Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

O ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΛΙΒΕΡΗ

 
   Με το Θεμιστοκλή Αλιβέρη γνωριστήκαμε στα γραφεία ενός περιοδικού, πεθαμένου τώρα από χρόνια. Έτυχε να πάμε κι οι δυο εκεί την ίδια ώρα ν' ακούσουμε την απόφαση του διευθυντή για τους πρώτους στίχους μας, που τού είχαμε φέρει πρωτύτερα.
   «Ο κ. Σολωμός ... ο κ. Βαλαωρίτης», έκαμε κείνος τη σύσταση, κλείνοντας το ένα μάτι. Δυο άλλοι κύριοι, που ήταν στο γραφείο, χαμογέλασαν πίσω από τις εφημερίδες που διαβάζανε.
   Κατάλαβα πως ο Αλιβέρης πειράχτηκε και νόμισα πως ήταν αφορμή το μάτι που έκλεισε ο διευθυντής. Δεν ήξερα πως αυτό δεν ήταν περιγέλασμα αλλά νευρική συνήθειά του και κοκκίνισα κι εγώ. Άμα όμως βγήκαμε έξω με το νέο γνώριμό μου, είδα πως δεν είχε παρατηρήσει το κλείσιμο του ματιού και δεν πειράχτηκε από αυτό.
   «Θα πάω να πάρω πίσω το ποίημα», μουρμούρισε.
   «Γιατί;» ρώτησα. «Δεν είπε πως θα το βάλει;»
   Δε μου απάντησε. Ύστερα κατάλαβα πως είχε θυμώσει γιατί τον είπε Βαλαωρίτη. Κι αυτό πάλι όχι γιατί το είπε ειρωνικά, μα γιατί δεν είχε υπόληψη πολλή στον ποιητή του Αστραπόγιαννου.
   «Κι ο Βαλαωρίτης ποιητής!» ξαναμουρμούρισε.  
   Πρώτη φορά τον άκουγα τέτοιο λόγο. Για μένα ο Βαλαωρίτης ήταν ο ποιητής και με πολλή χαρά ήμουν έτοιμος να δεχτώ την αλλαγή και την πρότεινα του Αλιβέρη. Μα εκείνος με κοίταξε μόνο και σώπασε μελαγχολικός και σκοτεινός. 
   Οι στίχοι μας τυπωθήκανε στο περιοδικό. Μα ο διευθυντής δε μας έκρινε ακόμη ώριμους να βάλει από κάτω ολάκερα τα ονόματά μας. Άφησε μόνο τ' αρχικά ψηφία τους. Και τούτο ξαναπείραξε τον Αλιβέρη.
   «Δε νιώθει από ποίηση», μού είπε. «Δεν του ξαναδίνω τίποτε».
   Κι αληθινά έστειλε σε άλλα περιοδικά. Μα δεν του τα 'βαλαν, κι αναγκάστηκε να γυρίσει στο παλιό. Γύρισε όμως με ψευδώνυμο, και με τούτο ξακολούθησε το φιλολογικό του στάδιο κι έπαιξε ύστερα το μέρος του στη μικρή ποιητική συντροφιά, όπου ξανασυναντηθήκαμε. Είχε φέρει κι εκεί την περιφρόνηση του Βαλαωρίτη και τη μεγάλη ποίηση. Πότε στην άκρη κάποιου μικροκαφενέ, πότε στο πίσω μέρος ενός μπακάλικου, μαζευόταν η συντροφιά. Ήμασταν οχτώ δέκα νέοι, οι περισσότεροι φτωχοί και πεινασμένοι, κι όλοι μας διψασμένοι για την ποιητική δόξα. Κι ο Αλιβέρης ο πιο φτωχός. Τους πιο πολλούς μάς είχαν οι δικοί μας σταλμένους στην πρωτεύουσα, για να γυρίσουμε πίσω στον τόπο μας με το δίπλωμα, τον Αλιβέρη τον έστειλε με καμιά εξηνταριά δραχμές το μήνα κάποια κοινότητα, να σπουδάσει δικηγόρος κι αυτός.
   Μα ο Αλιβέρης ήταν εκείνος που νοιαζότανε λιγότερο γι' αυτό. Να γίνει δικηγόρος! Γελούσε με την ιδέα, όταν δε θύμωνε μ' αυτή. Το όνειρό του ήταν η μεγάλη δόξα κι όταν υποψιάστηκε πως δεν έρχεται με τα ποιήματα μόνο, τα παράτησε και ρίχτηκε σ' ένα ρομάντσο. Μάς το διάβαζε σκηνές σκηνές, κεφάλαια κεφάλαια όπως τα έγραφε, όπως τα διόρθωνε. Να μάς το διαβάσει ολάκερο δεν ήθελε όμως. Ήθελε να μάς ξαφνίσει, μάς έλεγε. Να το δούμε τυπωμένο μονομιάς και να μάς κατακτήσει και μάς μαζί με το κοινό. Η φιλοδοξία εμάς των άλλων δεν έφτανε τόσο μακριά. Το πιο πολύ που ονειρευόμαστε ήτανε να δούμε στίχους μας είτε διήγημα τυπωμένα σε κάποιο από τα ονομαστά φύλλα της εποχής, ν' ακούσουμε κανέναν έπαινο από τους γνωρισμένους κριτικούς, να δούμε και το δικό μας όνομα να κάμει κάποιο θόρυβο στις εφημερίδες, και να μάς κράξει άξαφνα καμιά από αυτές να γράφουμε χρονογραφήματα. Ήταν η μόνη δόξα και τα πλούτη που προσμέναμε.
   Ο Αλιβέρης χαμογελούσε ειρωνικά με μάς και δούλευε το έργο του και μάς ξαναδιάβαζε σκηνές. Τι πράμα ήταν αυτές; Δεν ξέραμε και μεις. Μέναμε κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, ρωτώντας μέσα μας αν μάς αρέσουν, αν αξίζουν τίποτες. Και δεν τολμούσε να πει ο ένας του αλλονού τη γνώμη του, γιατί κανείς δεν είχε γνώμη σίγουρη. Ό,τι ακούγαμε μάς φαινότανε σα χάος, ένα χάος που το φοβόμαστε μην είναι αλήθεια το μεγάλο, μα υποψιαζόμαστε κιόλας μην είναι το γελοίο, καθώς θα ήμαστε πιο πρόθυμοι όλοι να το πούμε αν μάς το βεβαίωνε κανείς. Ο ένας έπιανε στου αλλονού το στόμα κάποια χαμόγελα, όμως τα βλέπαμε να πνίγουνται και ν' αλλάζουν πάλι σε απορία, κάποτε ακόμα και σε θαυμασμό. Καθένας φοβότανε μην κατηγορηθεί από τον άλλον πως ζηλεύει τον Αλιβέρη, κι όμως όλοι τον λυπόμαστε περσότερο παρότι τον ζηλεύαμε βλέποντάς τον ν' αγωνίζεται να εύρει μια μορφή. Και γελούσαμε κιόλας μαζί του όταν τον ακούγαμε να πλάθει όνειρα πλούσιας ζωής, να χτίζει τον ψηλό πύργο του στο ακρογιάλι ενός νησιού, να τον επιπλώνει με καρυδιά και με βελούδο, να κρεμά βαριές χρυσομέταξες κουρτίνες στα παράθυρα, να φυτεύει τον κήπο μ' ευκάλυπτα και φοινικιές και ρόδα και  να ζει εκεί -με τη γυναίκα του ή την ερωμένη του δεν το όριζε καλά. Το δάσος πίσω από τον πύργο το φούντωνε με μυρτιές και πεύκα, τα παράθυρα του γραφείου του τ' άνοιγε πλατιά στη θάλασσα, το κιόσκι του κοντά στο κύμα το ίσκιαζε με κισσό. Στους θόλους του πάρκου κρεμούσε χρυσόμηλα και χιλιόχρωμα σταφύλια, ονειρευόταν ένα συντριβάνι στην αυλή του να τινάζει το νερό σε διαμαντένια σκόνη ως τα μεσουράνια, και μάς καλούσε, μάς δεχόταν όλους μαζί και χωριστά έναν έναν και τρώγαμε και πίναμε και κάναμε όργια ποιητικά και βακχικά.
   Και τον ακούγαμε. Και κάποιο χέρι έκανε να σηκωθεί να τού χτυπήσει τη συνηθισμένη φάπα, κι ο πύργος του Αλιβέρη μάς είχε γίνει μύθος και διασκέδαζε τις στενόχωρες στιγμές της συντροφιάς. Μα εκείνος χαμογελούσε, κι η ματιά του δεν έχανε τη λάμψη της. Κοίταζε άφοβη στο όραμα της νίκης. Νόμιζες και την έβλεπε μπροστά του να σαλεύει τ' αστραφτερά φτερούγια της και να τού απλώνει το χρυσό κλαδί. Κι άδραχνε το τελευταίο τσιγάρο, αν τύχαινε κι άφηνε κανείς μας το πακέτο του απάνω στο τραπέζι, και ξακολουθούσε να ονειρεύεται πνιγμένος μέσα στα στεφάνια του καπνού που φυσούσε με γεμάτο στόμα. Κι έπειτα, άμα δεν απόμενε τσιγάρο στη συντροφιά, σήκωνε το γιακά του σακακιού του -παλτό δε συνηθούσε να φορά- και τρέμοντας κάτω από τη βροχή και το βοριά, τραβούσε στην κρύα τρύπα του, σ' ένα στενό της Πλάκας, να τελειώσει το ρομάντσο του.
   Το τέλειωσε και δεν ξέρω πού, πώς βρήκε τυπογράφο και το τύπωσε. Προσμέναμε όλοι με τις ίδιες ελπίδες σαν κι αυτόν. Όμως ένας μόνος χρονογράφος το ειρωνεύτηκε, κανένας άλλος δε μίλησε γι' αυτό· και δε θα πουληθήκανε ούτε δυο αντίτυπα.
   Ο φίλος μας ήταν τις πρώτες μέρες αμίλητος και σκοτεινός, τόσο που δεν μπορούσαμε να γελάσουμε μπροστά του για τον γκρεμισμένον πύργο του. Μα η διάθεση δεν άργησε να τού ξανάρθει, και ξανακλείστηκε στην κάμαρά του κι έγραφε, νομίζαμε. Ο ένας φανταζότανε καινούριο ρομάντσο, άλλος υποψιαζόταν τώρα δράμα. Ο ίδιος δε μιλούσε γι' αυτό. Δεν τα είχε πια ούτε με το Βαλαωρίτη, και μόνο για τον πύργο του μιλούσε με την ίδια θέρμη, με την ίδια λάμψη στη ματιά. Τώρα μάλιστα πιο ζωντανά, πιο βέβαια, σαν να ήταν πιο κοντά η ώρα που θα τον έχτιζε. Κι αν γελούσε πάλι κανείς, κι αν όλοι τον κοιτάζαμε πιο ξαφνισμένοι, κι αν έσμιγε τώρα με το γέλιο και κάποια λύπη, ο Αλιβέρης μάς κοίταζε με τέτοιο βλέμμα, που έλεγες πως ήταν αυτός που μάς λυπόταν και μάς περιγελούσε. Και δίπλωνε τις δυο σαρδέλες στο χαρτί κι έβαζε στην τσέπη το κομμάτι το ψωμί και πήγαινε να κλειδωθεί στην κάμαρά του.
   Μα το νέο έργο δε φαινότανε. Και κει που το προσμέναμε, χάσαμε και το φίλο μας μεμιάς. Ούτε στη συντροφιά ξαναφάνηκε, ούτε στην κάμαρά του ήταν. Άλλοι μάθανε πως τον κυνηγούσε ο τυπογράφος για τα τυπωτικά, άλλοι λέγανε πως η κοινότητα που τον συντηρούσε, τού έκοψε το μιστό. Ξαφνιστήκαμε, όταν ακούσαμε πως έδωσε εξετάσεις και πέτυχε. Μα και τότε δεν ήρθε να μάς βρει. Με τον καιρό σκόρπισε σιγά σιγά κι η άλλη συντροφιά. Μερικοί τραβήξανε τον ίδιο δρόμο με το Θεμιστοκλή, άλλοι μείναμε και μουτζουρώναμε ακόμα το χαρτί. Και ξεχάσαμε και τον Αλιβέρη, και μόνο για τον πύργο του μιλούσαμε γελώντας κάποτε.
 
   Θα είχανε περάσει από τότε απάνω από δέκα χρόνια, όταν άξαφνα τον απάντησα στο δρόμο. Με γνώρισε πρώτος εκείνος και με σταμάτησε. Γελαστός, ολόδροσος, καλοντυμένος, μ' ένα μπαστούνι μ' αργυρή λαβή στο χέρι. Έκαμα να τού αρχίσω την ανάκριση πού βρίσκεται, πού ζει, μα ήταν βιαστικός. Μού είπε μόνο το μέρος που κατοικεί, κάποια μικρή πόλη του Μωριά.
   «Αν περάσεις ποτέ να δεις τ' αρχαία εκεί κοντά, σταμάτησε και γύρεψέ με», πρόσθεσε και μού έσφιξε το χέρι.
   Κι έτσι, έπειτα πάλι από χρόνια, περνώντας από κει κοντά που μού είπε πως κατοικούσε, τον θυμήθηκα κι αποφάσισα να σταματήσω να τον δω.
   Τού τηλεγράφησα μάλιστα κι ήρθε στο σταθμό, κι όταν κατέβηκα, με τράβηξε σ' ένα αμαξάκι που στεκότανε μπροστά στην πόρτα.
   «Τι το θέλεις; Δεν πάμε», τού είπα, «με τα πόδια;»
   «Σαν και θα το πληρώσουμε; Είναι δικό μου», απάντησε και μ' έσπρωξε ν' ανεβώ.
   Το αμαξάκι σταμάτησε μπροστά σε μια σιδερένια αυλόπορτα σκεπασμένη με κισσό. Ένας δρόμος χαλικοστρωμένος και ισκιασμένος από θολωτή κληματαριά έφερνε ίσια στην πόρτα του σπιτιού. Τα σταφύλια ότι παίρναν και ρόδιζαν στην κληματαριά, κι από τα δυο πλευρά, πίσω από σιδερένια κάγκελα πλεγμένα με αγιόκλημα και γιασεμιά, φαινότανε το περιβόλι με σειρές πορτοκαλιές κι ευκάλυπτα και με λαχανικά και με άνθη ανάκατα. Μπρος στο μπαλκόνι του σπιτιού, στη μέση μιας μικρής αυλής, ένα κεραμιδένιο σιντριβάνι δοκίμαζε να τινάξει το νερό ψηλά, μα δεν έφτανε. Και πετούσε μόνο σταλαγματιές και πιτσιλούσε θλιβερά το γυμνό κορμί ενός ξεβαμμένου γύψινου παιδιού, που φούσκωνε τα μάγουλα φυσώντας το σπασμένο σουραύλι του. Και τ' αριά καλάμια που φυτρώναν γύρω στη στρογγυλή στεγνή λεκάνη του σιντριβανιού, κρεμούσανε πιο θλιβερά τα πλατιά μαραμένα φύλλα τους.
   «Ξερασία φέτο φοβερή», είπε ο Αλιβέρης σταματώντας με και δείχνοντας εκείνα εκεί και το περιβόλι μέσα, που όμοια καψαλισμένο, ίδια μαραγκιασμένο κι αυτό έγερνε, κατσούφιαζε κάτω από τη φλόγα του ηλιού.
   Έπειτα μ' έφερε στην πόρτα και μ' έβαλε να περάσω πρώτος.
  Μια κυρία παχουλή, μελαψή και νόστιμη, στεκότανε στην κορφή της σκάλας και μάς περίμενε. Φορούσε πράσινη ρόμπα λινομέταξη, που τής άφηνε γυμνή την τραχηλιά και τα χέρια  ως τον αγκώνα, και στο στήθος της κρεμότανε δεμένη φιόγκος μια πλατιά κατακόκκινη κορδέλα. Η ρόμπα, κοντύτερη στην μπροστινή μεριά, σα να τη μάζευε κάτι κάπου στη μέση, άφηνε να φαίνουνται οι γαλάζιες διάφανες αραδωτές κάλτσες απάνω από τα στενά λουστρινένια γοβάκια. Ήταν η κυρία Αλιβέρη.
   Ο άντρας της με σύστησε για παλιό φίλο του, και μπήκαμε στην τραπεζαρία, μια πλατιά κάμαρα στολισμένη με το ίδιο γούστο της φορεσιάς της κυρίας Αλιβέρη. Ήτανε μεσημέρι και μάς περίμενε το τραπέζι έτοιμο. Την ίδια στιγμή μπήκαν από την άλλη πόρτα κι ήρθαν και μού δώσανε το χέρι ένα αγοράκι ως οχτώ χρονών κι ένα θηλυκό μικρότερο, στολισμένα και τα δυο, σαν να με περίμεναν.
   «Τα δυο αυτά έχεις μόνο;» ρώτησα τον Αλιβέρη.
  «Κι ένα που καρτερούμε σε κάνα - δυο μήνες», είπε κοιτάζοντας τη γυναίκα του.
   Η κυρία Αλιβέρη χαμογελούσε πάντα κι έσκυψε κι έσιαξε την κορδέλα στα λυτά μαλλιά του κοριτσιού της.
   «Άντε να σε χαρώ, φέρε τις παντούφλες του μπαμπά σου», τού είπε ύστερα βλέποντας τον άντρα της που έβγαλε το σακάκι του.
   Τού το πήρε από το χέρι και πήγε μέσα να το κρεμάσει, ενώ εκείνος κάθισε στον καναπέ κι έβγαζε τα ποδήματά του.
   «Δε βγάζεις και συ το σακάκι σου; Παρακάνει ζέστη», γύρισε και μού είπε.
   Τον ευχαρίστησα και ζήτησα μόνο να πλυθώ λιγάκι.
  Το αγοράκι μ' έφερε στην κάμαρα που μου είχαν ετοιμάσει κι άμα ξαναγύρισα στην τραπεζαρία, ο πατέρας του είχε καθίσει στο τραπέζι και ρουφούσε τη σούπα του.
   Έπειτα, σα φάγαμε και το βραστό, σήκωσε τα μανίκια του και πήρε και λιάνισε τη χήνα, που έφερε η υπηρέτρια μέσα σε μια μεγάλη πιάτα.
   «Ε, δεν είναι νόστιμη;» με ρώτησε σαν είδε που έτρωγα με όρεξη. «Τις θρέφω σπίτι· έχω κοπάδι ολάκερο». 
   «Είναι η αδυναμία του Θεμιστοκλή να τις ταγίζει μοναχός», είπε η γυναίκα του.
   «Έχουμε και γάλους», γύρισε και μού είπε το ένα το παιδί.
   «Και κότες και γουρούνι», πρόστεσε το άλλο.
   Μα η μητέρα του το αγριοκοίταξε:
  «Ντροπή! Λένε γουρούνι μπροστά σε ξένο κόσμο!» του είπε, και κείνο έμεινε με ανοιχτό στόμα και μισοδαγκαμένη τη μπουκιά του.
   Ο Αλιβέρης γέλασε  κι η ομιλία γύρισε στο κρασί που πίναμε, στο γλυκό της κυρίας Αλιβέρη που φάγαμε ύστερα. Και στα ίδια και στα παρόμοια θέματα, όσο που σηκωθήκαμε.
   Κοιμηθήκαμε. Και το δειλινό με πήρε ο παλιός μου φίλος και βγήκαμε στην αγορά και στο καφενείο. Έπαιξε το πικέτο του με κάποιο του συνάδερφο εκεί στον ίσκιο της μουριάς που καθίσαμε στη δροσιά, ύστερα κάμαμε στη χώρα και στην εξοχή ένα γύρο με το αμαξάκι και το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι και ξανακαθίσαμε στο τραπέζι. Τώρα είχανε στρωμένα όξω στην ταράτσα. Από κάτω ήτανε το περιβόλι με τα ευκάλυπτα και παραπέρα η θάλασσα. Τα παιδιά λείπανε το βράδυ από το τραπέζι -πήγανε να κοιμηθούνε- κι η κυρία Αλιβέρη δεν είχε πολλή διάθεση. Ο άντρας της τη δικαιολόγησε πως έχει ενόχλησες από την κατάστασή της και την έστειλε να ησυχάσει και κείνη. 
   Μείναμε οι δυο μας όξω στην ταράτσα και, ρουφώντας τον καφέ, τεντωθήκαμε στις καρέκλες μας. Και κει ο Θεμιστοκλής μού διηγήθηκε τη ζωή του από τον καιρό που χωρίσαμε. Είναι αυτή με λίγα λόγια. Σαν πήρε το δίπλωμά του, ήρθε δικηγόρος στη χώρα, που κάπου εκεί κοντά ήτανε το χωριό του. Έκαμε πελατεία καλή και σε λίγα χρόνια παντρέφτηκε την κυρία Αλιβέρη, μοναχοκόρη κάποιου πλούσιου. Έχτισε το σπίτι εκείνο που καθότανε, καλλιεργούσε πολλά στρέμματα σταφίδες, που τα πήρε προίκα, και τόκιζε τα μετρητά, που κληρονόμησε η γυναίκα του από κάποιο θειο.
   «Πέτυχες ό,τι γύρευες», μού ήρθε στα χείλη να του πω μια δυο φορές, αφού όμως δεν έφερε κείνος το λόγο στην παλιά μας τη ζωή, τον άφησα να καπνίζει το τσιγάρο του όπως μια φορά και να μιλεί. Και σώπαινα κι άκουγα. Και κοίταζα κει μπρος τα ευκάλυπτα που κρεμούσανε τ' ασπριδερά κλαδιά τους ασάλευτα στην καλοκαιριάτικη νυχτιά κι ανάσαινα τη μυρουδιά του κήπου και τη δροσιά του αστερόφεγγου ουρανού. Στην άκρη του γιαλού θαμποφαινότανε αραγμένα τα καΐκια. Κάποιος σκύλος γάβγιζε κάποτε και κάποιο φως τρεμόλαμπε. Κι αντικρινά στ' άλλο πλευρό της χώρας μια αραδαριά φανάρια τρεμοπαίζανε και κει σαν νυστασμένα στον ήσυχο γιαλό. Η χώρα όλη κοιμότανε και πέρα η θάλασσα στρωνότανε σιωπηλή, χανότανε θαμποσκότεινη στη νύχτα, σκορπώντας μόνο μιαν ανάλαφρη, μιαν ολόδροση αναπνιά. Μια στιγμή νόμισα πως ονειρευόμουνα. Ήμουνα στον πύργο του φίλου μου στ' ακροθαλάσσι εκεί πραγματικά, ή στον παλιό τον καφενέ κι άκουγα πάλι τη φωνή του από το βάθος του καιρού μονάχα με το νου;
   Την αυγή που ξύπνησα, τόνε βρήκα ξυπνημένον εκείνον πιο πρωί. Με πήγανε στο γραφείο του στο κάτω πάτωμα. Η πόρτα του ανοιγότανε στο δρόμο και λίγα βήματα παρέκει απλωνότανε ο γιαλός. Παιδιά μισόγυμνα παίζανε κει, τα καΐκια ησυχάζανε στ' ακίνητα νερά κι ο ήλιος χρύσωνε τώρα κι έκανε ν' αστράφτει πέρα όλη τη θάλασσα. Κι ο Αλιβέρης, περπατώντας πέρα δώθε μέσα στο γραφείο του, υπαγόρευε αριθμούς κι ονόματα και ημερομηνίες σ' ένα παιδί που έγραφε σ' ένα τραπέζι. Μού έδωσε, σα μ' είδε, τις καινούργιες τις εφημερίδες και μ' έβαλε και κάθισα στον καναπέ. Και διάβαζα, ρίχνοντας γύρω μου ματιές στα χρυσόδετα βιβλία, στα ψηλά ράφια με τα δικόγραφα, στους σκονισμένους τους σωρούς εδώ και κει. Έπειτα γύρισα πάλι και κοίταζα τη θάλασσα. Όσο που ο Αλιβέρης τέλειωσε τη δουλειά του και με πήρε και βγήκαμε όξω.
   Καθίσαμε πάλι στο ίδιο καφενείο, στον ίσκιο της μουριάς κι ο φίλος μου απίθωσε στο τραπέζι έναν πλίκο (1) δικόγραφα, που είχε φέρει μαζί του, παραμάσκαλα. Είχε κείνη την ημέρα ειρηνοδικείο και σε λίγο αρχίσανε να φτάνουνε οι πελάτες. Οι περισσότεροι φαινόντανε χωριάτες και τόνε σιμώνανε δειλά και τού έδινε ο ένας νέα δικόγραφα και τον έβαζε ο άλλος κι έψαχνε στο σωρό που είχε μπροστά του. Και καθένας έβγαζε απ' το σελάχι (2) του ή από το κομπόδεμα μονόδραχμα και δίδραχμα και τα 'δινε του φίλου μου. Τούτος έβγαζε από την τσέπη του ένα μάτσο άλλο μονόδραχμα και δίδραχμα, δίπλωνε μαζί με αυτά εκείνα που έπαιρνε, σιάζοντας τα σκισμένα, τρίζοντας μέσα στα δάχτυλά του τα καινούργια, τα κολαρισμέν' ακόμα, και τα ξανάβαζε στην τσέπη, όσο που ερχότανε άλλος κι έδινε πάλι νέο δίδραχμο κι ο Αλιβέρης ξανάκανε με τον ίδιο τρόπο την ίδια τη δουλειά.
   Εμένα ούτε με πρόσεχε πια πως με είχε πλάγι του. Μια στιγμή μόνο, καθώς ξανάβαζε το μάτσο στην τσέπη του, γύρισε, με κοίταξε και μού είπε:
   «Βλέπεις, φίλε μου, έτσι...» χτίζεται ο πύργος, ίσως ήθελε να πει, μα κάποιος τον έκοψε κι έσκυψε πάλι στα χαρτιά του, σημείωσε με κόκκινο μολύβι το δίδραχμο που πήρε δίπλα στ' όνομα εκεινού που το 'δωσε και γύρισε πάλι στον άλλον τον πελάτη που ήρθε.
   Μα σίμωνε και για μένα η ώρα, που έπρεπε να φύγω με το τραίνο, και σηκώθηκα να τόνε χαιρετήσω. Μια στιγμή έκαμε να μού δώσει το χέρι του, μα το μετάνιωσε κι έβγαλε και κοίταξε το ρολόγι του.
   «Έχω καιρό να σε φέρω στο σταθμό», είπε.
   Θέλησα ν' αντισταθώ, μα δε μ' άφησε. Ήρθε μαζί και μ' έβαλε στο τραίνο, που έφτασε κι αυτό σε λίγο. Φιληθήκαμε κι όταν έκλεισε η πόρτα και κίνησε το τραίνο και τον είδα ν' ανοίγει τη μεταξωτή ομπρέλα του και να φεύγει βιαστικός στον ήλιο, δεν ξέρω γιατί μ' έπιασε μια θλίψη μέσα μου, θλίψη πολλή, όση δε μ' έπιανε άλλοτες όταν τον έβλεπα να διπλώνει τις σαρδέλες στο χαρτί και σηκώνοντας το γιακά να τρέχει στη βροχή και στο βοριά να φτάσει σπίτι του, ν' αγωνιστεί να τελειώσει το ρομάντσο του.
 
Χατζόπουλος Κωσταντίνος
«Ημερολόγιον Σκόκου», Αθήνα 1912
 
Σημειώσεις:
(1) πλίκος: δεσμίδα, φάκελος 
(2) σελάχι: ανδρική ζώνη φτιαγμένη από δέρμα ή από χοντρό χαρτόνι ντυμένο με πανί, που το χρησιμοποιούσαν ως οπλοθήκη ή για τη φύλαξη μέσα σ' αυτό χρημάτων, σουγιάδων, καπνοσακούλας κι άλλων μικροαντικειμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου