Μπορώ να καθίσω στο τραπέζι σας, κύριε; Ναι; Ευχαριστώ... Ω, δεν έρχομαι να σας κολλήσω, να πλασαριστώ για... Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να πάρετε σαμπάνια των πέντε χιλιάδων φράγκων, κατά πώς απαιτεί ο κανονισμός του καταστήματος. Ένα ουίσκι να μου προσφέρετε μονάχα, τριακόσια φράγκα θα σας στοιχίσει· κατόπι, αν θέλετε, μπορείτε να έρθετε στην κάμαρά μου. Εδώ κοντά κάθομαι, δεν θα πληρώσετε ταξί. Φυσικά, η πρόσκλησή μου είναι εντελώς φιλική, δεν θα σας στοιχίσει τίποτα... Πώς; Δεν έχετε διάθεση να 'ρθείτε; Μα, καλέ μου κύριε, το είχα προμαντέψει· γι' αυτό σας το πρότεινα, σίγουρη πως θ' αρνηθείτε... Ούτ' εγώ έχω διάθεση απόψε. Αν είχα, εύκολο μου ήταν να βρω πελάτη που να με κέρναγε όσα ουίσκια πεθυμούσα. Το τι δίψα έχω για πιοτό απόψε, δεν περιγράφεται! Μόνο να, είμαι απένταρη, και δεν έχω κέφι να πληρώσω το πιοτό με άλλο τρόπο... Έτσι, αρκούμαι στο μοναδικό ουίσκι που θα μου προσφέρετε... Ω, κύριε! Σας ευχαριστώ! Μια μπουκάλα ολόκληρη, για τους δυο μας! Χωρίς καμιά αξίωση για... ύστερα; Αυτό... αυτό μου θυμίζει κάτι... κάποιον... Έτσι κι εκείνος ήθελε να με κεράσει σαμπάνια, μια νύχτα ολόκληρη, δίχως την παραμικρή αξίωση... Θα σας διηγηθώ την ιστορία. Πρώτα, γιατί μου είσαστε πολύ συμπαθητικός· κι ύστερα, γιατί απόψε είναι Δεκατέσσερις Ιουλίου. Έχω παρατηρήσει που ερχόσαστε συχνά εδώ, καθόσαστε πάντα μόνος, σε τούτο το τραπέζι, και πίνετε το ουίσκι σας χωρίς να γυρεύετε παρέα απ' τα κορίτσια. Μονάχα με τον μπάρμαν, τον Αντριέν, μιλάτε. Τον ρωτάτε για τη μια, για την άλλη· μαζεύετε πληροφορίες... Λογοτέχνης πρέπει να 'σαστε, συγγραφέας, κάτι τέτοιο... Τον ρωτήσατε και για μένα: γιατί μου κόλλησαν το παρανόμι «Η πρώτη κυρία του Μεξικού». Δεν ήξερε να σας αποκριθεί. Εγώ είμαι πιο παλιά απ' όλους, σε τούτο το καμπαρέ· κανείς δεν ξέρει τις παλιές ιστορίες μου, και μένα δεν μ' αρέσει να τις διηγούμαι. Σ' εσάς όμως θα μιλήσω... Ακόμα λίγη σόδα, παρακαλώ, κι ένα μόνο παγάκι. Ευχαριστώ.
Μην κοιτάτε που σήμερα δεν κάνω τίποτ' άλλο παρά να εκπορνεύομαι στην πελατεία του «Παπουτσωμένου Γάτου». Άλλοτε, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, ήμουν αρτίστα, χόρευα Φρεντς Κανκάν κι έκανα ένα γκραντ εκάρ που το θαύμασε κι ο Σερζ Λιφάρ... Δούλευα με συμβόλαιο· πληρωνόμουν καλά. Μετά το νούμερό μου γύριζα αμέσως στο μικρό μου διαμέρισμα και κοιμόμουν, γιατί το πρωί είχα μάθημα, στο Κονσερβατουάρ. Ήμουν φτωχοκόριτσο, κι έπρεπε να κερδίσω χρήματα για να συνεχίσω τις σπουδές μου, να γίνω πρώτη μπαλαρίνα. Και κάτι άλλο: ήμουν όχι μόνο τίμια, μα και παρθένα. Δεν έτυχε ν' αγαπήσω, ούτε κι είχα διάθεση· η φιλοδοξία να εξελιχθώ σε μεγάλη χορεύτρια δεν μου άφηνε καιρό για τέτοιες σκέψεις.
Έτσι ήταν τα πράματα, όταν παρουσιάστηκε ο Πέδρο Γκομέζ. Με είδε να χορεύω, κι ήρθε κατόπι στο καμαρίνι, να με γνωρίσει και να με συγχαρεί. Τον δέχτηκα πολύ εγκάρδια, γιατί έπρεπε να κάνω τη ρεκλάμα μου. Ήταν ως σαράντα χρονών, μελαψός, με μάτια πρασινωπά, πολύ συμπαθητικός. Μου εξέφρασε τον ενθουσιασμό του, με λόγια θερμά κι ευγενικά· τον ευχαρίστησα.
«Θα μου κάνετε την τιμή», μου λέει, «να πιούμε μαζί μια μποτίλια σαμπάνια;»
Φυσικά, δεν ήταν ο πρώτος που μου 'κανε μια τέτοια πρόταση. Του αποκρίθηκα λοιπόν όπως σ' όλους:
«Λυπάμαι, αγαπητέ κύριε, αλλά δεν πίνω σαμπάνια. Είμαι πολύ κουρασμένη, και πρέπει να πάω σπίτι μου. Μόλις προφταίνω το τελευταίο μετρό...»
Οι άλλοι προθυμοποιούνταν πάντοτε να με παν σπίτι μου με το αυτοκίνητό τους, πράγμα που ποτέ δεν το δεχόμουν. Αυτός όμως με ρώτησε:
«Πού καθόσαστε;»
«Στην άλλη άκρη του Παρισιού: κοντά στην πλατεία Γκαμπετά».
«Είμαστε, δηλαδή, γειτόνοι. Κι εγώ εκεί κοντά κάθουμαι. Δεν σας προτείνω να πάμε με ταξί, γιατί τα οικονομικά μου είναι πανάθλια. Το τελευταίο μετρό θα πάρω κι εγώ. Θα σας ενοχλούσε να πηγαίναμε μαζί;»
Μ' έπιασαν τα γέλια:
«Πώς με τα πανάθλια οικονομικά σας θα μου προσφέρατε σαμπάνια;»
Γέλασε κι αυτός.
«Παραλογισμός μου, σε μια στιγμή ενθουσιασμού. Αν δεχόσαστε, επί ένα μήνα δεν θα χόρταινα την πείνα μου!»
Σώπασε για μια στιγμή· κι είπε:
«Δεν είμαι τόσο κουτός, καταλαβαίνω... Επειδή πρέπει οπωσδήποτε να προφτάσω το τελευταίο μετρό, θα φροντίσω να μην μπω στο ίδιο βαγόνι με σας. Εξάλλου εγώ ταξιδεύω τρίτη θέση, και σεις μάλλον θα πηγαίνετε πρώτη. Καληνύχτα σας...»
Το είπε τόσο αυθόρμητα αυτό, με τόση αφέλεια! Δεν ξέρετε, αγαπητέ μου, το τι παιδιά -μεγάλα παιδιά- είναι οι πραγματικοί άντρες: οι άντρες εκατό τα εκατό. Η πείρα μού το δίδαξε πιο ύστερα. Δηλαδή, για ν' ακριβολογήσω, η κατοπινή πείρα επαλήθεψε εκείνο που μάντευε η γυναικεία μου διαίσθηση... Ένα κύμα συμπάθειας γεννήθηκε μέσα μου, πλημμύρισε την καρδιά μου...
«Μην κάνετε σαν παιδί», του είπα. «Περιμένετέ με στο διάδρομο, ώσπου ν' αλλάξω· και θα γυρίσουμε μαζί στα γειτονικά σπίτια μας. Τρίτη θέση ταξιδεύω κι εγώ...»
Έτσι γίνηκε· μόνο που γυρίσαμε σπίτια μας τις πολύ πρωινές ώρες, όταν είχε πια ξημερώσει. Ω, μη σκεπτόσαστε τίποτα κακό. Περπατούσαμε στους νυχτερινούς δρόμους, καθόμαστε στα παγκάκια των πάρκων και μιλούσαμε, σαν δυο καλοί φίλοι. Μου είπε πως ήταν αξιωματικός του Μεξικάνικου Στρατού, που η κυβέρνηση τον απέταξε και τον εξόρισε, για λόγους πολιτικούς. Ζούσε τώρα στο Παρίσι, με οικονομικά πολύ περιορισμένα.
«Θα μπορούσα να δουλέψω», μου είπε, «να κερδίζω μερικά χρήματα· αλλά δεν το κάνω, γιατί δεν πρέπει να το κάνω. Όλη τη μέρα μελετώ επιστημονικά βιβλία και στοχάζομαι πάνω στις μελέτες μου. Μ' ένα λόγο μορφώνομαι, ετοιμάζομαι για όταν θα πέσει η κυβέρνηση και ξαναγυρίσω στην πατρίδα μου. Δεν είμαι ανόητος και υπερφίαλος· μα πιστεύω πως κάποτε, κι οπωσδήποτε, θα παίξω σημαντικό ρόλο στο Μεξικό».
Μιλούσε απλά, φυσικά, σαν άντρας δυνατός, σίγουρος για τον εαυτό του. Χώρια που ήταν όμορφος, με μεγάλα πράσινα μάτια στην αδροπελεκημένη μελαχρινή μορφή του. Μάτια γεμάτα στοχασμό και δύναμη, που με μαγνήτιζαν, με παρέλυαν... Ε, ναι! Ήμουν κοπελίτσα τότε, αυθόρμητη κι ευφάνταστη, έτοιμη να δεχτώ τον έρωτα που μάντευα και δεν γνώριζα. Διόλου λοιπόν περίεργο πως αγάπησα τον Πέδρο Γκομέζ· και διόλου περίεργο πως κι αυτός μ' αγάπησε. Μην κοιτάτε πώς κατάντησα σήμερα... Να, κοιτάξτε αυτή τη φωτογραφία. Την έχω πάντα μαζί μου. Είναι η μοναδική φωτογραφία του που έχω... Έχω και μιαν άλλη· μα την έχω κρυμμένη και την βλέπω μια φορά το χρόνο μονάχα, κάθε Δεκατέσσερις Ιουλίου. Την κοίταξα σήμερα το πρωί. Του χρόνου πάλι... Τον βλέπετε τι άντρας ήταν; Και δίπλα του εγώ, γεμάτη νιάτα κι ομορφιά· και ψυχή αγνή, μεθυσμένη από όνειρα παραμυθένια...
Επέμεινα ν' αφήσει την πανάθλια κάμαρά του και να 'ρθει να μείνει μαζί μου, στο μικρό μου διαμέρισμα. Στην αρχή δεν ήθελε· θεωρούσε πως δεν ήταν αντρίκιο να χρωστάει το παραμικρό σε μια γυναίκα. Όταν όμως του εξήγησα, πολύ πραχτικά, ότι θα πλήρωνε το μερίδιό του για το νοίκι και το φαγητό, δέχτηκε. Κέρδιζα αρκετά τότε· είχα ένα διαμερισματάκι άνετο, καλοβαλμένο, πρόσχαρο. Η νέα ατμόσφαιρα γέμισε αγαλλίαση την ψυχή του Πέδρο· κι ύστερα ήταν η αγάπη μας. Λουλούδισαν το κορμί κι η ψυχή μου μέσα στην αγκαλιά του. Η στοργή του πότιζε όλο το είναι μου με ζωογόνο ζεστασιά, που μετουσιώθηκε σε οίστρο δημιουργίας. Οι καθηγητές μου στο Κονσερβατουάρ ξαφνιάστηκαν για τη νέα μου εξέλιξη, και μου προμάντευαν σταδιοδρομία δοξασμένη. Η φήμη μου έφτασε ως το Μουλέν Ρουζ, κι έφερε το διευθυντή του, ένα βράδυ, στο μικρό και άσημο τούτο καμπαρέ.
«Ελάτε στο Μουλέν Ρουζ», μου είπε. «Σας υπογράφω συμβόλαιο με όρους μοναδικούς».
Αρνήθηκα. Σκοπός μου ήταν να κερδίζω το ψωμί μου, ώσπου να ετοιμασθώ για την καλλιτεχνική μου σταδιοδρομία, κι όχι να φθαρώ στα καμπαρέ. Εδώ που εργαζόμουν ήταν ό,τι χρειαζόταν για την σύντομη βιοποριστική προσωρινότητα. Σ' ένα χρόνο το πολύ θα λανσαριζόμουν κλασική χορεύτρια, σε κάποιο φημισμένο μπαλέτο.
Μόλις τέλειωνα το μάθημά μου στο Κονσερβατουάρ γύριζα αμέσως στο σπίτι, με τη λαχτάρα να τον συναντήσω. Τον έβρισκα καθισμένο στο γραφειάκι του, βυθισμένο σε κάποιο δυσκολοχώνευτο σύγγραμμα Δημοσιονομίας ή Πολιτειολογίας. Απέναντί του το παράθυρο, που αγνάντευε το σταχτί ωκεανό του Παρισιού. Το καλοριφέρ κρατούσε θαλπωρή ευχάριστη. Στην κουζίνα υπήρχε πάντοτε ζεστό νερό για καφέ. Η Μινού, η γατούλα, κοιμόταν κουλουριασμένη στην πολυθρόνα.
Έμπαινα σαν σίφουνας και τον αγκάλιαζα.
«Πέδρο! Πάψε να με απατάς με την Πολιτική Οικονομία! Αγκάλιασέ με κι εσύ· κι αγάπα με!»
Ξαφνιαζόταν -τόσο βυθισμένος ήταν στη μελέτη. Χαμογελούσε, μου φιλούσε το χέρι και μου 'λεγε:
«Καλώς τη! Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Ήρθες, και γέμισε φως...»
Κάτι τέτοια λόγια, αγαπητέ μου, τρελαίνουν εμάς, τις γυναίκες. Εγώ, λόγου χάρη, εκτιμούσα πολύ περισσότερο αυτό το φιλοφρόνημά του από μια άλλη κουβέντα του: μια φράση που μου την έλεγε πολύ σπάνια όταν, γυρίζοντας από το καμπαρέ, μετά τα μεσάνυχτα, τον έβρισκα μισοκοιμισμένο στην πολυθρόνα, πλάι στο τζάκι.
«Για ό,τι έκανες για μένα, κάποια μέρα θα γίνεις πρώτη κυρία του Μεξικού».
Δεν καταλάβαινα:
«Τι θέλεις να πεις, Πεδρίτο;» τον ρωτούσα. Μα αυτός χαμογελούσε και δεν μου αποκρινόταν.
Δεν είχε φίλους, ούτ' έκανε παρέα με κανένα. Όχι, δεν λέω την αλήθεια... Μια φορά τη βδομάδα -κάθε Δευτέρα βράδυ- πήγαινε να συναντήσει κάτι συμπατριώτες του, που κάθονταν στην άλλη άκρη του Παρισιού, στην πλατεία της Ιταλίας.
«Είναι εξόριστοι, ομοϊδεάτες», μου έλεγε. «Θεωρώ χρέος μου να κρατήσω μια τυπική επαφή μαζί τους...»
«Και τι συζητάτε;»
«Τίποτα. Λόγια του αέρα...»
Ξέχασα να σας πω πως πολύ λίγα πράματα μού είχε ανακοινώσει για τη ζωή του. Στο Μεξικό βρισκόταν η μητέρα του και μια αδελφή του. Απόφευγε να μου μιλήσει γι' αυτές, και ποτέ δεν μου είπε τους λόγους που η κυβέρνηση τον εξόρισε. Όσες φορές τον ρώτησα, μου αποκρίθηκε:
«Για να μ' αγαπάς δεν σου αρκεί το τι είμαι; Πρέπει να ξέρεις και το τι ήμουν; Τι ανόητος παρελθοντολογικός αισθηματισμός!»
«Βρίσκεις αληθινά ανόητο να επιθυμώ να ξέρω τη ζωή του άντρα που αγαπώ;»
Χαμογελούσε γλυκά:
«Έχεις δίκιο. Θα τα μάθεις όλ' αυτά όταν γίνεις η πρώτη κυρία του Μεξικού».
Εκεί σταματούσε η συζήτηση. Δεν ήταν άνθρωπος να τον ενοχλείς με περιττές ερωτήσεις. Σφάλιζε τα χείλη του, σκοτείνιαζε τα μάτια του και γινόταν μακρινός κι απόκοσμος, σαν ξένος.
Έτσι πέρασαν οχτώ μήνες, καλέ μου κύριε. Οχτώ μήνες κορεσμένοι από ευτυχία. Ήρθε το καλοκαίρι, κι έπρεπε να δώσω εξετάσεις για δίπλωμα. Δουλειά σκληρή. Ο διευθυντής του «Παπουτσωμένου Γάτου» -ένας συμπαθητικός τύπος- μου έδωσε τριάντα ημέρες άδεια με πλήρεις αποδοχές. Τις περισσότερες ώρες έμενα στο σπίτι. Ερχόταν ένας πιανίστας και γυμναζόμουν. Φυσικά, πάει πια η παλιά σεραφική ησυχία· αδύνατο ο Πέδρο να συγκεντρωθεί και να μελετήσει.
«Πήγαινε στο καφενεδάκι της γωνίας», του 'λεγα. «Έχει ησυχία».
«Όχι», μου αποκρινόταν. «Προτιμώ να κάθουμαι σε μιαν άκρη και να σε βλέπω. Το κορμί σου, καθώς χορεύεις, είναι ένα ποίημα που σε κανένα βιβλίο δεν μπορείς να το βρεις...»
Κάτι τέτοια λόγια, κύριε, εμάς τις γυναίκες μάς τρελαίνουν... Χόρευα μπροστά του ώρες ολόκληρες. Χόρευα γι' αυτόν. Χόρευα με τα μάτια μου βυθισμένα στα εκστατικά του μάτια· κι ένιωθα πως ήμουν πια μεγάλη χορεύτρια.
Οι εξετάσεις μου ορίστηκαν για τις 7 Ιουνίου -μια Τρίτη. Δεν ήμουν προληπτική, τότε, κύριε... Την Κυριακή γυμνάστηκα εντατικά στο σπίτι. Ο Πέδρο κάθισε ακίνητος, όλη τη μέρα, και με κοίταζε, με χαιρόταν, με λάτρευε. Το βράδυ ήμουν πτώμα.
«Δεν θα δουλέψω αύριο», είπα. «Θα ξεκουραστώ».
Ο Πέδρο συμφώνησε:
«Ναι, να κοιμηθείς ως το μεσημέρι· και το απόγευμα να πας περίπατο, με καμιά φιλενάδα σου. Εγώ πρέπει να πάω στην εβδομαδιαία αεροσυγκέντρωση των συνεξορίστων...»
Ήταν Δευτέρα αύριο...
«Καλέ μου», τον παρακαλώ, «δεν γίνεται να μείνεις αύριο μαζί μου όλη τη μέρα;»
«Όχι, δεν είναι σωστό...»
«Για μια φορά μονάχα. Δίνω εξετάσεις μεθαύριο...»
«Καταλαβαίνω· μα δεν είναι σωστό. Έδωσα το λόγο μου· με περιμένουν...»
Έδωσε το λόγο του· περιττό να επιμένω... Κατεβήκαμε μαζί, κατά τις πέντε. Χωριστήκαμε μπροστά στη στάση του μετρό.
«Μην αργήσεις», τον παρακάλεσα.
«Στις οκτώμιση, το αργότερο, θα έχω γυρίσει».
Με φίλησε στα δυο μάγουλα και κατέβηκε τη σκάλα. Εγώ πήρα το λεωφορείο. Στην πλατεία Κλισύ συνάντησα μια φιλενάδα μου, και πήγαμε σε κάποιο κινηματογράφο των Σανζ Ελυζέ. Έπαιζε την τελευταία ταινία της Γκρέτα Γκάρμπο, με υπόθεση πολύ ερωτιάρικη, που μου 'φερε δάκρυα στα μάτια.
Μετά τον κινηματογράφο πήγαμε με τη φίλη μου και πήραμε ένα Σενζανό στο Μαρινιάν, γιατί ήταν νωρίς να γυρίσω σπίτι. Φλυαρήσαμε για χίλια μικροπράγματα. Κατά τις οχτώ χωρίσαμε· εκείνη πήρε το λεωφορείο κι εγώ το μετρό.
Εκείνο το απόγευμα, αν και πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια από τότε, θα μπορούσα να σας το διηγηθώ με την παραμικρή του λεπτομέρεια. Θυμάμαι όλα τα ασήμαντα μικροπράματα που έκανα, που είπα και που μου είπαν. Γιατί; Τι ξεχώριζε τούτο το απόγεμα απ' όλα τ' άλλα; Ένα κοινό απόγεμα δεν ήταν; Ο φίλος μου πήγε να συναντήσει κάτι συμπατριώτες του και θα γύριζε στις οκτώμιση· εγώ πήγα στο σινεμά, με μια φίλη μου. Τετριμμένα πράματα... Κι όμως έχει απομείνει μέσα μου με μια ζωντάνια έντονη, που με αναγκάζει να το θυμάμαι συνεχώς, καθημερινώς, δεκαοχτώ χρόνια τώρα...
Με συγχωρείτε, κύριε, φλυαρώ. Ήπια περισσότερο ουίσκι απ' ό,τι πρέπει... Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομη. Λοιπόν, στις οχτώ και είκοσι γύρισα στο σπίτι. Από κάτω, απ' το δρόμο, είδα τα παράθυρα σκοτεινά· ο Πέδρο δεν είχε ακόμα γυρίσει. Ανέβηκα, μπήκα μέσα· και ξαφνιάστηκα βρίσκοντας το μικρό λίβινγκ-ρουμ κάπως ακατάστατο, όχι όπως τ' αφήσαμε πριν φύγουμε. Κι απάνω στο γραφείο ένας φάκελος με τ' όνομά μου, γραμμένο από το χέρι του Πέδρο. Τον άνοιξα και διάβασα... Το γράμμα το έχω πάντοτε μαζί μου, στην τσάντα μου. Να το, αυτό είναι... Μην κάνετε τον κόπο να το διαβάσετε, το ξέρω απ' έξω... «Μικρούλα μου», έλεγε, «μου ήταν αδύνατο να σε περιμένω και να σε αποχαιρετήσω. Έπρεπε να πάρω οπωσδήποτε το τρένο των οχτώ και εννιά για το Σερμπούρ, να προφτάσω το βαπόρι που φεύγει αύριο χαράματα για τη Νέα Υόρκη. Μην πεις σε κανέναν τίποτα. Αν σε ρωτήσουν, λέγε πως πήγα στη Γερμανία για δουλειές. Γράμμα μου δεν θα έχεις πριν από ένα μήνα. Και θα σου λέει το γράμμα μου να έρθεις να με συναντήσεις, για να γίνεις πρώτη κυρία του Μεξικού».
Έπεσα σε μια καρέκλα, με καρδιά λαφιασμένη, μυαλό σκοτισμένο. Την πρώτη στιγμή ήταν αδύνατο να καταλάβω. Ύστερα επίεσα τον εαυτό μου, αντέδρασα, βρήκα την ψυχραιμία μου και ξαναδιάβασα το γράμμα προσεχτικά, πολλές φορές, συνδυάζοντάς το με τις άλλες καταστάσεις. Όχι, ο Πέδρο δεν έλεγε ψέματα -προφάσεις για να με παρατήσει. Όχι, έλεγε την αλήθεια πως πάει στην Αμερική, και πως θα με προσκαλέσει, σ' ένα μήνα, για να με κάνει πρώτη κυρία του Μεξικού. Αν όμως, πάλι... Αν; Η υποψία, η αμφιβολία τρύπωσαν στην ερωτευμένη καρδιά μου και τη γέμισαν φαρμάκι. Έπεσα μπρούμυτα στο κρεβάτι και ξέσπασα σε λυγμούς.
Έξαφνα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η θυρωρίνα -μια καλή γυναίκα, που με αγαπούσε.
«Πότε γυρίσατε;» μου λέει. «Δεν σας είδα. Ο κύριος Γκομέζ, πριν φύγει, με παρακάλεσε ν' ανέβω και να σας κάνω συντροφιά. Γύρισε πολύ βιαστικός, κατά τις εφτάμιση, μαζί μ' άλλους δυο κυρίους, που μιλούσαν ισπανικά. Έριξε πρόχειρα μερικά ρούχα του σε μια βαλίτζα, πήραν το ταξί του γερο-Ντικρουά, που κάνει συνήθως πιάτσα στη γωνία. Τους πήγε ολοταχώς στο Σταθμό Σεν-Λαζάρ, να προφτάσουν το τρένο των οχτώ κι εννιά, για το Σερμπούρ...»
«Πού το ξέρετε;» τη ρωτώ.
«Γύρισε ο Ντικρουά και μου το είπε. Αλλά, μικρούλα μου, δεν κάνετε διόλου καλά να αμφιβάλλετε για τον κύριο Γκομέζ. Είναι άντρας πραγματικός... Α, ναι. Ξέχασα να σας πω πως την ώρα που το ταξί ξεκινούσε, ο φίλος σας έσκυψε απ' το παράθυρο και μου φώναξε: “Πες της πως θα γίνει πολύ σύντομα πρώτη κυρία του Μεξικού”».
Την άλλη μέρα έδωσα εξετάσεις. Ήταν μεγάλη η προσπάθεια που έκανα να επιβληθώ στον εαυτό μου, να κατανικήσω την ψυχική μου ταραχή. Φαίνεται πως χόρεψα υπέροχα· μου έδωσαν το πτυχίο με άριστα, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, ούρλιαζαν πως γεννήθηκε η καινούργια Πάβλοβα... Όλ' αυτά με άφηναν απελπιστικά αδιάφορη. Γύρισα και κλείστηκα σπίτι μου. Ζούσα με τη θύμησή του· και περίμενα το γράμμα του, που θα με καλούσε να πάω κοντά του και να γίνω πρώτη κυρία του Μεξικού. Τον πρώτο καιρό μετρούσα τις μέρες· μα σύντομα έχασα το λογαριασμό. Έπεσα σε απάθεια, σχεδόν σε άνοια. Δεν έβλεπα κανένα. Είπα στη θυρωρίνα να λέει, σ' όσους με ζητάν, πως είμαι έξω. Ήταν καλή γυναίκα, η κακομοίρα. Μόλις η δουλειά της την άφηνε λεύτερη ερχόταν να μου κρατήσει συντροφιά.
«Μην κάνετε έτσι, μικρούλα μου», μου έλεγε. «Σύντομα θα πάρετε γράμμα απ' το φίλο σας, να πάτε να τον συναντήσετε και να γίνετε πρώτη κυρία του Μεξικού».
Έτσι πέρασαν καμιά εικοσαριά μέρες. Κάπως συνήρθα. Άρχισα να βγαίνω απ' το σπίτι, να συναντώ τους φίλους μου. Στο αναμεταξύ άρχισαν οι προτάσεις από θιάσους μπαλέτων, από θέατρα, από ιμπρεσάριους, για περιοδείες στο εξωτερικό. Δεν τις συζητούσα. Μου ήταν αδύνατο να αναλάβω επαγγελματικές υποχρεώσεις τη στιγμή που περίμενα μήνυμα του φίλου μου να πάω να τον συναντήσω και να γίνω η πρώτη κυρία του Μεξικού. Επειδή όμως έπρεπε να κερδίζω το ψωμί μου, ξαναγύρισα εδώ, στον «Παπουτσωμένο Γάτο», και χόρευα, κάθε βράδυ, Φρεντς Κανκάν.
Ήρθε η Δεκατέσσερις Ιουλίου. Όλος ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, έπινε, τραγουδούσε, χόρευε. Κατά τη μία μετά τα μεσάνυχτα, όταν τελείωσε το νούμερό μου, βγήκα να πάρω το μετρό, για το σπίτι μου. Λίγο πριν φτάσω στη στάση του Μονπαρνάς, συνάντησα μια μεγάλη παρέα από παλιούς μου συμμαθητές και συμμαθήτριες. Μόλις με είδαν, όρμησαν και με περικύκλωσαν.
«Ζιζέλ! Επί τέλους, σε ξαναβρίσκουμε! Πού ήσουν τόσον καιρό; Είσαι μόνη; Ναι; Ωραία! Έλα να διασκεδάσεις μαζί μας!»
Επέμεναν, με κατάφεραν. Ήταν όμορφη νύχτα, ξάστερη και χλιαρή. Τα μύρια φώτα του Παρισιού δεν μπορούσαν να σκεπάσουν τη μαρμαρυγή των τρισμύριων αστεριών τ' ουρανού. Κι ήταν η ζωή που ξεχειλούσε, κι η χαρά, κι ο έρωτας. Κι ήμουν τόσο μόνη μέσα σ' εκείνο το πανανθρώπινο πανηγύρι...
«Έλα, Ζιζέλ, να πιούμε! Έλα να τραγουδήσουμε! Έλα να χορέψουμε!»
Έπινα, τραγουδούσα, χόρευα. Όλ' αυτά τα 'κανα μηχανικά, με πείσμα, να δώσω μιαν απατηλή διέξοδο στη θλίψη μου. Χώρισα το εγώ μου στα δυο. Τι ένα -το παρασυνείδητο- έπινε, τραγουδούσε, χόρευε. Το άλλο -το συνειδητό- βρισκόταν μακριά, πέρ' απ' τον ωκεανό, σε κάποια ξερή και βραχιασμένη βουνοπλαγιά του Μεξικού, αραιοφυτεμένη με άσεμνους κάκτους. Κι ήταν κι εκείνος μαζί μου· και μου 'λεγε: «Λίγη υπομονή ακόμα, κοπελίτσα! Και θα γίνεις οπωσδήποτε πρώτη κυρία του Μεξικού».
Σας κάνει εντύπωση που μιλώ έτσι, κύριε; Στα νιάτα μου είχα διαβάσει βιβλία. Ύστερα μου μίλησαν γι' αυτά οι γιατροί. Μπλέχτηκα άσκημα μαζί τους, για πολύν καιρό... Πάλι ξέφυγα απ' το θέμα, και δεν θέλω να σας κουράσω. Μιλούσαμε για εκείνη τη νύχτα στις Δεκατέσσερις Ιουλίου... Α, ναι, ήπια, χόρεψα, τραγούδησα, μαζί με τους νέους και τις κοπέλες της παρέας. Για μια στιγμή ξέχασα, κέρδισα μια πρόσκαιρη αμεριμνησία. Ήμουν βέβαιη πως όλα θα παν καλά, πως γρήγορα θα ξανάσμιγα με τον Πέδρο, για να γίνω πρώτη κυρία του Μεξικού. Ήταν πάλι κάπως όμορφη η ζωή, εκείνη τη νύχτα...
Ξημέρωσε. Εδώ, στο Παρίσι, στις Δεκατέσσερις Ιουλίου ξημερώνει πολύ νωρίς. Το μελιχρό φως της χαραυγής σκόρπισε παντού, μπλέχτηκε με τα πολύχρωμα λαμπιόνια, άπλωσε επιταχτικά τη ρόδινη ουσία του στις σταχτιές προσόψεις των σπιτιών. Ο αλήτικος περίπατος μάς είχε φέρει από το Μονπαρνάς στη Μπαστίγι. Εκεί, το γλέντι συνεχιζόταν με κέφι αδιάπτωτο· μα εμείς είμαστε κουρασμένοι. Έκανε ψύχρα.
«Πάμε να φάμε κρεμμυδόσουπα;» πρότεινε κάποιος.
Μπήκαμε σ' ένα μπιστρό, καθίσαμε ξεθεωμένοι και περιμέναμε σιωπηλοί, να έρθει η κρεμμυδόσουπα. Είχε πια καλοξημερώσει. Στο διπλανό τραπέζι καθόταν ένας οδηγός λεωφορείου -καλοκοιμισμένος αυτός- που έτρωγε το πρωινό του, πριν πάει στη δουλειά του. Είχε αγοράσει εφημερίδα και τη διάβαζε. Άθελά μου, τα μάτια μου κοίταξαν την εφημερίδα· κι είδα, στην πρώτη σελίδα, τη φωτογραφία του Πέδρο...
Η καρδιά μου χτύπησε ένα μεγάλο χτύπο και σταμάτησε.
«Κύριε», λέω του οδηγού, «με συγχωρείτε. Μπορώ να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα σας; Έχει κάτι που μ' ενδιαφέρει».
«Ευχαρίστως, δεσποινίς».
Άρπαξα την εφημερίδα με χέρια που έτρεμαν. Ναι, η φωτογραφία ήταν του Πέδρο· κι από κάτω έγραφε: «Τηλεγραφούν από την Πόλιν του Μεξικού, ότι χθες στρατιωτικόν απόσπασμα, περιπολούν εις την μεθόριον Μεξικού - Ηνωμένων Πολιτειών, ήνοιξε πυρ και εφόνευσε τον γνωστόν επαναστάτη Πέδρο Γκομέζ, καθ' ην στιγμήν επεχείρει να εισέλθει λάθρα εις το μεξικανικόν έδαφος».
Δεν θυμάμαι τίποτα παρακάτω. Όλα σκοτείνιασαν, και για πολύν καιρό. Ξαναβρήκα τον εαυτό μου ύστερ' από πέντε μήνες, μέσα σ' ένα δωμάτιο νευρολογικής κλινικής. Φαίνεται πως σ' όλο αυτό το διάστημα νόμιζα πως ήμουν η πρώτη κυρία του Μεξικού -τρελά πράματα... Μαθεύτηκε αυτό, και μου απόμεινε το παρανόμι, όταν γίνηκα καλά. Δηλαδή ποτέ δεν έγινα απολύτως καλά. Καμιά φορά ξαναγυρίζει η κρίση και λέω ανοησίες. Φωνάζω πως είμαι η πρώτη κυρία του Μεξικού· απαιτώ να μου φέρονται με σεβασμό... Οι άλλοι γελάν, με περιπαίζουν. Πάντοτε όμως -και δυστυχώς- ξαναβρίσκω τα λογικά μου...
Είναι καιρός που δεν χορεύω πια, ούτε σαν νούμερο τρίτης τάξεως εδώ, στον «Παπουτσωμένο Γάτο». Κερδίζω τη ζωή μου με το γνωστό τρόπο. Είναι Δεκατέσσερις Ιουλίου σήμερα, όλοι διασκεδάζουν. Θέλετε να διασκεδάσουμε μαζί; Μου είσαστε πολύ συμπαθητικός. Θα βγούμε στο δρόμο, θα πιούμε, θα τραγουδήσουμε, θα χορέψουμε. Με το ξημέρωμα θα καταλήξουμε στην Μπαστίγι. Θα μπούμε σ' ένα μπιστρό, θα φάμε κρεμμυδόσουπα. Δίπλα μας θα κάθεται ένας οδηγός λεωφορείου και θα διαβάζει την πρωινή εφημερίδα· μα τούτη τη φορά, η εφημερίδα δεν θα λέει τίποτα για τον Πέδρο Γκομέζ. Τίποτα, τίποτα, τίποτα!
Καραγάτσης Μ.
Η Μεγάλη Λιτανεία
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»
Αθήνα 2007
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου