Στη γειτονιά μας, τρεις πόρτες πιο κάτω, έμενε μια γιαγιά, η θεια-Κατερίνη, γνωστή σ' όλο το χωριό για την καλοσύνη της και τα γιατροσόφια της. Εμένα μ' αγαπούσε ιδιαίτερα, γιατί της έκανα όλα τα θελήματα· μ' έστελνε στην αγορά, στη βρύση, στην εκκλησιά, να πάω καμιά λειτουργιά, κι όχι μόνο έτρεχα πάντα πρόθυμα, αλλά καθόμουν πολλές φορές ώρες ολόκληρες μαζί της ακούγοντάς τη να μου διηγιέται τις περιπέτειες της ζωής της, που σε μένα φαίνονταν φανταστικές σαν παραμύθια. Άρχιζε απ' την παιδική της ηλικία, μου μιλούσε για τους Τούρκους, περνούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας απ' τον Κωνσταντίνο, κι ύστερα πάλι θυμόταν με παράπονο τον άτυχο άντρα της, που τον έχασε πρόωρα, μένοντας χήρα με τέσσερα ορφανά, και κατέληγε στα παιδιά της, που με τόσους κόπους και θυσίες τ' ανάστησε, για να γίνουν όλοι τους σήμερα νοικοκυραίοι. Ο μεγάλος της καημός όμως ήταν ο δεύτερος γιος της, ο κυρ-Γιώργος, που έμεινε ανύπαντρος, γεροντοπαλίκαρο. Ο κυρ-Γιώργος είχε πατσατζίδικο στη Θεσσαλονίκη, στην πλατεία Βαρδαρίου, κι έβγαζε λεφτά με ουρά. Όσο όμως κι αν τον παρακαλούσε η γριά μάνα του, όσο κι αν τον πίεζαν οι συγγενείς του, δεν έλεγε να παντρευτεί. Σ' αυτόν κοντά ήθελε να με στείλει η θεια-Κατερίνη, για να μη παιδεύουμαι στα χωράφια.
«Να πας στην πόλη», έλεγε, «να μάθεις καμιά τέχνη, να γλιτώσεις από 'δω. Μη στεναχωριέσαι και θα πω εγώ στο Γιώργο να σε πάρει κοντά του. Θα σ' έχει σαν δικό του παιδί. Θα δεις τι καλά θα περνάς!»
Τον κυρ-Γιώργο τον γνώριζα από μικρός. Ερχόταν τακτικά στο χωριό, κυρίως το χειμώνα, κι έβγαινε για κυνήγι. Ήταν δεινός κυνηγός. Ποτέ δεν γύριζε μ' άδεια χέρια. Ήταν ψηλός και γεμάτος, μ' επιβλητικό παράστημα κι αρχοντική περπατησιά. Είχε μεγάλο πρόσωπο, λίγο παχουλό και καλοσυνάτο. Ομορφάντρας. Τα πλούσια μαλλιά του, χτενισμένα πίσω ολόισια μ' ένα ελαφρό γκρι στους κροτάφους, του έδιναν ύφος μεγαλοεπιχειρηματία. Γενικά ήταν άνθρωπος που ενέπνεε συμπάθεια κι εμπιστοσύνη.
Όταν η γριά μάνα του τού μίλησε για μένα, έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον.
«Α, άμα είναι για τον Βασιλάκη, ούτε λόγος να γίνεται», είπε, σαν να 'μασταν παλιοί φίλοι. «Αυτός είναι γεννημένος για πόλη. Δεν κάνει για χωράφια».
Και γυρίζοντας σε μένα:
«Μόνο λίγη υπομονή, Βασιλάκη, να 'βγει ο χειμώνας, και το καλοκαίρι, που θα 'χουμε πολλή δουλειά, θα 'ρθω να σε πάρω. Ξέρει τίποτα ο πατέρας σου;»
«Όχι», είπα, κι η φωνή μου έτρεμε από ενθουσιασμό: Θα πήγαινα στη Θεσσαλονίκη!
«Καλά, δεν πειράζει», είπε με σιγουριά. «Άμα θα του μιλήσω εγώ, θα σ' αφήσει».
Εκείνος ο χειμώνας μου φάνηκε ατέλειωτος. Το προηγούμενο καλοκαίρι είχα τελειώσει το δημοτικό με «λίαν καλώς εννέα», αλλά στο γυμνάσιο δεν μ' έστειλαν. Ο πατέρας μου, είναι αλήθεια, αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Το μεγάλο παράπονο της ζωής του ήταν που έμεινε αγράμματος, πράγμα που φαινόταν άλλωστε καλά απ' την ανορεξιά που έδειχνε για τις γεωργικές δουλειές. Τα χωράφια και τα ζώα δεν τ' αγάπησε ποτέ και τ' όνειρό του ήταν να μας σπουδάσει όλους. Πώς όμως; Τρία αγόρια κι ένα κορίτσι τέσσερα, η μάνα μου πέντε κι ο πατέρας μου έξι -έξι στόματα περιμέναμε να χορτάσουμε από ένα χέρι. Το σπίτι μας, ένα παλιό τουρκόσπιτο, σωστή τρώγλη, το χρωστούσαμε ακόμα, και χώρια που τα καπνά, απ' όπου θα παίρναμε καμιά δραχμή, έμεναν στοιβαγμένα στην αποθήκη απούλητα, γιατί έτσι το 'θελαν οι έμποροι. Κι όσο για το γυμνάσιο, εκτός που ήταν στο διπλανό χωριό και χρειάζονταν εισιτήρια και πήγαινε-έλα, ήταν παράρτημα ενός γυμνασίου της Θεσσαλονίκης και οι μαθητές πληρώνανε δίδακτρα κι εγγραφές, σαν να 'ταν δηλαδή ιδιωτικό.
Έτσι εκείνον τον χειμώνα αντί να πάω στο γυμνάσιο, όπως πολλοί συμμαθητές μου -κι ας ήταν κατώτεροί μου- βρέθηκα να δουλεύω γκαρσόν σ' ένα καφενείο του χωριού. Έπαιρνα δέκα δραχμές μεροκάματο και δούλευα απ' τις οχτώ το πρωί ως τις δέκα το βράδυ. Ο πατέρας μου, όσο κι αν πληγωνόταν ο εγωισμός του βλέποντάς με να ξενοδουλεύω -αδύνατος, πετσί και κόκκαλο- δεν είχε το κουράγιο να μου πει μην πας. Η φτώχεια μας τον είχε γονατίσει. Του τσάκισε το φιλότιμο. Κι όταν ο κυρ-Γιώργος του μίλησε σχετικά για μένα, το δέχτηκε με κρυφή ικανοποίηση. Τουλάχιστο, σκεφτόταν, δε θα 'μενα στο χωριό. Στην πόλη έχει κανείς πιο πολλές ευκαιρίες να φτιάξει τη ζωή του. Μια ολόκληρη ζωή πάλευε τη γη μ' επιμονή και φιλότιμο, και χαΐρι δεν είδε. Γέρασε πριν την ώρα του. Τουλάχιστο να γλιτώναν τα παιδιά του απ' αυτήν την τυράγνια.
«Φύγετε», έλεγε. «Όποιος φεύγει από 'δω γλιτώνει. Δεν έχουν τα ρημάδια προκοπή. Μπορείτε να φύγετε; Μην κάθεστε ούτε λεφτό. Όποιος φεύγει, γλιτώνει!»
Εγώ εν τω μεταξύ μετρούσα τις μέρες. Οι επισκέψεις στη θεια-Κατερίνη γίνονταν όλο και πιο συχνές. Με αγωνία την ρωτούσα πότε επιτέλους θα 'ρθει ο κυρ-Γιώργος. Είχαμε κιόλας μπει στον Μάη.
Η μάνα μου με πείραζε και γελούσε μ' εκείνο το αυθόρμητο και πλούσιο γέλιο της, που ποτέ δεν της έλειψε.
«Πάλι στη φιληνάδα σου ήσουν;» μου 'λεγε περιπαιχτικά. Τα 'παιρνε για παιδιάστικα καμώματα όλ' αυτά. Δεν είχε καταλάβει ή δεν ήθελε να πιστέψει πως ο Βασίλης τ' αποφάσισε να φύγει. Γι' αυτό κι έπεσε απ' τα σύννεφα όταν μια Κυριακή ήρθε η ώρα να μ' αποχαιρετήσει.
Ήταν, θυμάμαι, η τελευταία Κυριακή του Μάη. Είχε λιακάδα, μια λαμπρή μέρα, ολοφώτεινη. Απομεσήμερο. Το χωριό ησύχαζε. Στο σπίτι όλοι κοιμούνταν. Μόνο εγώ κι ο μικρός μου αδελφός, ο Παύλος, μείναμε να παίζουμε μπίλιες κάτω απ' τον ίσκιο της μουριάς, που ήταν στην αυλή μας. Γρήγορα βαρεθήκαμε. Μεταξύ αδερφών τι ενδιαφέρον να 'χει; Χάνεις - κερδίζεις, το ίδιο κάνει. Μπήκα στο στάβλο κι έβγαλα έξω το άλογο. Το 'δεσα στη μουριά. Πήραμε κι οι δυο από μια βούρτσα και βαλθήκαμε να το καθαρίζουμε. Ήταν ένα ήσυχο και γερό άσπρο άλογο. Ήμερο ζώο, αξιαγάπητο. Ποτέ δεν κλωτσούσε, ποτέ δεν έτρεχε άταχτα. Κι εμείς οι μικροί ακόμα το καβαλούσαμε άφοβα. Όπως κάθε Κυριακή, θα πηγαίναμε στο χωράφι, να θερίσουμε λίγη φρέσκια βρώμη -για την αφεντιά του βέβαια.
Θα ήταν τέσσερις περίπου η ώρα, όταν από μακριά ακούστηκε θόρυβος αυτοκινήτου. Σαν από ένστιχτο έδωσα μια και πετάχτηκα στο δρόμο. Ο αυλόγυρος, χτισμένος με πλιθιά, ίσαμε ένα μπόι ψηλός, δεν σ' άφηνε να δεις έξω. Δεν γελάστηκα. Μπροστά στο σπίτι της θεια - Κατερίνης ήταν σταματημένο ένα ημιφορτηγό Φολκς - Βάγκεν, απ' αυτά που χρησιμοποιούν οι γυρολόγοι. Απ' την καμπίνα του οδηγού κατέβαιναν εκείνη τη στιγμή ο κυρ - Γιώργος κι ο οδηγός του αυτοκινήτου. Τους χαιρέτησα. Ο κυρ - Γιώργος με χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε:
«Άντε, Βασιλάκη, είσαι έτοιμος; Για σένα ήρθα».
Δεν περίμενα ν' ακούσω άλλο. Γύρισα τρεχάτος σπίτι και σχεδόν αναποδογύρισα τον Παύλο, που έστεκε πίσω απ' την πόρτα.
«Φεύγω!» φώναξα χαρούμενος.
«Ε;» απόρησε ο Παύλος κι άνοιξε μια σπιθαμή το στόμα του... «Και δεν θα πάμε για βρώμη;»
«Ρε, 'γω σου λέω φεύγω κι εσύ μου μιλάς για βρώμη! Για ποιον νομίζεις πως ήρθε ο κυρ - Γιώργος; Να, βγες να δεις και τ' αυτοκίνητο».
Κι ενώ ο Παύλος κατευθυνόταν προς την αυλόπορτα, εγώ μπήκα στο σπίτι με φούρια. Η μάνα μου κοιμόταν του καλού καιρού. Τη σκούντησα απαλά στον ώμο.
«Μάνα, φεύγω! Σήκω, να μ' ετοιμάσεις!»
Ανασηκώθηκε λίγο στο ένα της χέρι και σα να 'βλεπε όνειρο είπε:
«Φεύγεις; Τι φεύγεις; Πού θα πας;»
«Να, μωρέ μάνα, ήρθε ο κυρ - Γιώργος... Ο κυρ - Γιώργος, ντε, που σου έλεγα· της θεια - Κατερίνης ο γιος... Ε, ήρθε να με πάρει. Άντε, σήκω να μ' ετοιμάσεις».
«Βρε, είσαι με τα καλά σου!» ήρθε σαν χαστούκι η απάντηση της μάνας μου, που ξύπνησε για καλά. «Πού θα πας και θα φύγεις, ε; Εμένα με ρώτησες;»
Απ' τις φωνές της ξύπνησε κι ο πατέρας μου, που κοιμόταν παραμέσα.
«Ε! Τι φωνάζετε εκεί; Τι τρέχει;» ρώτησε αγουροξυπνημένος.
«Για σήκω, εσύ, αφεντικό!» τον αποπήρε η μάνα μου. «Για σήκω και μάλωσέ τον αυτόν, που θέλει να μου φύγει. Έγινε άντρας, βλέπεις, και σήκωσε μπαϊράκι! Δεν θα πας πουθενά! Ακούς; Πουθενά!»
«Ε, καλά, τι φωνάζεις;» τη μάλωσε μαλακά ο πατέρας μου. «Άμα θέλει να φύγει, ας φύγει. Ήρθε ο Γιώργος;» με ρώτησε.
«Ναι, μωρέ μπαμπά», μπήκα στη μέση εγώ. «Ήρθε ο άνθρωπος με ξένο αυτοκίνητο, μόνο και μόνο για μένα. Μου είπε να ετοιμαστώ γρήγορα, γιατί αυτός που έχει το αυτοκίνητο βιάζεται... Άντε, ρε μάνα, σήκω να μ' ετοιμάσεις!»
Η μάνα μου, χωρίς να μου δώσει σημασία, στράφηκε στον πατέρα μου.
«Βρε Μανώλη, το σκέφτηκες καλά;» τον ρώτησε με κάποιο παράπονο. Ο τόνος της φωνής της ήταν τώρα χαμηλός και στο πρόσωπό της διέκρινες κάτι σαν πανικό... «Πού θα πάει μια σταλιά παιδί στα ξένα; Ας κάτσει κάνα χρόνο ακόμα, να δυναμώσει κομμάτι, κι ύστερα φεύγει. Σάμπως τον πήρανε τα χρόνια;»
Ο πατέρας μου έτριβε το σβέρκο του με αμηχανία. Ήταν κι αυτός αναποφάσιστος.
«Ας κάτσει», είπε σε λίγο. «Αλλά αφού θέλει να φύγει; Κι έπειτα, όσο πιο μικρός, τόσο πιο εύκολα συνηθίζει κανείς. Άμα μεγαλώσει, και να τον διώχνεις, δεν φεύγει. Ας πάει να δοκιμάσει, κι αν δεν τον αρέσει, το σπίτι εδώ είναι». Και γυρίζοντας σε μένα: «Ε, τι λες και συ; Είσαι σίγουρος ότι θες να φύγεις;»
«Εμ, τι λέμε τόση ώρα; Αφού ο κυρ - Γιώργος με περιμένει... Άντε, ρε μάνα, σήκω να μ' ετοιμάσεις και θ' αργήσω!»
Η μάνα μου κατάλαβε, φαίνεται, πως είχε χαμένη τη μάχη και δεν επέμεινε άλλο. Σηκώθηκε κι άρχισε μηχανικά να ετοιμάζει τα ρούχα μου. Ένα σακάκι, ένα παντελόνι, δυο πουκάμισα, μερικές αλλαξιές εσώρουχα, δυο - τρία ζευγάρια κάλτσες, μια κουβέρτα καμηλό, δυο σεντόνια, ένα μαξιλάρι. Τα ταχτοποίησε όμορφα όμορφα πάνω σε μια κουβέρτα υφαντή, τα τύλιξε ρολό και τα δέσαμε σταυρωτά μ' ένα λεπτό άσπρο σχοινί, απ' αυτά που δουλεύαμε στο δέσιμο των καπνών. Πήρα το μπογαλάκι μου στην αγκαλιά κι έτρεξα χαρούμενος, να το ταχτοποιήσω στο αυτοκίνητο.
«Έτοιμος, Βασιλάκη;» με ρώτησε ο κυρ - Γιώργος, που μόλις έβγαινε απ' το σπίτι του. «Πού είναι ο μπαμπάς σου;»
Δεν πρόφτασα ν' απαντήσω. Από πίσω μου ερχόταν κι ο πατέρας μου. Έσφιξαν τα χέρια.
«Θα μας τον πάρεις τον Βασιλάκη, ε;» προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Μη στεναχωριέσαι, Μανώλη, και θα τον έχω σαν παιδί μου», τον ενθάρρυνε ο κυρ - Γιώργος.
Τους άφησα να κουβεντιάζουν και πετάχτηκα μια στιγμή στο σπίτι, να βουρτσίσω λίγο τα παπούτσια μου. Ξαφνικά είδα πόσα πολλά πράγματα υπήρχαν στο σπίτι μας. Πώς δεν τα είχα προσέξει τόσον καιρό! Η αυλή με τον φούρνο, την κληματαριά και το κοτέτσι, το άλογό μας δεμένο ακόμα στη μουριά, η αγελάδα μας, οι τριανταφυλλιές, η τουλούμπα... Ασυναίσθητα γύρισα το κεφάλι στον ουρανό. Γαλανός, πεντακάθαρος. Κι ο ήλιος! Χρυσός, ολοφώτεινος. Ένιωσα τις ακτίνες του να με διαπερνούν κι αναρίγησα. Πρώτη φορά πρόσεχα έτσι τον ήλιο. Μου φάνηκε παράξενο, ανεξήγητο. Δεν μπορούσα εκείνη τη στιγμή να φανταστώ ότι ήταν η τελευταία φορά που μ' αγκάλιαζε με το φως και τη ζεστασιά του. Ήταν σαν να μ' αποχαιρετούσε. Γιατί όλα τα κατοπινά χρόνια θα ήμουν αναγκασμένος να τον στερηθώ τόσο πολύ, που να τον ξεχάσω!
Όταν ξαναβγήκα στο δρόμο, ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν κιόλας στη θέση του μ' αναμμένη την μηχανή. Τους αποχαιρέτησα όλους βιαστικά. Η μάνα μου μ' αγκάλιασε, με φίλησε σταυρωτά και με συγκρατημένη συγκίνηση μου είπε:
«Το φυλαχτό σου το φοράς;» Έκανα ναι με το κεφάλι. «Κοίτα, παιδάκι μου, να μην το χάσεις. Άντε, στο καλό, κι η Παναγιά μαζί σου».
Άνοιξα την πισινή πόρτα του αυτοκινήτου με το μικρό παραθυράκι. Απ' αυτό φωτιζόταν όλο το πίσω μέρος, που ήταν σχεδόν σκοτεινό. Εκτός απ' το μπογαλάκι μου είχε μέσα μια ρόδα - ρεζέρβα κι ένα σκαμνάκι για μένα. Μπροστά δε χωρούσα βέβαια. Τη στιγμή που ανέβαινα, ο πατέρας μου έβγαλε και μου 'δωσε ένα πενηντάρι. Ζήτημα, αν είχε άλλο ένα στην τσέπη του.
«Να, κράτα κι αυτά. Και να προσέχεις τ' αυτοκίνητα!» μου είπε.
Πού να 'ξερε ο καημένος πως τ' αυτοκίνητα ήταν ο μικρότερος κίνδυνος.
Έκλεισα την πόρτα με πάταγο, τη στιγμή ακριβώς που το αυτοκίνητο ξεκινούσε αφήνοντας πίσω του ένα μικρό σύννεφο σκόνη. Εκατό μέτρα πιο κάτω, στη στροφή του δρόμου τους έχασα όλους απ' τα μάτια μου. Ένιωσα μέσα μου ένα κενό, κάτι σαν ρίγος και την ίδια στιγμή σκεφτόμουν πως εκείνη ακριβώς την ημέρα έκλεινα τα δεκατρία και δυο μήνες.
Το μαγαζί του κυρ - Γιώργου ήταν μια μακρόστενη σάλα, που φωτιζόταν μόνο από την μικρή είσοδο. Δεξιά κι αριστερά, κολλητά στον τοίχο δυο σειρές τραπέζια με τάβλες από άσπρο μάρμαρο. Τα καθίσματα σκούρα, ξύλινα, κόντρα - πλακέ. Στη μέση ένας μικρός διάδρομος και στο βάθος δεξιά η λάντζα και ο πάγκος. Μπροστά απ' τον πάγκο το τεράστιο καζάνι του πατσά, να σιγοβράζει εκεί μέρα - νύχτα τους σκεμπέδες γεμίζοντας την αίθουσα με τους πνιγερούς ατμούς του. Πίσω απ' το καζάνι όρθιος κι αμετακίνητος, οχτώ - δέκα ώρες την ημέρα, ο μάστορας. Άσπρος σκούφος, άσπρη ποδιά, τα μανίκια ανασκουμπωμένα. Στο 'να χέρι τη λαβίδα, στ' άλλο το μεγάλο μαχαίρι, ταγμένος εκεί να κόβει τον πατσά στα μέτρα του καθενός πελάτη -χοντρό, ψιλοκομμένο- η φωτιά του καζανιού να τον ψήνει κι οι ατμοί να τον πνίγουν, να του καίνε τα μάτια.
Στο βάθος του μαγαζιού, αριστερά κι απέναντι ακριβώς απ' τη λάντζα, μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο μεσοπάτωμα. Στο κεφαλόσκαλο, φάτσα καθώς ανέβαινες, ήταν η τουαλέτα. Αριστερά, μια μικρή, ξύλινη επίσης, σκάλα έβγαζε στην ταράτσα και στα δεξιά της σκάλας αυτής, κολλητά στην τουαλέτα, το δωμάτιο, όπου θα 'μενα.
Όταν έφτασα, ήταν κιόλας νύχτα. Έσπρωξα την πόρτα και γύρισα τον διακόπτη. Μύριζε άσχημα. Μια λάμπα των είκοσι πέντε κεριών κρεμασμένη απ' το ταβάνι έριχνε γύρω ένα φως αρρωστημένο. Ήταν ένα μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο, τέσσερα επί τέσσερα, με ξύλινο πάτωμα. Οι τοίχοι και το ταβάνι ήταν ασβεστωμένοι, απ' την πολυκαιρία όμως είχαν κιτρινίσει. Ένα δίφυλλο παράθυρο, με σίτα για τις μύγες και τα κουνούπια, έβλεπε στο φωταγωγό. Αριστερά από την πόρτα κι απέναντι από το παράθυρο ήταν ένα ντιβάνι με ξεκοιλιασμένο στρώμα. Ριγμένες πάνω του άταχτα δυο βελέντζες μάλλινες κι ένα μαξιλάρι άπλυτο. Ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και κάτι άπλυτες κάλτσες, που βρωμοκοπούσαν, συμπλήρωναν την επίπλωση. Για διάκοσμο μια γυμνή φωτογραφία από ξένο περιοδικό πίσω από την πόρτα και στον τοίχο μια μεγάλη αφίσα οδικού κόμβου με ζωηρά χρώματα, κόκκινα και πράσινα βέλη. Πάνω - πάνω, με μεγάλα γράμματα, ΕΒΔΟΜΑΣ ΠΡΟΛΗΨΕΩΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ. Άφησα κατά μέρος τ' «ατυχήματα» και πρόσεξα καλύτερα την φωτογραφία. Τα μάτια μου τρεμόπαιξαν. Ένιωσα σ' όλο μου το κορμί μια γλυκιά ανατριχίλα και το μπογαλάκι ξέφυγε απ' τα χέρια μου. Πρώτη φορά έβλεπα γυμνή γυναίκα σε φωτογραφία. Και δεν ήταν τόσο η γύμνια της που με σοκάριζε, όσο η στάση της. Την έβρισκα ανεξήγητη.
«Βασιλάκη!» ακούστηκε η φωνή του αφεντικού από κάτω.
Ένιωσα να κοκκινίζω, σαν να 'χα κάνει κάτι κακό. Κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες και σαν για να δικαιολογηθώ ζήτησα μια σκούπα, να πάρω ένα χέρι τα χοντρά - χοντρά στο δωμάτιο. Θα 'στρωνα καταγής. Το αφεντικό όμως μου είπε να βοηθήσω λιγάκι, μέχρι να γυρίσει το γκαρσόνι, που έλειπε κείνη τη στιγμή.
«Έτσι για καμιά ωρίτσα. Να δούμε, θα τα καταφέρεις;» και χαμογέλασε.
Η ωρίτσα ήταν απ' τις οχτώ ως τις έντεκα και το κέρδος όλο κι όλο τρεις δραχμές από πουρμπουάρ.
Ανέβηκα πάνω και ξάπλωσα. Πού να κλείσω όμως μάτι! Μόλις τώρα άρχισα να καταλαβαίνω σε τι μέρος θα 'τρωγα τα νιάτα μου. Ο αέρας πηχτός, αποπνιχτικός και η μπόχα από μυρωδιές τουαλέτας, πατσά και άπλυτων ρούχων μου έφερνε εμετό. Το ταβάνι χαμηλό, κιτρινισμένο, να μου πλακώνει την ψυχή σαν ταφόπετρα κι έξω τ' αυτοκίνητα να βουίζουν δαιμονισμένα, τα λάστιχά τους να στριγγλίζουν στην άσφαλτο, ποτάμι ασυγκράτητο τα 'νιωθα να περνούν πάνω απ' το κεφάλι μου, να μου το κάνουν λιώμα. Μ' έπιασε πανικός. Η καρδιά μου κλωτσούσε να σπάσει, τα μάτια μου βούρκωσαν. Αυτή λοιπόν ήταν η όμορφη Θεσσαλονίκη!
Άκουσα βήματα στη σκάλα. Γύρισα στο πλάι κι έκανα πως κοιμάμαι. Ένιωσα κάποιον ν' ανάβει το φως και να στέκει στην πόρτα. Άνοιξα τα μάτια. Στο κατώφλι έστεκε μ' απορία ένα παιδί. Στην ηλικία μου. Μέτριο ανάστημα, στρογγυλό κεφάλι, χαμογελαστό χλωμό πρόσωπο. Με κοίταζε με τα μεγάλα μαύρα μάτια του, και με φωνή φιλική:
«Είσι ου καινούργιους, ου Βασίλς;» με ρώτησε με βλάχικη προφορά.
«Ναι», απάντησα ξερά. «Εσύ;»
«Ιγώ είμι ο Βαγγέλς», είπε. Και βγάζοντας μόνο τα παπούτσια του έπεσε όπως ήταν στο ντιβάνι του. Τον πήρε αμέσως ο ύπνος.
Ξύπνησα ή μάλλον σηκώθηκα, γιατί μάτι δεν έκλεισα, στις τέσσερις το πρωί. Στις πέντε άνοιγε το μαγαζί. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα. Το αφεντικό, που δεν του ξέφευγε τίποτε, το πρόσεξε. Κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτε. Μόνο έδωσε εντολή στην κυρα - Λένη, τη λαντζέρισσα, που μας ετοίμαζε το πρωινό, να μου ψήσει έναν καφέ. Ήξερε καλά τη δουλειά του. Ώσπου να ετοιμάσει εκείνος το καζάνι, εγώ, φορώντας μια άσπρη ποδιά, σκούπισα το μαγαζί και ταχτοποίησα τα τραπέζια. Στάθηκα για λίγο στην είσοδο. Στο φως της μέρας η πόλη μου φάνηκε πιο όμορφη. Ολόγυρα στην πλατεία τα ψηλά κτίρια, οι πολυκατοικίες, τα καταστήματα και τα σινεμά. Κι εκεί μπροστά μου η πλατεία με το δροσερό της πράσινο και τις γεωμετρικά σχεδιασμένες πρασιές της με τα πολύχρωμα λουλούδια τους. Κάτι παράξενες βρύσες γύριζαν έτσι γύρω - γύρω και τσαφ - τσαφ, τσαφ - τσαφ σκορπούσαν ψιλή βροχή το νερό σ' όλο το πάρκο. Στη μέση της πλατείας ο Κωνσταντίνος στητός πάνω στο άσπρο του άλογο. Θα 'ναι, σκέφτηκα, αυτός που μου 'λεγε η θεια - Κατερίνη· ο λευτερωτής της Θεσσαλονίκης. Και οι άνθρωποι! Έμεινα εκεί μ' ανοιχτό το στόμα να τους χαζεύω. Πού πήγαιναν πρωί - πρωί τόσοι άνθρωποι; Βιαστικοί, σκουντούφληδες, κακομούτσουνοι, περνούσαν κύματα κύματα μπροστά μου, σωστό μπουλούκι, που το κυνηγούν. Τα πεζοδρόμια δεν τους χωρούσαν και τ' αστικά λεωφορεία κατέβαζαν συνεχώς κι άλλους, κι άλλους, κι άλλους... Πού χωρούσαν τόσοι άνθρωποι -άνδρες, γυναίκες- σ' ένα τόσο δα λεωφορείο! Σαν τις κονσέρβες, σκέφτηκα. Ανοίγεις μια τόση δα κονσερβούλα και γεμίζεις ένα πιάτο.
Πρωινή βάρδια πέντε - δύο. Και Δευτέρα πρωί. Πριν καλά καλά ανοίξουμε, το μαγαζί γέμισε. Τριάντα και παραπάνω τραπέζια. Έπηξα στις παραγγελίες. «Ολίγο χοντρό», «Μία σούπα», «Μία ψιλοκομμένο». Με μπέρδευαν και οι μάρκες. Πρώτη φορά δούλευα με μάρκες. Και θα 'πρεπε κανονικά, αφού δούλευα έτσι, σαν σερβιτόρος δηλαδή κι όχι σαν βοηθός, να παίρνω ποσοστά. Μ' ένα δέκα τα εκατό θα 'πιανα τουλάχιστον τις διακόσιες δραχμές μεροκάματο, γιατί οι εισπράξεις μου ξεπερνούσαν πάντα τα δυο χιλιάρικα. Στον καιρό της Εκθέσεως, μάλιστα, έφτασα να κάνω μέχρι τέσσερις χιλιάδες είσπραξη. Κι όμως έπαιρνα μόνο είκοσι δραχμές μεροκάματο κι ό,τι έβγαζα από πουρμπουάρ. Τότε, βέβαια, δεν τα 'ξερα όλα αυτά που δικαιούμουν. Αλλά και να τα 'ξερα... Έχεις, σου λέει, φαγητό και ύπνο δωρεάν. Χμ, ύπνο... Κι από φαγητό; Μας μπάφιασε στα όσπρια. Φασόλια - πατάτες, ρεβίθια - φακές και καμιά μακαρονάδα σκέτη. Το φαΐ ήταν βέβαια μπόλικο, γιατί μπόλικο ήταν και το νερό. Το λάδι όμως πάντα μετρημένο. Και το βράδυ, εννοείται, ξαναζέσταινε ό,τι έμενε από το μεσημέρι. Τις Κυριακές είχαμε κρέας. Δηλαδή λίγος κιμάς και πολύ ψωμί, να γίνουν μπόλικοι οι κεφτέδες. Τα βράδια δεν έτρωγα ποτέ στο μαγαζί. Προτιμούσα μια μπουγάτσα ή ένα γάλα και πήγαινα για ύπνο -ο ύπνος δωρεάν.
Κατά τις δέκα σχεδόν άδειασε το μαγαζί. Τα πιάτα όμως και τα ποτήρια είχαν μαζευτεί βουνό. Μια λαντζέρισσα πού να προφτάσει! Τα πόδια μου έτρεμαν, το κεφάλι μου βαρύ, καζάνι. Ένιωθα ζαλάδα και μου 'ρχόταν εμετός. Κρατήθηκα με κόπο στην λάντζα. Άλλη αναγούλα εκεί. Το λίπος είχε κιόλας παγώσει πάνω στα πιάτα και στα κουτάλια. Το νερό, ζεματιστό, μου έκαιγε τα χέρια κι όλος εκείνος ο αχνός, που μύριζε λίπος και απορρυπαντικό, μου ανακάτευε τ' άντερα. Η κυρα- Λένη, δίπλα μου, έβλεπε τα χάλια μου, συνέχιζε όμως σκυφτή κι αμίλητη τη δουλειά της. Τα χέρια της μηχανές. Τι να πει η δύστυχη μπροστά στο Δράκο; Ο Δράκος! Έτσι τον έλεγαν μεταξύ τους τα γκαρσόνια και οι άλλοι στο μαγαζί τον κυρ - Γιώργο. Κι αυτός, που το 'ξερε φυσικά, όχι μόνο δε θύμωνε παρά κολακευόταν κιόλας, χωρίς να το δείχνει βέβαια, όταν τ' άκουγε. Ο Δράκος!
Ο Δράκος, λοιπόν, είχε πάρει στην «προστασία» του την κυρα - Λένη, ζωντοχήρα, με δυο κόρες ανήλικες. Σχεδόν συζούσαν, αλλ' αυτό, φαίνεται, δεν ήταν αρκετό για να 'χει καλύτερη μεταχείριση από το υπόλοιπο προσωπικό. Ίσα ίσα παιδευόταν πιο πολύ απ' όλους. Ξημεροβραδιαζόταν στη λάντζα κι είχε να τρέξει σε δυο σπίτια· στις κόρες της και στον «άντρα» της. Κι από πάνω, να μαγειρέψει και να φροντίσει για μας τα γκαρσόνια. Πολλές φορές μας έπλενε και τα ρούχα μας. Μεγάλη ψυχή. Σαν μάνα μάς παράστεκε...
Μετά τις δώδεκα μάς πλάκωσε πάλι η πελατεία. Βιαστικοί όλοι κι ανυπόμονοι. Έτρεχα να τους προφτάσω με την ψυχή στα δόντια. Είπα δε θ' αντέξω, θα σωριαστώ κάτω και θα γίνω και ρεζίλι. Πείσμωσα, τα 'βαλα με τον εαυτό μου. «Κώλωσες κιόλας απ' την πρώτη μέρα!» είπα μέσα μου κι έκανα μια τελευταία προσπάθεια...
Επιτέλους δύο η ώρα! Έβγαλα μ' ανακούφιση την ποδιά μου κι ετοιμάστηκα να πλυθώ, όταν άκουσα τ' αφεντικό να μου λέει πως θα πλέναμε πρώτα το καζάνι κι ύστερα θα καθόμασταν για φαγητό! Θόλωσαν τα μάτια μου. Μου 'ρθε να ξεφωνίσω· παρά λίγο να με πάρουν τα κλάματα.
«Τώρα;» ρώτησα με φωνή, που έτρεμε από κούραση κι αγανάκτηση. Ξαναφόρεσα την ποδιά μου, πήρα έναν κουβά νερό ζεματιστό κι ένα σφουγγάρι κι έσκυψα πάνω απ' το καζάνι. Τώρα πρόσεξα πόσο μεγάλο ήταν. Σωστή στέρνα. Ανεβασμένος πάνω στον πάγκο, μ' όλο το κορμί μου σκυμμένος μέσα, και μόλις που έφτανα να σφουγγαρίσω τον πάτο του. Αυτό γινόταν κάθε μέρα στην αλλαγή της βάρδιας. Αδειάζαμε το καζάνι, το πλέναμε κι αλλάζαμε το νερό ρίχνοντας μέσα καινούργιο πράμα. Έτσι είχαμε πάντα φρέσκο και νόστιμο πατσά.
Πάνω που τρώγαμε, περασμένες τρεις, ήρθε κι ο Βαγγέλης. Τώρα, στο φως της μέρας τον πρόσεξα καλύτερα. Ήταν λίγο πιο κοντός από μένα και πιο γεμάτος. Φαινόταν πολύ κουρασμένος... Ήταν από ένα χωριό της Κοζάνης· δέκα σπίτια κι ένα λεωφορείο την ημέρα, που σ' άφηνε μισή ώρα μακριά απ' το χωριό, μέσα στο δάσος. Πολλά αδέρφια στη φαμίλια του και φτώχεια με το τσουβάλι. Είχε 'ρθει εδώ κάτω να μάθει τέχνη. Εφτά - τρεις δούλευε σ' ένα υπόγειο τσαγκαράδικο. Μεροκάματο ούτε δέκα δραχμές. Τρεις - έντεκα στο πατσατζίδικο. Να 'χει φαΐ και ύπνο. Ήταν πάντα κουρασμένος και νύσταζε. Μια Κυριακή πρωί, θυμάμαι, έκατσε να γράψει γράμμα στο σπίτι του. Έβαλε το κεφάλι του στα δυο του χέρια ανάμεσα και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί.
«Τι να τους γράψου, Βασίλ';» με ρωτάει σε μια στιγμή. «Ο μυαλός μου κοιμάται!»
Τον λυπήθηκα.
«Άντε πα 'να κοιμηθείς, καημένε», του λέω εγώ. «Ευκαιρία σήμερα να χορτάσεις ύπνο».
Μ' άκουσε. Ξύπνησε το μεσημέρι, για να πιάσει βάρδια. Το γράμμα το 'χε κιόλας ξεχάσει. Τα βράδια, που πηγαίναμε για ύπνο, μου 'δειχνε τα πόδια του. Ήταν λίγο, αλλά μόνιμα, πρησμένα και μελανά. Ύστερα έπεφτε βαρύς στον ύπνο, σκεπασμένος πάντοτε με τις βελέντζες του. Τον χειμώνα τον ζέσταιναν, το καλοκαίρι, έλεγε, του 'φερναν δροσιά.
Ο Βαγγέλης έπιασε δουλειά, εγώ, αν και ήμουν κουρασμένος, ανέβηκα στην ταράτσα, να ξεσκάσω λίγο. Μου φάνηκε πολύ μεγάλη. Σωστό γήπεδο. Το κτίριο που στέγαζε το μαγαζί μας ήταν πολύ μεγάλο: μια ολόκληρη σειρά από καταστήματα κάθε είδους. Είχε όμως μόνον ισόγειο και μεσοπάτωμα, κι όλη η ταράτσα ήταν στη διάθεσή μας, αφού η μοναδική σκάλα που οδηγούσε σ' αυτήν, ήταν η σκάλα του μαγαζιού μας. Ανάπνευσα με δύναμη τον καθαρό αέρα. Το πρώτο μήνυμα της απογευματινής αύρας έφερνε μαζί του τη δροσιά της θάλασσας και τη διακριτική αλλ' αψιά μυρωδιά της αρμύρας. Δεξιά στο βάθος, προς την κατεύθυνση της 26ης Οκτωβρίου, διακρίνονταν οι κορυφές απ' τους γερανούς του λιμανιού και τα κατάρτια των πλοίων. Λαχτάρησα. Να μπορούσα, για λίγο, να κατέβαινα στο λιμάνι! Τ' αφεντικό όμως δεν μ' άφηνε ν' απομακρυνθώ· τις πρώτες μέρες μάλιστα ούτε καν να βγω απ' το μαγαζί. Κάθισα εκεί στο πεζούλι της ταράτσας κι αφέθηκα να μαγευτώ από το θέαμα της πόλης... Όταν σηκώθηκα, ο ήλιος είχε κιόλας κρυφτεί πίσω απ' τις πρώτες πολυκατοικίες. Γύρισα να κατέβω και τότε μόνο πρόσεξα το μικρό δωματιάκι -ένα είδος πλυσταριό με στέγη από κεραμίδια- που ήταν κτισμένο καταμεσής στην ταράτσα, δίπλα στο κεφαλόσκαλο. Είχε ένα μικρό παράθυρο, χωρίς παντζούρια, και μια ξύλινη, άβαφη πόρτα με ψηλό κατώφλι, για να μη μπαίνουν τα νερά της βροχής. Έσκυψα στο παράθυρο. Ένα ντιβάνι, ένα μικρό τραπεζάκι, ένα παλιό κομοδίνο και μια σόμπα για ξύλα ήταν όλα κι όλα τα έπιπλα. Στον τοίχο, απέναντι απ' το παράθυρο, υπήρχε μια βρύση με νιπτήρα κι από πάνω ένας μικρός τετράγωνος καθρέφτης. Εκεί έμενε ο Δράκος!
Όταν κατέβηκα, στο μαγαζί είχαν κιόλας ανάψει τα φώτα. Στη θέση του μάστορα στεκόταν τώρα ο κυρ - Αλέκος. Ψηλός κι αδύνατος· δε θα 'ταν παραπάνω από σαράντα αλλά φαινόταν πρόωρα γερασμένος. Τα μαλλιά του είχαν κιόλας ασπρίσει, το μέτωπό του και το χλωμό του πρόσωπο το χαράκωναν βαθιές ρυτίδες και τα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια του φαίνονταν πιο μεγάλα πίσω απ' τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του. Πρόσεξα πως το ένα του μάτι ήταν θολό, σαν χαλασμένο. Γνωριστήκαμε. Μου μίλησε μ' εγκαρδιότητα, σαν παλιός καλός φίλος. Και τέτοιος στάθηκε μαζί μου όλους εκείνους τους δεκαοχτώ μήνες που έμεινα στο πατσατζίδικο. Ήταν παλιός μάστορας, σπουδαίος τεχνίτης. Απ' αυτόν έμαθε την τέχνη και ο Δράκος. Και γι' ανταμοιβή τον έκανε από συνέταιρο υπάλληλο, αγοράζοντας σ' εξευτελιστική τιμή το μερίδιο του κυρ - Αλέκου, όταν ο δύστυχος χρειάστηκε λεφτά για να εγχειριστεί στα μάτια του. Κι όταν λίγα χρόνια αργότερα ο Δράκος παράτησε το πατσατζίδικο, για ν' ασχοληθεί πια με πιο «αξιοπρεπείς» επιχειρήσεις -πούλμαν, ακίνητα, εργολαβίες- δεν τ' άφησε το μαγαζί στον κυρ - Αλέκο, όπως χρόνια του το υποσχόταν, παρά το πούλησε παίρνοντας και πενήντα χιλιάδες για τον «αέρα». Ωστόσο, ο καλός εκείνος άνθρωπος, παρ' όλη τη φτώχεια του -δυο παιδιά στο σχολείο και σπίτι με το νοίκι- ποτέ δε μ' άφησε να κοιμηθώ στο μαγαζί τις παγερές εκείνες νύχτες του χειμώνα, που ο αχνός του μαγαζιού κρουστάλλιαζε πάνω στη τζαμαρία. Έξω ο βαρδάρης έγδερνε κι οι δρόμοι ήταν έρημοι και παγωμένοι. Η ερημιά δυνάμωνε το κρύο και μεγάλωνε τον φόβο μου.
«Θα παγώσεις εδώ κάτω δίχως σόμπα!» μου 'λεγε και μ' έπαιρνε με το ζόρι στο σπίτι του πάνω στα κάστρα. Κι ούτε παραπανίσιο ντιβάνι δεν είχε ο άνθρωπος. Κοιμόμουν στο ίδιο κρεβάτι με τον δεκάχρονο γιο του!
Την δουλειά την συνήθισα γρήγορα. Οι μάρκες με δυσκόλευαν λίγο, οι πελάτες όμως ήταν γενικά καλοί· οικοδόμοι, καπνεργάτριες, χαμάληδες, έτρωγαν μάνι μάνι τον αχνιστό πατσά κι έφευγαν βιαστικά για τις οικοδομές, την λαχαναγορά, το λιμάνι. Έρχονταν και πολλοί χωρικοί απ' όλα τα μέρη της Μακεδονίας. Άφηναν τα μπαγκάζια τους, καλάθια, βαλίτσες, ζωντανά κοτόπουλα, στην αποθήκη του μαγαζιού κι άμα τέλειωναν τις δουλειές τους, γυρνούσαν και τα 'παιρναν. Καμιά φορά έμεναν εκεί ολόκληρη βδομάδα. Ο Δράκος ήταν καλός και φιλόξενος μ' όλους αυτούς. Ακόμα και στους μεθυσμένους έδειχνε κατανόηση και τους απομάκρυνε με τρόπο -κάτι γεροαλήτες μάλιστα έτρωγαν τζάμπα στο μαγαζί. Οι μόνοι που κάπως με φόβισαν στην αρχή, ήταν ο Τάμπουρας κι η παρέα του. Ήταν ένας κρεμανταλάς δυο μέτρα, ανοικονόμητος, με χέρια που κρεμούσαν ίσαμε τα γόνατά του. Στο πρόσωπο είχε ουλές από μαχαιριές και περπατούσε μ' ανοιχτά τα σκέλη, σέρνοντας κάπως το 'να πόδι, σαν να κούτσαινε. Τον ακολουθούσαν συνήθως πέντε - έξι όμοιοι, με τριμμένα μπλουτζίν, εφαρμοστά μπλουζάκια και τατουάζ στα μπράτσα τους. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν την καταλάβαινα, γενικά όμως ήταν λιγόλογοι. Την πρώτη φορά που τους σέρβιρα, τους είδα να φεύγουν ένας - ένας, μόλις φάγανε, δίχως να βιάζονται, έτσι φανερά, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Έμεινε τελευταίος ο Τάμπουρας με μια οδοντογλυφίδα στο στόμα.
«Είδες;» μου λέει. «Αλήτες, κακομαθημένοι! Φύγανε οι μπάσταρδοι χωρίς να πληρώσουν!» μούγκρισε, φόρεσε χαμηλά την τραγιάσκα του και σηκώθηκε κι αυτός. Περνώντας δίπλα στο καζάνι πέταξε ένα «φχαριστούμε, αφεντικό», δρασκέλισε την πόρτα και χάθηκε μες στην νύχτα. Κοίταξα με απορία τον μάστορα. Χαμογέλασε.
«Μη φοβάσαι», μου λέει. «Είναι ο Τάμπουρας κι η παρέα του. Καλά παιδιά, αλλά φασαρτζήδες. Στα λεμονάδικα τους τρέμουν όλοι. Θα μας πληρώσουν αύριο».
Πράγματι, την άλλη μέρα, κατά τις δώδεκα, έφτασε ένας της παρέας μ' ένα πελώριο πεπόνι στην αγκαλιά του.
«Πού να τ' αφήσω, μάστορα;» είπε και τ' απίθωσε μπροστά στον πάγκο, δίχως άλλη κουβέντα. Έτσι πλήρωναν συνήθως αυτοί αλλά ποτέ δεν ξεχνούσαν το πενηνταράκι για το παιδί του μαγαζιού.
Εκείνο, ωστόσο, που με βασάνιζε, που μου ήταν αβάσταχτο στην αρχή, ήταν τ' ατέλειωτα απογεύματα, που ήμουν αναγκασμένος να μένω κλεισμένος μέσα. Λαχταρούσα να βγω έξω, να περπατήσω στους μεγάλους δρόμους, να χαζέψω στις βιτρίνες, να κατέβω στο λιμάνι, να δω τη θάλασσα και τον Λευκό Πύργο, τα πάρκα, τα λούνα - παρκ, όλον αυτόν τον μαγικό κόσμο, που για χάρη του εγκατέλειψα τόσο νωρίς το χωριό. Όμως τ' αφεντικό φοβόταν και δεν μ' άφηνε. Ανέβαινα λοιπόν στην ταράτσα ή καθόμουν μπροστά στην είσοδο και χάζευα με τις ώρες. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τόσο απέραντα μόνος, τόσο ξένος. Τις νύχτες, ακόμα χειρότερα. Δεν μπορούσα να συνηθίσω τον θόρυβο των αυτοκινήτων, και το σκοτεινό και βρώμικο εκείνο δωμάτιο με φόβιζε. Εφιάλτες τάραζαν τον ύπνο μου. Ξυπνούσα έντρομος και ιδρωμένος από την αγωνία. Από την δεύτερη βδομάδα άρχισα να κοιμάμαι στην ταράτσα. Εκεί πάνω βέβαια ο θόρυβος ήταν πιο μεγάλος, είχε όμως δροσιά και καθαρόν αέρα. Στην άκρη της ταράτσας ήταν στερεωμένη πάνω σ' ένα πανύψηλο μεταλλικό δικτύωμα μια τεράστια διαφημιστική αφίσα με φωτεινά ολοκόκκινα γράμματα, ΠΟΤΟΠΟΙΪΑ ΕΛΛΑΣ. Το νέον σκορπούσε σ' όλη την ταράτσα ένα απαλό κόκκινο φως, που με κρατούσε συντροφιά όλη νύχτα. Πολλές φορές έπαιρνα εκεί το βραδινό μου· ζεστή φραντζόλα, τυρί και καρπούζι, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στη ζεστή πλάκα, κάτω απ' την αφίσα. Απέναντι φαινόταν η οθόνη από το θερινό «Πάνθεον» κι αριστερά, προς την Εγνατία, ένα τμήμα απ' το «Αττικόν». Στην ταράτσα πάνω ήταν πεταμένο σε μια γωνιά ένα ποδήλατο με κλαταρισμένα τα λάστιχα αλλά γερές ζάντες. Γρήγορα έγινε ο αχώριστος φίλος μου. Την ημέρα το τρέλαινα πάνω στην ταράτσα και τις νύχτες πάλι, μόλις η κυκλοφορία έπεφτε, κατά τις δώδεκα, το καβαλούσαμε με τον Βαγγέλη και τρέχαμε γύρω στην πλατεία. Βροντούσαν οι ζάντες πάνω στην άσφαλτο κι ο πισινός μας υπέφερε από τα τραντάγματα αλλά εμείς ζούσαμε την χαρά πως τρέχαμε και πως φεύγαμε μακριά, πολύ μακριά -νιώθαμε λεύτεροι. Κι ύστερα ξαπλώναμε στο γρασίδι. Κυλιόμουν πάνω του και το αγκάλιαζα, άπλωνα τα χέρια μου και το χάιδευα, ένιωθα τη δροσιά του να περνάει στα κουρασμένα μου μέλη. Στο χωριό υπήρχε άφθονο, εδώ όμως ήταν άλλο πράμα. Έτσι καθώς πρόβαλλε καταμεσής στην άσφαλτο, τρυφερό κι ευαίσθητο, μ' ένα δάσος από μπετόν ολόγυρά του, τα καυσαέρια να το μολύνουν κι η σκόνη να το ρυπαίνει, ήταν σα να φώναζε λυπηθείτε με.
Σιγά σιγά άρχισα τις πρώτες εξόδους μου. Στην αρχή δεν τολμούσα ν' απομακρυνθώ απ' το μαγαζί. Το πολύ μέχρι το πρακτορείο, να στείλω κάνα σημείωμα στο χωριό, και πάλι πίσω. Έτσι γνώρισα και τα πρώτα φιλαράκια. Αυτοί όμως ήταν παιδιά της πιάτσας, σαΐνια. Ποτέ δε δούλευαν μεροκάματο. Είχαν δικό τους μαγαζί· ένα μικρό καλαθάκι με ξυραφάκια, τσατσάρες, τσακμακόπετρες... μια μεγάλη φωνή και μια ακόμα πιο μεγάλη αυτοπεποίθηση. Έπιανε ο καθένας το στέκι του και τα μάτια δεκατέσσερα στους χωροφύλακες. Τα βράδια πηγαίναμε μαζί σινεμά. Στην ταράτσα του «Πάνθεον» και του «Αττικόν» ήταν ωραία το καλοκαίρι. Άπλωνες τα πόδια σου, μασούσες τα σπόρια σου και δεν περίμενες το διάλειμμα για να καπνίσεις. Εκεί έρχονταν οι άνθρωποι με τα ρούχα της δουλειάς, όπως έβγαιναν από τα λεμονάδικα, το λιμάνι και τα γκαράζ της Μοναστηρίου. Την κριτική τους δεν την έστελναν στην εφημερίδα. Μπροστά στην οθόνη επιδοκίμαζαν ή γιουχάιζαν τους ήρωες της ταινίας -παλικάρια του Φαρ Ουέστ, αστυνομικούς, μασίστες και πειρατές.
Εν τω μεταξύ, για πρώτη φορά στη ζωή μου άρχισα να 'χω λεφτά στην τσέπη μου. Τα 'σφιγγα, είναι αλήθεια, αλλά και τα ποδοσφαιράκια, τα γήπεδα, τα σινεμά, οι μικροχαρές των φτωχών ήταν πειρασμός. Μ' άρεσε και το καλό ντύσιμο κι ωστόσο τα 'φερνα βόλτα -με την επίβλεψη πάντα του Δράκου, που παρ' όλη την τσιγκουνιά του με πρόσεχε σαν παιδί του- κι έβαζα και στην άκρη.
Η πόλη, φανταχτερή και σκανταλιάρα, άρχισε λίγο λίγο να με μαγεύει, να μου δείχνει τα χίλια της πρόσωπα. Έμαθα να βλέπω, κι όλα γύρω μου άρχισαν ν' αποκτούν νόημα. Ο λούστρος με το κασελάκι του στην ίδια πάντα θέση μπροστά στο μαγαζί, ο τηλεφωνικός θάλαμος, που τόσο καλά φύλαγε τα μυστικά του κόσμου, ο πιτσιρίκος με τα ξυραφάκια, τσατσάρες, μοσχοσάπουνα στο καλαθάκι του, οι πωλήτριες του υαλοπωλείου δίπλα μας και κείνος ο τεράστιος φούρνος -ψωμιά μακρουλά, ψωμιά στρογγυλά, κουλούρια, φρυγανιές, γλυκίσματα· μοσχοβολούσε ο τόπος- η αγορά πιο πέρα, ολοφώτεινη και φλύαρη. Κάτω από τα θολωτά της υπόστεγα έβρισκες ό,τι μπορούσε να επιθυμήσει κανείς: φρούτα και λαχανικά, ντομάτες κατακόκκινες, κεράσια τραγανά, χρυσές μπανάνες και ψάρια ολοζώντανα, βόδια ολόκληρα στο τσιγκέλι και αρνάκια του γάλακτος (έτσι μια μέρα, που πήγα για κιμά, με πήρε ένας χασάπης στα χέρια του, με σήκωσε ψηλά και φώναξε «του γάλακτος είναι, του γάλακτος!»), αυγά ημέρας, κοτόπουλα, αλλαντικά... Πιο κει τα στενά της οδού Ειρήνης με τα σιδηρουργεία τους -από μαχαίρια μέχρι κάρα έφτιαχναν εκεί- και το πολλά υποσχόμενο μισοσκόταδό τους -«ομορφόπαιδο μου δίνεις τη φωτιά σου;» Ψίθυρος η φωνή και σκιά η γυναίκα, πολυκατοικίες σήμερα και φωτισμένα Dancing, άνοιξε ο δρόμος, απόμειναν τα Πλατανάκια δίχως ταβέρνες. Από την άλλη πλευρά της οδού Λαγκαδά, στα στενά Προμηθέως και Αφροδίτης και στις παράγκες της Μοναστηρίου οι θησαυροί των παλιατζίδικων: στρατιωτικά άρβυλα και ομπρέλες, ναυτικά χιτώνια και πολύχρωμα πουκάμισα («παρ' το, παιδάκι μου, να με θυμάσαι, αμερικάνικο σου λέω, αθάνατο πράμα»), μέχρι βιολιά κρεμασμένα στην οροφή, θλιβερά λείψανα ευαίσθητων εποχών. Καλντερίμι η 26ης Οκτωβρίου, σκόνη και λακκούβες, συμφορημένη πάντα, φορτηγά και τρίκυκλα και κάρα με τα φαρδιά τους λάστιχα και τα καλοθρεμμένα άλογα, φορτωμένα ως εκεί πάνω με ξυλεία, σακιά και κιβώτια να μπαινοβγαίνουν στο λιμάνι. Στο πρακτορείο του Προ - πο λαϊκή απογευματινή κάθε Κυριακή, 1-Χ-2. Κι ένα γύρω τα πρακτορεία, από κοντά κι ο σταθμός, Κοζάνη, Φλώρινα, Κιλκίς, κόσμος πάει κι έρχεται, χωρικοί με τα μπαγκάζια τους, ηλιοψημένοι κι άχαροι. Και μετά τα Λαδάδικα η θάλασσα...
Το 'νιωθα κιόλας, μ' όλες τις αισθήσεις μου, πως ήταν πια αργά να γυρίσω στο χωριό, όσο ξένος κι αν ήμουν στην πόλη.
«Ξέρεις, μάνα, τ' αποφάσισα να μείνω!»
Σάστισε η δόλια κι απόρησε -κατακαλόκαιρο ήταν, ντάλα μεσημέρι σαν μπήκε στο μαγαζί, κι εγώ παράτησα πιάτα και κουτάλια κι έτρεξα στην αγκαλιά της.
«Παιδάκι μου, εγώ για σένα ήρθα!»
Για μένα είχε 'ρθει, για μένα που ένα μήνα τώρα δεν έπαψα να γράφω γράμματα -«ελάτε να με πάρετε, δεν βαστώ άλλο δω μέσα»- για μένα που αποφάσισα να μείνω, για μένα που έκανα το πρώτο βήμα, και να γυρίσω τώρα πίσω δεν γινόταν με τίποτα.
Συνόδεψα την μάνα μου ως το πρακτορείο, της έδωσα και δυο κατοστάρικα,όλες μου τις οικονομίες, και, καθώς μ' αποχαιρετούσε μες απ' το λεωφορείο, θαρρώ, δεν θυμάμαι ακριβώς, μα θαρρώ δάκρυσα.
Λεγκάκης Γιάννης
Περιοδικό «Διαγώνιος»,
τεύχος 14, Μάιος - Αύγουστος 1976

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου