόνητες μέρες! Εποχή δόξας κι ενθουσιασμού! Πόσο ζωηρά σκιρτούσε κάθε ρωσική καρδιά στο άκουσμα της λέξης «πατρίδα»! Πόση γλύκα είχαν τα δάκρυα που κυλούσαν στις συναντήσεις με τους ήρωες που επέστρεφαν! Με πόση ομοθυμία συνδυάσαμε το αίσθημα της λαϊκής υπερηφάνειας με την αφοσίωση προς τον αυτοκράτορα! Και πόσο σημαντική ήταν και γι' αυτόν αυτή η περίοδος!
Οι Ρωσίδες τα χρόνια εκείνα ξεπέρασαν τους εαυτούς τους. Η συνηθισμένη τους ψυχρότητα εξαφανίστηκε, ο ενθουσιασμός τους ήταν αληθινά μεθυστικός, όταν συναντούσαν τους νικητές και τους επευφημούσαν. Και ποιος, βέβαια, από τους αξιωματικούς εκείνου του καιρού δε θα παραδεχόταν φανερά πως το πιο ωραίο έπαθλο για τη νίκη ήταν ο ενθουσιασμός που έδειξαν οι γυναίκες της Ρωσίας;...
Την ένδοξη εκείνη περίοδο η Μαρία Γαβριήλοβνα ζούσε μαζί με τη μητέρα της στην επαρχία κι έτσι οι δυο γυναίκες δε μπόρεσαν να δουν και να ζήσουν τον ενθουσιασμό, με τον οποίο οι δύο πρωτεύουσες γιόρτασαν την επιστροφή των στρατευμάτων, αλλά στις κωμοπόλεις και τα χωριά ο ενθουσιασμός ίσως και να ήταν μεγαλύτερος, καθώς η εμφάνιση κάποιου αξιωματικού σ' εκείνα τα μέρη ήταν ένα είδος θριάμβου για τον ίδιο και δυσαρέσκειας για όλους τους υπόλοιπους νεαρούς, που διεκδικούσαν την προσοχή κάποιας γυναίκας κι ένιωθαν πως απειλούνται από την παρουσία του.
Είπαμε ήδη ότι η Μαρία ήταν περικυκλωμένη από θαυμαστές παρά την ψυχρότητά της. Όταν όμως άρχισε τις επισκέψεις στο υποστατικό της ο συνταγματάρχης των Ουσάρων Βούρμιν, τραυματίας πολέμου που έφερε το παράσημο του Αγίου Γεωργίου, όλοι αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τις προσπάθειες να την κατακτήσουν. Ήταν ένας άντρας συμπαθητικά χλωμός, όπως έλεγαν οι δεσποινίδες της περιοχής, είκοσι έξι χρονών περίπου. Είχε έρθει με άδεια να αναρρώσει στα κτήματά του, τα οποία ήταν πολύ κοντά στο κτήμα της Μαρίας Γαβριήλοβνας. Είναι γεγονός ότι κάθε φορά που τον συναντούσε η Μαρία, η συνηθισμένη κακή της διάθεση την εγκατέλειπε και γενικά έδειχνε πως χαιρόταν τη συντροφιά του και τον προτιμούσε περισσότερο από άλλους υποψήφιους μνηστήρες. Βέβαια, δε θα μπορούσε να πει κανείς πως ανταποκρινόταν στο φλερτ του με φιλαρέσκεια, αλλά, αν την παρατηρούσε κάποιος ποιητής, θα έλεγε: S' amor non è, che dunque (1)?
Πράγματι ο Βούρμιν ήταν ένας αξιαγάπητος νεαρός άντρας κι είχε ακριβώς το πνεύμα εκείνο που αρέσει στις γυναίκες, με αρκετή ανεκτικότητα και συγκαταβατικότητα και χωρίς υπολανθάνουσα ειρωνεία. Η συμπεριφορά του απέναντι στη Μαρία ήταν απλή, αβίαστη και φιλική, αλλά κάθε φορά που εκείνη μιλούσε ή έκανε κάτι, το βλέμμα του την ακολουθούσε επίμονα. Φαινόταν άνθρωπος ήσυχος και χαμηλών τόνων, αλλά οι φήμες έλεγαν πως στο παρελθόν ήταν υπερβολικά ζωηρός. Αυτό, όμως, δε μείωνε την εκτίμηση της Μαρίας για κείνον, η οποία -όπως κι όλες γενικά οι νεανικές καρδιές- συχνά συγχωρούν τα σφάλματα που οφείλονται σε τόλμη ή ζωηράδα.
Ωστόσο, εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο... -δηλαδή εκτός από την αβρότητα στους τρόπους, την ευχάριστη παρέα, τη συμπαθητική του χλωμάδα και το τραυματισμένο του χέρι- ξεσήκωνε τη φαντασία και την περιέργειά της ήταν η σιωπή του νεαρού Ουσάρου. Φυσικά και καταλάβαινε ότι του άρεσε. Ίσως κι εκείνος, ως έξυπνος άντρας με αρκετή εμπειρία, να πρόσεξε ότι τον είχε ξεχωρίσει ανάμεσα σ' όλους εκείνους που την πολιορκούσαν. Γιατί, λοιπόν, δεν είχε γονατίσει ακόμη μπροστά της και γιατί δεν της είχε κάνει την ερωτική του εξομολόγηση; Τι τον εμπόδιζε; Μήπως η ντροπαλοσύνη που είναι χαρακτηριστικό του αληθινού έρωτα, η περηφάνια ή οι υπολογισμοί κάποιου πονηρού προικοθήρα; Η στάση του ήταν ένα αίνιγμα για κείνη. Το σκέφτηκε αρκετά και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η αιτία για τους δισταγμούς του ήταν η δειλία του. Αποφάσισε να τον ενθαρρύνει, δείχνοντάς του περισσότερη προσοχή και, ανάλογα με την περίσταση, ίσως και κάποια τρυφερότητα. Προετοίμασε με το νου τα σχέδιά της γι' αυτή την εξέλιξη και με ανυπομονησία περίμενε τη στιγμή που θα της εκδήλωνε τα ρομαντικά του συναισθήματα. Τα μυστικά, όποιας φύσεως κι αν είναι, βαραίνουν πάντοτε τη γυναικεία καρδιά. Το σχέδιό της έφερε το ποθητό αποτέλεσμα. Τα αισθήματα του Βούρμιν ήταν πια τόσο φανερά, τα μαύρα του μάτια ατένιζαν τη Μαρία με τόσο φλογερό πάθος, που η αποφασιστική κίνηση φαινόταν πως άμεσα θα γινόταν κι οι γείτονες άρχισαν ήδη να μιλούν για τον επικείμενο γάμο τους. Σαν να επρόκειτο κιόλας για ένα τετελεσμένο γεγονός, η καλόκαρδη Πρασκόβια Πετρόβνα ήταν γεμάτη χαρά που έβλεπε ότι η κόρη της έδωσε επιτέλους την καρδιά της σ' έναν άντρα αντάξιό της.
Μια μέρα η Πρασκόβια Πετρόβνα καθόταν μόνη της στο σαλόνι κι έπαιζε χαρτιά, ρίχνοντας πασιέντζες, όταν μπήκε μέσα φουριόζος ο Βούρμιν και τη ρώτησε για τη Μαρία Γαβριήλοβνα.
«Είναι στον κήπο», του απάντησε. «Πηγαίνετε να τη συναντήσετε. Θα σας περιμένω εδώ μετά».
Ο Βούρμιν βγήκε έξω κι η γυναίκα σκέφτηκε: «Ίσως σήμερα τελειώσει αυτή η υπόθεση».
Ο Βούρμιν βρήκε τη Μαρία να κάθεται κοντά στη λιμνούλα μ' ένα βιβλίο ανοιχτό στα χέρια της, ντυμένη στα λευκά, σαν αληθινή ηρωίδα κάποιου μυθιστορήματος. Μετά από τα πρώτα λόγια που αντάλλαξαν, η Μαρία σκόπιμα έμεινε σιωπηλή, ενισχύοντας έτσι την αμοιβαία αμηχανία μεταξύ τους, που μόνο με μια ξαφνική κι αποφασιστική εξομολόγηση θα μπορούσε να διαλυθεί. Έτσι κι έγινε. Ο Βούρμιν, που είχε πλήρη συναίσθηση σε πόσο δύσκολη θέση βρισκόταν, της δήλωσε πως από πολύ καιρό αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία να της ανοίξει την καρδιά του και ζήτησε την αμέριστη προσοχή της για λίγο. Η Μαρία έκλεισε το βιβλίο της και χαμήλωσε τα μάτια, νεύοντας συγκαταβατικά.
«Σας αγαπώ», είπε ο Βούρμιν, «σας αγαπώ με πάθος!» Η Μαρία έγινε κατακόκκινη και χαμήλωσε και πάλι τα μάτια της. «Η στάση μου ήταν απερίσκεπτη, όταν, παρασυρμένος απ' τη γλυκιά συνήθεια, επέτρεψα στον εαυτό μου να σας βλέπω και να σας ακούω κάθε μέρα». Στα λόγια αυτά η κοπέλα θυμήθηκε την πρώτη επιστολή της «Νεαρής Ελοΐζας» του Ρουσώ. «Τώρα είναι πλέον αργά. Δε μπορώ ν' αντισταθώ στο πεπρωμένο! Η ανάμνησή σας, η χαριτωμένη κι αξιαγάπητη εικόνα σας θα 'ναι από 'δω και στο εξής η μοναδική απόλαυση αλλά και το μαρτύριο της ζωής μου... Κι εδώ, οφείλω, εκπληρώνοντας ένα επώδυνο καθήκον, να σας εξομολογηθώ το φριχτό μου μυστικό, το οποίο θα βάλει ανάμεσά μας ένα αξεπέραστο εμπόδιο».
«Το εμπόδιο υπάρχει και χωρίς το μυστικό σας», απάντησε η Μαρία, «αφού ποτέ δε θα μπορούσα να γίνω σύζυγός σας...»
«Γνωρίζω», είπε εκείνος με κατανόηση, «ότι ερωτευτήκατε κάποτε, αλλά ο θάνατος... Ω, μη μου στερήσετε, καλή κι αξιολάτρευτη Μαρία Γαβριήλοβνα, αυτή την ελάχιστη παρηγοριά... της σκέψης ότι θα μπορούσατε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας και να με κάνετε ευτυχισμένο, εάν... εάν...»
«Σωπάστε! Για όνομα του Θεού, σωπάστε! Μη μου σπαράζετε την καρδιά».
«Ναι, το γνωρίζω, το βλέπω, το αισθάνομαι ότι θα μπορούσατε κάποτε να γίνετε δική μου, να ζήσουμε ευτυχισμένοι μαζί... αλλά αλίμονο! Είναι αδύνατον!... Είμαι ήδη παντρεμένος!...»
Η Μαρία στύλωσε το βλέμμα πάνω του κατάπληκτη.
«Παντρεύτηκα πριν από τέσσερα χρόνια», συνέχισε ο Βούρμιν, «αλλά δεν
ξέρω πού βρίσκεται η σύζυγός μου κι αν θα την ξαναβρώ ποτέ».
«Μα... αυτό ... αυτό είναι πολύ παράδοξο», ψέλλισε η Μαρία Γαβριήλοβνα. «Θα σας πω στη συνέχεια τι εννοώ, αλλά προς το παρόν συνεχίστε την ιστορία σας...»
«Στις αρχές του 1812», άρχισε πάλι ο Βούρμιν, «έσπευσα στη Βίλνα, όπου βρισκόταν το σύνταγμά μου. Φτάνοντας το απόγευμα σε κάποιον σταθμό, έδωσα διαταγή να μου αλλάξουν τ' άλογα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, μα τότε ξέσπασε δυνατή χιονοθύελλα. Ο σταθμάρχης κι οι αμαξάδες με συμβούλεψαν να περιμένω μέχρι να κοπάσει. Τους άκουσα βέβαια, αλλά μια ανεξήγητη ανησυχία με κυρίεψε. Ένα αίσθημα, που δε μπορούσα να εξηγήσω, μ' έσπρωχνε να φύγω από κει. Πράγματι, μολονότι η χιονοθύελλα συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση, τους έδωσα εντολή να ζεύξουν τ' άλογα κι έφυγα. Ο αμαξάς μου σκέφτηκε ν' ακολουθήσει το δρόμο πλάι στο ποτάμι για να συντομεύσει τη διαδρομή, αλλά οι όχθες του ποταμού ήταν σκεπασμένες με χιόνι. Το αμάξι βγήκε έξω απ' το δρόμο που έπρεπε κανονικά να πάρουμε χωρίς να το καταλάβουμε κι έτσι βρεθήκαμε σ' ένα άγνωστο μέρος. Η καταιγίδα συνεχιζόταν. Κάπου στο βάθος διέκρινα ένα αμυδρό φως κι έδωσα εντολή στον αμαξά να κινηθεί προς τα κει. Φτάσαμε σ' ένα χωριουδάκι, η εκκλησία του οποίου ήταν φωτισμένη, οι πόρτες ανοιχτές και μπροστά σ' αυτές ήταν σταματημένα λίγα έλκηθρα. Εδώ, εδώ, μου φώναξαν κάποιοι άνθρωποι. Έδωσα εντολή στον αμαξά να πλησιάσουμε. Πού χάθηκες λοιπόν; μου είπε ένας άντρας. Η μέλλουσα νύφη είναι λιπόθυμη, ο ιερέας δεν ξέρει τι να κάνει, λίγο ακόμη και θα φεύγαμε. Έλα μέσα γρήγορα. Κατέβηκα, χωρίς να μιλήσω, από το έλκηθρό μου και μπήκα μέσα στην εκκλησία, που φωτιζόταν μόνο από δυο τρεις λαμπάδες. Μια νεαρή γυναίκα καθόταν μισοαναίσθητη σε μια γωνιά της εκκλησίας, ενώ μια άλλη της έτριβε τα χέρια και τους κροτάφους. Ω, ήρθατε επιτέλους! Δόξα τω Θεώ, είπε η τελευταία. Παραλίγο να μας πεθάνει η νύφη. Ο γέρο ιερέας με πλησίασε και με ρώτησε: Θέλετε να ξεκινήσουμε; Απάντησα μηχανικά, ασυναίσθητα: Ξεκινήστε, ξεκινήστε, πάτερ.
»Τότε σήκωσαν όρθια την κοπέλα. Μου φάνηκε όμορφη... Ω, τι ανεξήγητη κι άμυαλη επιπολαιότητα!... Στάθηκα δίπλα της. Ο ιερέας ξεκίνησε βιαστικά να τελεί το μυστήριο. Τρεις άντρες κι η υπηρέτρια συγκρατούσαν την κοπέλα προκειμένου να σταθεί όρθια δίπλα μου. Κάποια στιγμή η τελετή ολοκληρώθηκε. Φιληθείτε, μας προέτρεψαν. Η σύζυγός μου πλέον έστρεψε προς εμένα το χλωμό της πρόσωπο κι ήμουν έτοιμος να τη φιλήσω... Ααα! Δεν είναι εκείνος!... Δεν είναι εκείνος!... φώναξε και λιποθύμησε ξανά.
»Οι μάρτυρες με κοιτούσαν κατάπληκτοι. Εγώ, χωρίς να καταλαβαίνω καλά - καλά τι μου συμβαίνει, βγήκα απ' την εκκλησία, μπήκα στο έλκηθρό μου και φώναξα στον αμαξά: Εμπρός!...»
«Θεέ μου!» είπε ταραγμένη η Μαρία Γαβριήλοβνα. «Και δε γνωρίζετε έκτοτε τι συνέβη στη γυναίκα σας;»
«Όχι, δε γνωρίζω... ούτε γνωρίζω πώς ονομάζεται το χωριό όπου έγινε ο γάμος, ούτε θυμάμαι πού ήταν ο σταθμός που άλλαξα άλογα... Την εποχή εκείνη ήμουν τόσο επιπόλαιος, που δεν έδινα καμιά σημασία στις συνέπειες των πράξεών μου, ούτε σκεφτόμουν πόσο εγκληματικά κι απερίσκεπτα φερόμουν... Όταν έφυγα απ' την εκκλησία, αποκοιμήθηκα και ξύπνησα την επόμενη μέρα πολύ μακριά από κείνο το μέρος. Ο αμαξάς που ήταν μαζί μου πέθανε αργότερα, στη διάρκεια της εκστρατείας, κι έτσι δεν έχω πια καμιά ελπίδα να ξαναβρώ εκείνη, στην οποία έκανα τότε ένα τόσο σκληρό αστείο κι η οποία σήμερα επίσης με την ύπαρξή της μ' εκδικείται σκληρά...»
«Θεέ μου... Θεέ μου», αναφώνησε τότε η Μαρία Γαβριήλοβνα. «Εσείς είστε λοιπόν; Δε με αναγνωρίζετε ακόμη;...»
Ο Βούρμιν έγινε κάτασπρος απ' την ταραχή του... κι έπειτα ρίχτηκε στην αγκαλιά της.
Πούσκιν Αλέξανδρος
Εφημερίδα «Αθήναι»
Ιούλιος - Δεκέμβριος 1912
Σημειώσεις:
(1) Πρόκειται για ένα στίχο που ο Πούσκιν δανείζεται από τον Πετράρχη (Σονέτο cxxxii): «Αν δεν είναι αγάπη, τότε τι είναι αυτό που νιώθω;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου