Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ

   Δεν κοιμάμαι. Απόψε θα ξενυχτήσω. Έχω μια χαρούμενη απαντοχή από τη στιγμή που άκουσα τις καμπάνες να χτυπάνε για την αυριανή Γέννηση του Χριστού μας...
   Είμαι κλεισμένος και δε βλέπω κόσμο.
   Κάποια νυχτιά είχα προβάλει το κεφάλι μου από το φεγγίτη και είδα μακριά στην πόλη κάτι παράξενα φώτα -παράξενα τρεμουλιάζανε και ξερνούσανε μια φωνή! Έτσι μου φάνηκε. Το τρεμούλιασμα των φώτων φώναζε, γελούσε, συζητούσε, γιουχάιζε, φανέρωνε μυστικά, τραγουδούσε τη ζωή τη νυχτερινή στην πόλη. Και κείνη τη στιγμούλα, άνοιξα το στόμα μου, νομίζοντας πως κι εγώ θέλω να μιλήσω -μα δεν έβγαλα κιχ: μέσα από τη σκοτεινιά των σπλάχνων μου, ποιο τρεμούλιασμα να βγει φωτεινό και να δείξει το στόμα μου; Έλειπε το εσωτερικό φως! Και συλλογίστηκα: Στην πολιτεία μιλούνε και τα φώτα. Εδώ σωπαίνουν όλα, μοναχά τα στοιχειά ουρλιάζουνε μαζί με τον άνεμο -η ψυχή μου βυθίζεται στο άπειρο... Και θα μου 'ρχότανε στο νου κι άλλες ανοησίες, μα τα χέρια μου κουραστήκανε, έτσι που ήμουνα κρεμασμένος, μια τρομερή λιγούρα μου έτρωγε τα σωθικά. Κατέβηκα.
   Ξημέρωσε η σημερινή μέρα που την περίμενα μετρώντας, ένα χρόνο τώρα, τους μήνες, τις εβδομάδες, τις μέρες, τις στιγμές, τα δευτερόλεπτα... Βλέπετε πόσο με νοιάζει για τα Χριστούγεννα;
   Θυμάμαι σαν ήμουνα παιδί... (Ναι, για άκου, φίλε μου, την καμπάνα -έτσι κτυπούσε και στα παιδικά μου χρόνια που πήγαινα μαζί με την Ξένια στην εκκλησιά, κι ύστερα στο λόφο για να μαζέψουμε άγριους κρίνους. Φορούσε το μαύρο παλτό της... Το μαύρο παλτό το 'χω ζωηρά στο νου μου και το μαντηλάκι της βαλμένο αδιάκοπα στη μύτη της κοκκινισμένη από το κρύο)... Μα όχι, δε θυμάμαι τίποτα. Τι να θυμηθώ;
   Μπορώ μονάχα, κύριε, να σας βεβαιώσω πως τώρα είναι μεσάνυχτα και πως κανένα αστέρι δε μου το μήνυσε.
   Το ξέρω.
   Το ξέρω όπως τ' όνομά μου, που το 'χω χαράξει σ' όλους τους τοίχους και το πιο σπουδαίο είναι ότι το 'χω σχηματίσει με τόσα κουλουριαστά φιτιλάκια μέσα σε φυσικά πήλινα λυχνάρια, φτιαγμένα όλα από το χέρι μου (εδώ πρέπει να σας πω ότι, σα ζούσα στον κόσμο, ήμουνα ανίκανος για την παραμικρή πραχτική εργασία, μα 'δω μέσα έχω γίνει εφευρέτης, μηχανικός, μάστορας, κι ας μην έχω ούτε πρωτόγονο εργαλείο), και τα φιτιλάκια κάνουν τόσα καλλιγραφικά γράμματα όσα έχει τ' όνομά μου.
   Παρακαλώ, κύριε: Είμαι υποχρεωμένος να ζητήσω συγγνώμη -αν το θέλετε. Όμως δεν είναι ούτε ίχνος από τον παλιό εγωισμό μου! Τα φιτίλια είναι έντεχνα κουλουριασμένα, τρυπημένα, ψηλά, από λεπτότατα χρυσαφένια σύρματα, σαν ομπρελίτσες, μπαστούνια, ποδαράκια ανοιχτά, και τελοσπάντων ένας αμύητος θα τα 'παιρνε για ιερογλυφικά. Πάνω σ' αυτό τ' όνομα -και σας παρακαλώ να το τονίσετε ανίσως και το διηγηθείτε πουθενά- κρεμάω όλη μου την υστεροφημία...
   Μμμ! Έχεις και υστεροφημία, ματαιοδοξίες -θα μορφάσετε ειρωνικά. Μα σταθείτε· δεν είναι καθαυτό υστεροφημία... Τι σας έλεγα πριν; Δε με βλέπετε, σας μιλώ με λόγια χωρίς νόημα και σεις είστε όξω στον αγέρα. Βιάζεστε... Κάθε πρωί βρίσκω στο παραθυράκι ψωμί, σεις το βάζετε, ψωμί φρέσκο (βρίσκω και φαΐ, μα να είστε βέβαιος πως δεν τ' αγγίζω, μου φτάνει το ψωμί). Και νερό... Αχ, τι δροσερό που είναι το νεράκι. Έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως το νερό είναι ένα μέρος της θεϊκής ουσίας...
   Μ' ακούτε;
   Μ' ακούτε - ευχαριστώ. Θέλετε να δείτε τ' όνομά μου, δηλαδή ν' ανάψω τα φιτίλια και να λάμψει τ' όνομά μου; Έχω τα σπίρτα και τη λάμπα που μου έχετε φέρει.
   Τόσον καιρό τώρα τριγυρνώ στα σκοτεινά, ψηλαφώ, ακούω το ροκάνισμα που κάνουν τα ποντίκια στο φαΐ κι εγώ σκέφτομαι στο στρώμα μου: Ας τρώνε· το νερό στο κανάτι δεν μπορούνε να το πιούνε... Φυλάω το πετρέλαιο της λάμπας για τα Χριστούγεννα... Θα μείνω στα σκοτεινά κάμποσες νυχτιές. Και στη γιορτή μου θα κάνω φωταψία, θα κυνηγήσω τα ποντίκια και...
   Και ναι -πριν από λίγο τα 'σκιαξε το φως που άναψα- μα το φως τούτο όμως εσάς δε σας έκανε να σταματήσετε τέτοιαν ώρα; Ο καλός άνθρωπος δε φοβάται το φως...
   Και σεις είστε καλός. Τι θέλετε από μένα να σας πω; Σας είπα και το ξέρετε: Είμαι κλεισμένος εδώ μια χρονιά και δε βλέπω κόσμο. Γιατί; Το 'κανα από θρησκευτικό φανατισμό; Βάλθηκα να γίνω ερημίτης στον αιώνα μας; Α!... Θ' ανοίξω το φεγγίτη και θα δείτε στη φωτισμένη καλύβα μου πως οι τοίχοι δε στολίζονται με άγιες εικόνες· και το τραπεζάκι μου έχει μια γυριστή κάμα σα γιαταγάνι· δε μένει τόπος για την Αγία Γραφή· θα δείτε πως δεν έχω ίχνος ασκητισμού στη μορφή μου και στην ψυχή μου· το στήθος μου είναι κλειστό για την Πίστη.
   Τι είμαι λοιπόν; Σταθείτε. 
 
   Ανάβω τα φιτίλια. Και σβήνω τη λάμπα. Κοιτάχτε! Ο φεγγίτης είναι ανοιχτός! Ρίχτε μια ματιά. Διαβάστε τ' όνομά μου! Βλέπετε ένα φωτεινό όνομα σα στέμμα βυζαντινού αυτοκράτορα, περίλαμπρο από τις νίκες; 
   Χρίστος! Δε νομίζετε πως είναι τόσο μακριά σα να 'ναι στον ουρανό; -Είναι μόλις δυο μέτρα! Εδώ μέσα όλα ξεγελούνε· το σκοτάδι προβάλλει σαν Άδης! Κι η φωνή μου μοιάζει αγγελική· ωστόσο βγαίνει από 'να ξερό στεγνό λαρύγγι άσκοπα και το σκοτάδι κακορίζικο κι αραχνιασμένο μες στους τέσσερις στενούς τοίχους. Όλα είναι συνηθισμένα, κοινά  κι η ρουτίνα έχει κι εδώ τη θέση της, όπως και στα κοσμικά σπίτια· μην εμπιστεύεστε στη φαντασία και στο αίσθημά σας, που ξεγελά· μόνο η πείρα διδάσκει...
   Τώρα θα σκεφτείτε πως είμαι ένας που κρύφτηκε από τον κόσμο επειδή σιχάθηκε... Τίποτα. Μην κουράζετε το μυαλό σας. Σας δίνω το λόγο της τιμής μου πως απόψε ήθελα να μιλήσω, ν' ακούσω την ίδια τη φωνή μου, να σας πω καλησπέρα... Η καλοσύνη σας να σταματήσετε μ' έκανε απόψε έτσι, μου ξύπνησε διψασμένο το ανθρώπινο αίσθημα της επικοινωνίας και ομιλητικότητας.
   Εσείς, αν θέλετε, μπορείτε να μου ευχηθείτε χρόνια πολλά, αφού με λένε Χρίστο και γιορτάζω αύριο -κι εγώ θα σας ανταποδώσω την ευχή και καλές μου σκέψες θα σας ακολουθάνε μέχρι την εκκλησιά ή μέχρι το σπίτι σας, όπου θα πάτε.
   Τώρα θα σβήσω τα φιτίλια, που μου είναι πολύτιμα -τ' άναψα μονάχα προς τιμή σας- θα τα σβήσω και θ' ανάψω τη λάμπα. Μα βλέπετε τούτη την κασόνα που έχω χώσει τα λυχνάρια μου;
   Είναι μήνας τώρα, που βγήκε μέσα απ' αυτή ένα φιδάκι και με κοίταζε με τα χρυσά μάτια του σα να 'θελε να με ρωτήσει: Ποιος είσαι συ σκοτεινιασμένε άνθρωπε; Το σταμάτησα με τη  φωνή μου· κι έμεινε απολιθωμένο, σαν εκστατικό: «Καλησπέρα, φιδάκι» - «Καλησπέρα», είπανε τα χρυσά μάτια. «Κάθισε, καλό μου, μη σαλεύεις, να κουβεντιάσουμε. Είμαι μονάχος, πάω να ξεχάσω και τη φωνή μου. Σ' αγαπώ. Τέτοια μάτια είχα κι εγώ, χρυσοφιδίσια, τη νυχτιά εκείνη που την κρατούσα στην αγκαλιά μου - (κι ίσως να 'χα την πονηράδα σου, φίδι, αφού την ξεγέλασα, αλλά μήπως μας έβλεπες και τότε; Δεν ξεχνώ ένα σύρσιμο με την κοιλιά ελαφρό, έναν υπόκωφο ανατριχιαστικό θόρυβο που άκουγα εδώ μέσα στα σκοτεινά -ένα φσιιι! που σφύριζε στ' αυτιά μου σα να μου ψιθύριζε: Κάνε γρήγορα! Είχες γεννηθεί τότε, φιδάκι; Ή μην ήτανε η μάνα σου;) Έκαιγε η καλή μου, έτρεμε, σπάραζε, βογγούσε, έκαιγε στον πυρετό! Κι εγώ τη φιλούσα, την έσφιγγα, της έλεγα: Σ' αγαπώ. Είναι Χριστούγεννα, αγάπη μου. Γιορτάζω. Οι καμπάνες χτυπάνε για την ένωσή μας και ο ήχος τους μας στεφανώνει, γλυκιά μου.
   »Φιδάκι μου, τούτο ήτανε το κρεβάτι μας το νυφικό. Σουρούπωνε, νύχτωνε... Της έλεγα: Αγαπημένη μου, για σένα φύλαγα όλη τη φλόγα  της ψυχής μου. Για τούτη τη νυχτιά σου είχα πει ότι όλος ο κόσμος θ' αλλάξει στα μάτια μας... Η καρδιά μου χτυπάει στην ιδέα μιας καινούργιας κοσμογονίας. Μια εκκλησιά με την ευλογία του Θεού, δε νιώθεις μέσα στο αίμα σου; Αγαπημένη μου, είναι νύχτα· είσαι στην αγκαλιά μου· αυτό αρκεί! Κανείς δε μας βλέπει. Είσαι δική μου! Μου χάρισες την πνοή σου για πάντα.
   »Φιδάκι, μένεις ακόμη εκστατικό, όμορφο, παρηγορητικό και μ' ακούς...
   »Τότε τα μάτια μου φωσφορίζανε και παίρνανε από τη νύχτα με τ' άστρα της τη δύναμη για να της εμπνέω τον αντρισμό και την επιβολή. Αυτή βογγούσε και ξυπνούσε στο αίμα της η γυναίκα. Την είχα γνωρίσει μικρούλα, δέκα χρόνια την ποθούσα, είχα χάσει τον εαυτό μου από τη μακρόχρονη επιθυμία και την κατασίγαση του ενστίχτου· η χαρά, η ζωή, ο θάνατος ήτανε συγκεντρωμένα στο στήθος της· κοντά της έβρισκα την ανδρική μου θέληση, ένιωθα την ύπαρξή μου σαν μια απαραίτητη φυσική δύναμη. Τη νυχτιά εκείνη γνώρισα ολόκληρο τον εαυτό μου. Τι χαρωπά  που με πλημμύρισε η αποκάλυψη αυτή. Ήθελα ν' ανοίξω τα χέρια μου στο άπειρο, στην πλάση, στο χάος, στο καλό, στο κακό, να τ' αγκαλιάσω σαν δικά μου πλάσματα!
   »Είσαι δική μου! Πώς τρεμούλιαζε!...
   »Τρεμούλιαζε μέχρι το πρωί· γιατί κι αυτή ποτέ δεν είχε γνωρίσει, άλλοτε, άντρα. Δέκα χρόνια, όπως εγώ, με περίμενε. Φίδι, δεν μπορείς εσύ να καταλάβεις τι θα πει αυτό. Να: Δέκα χρόνια σταματάει ο Θεός το σύγνεφο -δέκα χρόνια διψάει η γη για νερό! Ένας κατακλυσμός πρέπει να γίνει για να ξεδιψάσει.
   »Ναι, κατακλυσμός. Ύστερα χαλάσματα... Κι ακολούθησε ο δαιμονικός χορός! Γύρω της και γύρω μου. Κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει ή να σταθεί στα πόδια του σα στηθεί γύρω του ο δαιμονικός χορός... Την έχασα από τα μάτια μου.
   »Πού είναι η αγάπη μου; Είναι δική μου! Δέκα χρόνια, άνθρωποι, δεν πόθησα τίποτ' άλλο. Τη νύχτα εκείνη τη χριστουγεννιάτικη έγινε γυναίκα μου. Και μ' απαντούσε ο σάλος, ο γδούπος του δαιμονικού χορού. Καλά, χορεύετε, δαιμόνοι, χορεύετε γύρω από τον πόθο μου, δικαίωμά σας να δείχνετε το κόκκινο κολασμένο στόμα σας, μ' αφήστε με να φύγω. Δε γυρεύω πια. Είστε πολλοί, είστε ολόκληρος ο κόσμος με κέρατα και νύχια -δαιμόνοι! Είστε μια κοινωνία που στα χείλη χαμογελά. Αφήστε με να φύγω. Έτρεξα, φίδι, έτρεξα. Είμαι νέος γερός, ελαφρός. Κι έφτασα εδώ (μέρος αγιασμένο που μεταλάβανε οι ψυχές μας), που δεν μπαίνουμε οι δαιμόνοι για να στήσουνε το χορό τους».
 
   Μια χρονιά κλεισμένος και μονάχος.
   Αχ, εσύ μ' ακούς, κύριε... Έτσι μίλησα στο φίδι. Μα ξέχασα (είμαι χαμένος) τα φιτίλια καήκανε, τα φιτίλια γίνονται κάφτρες, δεν είστε μέσα να δείτε το θλιβερό θέαμα (ο θεός να σας φυλάει από παρόμοια θεάματα) κι έτσι σβήνει η τελευταία μου ελπίδα -η μόνη μου παρηγοριά η στενή φήμη μου.  Μέσα και πάνω σ' αυτά, στη μικρούλα μου αρσενική λάμψη τους, είχα αποθέσει όλα μου τα όνειρα όσα θα έπλαθα μια μέρα σαν αποχτούσα τον πρώτο μου ανθρωπισμό (λέω θα έπλαθα γιατί τώρα δεν έχω ούτε φυσιολογικά όνειρα· το σκοτάδι της καλύβας δεν επιτρέπει φτερούγια στην ψυχή). Τα φιτίλια θα λάμπανε, η φλόγα τους θα μιλούσε, θα ξεχώριζε, θα μεγαλοποιούσε τα γράμματα Χρίστος, που το στοματάκι της θα τα πρόφερε ένα - ένα, γλυκά - γλυκά: Χ - ρ - ί - σ - τ - ο! Η λέξη αυτή θα συμβόλιζε τη γιορτή των Χριστουγέννων μ' όλες τις χαρές και τη βαθιά απόλαυση στην παγωνιά του χειμώνα· τα έξι γράμματα θα υψωνόντανε σαν κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου για τα παιδάκια που θα χουφτούλιαζαν τα χρυσά αυγά.
   Αλλά τα συμβολικά φιτίλια δεν υπάρχουνε πια... Πώς πύκνωσε το σκοτάδι. Θέλετε να δείτε πώς είναι ο Άδης; Όχι, θα φοβηθείτε. Σταθείτε. Ανάβω τη λάμπα και σα θα φύγετε θα τη σβήσω πάλι. Θα σκαρφαλώσω στο φεγγίτη. Εκεί θα μείνω μέχρι τον όρθρο των Χριστουγέννων, με τα μάτια στυλωμένα προς στο δρόμο της εκκλησιάς. Είμαι σίγουρος πως την άγια τούτη μέρα, ο δαιμονικός χορός θα 'χει σταματήσει κι έτσι θα τη δω με το γλυκοχάραμα να προβάλει. Και θα χτυπήσει «Άνοιξε Χρίστο, είμαι εγώ». Θ' ανοίξω. «Είσαι συ. Έλα!» Και θα κλείσω. Και κανείς δε θα μπορέσει να μπει· μονάχα το φιδάκι με τα χρυσά μάτια του θα σταθεί μάρτυρας...
   Ακούστε, η καμπάνα χτυπάει. (Ή μήπως οι ήχοι της αργοσαλεύουνε μέσα μου από πέρσι;)
   Η αγάπη μου είναι κοντά μου;... Πάμε όξω· εδώ δεν έχω πια χαρά· τα φιτίλια καήκανε· τ' όνομά μου εξαφανίστηκε· τώρα που ήρθες -τι χρειάζουνται; Η Πλάση είναι μεγάλη, η Φύση απέραντη, το Άπειρο ανεξερεύνητο. Ένα ζεστό σπιτάκι θα βρεθεί και για μας. Εδώ όλα είναι παγωμένα· η καρδιά μου, το κορμί μου... Πάμε!...
   Κύριε, εδώ είστε ακόμα; Μ' ακούτε; Παραμιλώ. Εκείνη δε θα 'ρθει. Η γιορτή μου γλιστράει από την παθιασμένη σκέψη μου σα σκιά  κακή και πονηρή...
   Μ' ακόμα είναι νύχτα βαθιά, τίποτα δεν ακούγεται εξόν η φωνή μου. Θα κάτσω να φτιάξω καινούργια φιτίλια· θα καθαρίσω και τα συρματάκια έτσι που να λαμποκοπούνε - και θα την περιμένω. Θ' ακούσω τη φωνούλα της. Φεύγετε, φεύγετε, κύριε; Και παίρνετε μαζί σας τόσα αποκαλυπτικά λόγια; Μα για τ' όνομα του Θεού - μην ξεχνάτε πως μονάχα στο φιδάκι μίλησα, σ' ένα φίδι που, φυσικά, δεν καταλαβαίνει...
   Καληνύχτα.
 
Ντοστογιέφσκι Φιόντορ
(Μετφ. Γ. Βουγιουκλάκης)
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 22 - 24, Δεκέμβρης 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου