Έφερναν τη μπουνάτσα και την άνοιξη στον κάβο - Φανάρι κι ήταν η χαρά της Λεμονιάς που την είχαν φέρει, κι αυτή την ίδια, μωρό πάνω στα φτερά τους. Έτσι της είχε πει ο πατέρας της, ο καπετάν Σταμάτης, που ήταν κοσμογυρισμένος κι ήξερε. Το βέβαιο είναι πως η Λεμονιά είχε έρθει στη ζωή ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο, ακριβώς την ώρα που τα μεγάλα άσπρα πουλιά έφταναν για να ξαποστάσουν λίγο στον κάβο τους κι αυτό είχε θεωρηθεί καλοσημαδιά για το παιδί.
Και μεγάλωνε η Λεμονιά η πελαργοφερμένη κι από χρόνο σε χρόνο περίμενε τ' άσπρα πουλιά σα δικούς της, όπως περίμενε τον πατέρα της και τον αδελφό της, που πάντα κάτι της έφερναν απ' τα ταξίδια τους, να της φέρουν ακόμα μιαν άνοιξη στη μικρή της ζωή.
Έτσι της είχαν φέρει και φέτος, μαζί με την άνοιξη που αργούσε, κάτι μεγάλο, αβάσταχτο και γλυκό μαζί, τόσο μεγάλο που τα στήθια της φούσκωναν επίτηδες για να το χωρέσουν -έτσι της φάνηκε καθώς τα είδε να πετούν κάτω από τον επίδεσμο σα να 'θελαν να τόνε σπάσουν. Η πληγή της δεν την πονούσε πια. Κι όχι μόνο πως ένιωθε έτσι γλυκά εκείνο το πρωί μέχρι που της ερχόταν να κλάψει, μα ήταν και κάτι άλλο που 'χε έρθει μαζί και που της έδινε μια παράξενη σιγουριά. Είχε βρει ένα νόημα σ' όλα τα παράξενα που γίνονταν τούτα τα τελευταία χρόνια και που είχαν αναστατώσει τη μικρή της αμέριμνη ζωή.
Ναι, καταλάβαινε πια πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σκοτώσουν μιαν άνοιξη και να διώξουν τους πελαργούς, μα πάλι οι πελαργοί θα ξανάρθουν και θα τη φέρουν στο τέλος τη μεγάλη την άνοιξη που τίποτα δε θα μπορεί να τη γυρίσει. Και καταλάβαινε πως είχε δίκιο ο Γιώργος, το παιδί το ξενομεριτάκι, όταν της το 'λεγε πως αν δεν μερώσουν οι ανθρώποι δεν έχει ούτε πελαργούς να φέρνουν αμέριμνα παιδιά και χελιδόνια, ούτε αγάπη αμπόδιστη ούτε όνειρα στον ξύπνιο.
Μα πριν να φτάσουμε εδώ, που 'ναι το τέλος της ιστορίας μας, πρέπει να πούμε με τη σειρά πώς και γιατί οι πελαργοί μακελεύτηκαν δυο φορές στον κάβο - Φανάρι, ενώ έφερναν την άνοιξη και την ελπίδα στους ήμερους νησιώτες.
Είχαν να το λένε οι γερόντοι του κάβου, αλήθεια - ψέματα, πως μια χρονιά που δεν πέρασαν από το βράχο τους οι πελαργοί -άγνωστο γιατί- άσπρη μέρα δεν είδανε. Φυλοξέρα στ' αμπέλια και σκύλοι και δέρφινες θεριά να σκίζουνε τα δίχτυα όλο το καλοκαίρι, άνθρωπος να μη σηκώσει κεφάλι. Και κάτι παραξενιές της θάλασσας που χωρίς καιρό κατάπιε τρεις βάρκες εκείνη τη χρονιά. Άλλοι πάλι έλεγαν πως οι βαρκάρηδες είχαν παραζυγώσει στην Τουρκιά και τους φάγανε οι Μεμέτηδες.
Μ' αυτά είναι λόγια, οι πελαργοί ήταν το σημάδι του καλοκαιριού κι αυτό έφτανε για να τους αγαπάνε άνθρωποι ρημαγμένοι απ' το χειμώνα. Κι οι πελαργοί πάλι έβρισκαν εδώ μια στεριά να ξαποστάσουν για λίγο στο μακρινό τους ταξίδι. Όχι πολύ, λίγες ώρες μονάχα...
Ψηλά στο βοριά οι κάμποι καρτεράνε κι αυτοί την άνοιξη. Ανοίγουν την πλατοσύνη τους στα ταξιδιάρικα πουλιά και τα φιλεύουν απ' όλα τους τα καλά: φίδια, ποντίκια και κάθε λογής ερπετά και βλαβερά ζουλάπια. Δε ζηλεύουν οι ψαράδες του νησιώτικου κάβου για τούτο. Ας πάνε τα βλογημένα πουλιά όπου η πλούσια γης μπορεί να τα θρέψει. Φτάνει να καταδέχονται το βράχο τους, να μηνάνε το καλοκαίρι και να σηκώνουν την αντάρα πάνω στα μεγάλα άσπρα φτερά τους. Κι ύστερα ας πάνε στο καλό. Φτάνει που πέρασαν...
Καλοσυνεύει η θάλασσα, φουντώνουνε τα λίγ' αμπέλια κι η αχαμνή γης παίρνει απάνω της. Πάνω στα βράχια λιάζονται τα καβούρια και τα χταπόδια. Τα παιδιά μαζεύουν πεταλίδες, κυνηγάνε σουπιές και μοσχοχτάποδα, στην αμμουδιά 'τοιμάζονται τα δίχτυα, μερεμετίζονται οι βάρκες για το μεγάλο ψάρεμα. Παίρνει κουράγιο η καρδιά τ' ανθρώπου να την παλέψει τη θάλασσα και τη γη.
Κι έρχονται πίκρες, κι έρχονται χαρές -λίγες χαρές, πολλές έγνοιες- και κάθε άνοιξη θ' ακουστεί το τραγούδι και το γέλιο και θ' ακουστεί πως η Φιλιώ φιλήθηκε κάτω από τη βάρκα -π' ανάθεμά τη- θα γίνουν τέτοια κι άλλα, μα πρώτα θα 'ρθουν οι πελαργοί.
Θα 'ρθουν. Μα πάνε χρόνια που οι πελαργοί δεν φάνηκαν στον κάβο. Τώρα η άνοιξη έρχεται χωρίς πελαργούς.
Ήτανε τότε που άλλαξαν όλα. Τότε με τον πόλεμο. Ήρθε ο μεγάλος μισεμός, η πείνα κι ο θάνατος. Γη και θάλασσα στέρεψαν, με το αχ ξημέρωνε, με το αχ βράδιαζε.
«Οι Ιταλοί απαγορέψανε το ψάρεμα τη νύχτα!»
«Αχ! Λένε πως θα πάρουν ομήρους οι Ιταλοί!...»
Δεν άνοιξε σπίτι, δε γέλασε χείλι. Κι έμειναν να 'ρχουνται οι πελαργοί, κι ήταν η χαρά τους η μονάκριβη. Μηνούσαν τώρα έν' άλλο καλοκαίρι πρωτάκουστο. Θα βάραιναν, λέει, τα σταφύλια στα κλήματα κι η θάλασσα θα 'ταν καλόγνωμη κι αγαπησιάρα, ήμερο θηλυκό, του χεριού σου. Θα παύαν οι αντάρες και μονάχα το μελτέμι θα φύσαε με τις μυρουδιές του πελάγου, θα φύσαε τα στάχια και τις φούστες των κοριτσιών. Και ψάρι... ψάρι να ταΐσει εφτά στεριές!
Αν έβλεπες γέλιο να χαράζει σε χείλι κείνα τα χρόνια, ήταν για τούτο τ' όνειρο, για τούτο το καλοκαίρι της λευτεριάς. Αλλιώς δεν είχε γέλιο, μόνο μίσος είχε κείνα τα χρόνια, μίσος για τον ξένο που πατούσε τον τόπο μας και μάς πήρε το λίγο μας ψωμί κι αυγάτισε την πίκρα μας. Κι ήταν η χαρά η μονάκριβη του κάβου οι πελαργοί. Μα κι αυτή την πήρε ο πόλεμος. Και τη φτωχή χαρά της Λεμονιάς...
Είχαν οι Ιταλοί ένα πυροβολείο στ' ακρωτήρι. Ένα επάκτιο και βαριά πολυβόλα. Τα 'χαν για τον εχθρό. Κι ένα Μάρτη φάνηκε ένα άσπρο σύννεφο πάνω στην Όστρια. Οι Ιταλοί ήτανε στο κέφι και τα πολυβόλα ήταν στραμμένα κατά την Όστρια. Τα πουλιά δεν ξέρουν ότι οι άνθρωποι κάνουν πόλεμο. Τούτα τα πουλιά έχουν γνωρίσει τους γεωργούς των ήμερων κάμπων. Τους βοηθάνε καθαρίζοντας τους αγρούς από τα βλαβερά ζούδια κι εκείνοι πάλι τα 'χουν σαν ιερά και ποτέ δεν τα πειράζουν. Άσε που είναι και μια χαρά για τα μικρά παιδιά. Λοιπόν ρέκαξαν τα βαριά πολυβόλα και γέμισε η θάλασσα από άσπρα ματωμένα φτερά.
Κι ήταν οι μέρες που θέριευε η έχτρητα και το κακό μεγάλωνε στο νησί. Ο καρπός καταγραφόταν πάνω στα δέντρα και το έχει του καθενού στο κελάρι. Και βγήκε διάτα να τραβηχτούν οι τράτες στις αυλές των σπιτιών και να ξαρματωθούν. Τότε, μια στιγμή, οι νησιώτες φοβήθηκαν για τ' όνειρο του καλοκαιριού.
«Τόσο ήταν», είπαν οι λιγόψυχοι. «Τώρα, χωρίς στάλα ελπίδα, θα πεθάνουμε».
«Αλί από μας», είπε ο ήσυχος νησιώτης. «Μην άλλαξε ο άνθρωπος κι έγινε θεριό; Δεν έχει γλιτωμό, σταυρώστε τα χέρια να πεθάνουμε».
Κι έκανε ο βοριάς ένα θρήνο κείνο το βράδυ, που λες κι έκλαιγε τους απελπισμένους ανθρώπους. Η άνοιξη δεν ήθελε να 'ρθει, φαίνεται, ύστερα από το μακέλεμα των πελαργών. Και με τούτα τα λιγόψυχα λόγια όλοι ένιωσαν απάνω τους το κρύο χέρι του χάρου. Μα πάνω στην ώρα σηκώνεται ο Λιοντής, ένας λεβέντης που το 'λεγε η περδικούλα του στη θάλασσα και τους αγριοκοιτάζει ένα γύρο.
«Ντροπής, ρε καπετανέοι, ντροπής, ντροπής», λέει και ξαναλέει αναψοκοκκινισμένος. «Δε μου λες, καπτάν Σταμάτη, πότε σταύρωσες τα χέρια μπροστά στην αντάρα;»
«Τούτο δεν είναι αντάρα, Λιοντή, παιδί μου. Τούτο είναι η συντέλεια που γράφουνε τα παλιά κιτάπια».
«Κολοκύθια», λέει ο Λιοντής φουρκισμένος. «Εμείς δεν είμαστε ψαλτάδες, είμαστε θαλασσινοί και δε μοιρολογάμε, μόνο παλεύουμε».
Πήρε φόρα κι έλεγε, έλεγε. Και τα σκληρά του λόγια, ίδια τσεκουριές, αντί να προσβέλνουν, ψυχώνανε, ανάβαν το αίμα που 'χε παγώσει.
«Μας πήρανε τα μοτόρια και τα πανιά, μας πήρανε το λάδι και τον καρπό, ως πότε θα σιγοσβήνουμε; Είμαστε άντρες εμείς; Τι περιμένουμε; Μην δεν πήγαμε στο Κουμάντο, δεν τους κλαυτήκαμε; Περιμένουμε να μας πονέσει ο Ταλιάνος; Να το ξέρετε, ή εμείς ή αυτοί. Εμπρός κι όποιον πάρει ο χάρος!»
«Τι θα γενούμε; Πώς θα σηκώσουμε κεφάλι, εμείς που όλα τα όρνια μάς βόσκουνε;» ρωτούσε ακόμα ο λιγόπιστος.
«Τι θα γενούμε; Όρνια και μεις θα γενούμε, συμπέθερε. Αητοί και καπλάνια, κι αγιούπες της θάλασσας θα γενούμε».
Κι ένας μεστωμένος άντρας που βαστούσε από γενιά κουρσάρων το 'πε κι αλλιώτικα.
«Όρνια θα γενούμε, καλά το λέει ο Λιοντής. Θα βγούμε ρέμπελοι στο βουνό και μπεράτες στο πέλαγο».
Νύχτα ξεσηκώθηκε το χωριό. Άλλοι πήρανε τα βουνά του νησιού κι άλλοι σπρώξαν τις βάρκες στη θάλασσα. Φορτώσαν τα γυναικόπαιδα και βάλανε ρότα για την Τουρκιά. Κι απόμειναν στον κάβο τα σάψαλα, όσοι δε μπόρεσαν να σηκώσουν τις γέρικες ρίζες τους απ' το χώμα. Απόμειναν να καρτεράνε τους δικούς τους, να δοκιμάσουνε μια γλυκιά μέρα από κείνο το καλοκαίρι που ονειρεύονταν κι απέ να παραδώσουνε ψυχή. Μπήκε το καλοκαίρι άχαρο με την απανεμιά και βγήκε με το λίβα. Και πλάκωσε ένας χειμώνας σαβανωτής, κολέγας με το χάρο και θέρισε το άμοιρο χωριό. Όσο που κοντοζύγωσε πάλι η άνοιξη και μπαΐλντισε (1) ο βοριάς. Τότες βγήκαν απ' τα καλύβια κάτι σκελετοί, απλώσανε τα καλάμια τους στον ήλιο και πήρανε να τηράνε κατά το πέλαγο.
«Να δούμε, θα 'ρθουν οι πελαργοί τούτη την άνοιξη. Θα 'ρθουν να σηκώσουνε την αντάρα πάνω στα μεγάλα άσπρα φτερά τους;»
Δεν ήρθαν την άνοιξη. Ο πόλεμος τα 'διωξε τα ήμερα πουλιά.
«Ας είναι, θα 'ρθουν με τη λευτεριά, να το δείτε».
Έτσι έγινε και δεν ξαναπέρασαν οι πελαργοί απ' τον κάβο. Κι η λευτεριά ήρθε -πάνε τρία χρόνια- μα κείνο το καλοκαίρι που ονειρεύονταν οι άνθρωποι του κάβου, έμεινε πάνω στα ματωμένα φτερά των πελαργών.
Θα βάραιναν -λέει- τα σταφύλια στα κλήματα κι η θάλασσα θα 'ταν καλόγνωμη κι αγαπησιάρα, ήμερο θηλυκό, του χεριού σου. Θα παύαν οι αντάρες και μονάχα το μελτέμι με τις μυρωδιές του πελάγου θα φύσαε τα στάχια και τις φούστες των κοριτσιών. Και ψάρι... ψάρι να ταγίσει εφτά στεριές...
Ωχ, άσωστα είναι τα βάσανα! Έμειν' ο κάβος να διψάει το μελτέμι σαν το παιδί το χάδι. Στα σωθικά της θάλασσας φωλιάζουνε μίνες (2) ακαθάριστες κι οι ψαράδες χάσανε τις μπεζίνες τους στον πόλεμο. Τρώει η φυλλοξέρα τ' αμπέλια, λιώνει η αναδουλειά τα μπράτσα.
Και να 'ταν τούτο μόνο... Να τους αφήνανε τουλάχιστον ήσυχους, να βολοδέρνουν, αγάντα κι αγάντα θα 'σιαχναν με καιρό κάνα τρεχαντήρι, θα 'παιρναν ένα μοτόρι (3). Μα όχι. Κάποια κατάρα έχει πέσει στο νησί τους, στο ρωμαίϊκο και σ' όλο τον κόσμο. Τα ράδια μίλαγαν για κίντυνους πολέμου, για μπόμπες, για στρατούς. Κι η διχόνοια που είναι καταδεχτικιά η πανούκλα δεν είχε ξεχάσει το νησί τους με όλη του τη φτώχεια. Μόλευε τα χωριά, έμπαινε στους καφενέδες, τρύπωνε στις φαμίλιες κι αλώνιζε. Στον κάβο τους, είν' αλήθεια, δεν είχε πέσει ακόμα το μπουρίνι, μα όσο να 'ναι το σπίτι του γείτονα καιγόταν, καλό θα περίμεναν;
Και να το. Το 'πε ο ταχυδρόμος που έφερνε τα γράμματα των ξενιτεμένων κάθε Σάββατο: Το νησί τους γινόταν, λέει, εξορία. Σάματις μέχρι τότε ήτανε παράδεισος.
Κι όσο να το πεις έφτασε. Κακό δεν ήταν, πώς θ' αργούσε; Διακόσους τόσους νομάτους κουβάλησαν στο χωριουδάκι, χώρια οι χωροφύλακες για να τους φυλάνε μη φύγουν.
Το φυλάκιο με τους χωροφύλακες έπιασε το ανώγι στο δίπατο σπίτι του καπετάν Σταμάτη κι η οικογένεια περιορίστηκε στο ισόγειο. Η Λεμονιά τους φοβότανε στην αρχή πολύ τους χωροφύλακες μα σιγά - σιγά συνήθισε. Ήτανε και μερικά παιδιά πολύ συμπαθητικά, ίδια ο μεγάλος της αδερφός, και σπουδαγμένα, καθώς φαίνεται, γιατί την έλεγαν όλο «δεσποινίς» και όλο με το «σεις» και με το «σας». Μα όταν έβλεπε τα όπλα κρεμασμένα στους ώμους τους, πάγωνε. Εκείνος που την έσκιαζε πολύ ήταν ο νωματάρχης, ένας Σφακιανός με στριφτές μουστάκες όρθιες σαν τα κέρατα της Κοκκίνως, της αγελάδας τους. Όλη μέρα με κάποιον θα τα 'χε, με τους εξόριστους, με τους χωριάτες και στα κεσάτια με τους άντρες του.
«Τς' αποθαμένοι σας, κερατάδες...» τρανταζόταν όλη μέρα το ανώγι κι η Λεμονιά έτρεμε.
Μα το βράδυ τον έπιαναν τα μεράκια, προπαντός μια φορά τη βδομάδα που ξουριζόταν από βραδύς για να κατεβεί την άλλη μέρα στη διοίκηση -τότε μόνο θυμόταν τον κανονισμό.
Καθόταν το λοιπόν στο μπαλκόνι, κατέβαζε τα ούζα του κι έλιωνε ολόκληρος:
Λεμονιά με τα κιτρολέιμονά σου.
.....................................................
Κι ύστερα το γύριζε σε αμανέ:
Λεμονιά, τα δυο σου λεμονάκια
να τα μυρίσω κι ας ποθάνω
Ωχ!
Τότε ήταν που η Λεμονιά ένιωθε μια παράξενη ντροπή μαζί με αγωνία σαν να την κυνηγούσαν και τη νύχτα πεταγόταν στον ύπνο της με σπαραχτικές κραυγές. Όσο για τον καπετάν Σταμάτη, σαν άκουγε τις σφοντυλιές (4) του Σφακιανού, δάγκωνε το μουστάκι του και μουρμούριζε: «Ο Θεός να βάλει το χέρι του».
Δεν πέρασε πολύς καιρός κι όλα άλλαξαν στο χωριό. Το ψάρεμα τη νύχτα απαγορεύεται και από τις οχτώ το βράδυ όλοι πρέπει να κλείνονται στα σπίτια τους. Τραβήχτηκαν οι βάρκες στις αυλές των σπιτιών κι η θάλασσα στέρεψε ξανά.
Τότε άλλη μια φορά ξεχείλισε το ποτήρι το γεμάτο της πίκρας. Για εξορία -σου λέει- τον έχουν τον κάβο μας. Κι ένα βράδυ χειμωνιάτικο, γιατί αργούσε η άνοιξη να 'ρθει, τους πήρε ένας φόβος κι ένα παράπονο για την έρμη την τύχη τους. Πήγαν και βρήκαν τον Λιοντή και τους άλλους λεβέντες που τους είχανε γκαρδιώσει τότε στη σκλαβιά.
«Γιατί μας γελάσατε;» τους είπαν. «Μας τάξατε καζάντια και μπερεκέτια και μεις λιμάζουμε το ψωμί. Πού 'ναι το καλοκαίρι το καρπερό που ονειρευόμαστε και που δώσαμε άλλος παιδί, άλλος αδέρφι για να το φέρουμε;»
Κι ένας άντρας -ίδιος βράχος σκαμμένος απ' τ' αλάτι- είπε:
«Εξόριστοι είμαστε λοιπόν εμείς σ' όλη μας τη ζωή. Αυτό είναι, τούτος ο τόπος είναι η εξορία η δικιά μας, πάππου προς πάππου και δεν μπορεί να μας ζήσει. Τι μας φέρανε και ξένους;»
Σηκώθηκε ξανά ο Λιοντής, μα τούτη τη φορά δεν ήταν αναψοκοκκινισμένος, μόνο τους μίλησε ήσυχα και μαλωτικά:
«Δε σας γελάσαμε. Ποιος μπορεί να παζαρέψει τη λευτεριά; Πολύ 'ναι που της δώσαμε, δε λέω. Μα η λευτεριά αξίζει όσο να πεις. Και απέ αν είμαστε και του λόγου μας εξόριστοι, αλήθεια κι απ' αλήθεια. Μόνο μη φοβόσαστε, οι ξένοι, όπως τους είπατε, δεν πρόκειται να σας ζητήσουνε ψωμί. Εμείς να τηράξουμε τι γινόμαστε».
Είδαν κι απόδαν οι ψαράδες, βάζουν το καλό τους το βρακί και κατεβαίνουν στη χώρα, στη διοίκηση.
«Κύριε διοικητή... Το και το». Θα τους αφήσουν να πεθάνουν; Γιατί τους κλείνουν τη θάλασσα, τι φταίνε αυτοί που είναι ξερό το νησί τους και κάνει για εξορία...
Τίποτα. Αυτό γίνεται για την ασφάλεια, δεν είναι παίξε - γέλασε.
«Αυτή τη θάλασσα την έχει ταγίσει εφτά κορμιά η φαμίλια μου», γύρισε κι είπε στον αξιωματικό ο γέρο Γιακουμής. «Την ξέρω καλύτερα από τη γυναίκα μου. Θες να σου πω όλες τις ξέρες κι όλα τα ρέματα, πού είναι καταπιόνα και πού το κάθε πέρασμα του ψαριού, τι μαρτυράει τούτο και τ' άλλο χρώμα της;»
«Εμείς τη λευτερώσαμε τούτη τη θάλασσα», είπε κι ένας νιος, «για να μην μας την ξανακλείσει κανείς. Τρία χρόνια την οργώναμε με τα κουρσάρικα σπέρνοντας τη λευτεριά της. Αφήστε μας να θερίσουμε».
Τι λένε τούτοι; Δεν ακούσανε; Γίνεται για την ασφάλεια. Ή μπας και αυθαδιάζουνε στο νόμο;
Στο νόμο; Θεός φυλάξοι! Αυτοί 'ναι ήσυχοι νησιώτες. Μόνο που δεν καταλαβαίνουνε τι θα βγάλει ο νόμος με το να πεινάνε αυτοί. Κι ένας παραμιλούσε στο γυρισμό:
«Σινιόρε κομαντάτε, πάρτε μας το λάδι, μα αφήστε μας τη θάλασσα. Έχουμε πίκουλα (5), σινιόρε, καλά, εμείς σας πολεμήσαμε, τιμωρείστε μας, μα τα πίκουλα δε σας πολεμάνε, σινιόρε...»
Σωστά, σωστά, δε φταίγαν τα πίκουλα. Μα μήπως φταίγαν οι πελαργοί;
Οι νησιώτες δυσκολεύτηκαν να συνηθίσουν μαζί τους. Αλλιώτικα είναι τούτα τα παλικάρια. Κανένας δε χτύπησε πόρτα, δεν πείραξε -σαν ξένος δα- το έχει του χωριάτη. Κανένας δε σήκωσε μάτι σε κοπέλα. Εδώ στον ξένο τόπο είναι περήφανοι σαν άρχοντες και τίμιοι σαν φτωχοί.
Κάπου - κάπου έρχεται στο σπίτι του καπετάν - Σταμάτη ένα παλικάρι -Γιώργο το λένε- κι αγοράζει γάλα για τους άρρωστους. Είναι ένα παιδί μελαχρινό και γλυκομίλητο. Η καπετάνισσα το σταυρώνει να κάτσει λίγο, να του βάλει να φάει κάτι, να φέρει να του πλύνει τα ρούχα του. Εκείνος είναι πάντα βιαστικός.
«Φχαριστώ κυρ - Αγγελική, τώρα βιάζομαι, καμιά άλλη φορά...»
Μα ας πάρει ένα ποτήρι γάλα. Αχ! Έχει κι αυτή παιδί στην ξενιτιά και ξέρει. Γιατί να δίνουν έτσι ασυλλόγιστα τα νιάτα τους τούτα τ' αγόρια, γιατί;
Καμιά φορά η κυρ - Αγγελική αργεί να γυρίσει απ' το άρμεγμα. Ο Γιώργος κάθεται. Η Λεμονιά, η μοναχοκόρη του καπετάν - Σταμάτη, συγυρίζει, συγυρίζει ατέλειωτα. Μα ο Γιώργος φαίνεται πολύ απασχολημένος με τη γάτα του σπιτιού.
«Λένε, Γιώργο, πως έχετε πολλούς πελαργούς στον τόπο σου. Έχετε στ' αλήθεια;»
«Ναι, Λεμονιά, είχαμε -πώς σου 'ρθε να ρωτήσεις; Τώρα πια δεν έχουμε. Μου γράφουνε πως τους έδιωξε το ντουφέκι. Άλλοτε, ναι, είχαμε πολλούς».
«Λοιπόν κι από σας φύγαν τώρα οι πελαργοί; Και πού πάνε;»
«Απ' όλη την Ελλάδα», της λέει, «φύγαν οι πελαργοί. Τράβηξαν απάνω στα Μπαλκάνια, στο Δούναβη κι ακόμα πάνω στην Ευρώπη κι όπου γης θραψερή (6) κι ειρηνεμένη».
«Πες μου για τους πελαργούς, να, όσο να φέρει η μάνα το γάλα», παρακαλάει το κορίτσι.
«Όταν έρθουν», της λέει, «στο χωριό είναι σωστό πανηγύρι. Πιάνουν τα καμπαναριά και τις καμινάδες στις στέγες μας. Την πρώτη μέρα ξεκουράζονται».
«Μετά τι κάνουν;»
«Μετά επισκευάζουν τις φωλιές τους που τις άφησαν το φθινόπωρο. Τότε οι γυναίκες πρέπει να 'χουνε το νου τους γιατί οι πελαργοί αρπάζουν ό,τι απλωμένο ρούχο βρουν για τη φωλιά τους».
Εδώ η Λεμονιά γέλασε.
«Για πες μου, Γιωργάκη, κι όταν φεύγουν οι πελαργοί;»
«Μμ! Όταν φεύγουν οι πελαργοί είναι μεγαλείο! Ήθελα να σε είχα, Λεμονιά, από μια μεριά να 'βλεπες. Συγκεντρώνονται απ' όλο τον κάμπο σε μια δημοσιά. Δυο - τρεις μέρες βαστάει όσο που να 'ρθει και το τελευταίο ζευγάρι -γιατί οι πελαργοί, βλέπεις, πάνε όλο ζευγάρια. Όλη μέρα δε βλέπεις άλλο από άσπρα πουλιά να προβάλλουνε σύρριζα πάνω από τους λόφους. Στο τέλος παρατάσσονται όλοι στη δημοσιά σαν να 'χουν τελετή. Είναι μια μακριά άσπρη κορδέλα».
«Αχ, λέγε...»
«Τότε, λέει, ένας πελαργός, ίσως ο γεροντότερος, ίσως ο σοφότερος -ποιος ξέρει- σηκώνεται και πετάει δυο τρεις γύρους πάνω τους. Κι ύστερα όλοι κάνουν φτερό και γίνονται έν' άσπρο σύννεφο πάνω από τον κάμπο. Όλα τα χωριά τους χαιρετάνε με τις καμπάνες».
«Αχ, τι όμορφα! Και δε θα ξανάρθουν στον τόπο μας οι πελαργοί;»
«Και βέβαια θα ξανάρθουν. Μόλις μερέψει ο τόπος μας θα ξανάρθουν».
Μα ωστόσο ήρθε η καπετάνισσα με το γάλα κι ο Γιώργος έφυγε.
Οι κοπέλες σε τούτο το νησί μπορεί να 'ναι σε όλα τους όμορφες. Μα αν δεν είχαν αυτά τα μάτια, η ομορφιά τους θα 'ταν σαν ανοιξιάτικη νύχτα χωρίς φεγγάρι. Εδώ οι κοπέλες γενιώνται μπροστά στη θάλασσα. Μεγαλώνουν στην αγκαλιά της και στην κούνια της. Πάνε στο χωράφι, σκάβουν, κουράζονται. Αναγέρνουν στη ρίζα μιας ελιάς κι εμπρός τους είναι η θάλασσα.
Η Λεμονιά έχει το μάτι της θάλασσας που το ζηλεύει η δεντρογαλιά κι ο αστρίτης. Μα ο Γιώργος σπάνια την κοιτούσε στα μάτια. Κι όλο νοιαζόταν πότε θα 'ρθει το γάλα, σα να του 'κανε κακό η συντροφιά της.
«Γιώργο...»
«Ε, Λεμονιά;»
Και εξετάζει ένα άχερο πάνω στη ράχη της γάτας.
«Μα θέλω πρώτα να με κοιτάξεις στα μάτια».
«Γιατί να μη σε κοιτάξω; Κοίταζα τη γάτα σας... ωραία γάτα!»
«Πες μου, γιατί δε σ' αρέσει να με κοιτάς στα μάτια;»
«Ω, ποιος το 'πε πως δε μ' αρέσει; Μόνον δεν κάνει».
Το 'πε και δαγκώθηκε ο Γιώργος.
«Μα γιατί δεν κάνει;»
«Γιατί δεν μ' αρέσει».
Η Λεμονιά έσκασε ένα γέλιο, μα απότομα την πήραν τα κλάματα. Ύστερα ζήτησε να της πει το γιατί.
«Γιατί, βρε Λεμονιά, εγώ είμαι τώρα εδώ ένας ξένος. Κι εσύ είσαι μια καλή κοπέλα...»
Πώς αλλιώς να της το εξηγήσει; Να, ο αδερφός της δεν ήταν με κουρσάρικα στον πόλεμο; Ε, μπορούσε να βγει σ' ένα νησί και να κάτσει να γλυκοκοιτάζει τα μάτια των κοριτσιών; Τότε τι θα γινόταν η Λεμονιά και τι θα 'λέγαν οι σύντροφοί του; Κι ύστερα...
«Ο πελαργός έχει πελαργίνα;» ρωτάει το κορίτσι. Ο άλλος έσκυψε κι όλη του η σιωπή ήταν ένα μεγάλο και υποκριτικό «ναι».
«Καταλαβαίνω. Γι' αυτό είπες ότι πάνε πάντα δυο - δυο. Κι εγώ η κουτή... Και πού είναι τώρα;»
«Είναι... στο χωριό».
Σαν έφυγε το παιδί, η Λεμονιά πήρε έναν παλιό καθρέφτη, νυφιάτικο δώρο στη μάνα της. Μην είναι ακαμάτρα κι άσκημη; Μη δεν έχει το μάτι της θάλασσας που το ζηλεύει η δεντρογαλιά κι ο αστρίτης; Έκατσε στο παράθυρο να πει τα παράπονά της στη θάλασσα. Και τότε είδε πως κι η θάλασσα ήταν όμορφη και καρπερή κι άξια. Μα οι βάρκες σαράκιαζαν στην άμμο κι οι ψαράδες καμώνονταν πως δεν έβλεπαν τις μαργιολιές της. Όμοια με την ίδια -τη Λεμονιά- που δεν μπορούν να την κοιτάξουν τα παλικάρια στα μάτια. Όχι, δεν είναι άσχημη, ούτε αυτή ούτε η θάλασσα. Φταίει η αντάρα που πλάκωσε κι έκανε αγλύκαντες τις μέρες και τις νύχτες μας, φταίει ο πόλεμος.
Να δούμε τούτο το Μάρτη θα 'ρθουν οι πελαργοί; Πολλοί λένε πως πάει, ύστερα από κείνο με τους Ιταλούς άλλαξαν δρόμο, δεν ξαναπερνάνε από τούτο τον κάβο οι πελαργοί. Μα η Λεμονιά πιστεύει πως δεν μπορεί, θα 'ρθουν. Τούτη, την άλλη άνοιξη, θα 'ρθουν και τότε θα φύγει το μαράζι κι η πίκρα. Οι πελαργοί δεν είναι κακοί, ξέρει τόσα γι' αυτούς. Πρέπει ν' αγαπάνε τούτον τον κάβο και θα ξεχάσουνε το κακό. Κι αυτή μπορεί να βάλει το χέρι της μέσα στη φωλιά της οχιάς, να φιλήσει ένα ξερό κλαδί και να πιει μια γουλιά θάλασσα. Θα μπορούσε ακόμα να φιλήσει και μια άγνωστη κοπέλα που είναι σ' ένα μακρινό χωριό.
Ω, ας ήταν να 'ρθουν τούτο το χρόνο οι πελαργοί! Να φέρουν την άνοιξη και να σηκώσουν την αντάρα πάνω στα μεγάλα άσπρα φτερά τους. Τότες η Λεμονιά θ' ανεβεί στο λιακωτό και θα νιώσει το φτερό τους πάνω στο πρόσωπό της. Κι ύστερα θα τους δει να σηκώνονται και να τραβάνε ψηλά για την Ελλάδα, για τα Μπαλκάνια, για όλο τον κόσμο. Θα κοιτάζει, θα κοιτάζει, όσο να χαθούνε τα τελευταία άσπρα σημάδια πάνω -σύρριζα θαρρείς- απ' το νερό. Θα τους γνέφει με το μαντίλι της όσο που να χωνέψουνε (7) μέσα στο γαλάζιο τ' ουρανού και της θάλασσας.
Κι ωστόσο κοντοζύγωνε έβγα του Μάρτη. Κι ήρθε μια βραδιά γλυκιά σαν γουρμασμένο πεπόνι, απ' αυτές που βιάζονται θαρρείς να 'ρθουν να μας ξελογιάσουν και να μας αφήσουν στα κρύα του λουτρού. Ξεσκάρισαν (8) οι γερόντοι και τα παιδιά στην αμμούδα, δυο τρεις φρεσκοχνούδωτοι νεαροί φόρεσαν όσο μπορούσαν πιο στραβά την τραγιάσκα και βάλθηκαν να συναντάνε τυχαία τα κορίτσια στα σοκάκια.
«Δεσποινίς, δε μας καταδεχόσαστε τελευταίως».
«Εμείς δεν σας καταδεχόμαστε; Ποιος το 'πε;»
«Στου Φράγκου έχουνε απόψε το γραμμόφωνο. Έρχεσαι;»
Όλοι απόψε ξεμούδιασαν, μιλάνε πιο ζωηρά, γελάνε αλλιώτικα.
Μα ο νωματάρχης γύρισε φουρκισμένος απ' το κυνήγι: Τίποτα! «Το νου σας απόψε γιατί ο καπετάνιος δε χτύπησε φτερό και τρώει τα μουστάκια του», σφύριξε ένας χωροφύλακας στους εξόριστους.
Κάθεται στο μπαλκόνι όλος χολή και κατεβάζει ούζα.
Κι άξαφνα το είδαν το άσπρο σύννεφο πάνω στην Όστρια. Σα να μην το πίστεψαν στην αρχή. Μα να, ξεχωρίζουν σιγά - σιγά τ' άσπρα πουλιά να πετάνε ίσια πάνω στον κάβο.
Από μακριά έστειλαν στους ανθρώπους του κάβου ένα ρίγος χαράς. Η Λεμονιά βρέθηκε στο λιακωτό. Οι πελαργοί ζυγίζονται (9) μια στιγμή κι ύστερα αρχίζουν να σκορπάνε για τις στέγες. Κι ένα ζευγάρι πελαργών έρχεται για τη στέγη του καπετάν - Σταμάτη. Κάνουν πρώτα ένα γύρο. Ίσως ν' απορούν που βλέπουν τόσο κόσμο μαζεμένο.
«Μπα, θα 'ναι για την υποδοχή μας», είπε λίγο ματαιόδοξα το θηλυκό.
Τώρα ο άσπρος κύκλος θα κλείσει. Κι άξαφνα ένας πυροβολισμός. Όλοι πάγωσαν. Ο νωματάρχης από το μπαλκόνι σηκώνει ατάραχος το ντουφέκι και ξαναρίχνει.
«Θα 'ναι για την υποδοχή μας», είπε τώρα ο πελαργός. «Ας κάνουμε άλλο ένα κύκλο».
Άλλος ένας πυροβολισμός και το πουλί κλονίζεται στον αέρα. Πάνω στο λιακωτό ακούστηκε ένας λυγμός. Ο λαβωμένος πελαργός ζυγώνει τώρα το ντουφέκι σα να ζητάει γρήγορο θάνατο. Κοντά του κι ο άλλος πελαργός. Σε λίγο κείτονται κι οι δυο γεμάτοι αίματα πάνω στην άμμο.
Η νύχτα έπεσε βαριά πάνω στον κάβο. Η Λεμονιά δε μπορούσε να κοιμηθεί. Και πολλοί άλλοι άνθρωποι δεν κοιμήθηκαν. Θυμόνταν το περιστατικό με τους Ιταλούς κι ένας κόμπος στεκόταν στο λαιμό τους. Αν μιλούσαν, θα 'λεγαν:
«Ποιοι είσαστε σεις που σκοτώνετε τους πελαργούς μας; Μας έφεραν τη μπουνάτσα και την άνοιξη. Γιατί σκοτώνετε τ' άσπρα μας όνειρα;»
Θα 'ταν δυο η ώρα νύχτα όταν η Λεμονιά σηκώθηκε. Βγήκε αθόρυβα και ξεχώρισε μέσα στο σκοτάδι τα άσπρα σημάδια. Έπρεπε να τα θάψει, έτσι θ' αλάφρωνε, έλεγε. Έσκυψε κι έπιασε με το χέρι της την άμμο. Ήταν ακίνητη και υγρή. Όχι, ήταν σκληρό να σκεπάσει τα ταξιδιάρικα πουλιά μ' αυτή την ψιλή άμμο που θα φλογίζεται το καλοκαίρι. Στο κύμα! Εκεί έπρεπε να τα παραδώσει. Το κύμα ήξερε τι θα τα 'κανε. Θα τα ταξίδευε πρώτα για μέρες στ' ανοιχτά κι ύστερα θα τ' απίθωνε μαλακά σ' ένα ήσυχο γιαλό. Τα σήκωσε στην αγκαλιά της και τα 'δωσε στη φροντίδα της θάλασσας. Ύστερα γύρισε για το σπίτι.
Κι ο νωματάρχης δε μπορούσε να κοιμηθεί. Μέσα στην ησυχία της νύχτας το εξασκημένο αυτί του ξεχώρισε βήματα πάνω στην άμμο. Ποιος μπορούσε να κυκλοφορεί αυτή την απαγορευμένη ώρα; Κατέβηκε και βγήκε έξω. Στάθηκε λίγο ν' αφουγκραστεί από πού έρχονταν τα βήματα. Τότε είδε ένα λευκό πράμα να προχωρεί προς το μέρος του. Να πάρει η οργή, αυτό έμοιαζε μ' ένα μεγάλο πελαργό!
«Αλτ!» ακούστηκε αλλοπαρμένη η φωνή του.
Η κοπέλα πάγωσε. Τώρα σκέφτηκε τον κίνδυνο που έτρεχε αυτή την ώρα έξω. Στη σαστιμάρα της δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να γυρίσει να φύγει, να σταθεί, να πλησιάσει; Νόμισε πως καλύτερο ήταν να προχωρήσει. Δεν ήξερε πως το άσπρο της νυχτικό γινόταν μέσα στο σκοτάδι ένας μεγάλος πελαργός που ορμούσε πάνω σε μια ταραγμένη ψυχή. Ο οπλισμένος άνθρωπος δεν ξέρει άλλο από το να σκοτώνει τους πελαργούς στον αέρα ή μέσα στην ψυχή του. Πυροβόλησε.
Η Λεμονιά χαροπάλεψε. Το τραύμα ήταν στο στήθος. Μα μια παράξενη δύναμη την έσωσε. Μέσα στο αίμα της κυλούσε κάτι γλυκό. Της είχε πει: «Και βέβαια θα ξανάρθουν οι πελαργοί. Όταν μερέψει ο τόπος μας θα ξανάρθουν».
Κι όταν ένα πρωί από τ' ανοιχτό παράθυρο μπήκε η άνοιξη, η Λεμονιά ένιωσε παντοδύναμη μέσα της τη ζωή. Παρακάλεσε τη μάνα της να μιλήσει λίγο στο Γιώργο, όταν έρθει για το γάλα.
Εκείνος μπήκε και τη ρώτησε αν έχει πυρετό.
«Τι κουτή που ήμουνα!» του λέει. «Να περιμένω όλα να τα φέρουν οι πελαργοί, τα πουλιά! Νόμιζα πως θα πέθαινα όταν τους σκότωσαν... Τι κουτή!»
«Και τώρα;» ρώτησε ξαφνιασμένο το παλικάρι.
«Τώρα... νομίζω πως έχω ένα δικό μου πελαργό,εδώ μέσα», λέει και δείχνει το στήθος της. «Και μου τον έφερες εσύ».
Ραυτόπουλος Μίμης
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»,
τεύχος 6, Ιούνιος 1955
Σημειώσεις:
(1) μπαϊλντίζω: κουράζομαι πολύ, σωματικά ή ψυχικά, αισθάνομαι ότι εξαντλήθηκε η αντοχή μου
(2) μίνα: στοά ορυχείου
(3) μοτόρι: καΐκι με μηχανή
(4) σφοντυλιά: χτύπημα (μετφ.), μπηχτή
(5) πίκουλος: μικρός, νέος
(6) θραψερός: καλοθρεμμένος, εύφορος
(7) χωνεύω: αναμειγνύομαι
(8) ξεσκαρίζω: ξεπροβάλλω, ξεμυτίζω, βγαίνω
(9) ζυγίζομαι: ευθυγραμμίζομαι

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου