Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

  
   Ο εκατόχρονος γέρος, με τα κουρελιασμένα στρατιωτικά ρούχα, ήτανε ο μοναχός μου σύντροφος στο ερημικό καλύβι του δάσους. Κι ο γέρος παρακαλούσε κάθε μέρα το Θεό να τον πάρει μαζί του. Ο Θεός όμως ή δεν τον άκουε ή δεν ήθελε να τον ακούσει. Σ' αυτό ήμουν εντελώς σύμφωνος με το Θεό. Πρώτα: από κάποιο εγωισμό. Αν έχανα το μόνο μου σύντροφο μέσα στη βουβή ερημιά των ελάτων, μπορούσα να τρελαθώ. Ύστερα, από μια σκέψη, που μου φαινότανε πολύ λογική. Γιατί να ζητά το θάνατο ένας εκατόχρονος γέρος; Είχε γλιτώσει απ' όλες τις λαχτάρες κι όλες τις φοβέρες που σέρνει μαζί της η νέα ζωή. Έχασε σιγά - σιγά, όπως χάνει κανένας τα δόντια του, άλλα με πόνο κι άλλα χωρίς να τα καταλάβει, τους γονείς του, τους φίλους, τ' αδέρφια του, τις γυναίκες του -τις δυο του γυναίκες- και τα παιδιά του. Δεν του 'μενε τίποτε στον κόσμο. Ακόμη είχε χάσει και τη δύναμη της αγάπης. Δεν είχε κανένα φόβο να ξαναδοκιμάσει τα βάσανά της. Οι πληγές που του αφήσανε όλοι οι μεγάλοι χαμοί είχανε κλείσει κι έγιναν σκληρές σαν τα ερημωμένα γούλια του. Τώρα μασούσε μ' αυτά σαν να ήτανε δόντια. Και η ψυχή του είχε γίνει σαν τα γεροντικά σαγόνια του. Μασούσε τη σκληρότερη ενθύμησή του, χωρίς πόνο. Να η καλύτερη στιγμή να ζήσει κανένας! Το παιδί κι ο γέρος έχουνε το μεγαλύτερο δίκιο ν' αγαπούνε τη ζωή. Αυτός όμως ήτανε παράξενος άνθρωπος και παρακαλούσε κάθε μέρα το Θεό να τον πάρει μαζί του. Το βέβαιο όμως είναι πως κι ο Θεός δεν είχε να πάρει πολλά πράματα από το σκεβρωμένο αυτό κουφάρι. Τον είχε πάρει σιγά - σιγά χωρίς να το καταλάβει. Απάνω του, σ' ένα κουρέλι τυλιγμένο με κουρέλια, δε ζούσαν παρά δυο μεγάλα ζωηρά μάτια, που γυάλιζαν με όλα τ' απομεινάρια της ζωής, κάτω από τα μεγάλα κάτασπρα φρύδια του σαν κάρβουνα χωμένα στη στάχτη, και τέσσερα χρυσά κουμπιά, που είχανε μείνει απάνω στο στρατιωτικό του ρούχο. Γι' αυτό ίσως ο Θεός δεν τον άκουε ή δεν ήθελε να τον ακούσει. 
   «Ο Θεός δε θέλει να μ' ακούσει, παιδί μου. Οι αμαρτίες μου δε σωθήκανε ακόμα».
   Καθόμαστε στο πεζούλι, κάτω απ' το έλατο, ο γέρος με την παλιά του πίπα κι εγώ με το τσιγάρο μου. Ο καπνός ανέβαινε σιγά - σιγά και σκορπιζότανε στον αέρα. Μου φαινότανε πως πήγαινε ψηλότερα από τις προσευχές μας. Ποτέ ο Θεός δε μου φάνηκε τόσο μακριά από τους ανθρώπους, όσο εκείνο τον καιρό, μέσα στο δάσος.
   Εγώ τουλάχιστον είχα πιο δίκιο να ζητώ τον θάνατο. Είχα φύγει από τον κόσμο, για να ξεχάσω μια αγάπη. Οι φίλοι μου, που με είδαν μια μέρα σαν τρελό, μού είχαν πει:
   «Φύγε να πας να ταξιδέψεις. Πήγαινε μακριά από τους ανθρώπους. Ανέβα απάνω σ' ένα βουνό, σ' ένα δάσος. Η ησυχία, ο καθαρός αέρας, τα βουνά, τα δέντρα θα σού γιατρέψουν την ψυχή σου».
   Κι εγώ πήρα τη συνταγή των φίλων μου σα φυλαχτάρι κι ανέβηκα στο βουνό για να γιατρέψω την ψυχή μου.
   Όταν πρωτόφτασα απάνω στο καλύβι, απάντησα το γέρο με τα παλιά στρατιωτικά ρούχα. Ήταν βαλμένος εκεί να φυλάει το δάσος. Τα τέσσερα χρυσά κουμπιά, που γυάλιζαν στο στήθος του, ήταν όλη του η δύναμη. Τέσσερα χρυσά κουμπιά και δυο γυαλιστερά μάτια, λησμονημένα για καιρό από τους ανθρώπους κι από το Θεό.
   Με δέχτηκε με καλοσύνη.
   «Είσαι άρρωστος, παιδί μου;» μού είπε.
   «Άρρωστος, πατέρα μου. Με στείλανε εδώ απάνω για να γιάνω».
   «Θα είναι βλαμμένα τα πλεμόνια σου...»
   «Έτσι φαίνεται».
   «Ε! Να κάτσεις εδώ»,  μού είπε με μια χειρονομία καθησυχαστική. «Να κάτσεις εδώ. Πολλούς γιατρέψανε αυτά τα έλατα. Εδώ και πολλά χρόνια είχ' έρθει εδώ μια μονάκριβη κοπέλα με μισό πλεμόνι. Έκατσε λίγους μήνες κι έφυγε με δυο πλεμόνια. Αν θέλει ο Θεός, θα γιάνεις και του λόγου σου».
   Ο γέρος πίστευε πάντα στη δύναμη του Θεού και παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Τον παρακαλούσα κι εγώ κρυφά, μα ο Θεός δεν άκουε ούτ' εκείνον, ούτ' εμένα.
   Τον παρακαλούσα κάθε μέρα περισσότερο κάτω από τα δέντρα, στις κορυφές των λόφων που αντίκριζα καθάριο και φωτισμένο τον ουρανό, μέσα στις ρεματιές, κάτω από το τρεμούλιασμα των άστρων, που ανακατεύονταν με τα κλαδιά των ελάτων, μέσα στο σκοτάδι που ένωνε σφιχτά ουρανό και γη. Κι η αρρώστια μου όλο χειροτέρευε κι όλο ζητούσα περισσότερο το θάνατο. Ήτανε το μόνο γιατρικό, που δεν είχα δοκιμάσει ακόμα. Ο καθαρός αέρας, τα δέντρα, τα βουνά, οι ρεματιές  είχανε χειροτερέψει την πληγή μου. Η απέραντη μοναξιά κι ο καθαρός αέρας τρέφανε τον πόνο μου και τον κάνανε θηρίο. Ένιωθα πως ένας μαύρος γίγαντας κατοικούσε μέσα μου.
   Κάποιος φίλος μου, ένας στενός μου φίλος, μού 'γραψε από τη χώρα.
   «Η φύση είναι ο μεγαλύτερος γιατρός. Κοίταξε να γνωρισθείς με τη φύση. Μάθε τη γλώσσα τη μυστική των δέντρων και των νερών, μάθε τη γλώσσα που μιλούν τα πουλιά μέσα στα δέντρα και τ' άστρα απάνω στο στερέωμα. Κι αυτά θα σε παρηγορήσουν, θα γιατρέψουν τον πόνο σου».
   Ο φίλος μου ήτανε ποιητής, μελετούσε μέρα - νύχτα τη φύση και τον άνθρωπο, που ήταν ο μόνος τρόπος να μη γνωρίζει ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
   Άρχισα τότε κι εγώ να γυρίζω μερόνυχτα στα βουνά και στα λαγκάδια. Ζητούσα να μάθω  τη γλώσσα των δέντρων και των νερών, τέντωνα τ' αυτιά μου στη σιωπή ν' ακούσω τα μυστικά λόγια των άστρων, καθόμουνα ώρες κι άκουγα το τραγούδι των αηδονιών μέσα στις ρεματιές. Αλίμονό μου! Τα δέντρα μεταξύ τους έλεγαν χίλια λόγια παράξενα, που δεν τα καταλάβαινα, ανακάτευαν τα κλαδιά τους και τα φύλλα τους και ούτε ένα φυλλαράκι γύριζε να με προσέξει εμένα και τον πόνο μου. Τα νερά τρέχανε στο δρόμο τους αδιάφορα, μιλούσαν, γελούσαν, χωράτευαν με το χορτάρι και τα πετραδάκια, με μια ευθυμία παράξενη, χωρίς να νιώθουν την ύπαρξή μου, αδιάφορα,  κρύα. Εκατό χρόνια, εκατό αιώνες αν έμενα κοντά τους δε θα μου 'λεγαν ένα γλυκό λόγο. Τα πουλιά μιλούσαν το ένα με το άλλο, φλυαρούσαν, ζευγάρωναν μέσα στα κλαδιά. Το τραγούδι τους, τα λόγια τους, τα κινήματά τους μού ήσαν όλα ξένα, ακατανόητα, και η αδιαφορία τους, η χαρά τους με φαρμάκευε σα δηλητήριο που έσταζε σταλαγματιά - σταλαγματιά από τα φύλλα των δέντρων  ίσα - ίσα μέσα στην ψυχή μου. Και τ' άστρα ψηλά, παιγνιδιάρικα, άλλα συντροφεμένα στο μεγάλο τους δρόμο κι άλλα μοναχικά και περήφανα, άλλαζαν λόγια μυστικά απάνω απ' το κεφάλι μου, και ήσαν τόσο δροσερά και τόσο εύθυμα μέσα στο γαλάζιο φως, που η λύπη μου δεν τολμούσε να τ' αντικρίσει... Ένα πράμα μόνο καταλάβαινα: πως όλα τριγύρω μου αγαπούσαν και πως μια ευτυχία απέραντη και σκληρή με περικύκλωνε με περιφρόνηση. Ποτέ δεν αισθάνθηκα τόσο πως ήμουνα μονάχος μέσα σε όλη τη φύση. Πιο μονάχος κι από το καψαλισμένο κουφάρι του ελάτου, που έστεκε στην κορυφή του λόφου, νεκρό ανάμεσα στους ζωντανούς του συντρόφους. Ένα φυλλαράκι δέντρου, πεσμένο στο χώμα, αν μού ψιθύριζ' ένα γλυκό λόγο, τα μάτια μου θα γίνονταν βρύσες κι ο πόνος μου θα πλημμύριζε σαν ποτάμι το δάσος. Μα ούτ' εκείνο δε μού το 'πε. Η ξένη ευτυχία, που με τριγύριζε ακουμπούσε δυο σιδερένια δάχτυλα στα μάτια μου. Με πρόσταζε άγρια:
   «Μην κλαις!» 
   
   Ο γέρος με περίμενε στο πεζούλι. Στην ίδια θέση, στο μαρμαρένιο πεζούλι, στη γωνιά του τοίχου. Άγρια χόρτα, παραστρατημένοι σπόροι, πλανημένη ζωή, πετάγονταν γύρω μου από τους αρμούς του μαρμάρου, σα να ζητούσαν να ορμήσουν στο φως από τα δεσμά ενός τάφου. Και το χορταριασμένο μάρμαρο, με το γέρικο κουφάρι από πάνω, έμοιαζε σα μνήμα παράξενο. Ο νεκρός ήταν από πάνω και το μάρμαρο από κάτω. Και ποτέ δεν είδα άνθρωπο να κοιτάζει με τόσο διψασμένα μάτια τον ουρανό, σαν να ζητούσε κάτι τι μέσα στα βάθη του.
   «Με ξέχασε ο Θεός παιδί μου!» ξαναείπε μ' έναν αναστεναγμό.
   «Μάς ξέχασε όλους!» τού είπα.
   Ο γέρος εξακολούθησε να κοιτάζει τον ουρανό, με ανοιχτά, διψασμένα μάτια. Φαινότανε σαν να 'κανε την προσευχή του, μια θλιβερή προσευχή, ατέλειωτη, αιώνια. Το καθετί απάνω του, τ' άσπρα του μαλλιά, το σκεβρωμένο κορμί του, τα ελεεινά κουρέλια, που τον σκέπαζαν και τα τέσσερα θαμπά κουμπιά, τα σκορπισμένα απάνω στα μπαλώματά του, όλα φαίνονταν σα να προσεύχονται μαζί του. Μια προσευχή μάταια και αστεία, που χανότανε μέσα στην απάθεια της βραδινής γαλήνης. Κανένας δε μάς άκουγε τριγύρω, ούτε άνθρωπος, ούτε Θεός. Τώρα το 'νιωσα κι εγώ με μια νέα θλίψη μέσα μου. Κανένας δεν ήτανε ν' ακούσει τη μάταια προσευχή μας, στον ουρανό, στον αέρα, στη φύση όλη τριγύρω.
   Μέρες και νύχτες τώρα, ένα μήνα απάνω στο βουνό, μια γαλήνη πλατιά κι ατέλειωτη βασίλευε. Ένα συννεφάκι δεν πέρασε απάνω στον ουρανό, μια πνοή κάτω στη γη. Μια σιωπή θανάτου σφράγιζε όλη την πλάση. Κι ο ουρανός φαινότανε μακριά, άφθαστος, χωρίς τέλος, σαν ένας θόλος άδειος απ' άκρη ως άκρη. Από κάτω του οι δυο μας. Κι η συντροφική μας προσευχή ανέβαινε απ' τα χείλη μας και υψωνότανε στον αιθέρα. Πουθενά δεν εύρισκε να σταθεί και ξαναγύριζε πάλι, σαν πουλί κουρασμένο από μακρινό δρόμο, να κρυφθεί θλιβερά μέσα στο κλουβί του. Για όλα τα άλλα πλάσματα τριγύρω ήτανε κάποιος Θεός, πολλοί θεοί κρυμμένοι μέσα στη φύση. Τα μικρά μαμούδια, που περπατούσαν συρτά απάνω στα φύλλα και τη χλόη, είχαν τους μικρούς τους θεούς, που τ' άκουγαν και τα ελεούσαν, και φαίνονταν τόσο ευχαριστημένα και τόσο ήσυχα στη ζωή.
   Τα πουλιά μέσα στα κλαδιά, τα φίδια που γλιστρούσαν μέσα στο ξερό χορτάρι, όλα τα φτερωτά έντομα, που χόρευαν με βοητά και σφυρίγματα στον αέρα, ήτανε τόσο ευτυχισμένα, που χωρίς άλλο ένας μικρός θεός παράστεκε τη ζωή τους. Τ' αγριολούλουδα, σκορπισμένα μέσα στις ρεματιές, έστελναν αδιάκοπα τις ευωδίες τους σε κάποιο προστάτη θεό, που ήτανε έτοιμος να τ' αρπάξει με στοργή και να τα φέρει σ' ένα παράδεισο, όταν ο θάνατος θα τα σκόρπιζε στον αέρα. Και τα μεγάλα δέντρα χαμήλωναν πότε - πότε με μια θεία συγκίνηση τα κλαδιά τους προς το χώμα, σα χέρια απλωμένα σε δέηση προς τη γη, προς έναν αόρατο θεό, που αναπαυότανε ακουμπισμένος στη ρίζα τους. Θεοί μικροί και μεγάλοι παράστεκαν κάθε ζωή τριγύρω μας. Μονάχα εμείς οι δύο ήμαστε λησμονημένοι μέσα σ' όλη τη ζωή του δάσους, λησμονημένοι κι έρημοι.
   Ο γέρος κοίταζε αδιάκοπα, με παράξενα διψασμένα μάτια, το στερέωμα, κι εγώ είχα κουρασθεί να κοιτάζω τον ουρανό, τα βουνά και τα δέντρα. Έκλεινα τα μάτια μου και ζούσα μέσα στο σκοτάδι. Για πολύν καιρό ήτανε η μόνη ζωή που έκανα.
 
   Όλη τη νύχτα δεν είχα κοιμηθεί. Μια νύχτα βαριά, πληχτική, γεμάτη εφιάλτες. Ο γέρος ροχάλιζε, ξαπλωμένος στη γωνιά του, ένα ροχαλητό ξεψυχισμένο, σα ψυχομάχημα. Ένα ποντίκι ροκάνιζε ακατάπαυστα κάτι τι με τα δόντια του, έπειτα το είδα άφοβα κι ελεύθερα να κάνει δυο - τρεις βιαστικούς γύρους στο δωμάτιο. Από το ανοιχτό παράθυρο έφταναν ανάρια - ανάρια ήχοι μονότονοι από νυχτερινά πουλιά.
   Ξανάλεγαν μ' επιμονή την ίδια λέξη, μια λέξη ακατάληπτη, σαν να ήθελαν να την καρφώσουν μέσα στο νου μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτε. Έμεινα ώρες πολλές με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Ακολουθούσα ένα άστρο, που ανέβαινε ήσυχα - ήσυχα μέσα από τη μαυρίλα του δάσους και ψήλωνε περήφανο και αδιάφορο στον ουρανό. Έπειτα το 'χασα. Μού ήρθε δύσπνοια, δεν μπορούσα ν' ανασάνω, ανασηκώθηκα στο στρώμα μου κι έβαλα το πρόσωπό μου στις παλάμες, ζητώντας να κλάψω. Τότε το ροχαλητό του γέρου μού φάνηκε πως μού 'λεγε προσταχτικά.
   «Μην κλαις, μην κλαις!»
   Γιατί μ' εμπόδιζε να κλάψω; Γιατί ροχάλιζε ολοένα, αδιάκοπα; Γιατί δεν τον έπαιρνε ο Θεός να ησυχάσει; Αυτός εξακολουθούσε ολοένα αγριότερα, πεισματικά.
   «Μην κλαις, μην κλαις!»
   Πετάχτηκα απάνω άγριος. Τα μάτια μου μ' έκαιγαν σα φωτιά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Άρπαξα μια ξιφολόγχη, που ήτανε κρεμασμένη στον τοίχο, και τράβηξα το λεπίδι απ' το φηκάρι (1). Τα δόντια μου ένιωθα πως έτριζαν. Ώρμησα να τη μπήξω στα γυμνά στήθια του γέρου. Έπειτα θα τρυπούσα την καρδιά μου. Θα 'πεφτα κάτω, θα κοιμόμουν γιατρεμένος για πάντα, ο γέρος δεν θα ροχάλιζε πια, το ποντίκι δε θα ροκάνιζε το σανίδι, τα πουλιά του δάσους θα βουβαίνονταν, το άστρο θα γκρεμιζότανε μέσα στο σκοτάδι, δεν θα ξημέρωνε άλλη μέρα, τα μάτια του γέρου δε θα κοίταζαν τον ουρανό, η ραγισμένη φωνή του δεν θα παρακαλούσε πια τον Θεό... Θα τού είχα δώσει την ευτυχία του.
   Έσφιξα το μαχαίρι στο χέρι μου, το κατέβασα με ορμή... Το μαχαίρι στάθηκε, στάθηκε στον αέρα απάνω από τα ξεγυμνωμένα στήθια.
   Τέντωσα τ' αυτιά μου. Ποίος ήτανε; Κανένας. Μια βοή, σα χίλια πατήματα ανθρώπων απάνω στα ξερά χόρτα, ήρθε στ' αυτιά μου. Δεν τρόμαξα. Ήτανε μια βοή εύθυμη, μια βοή από μεθύσι τρελό, σαν αλλαλαγμός χαράς. Η ξιφολόγχη έπεσε από το χέρι μου. Κοίταξα όξω απ' το παράθυρο. Τα δέντρα είχαν τρελαθεί, κουνούσαν τα κλαδιά τους με μανία, τ' ανακάτωναν τρελά, τα χαμήλωναν κάτω στο χώμα, τα τίναζαν ψηλά στον αέρα. Σαν ένα μεγάλο δροσερό φίλημα χύθηκε μέσα στο δωμάτιο. Πετάχτηκα έξω, σα μια φωνή, χίλιες φωνές να με καλούσαν σ' ένα πανηγύρι. Ξημέρωνε και ήτανε σκοτάδι ακόμα. Ένα φως γλυκό, ήσυχο, σαν να περνούσε από θολό γυαλί, γέμιζε την ατμόσφαιρα... Στάθηκα και κοίταξα.
   Μια βοή σβησμένη έφτασε από τ' αντικρινά βουνά, βυθισμένα σ' ένα σκοτάδι, μαύρα, σα μακρινό σάλπισμα. Μέσα στο μαύρο βάθος μεγάλες χρυσές γραμμές περνούσαν βιαστικές από τη μια άκρη στην άλλη, σταυρώνοντας το διάστημα με αντιθέτους δρόμους, σα μηνύματα παράξενα. Η βοή πλησίαζε, ολοένα δυνατότερη, σαν ποδοβολή αλόγων, σαν κυλίσματα τροχών, σα φωνές σαλπίγγων. Στάθηκα εκστατικός. Τα δέντρα παύσανε να σαλεύουν, υψώθηκαν όρθια, σοβαρά, σιωπηλά. Σα μήνυμα τρομαχτικό κατέβηκε απ' τον ουρανό.
   «Έρχεται!»
   Μια γαλήνη παράξενη χύθηκε τότε μέσα μου. Ένιωθα τώρα ένα βάρος να σηκώνεται από το στήθος μου. Κάτι περίμενα. Δεν ήμουν πια μόνος. Ο ουρανός χαμήλωνε, πλησίαζε κοντά μου, μπορούσα να τον φτάσω με τα χέρια μου, με τη φωνή μου. Όλη η φύση τριγύρω ήτανε φοβισμένη. Τα μικρά μαμούδια, τα πουλιά, τα τρελά έντομα που βούιζαν στον αέρα, όλα τα τρελά κι αδιάφορα πλάσματα που με περιγελούσαν είχαν κρυφθεί τρομαγμένα, είχαν αφανισθεί μαζί με τους μικρούς τους θεούς. Σήκωσα περήφανος το κεφάλι μου, γεμάτος από μια τρελή χαρά, μαζί με τα ψηλά δέντρα.
   «Έρχεται, έρχεται!»
   Χίλια άλογα μαύρα σαν την πίσσα, με καλπασμούς ανήσυχους, όρμησαν στον ουρανό απάνω, τον σκέπασαν πρώτα ανάρια, ύστερα μαζεμένα, αναρίθμητα σαν ένα σώμα, μαύροι λεγεώνες, που σάλευαν και προχωρούσαν περήφανα.
   Απάνω από τη μαύρη μάζα ξεχώριζαν, ανεμίζοντας στον αέρα, οι χαίτες των αλόγων και τα φτερά των καβαλάρηδων. Δόρατα μυριάδες σχίζανε τον αέρα. Χρυσά μαστίγια αυλάκωναν τη μαυρίλα με φωτεινές γραμμές. Γραμμές ανήσυχες. Τριζοβολούσαν οι καμτσικιές. Τριζοβολούσαν απάνω από τις άγριες χαίτες. Ήχοι από χαλκόστομες φαμφάρες (2) γέμιζαν με τρόμο την ατμοσφαίρα. Η πομπή περνούσε. Κάθε ήχος, κάθε κίνημα είχε σβήσει στη γη. Μια νεκρική σιωπή ήταν απλωμένη κάτω από την τρομακτική συναυλία. Ύστερα έπαψε η μεγάλη φαμφάρα. Η σιωπή έγινε μία, μεγάλη, έδεσε ουρανό και γη. Ένα άρμα θεόρατο, συρμένο από τεράστια πολυκέφαλα ζώα, κυλίστηκε αργά, ακολουθώντας τη μεγάλη πομπή. Βουβές, ανάριες αναλαμπές το αγκάλιαζαν, σα γρήγοροι ανασασμοί φωτός. Πίσω, ακολουθώντας, χύθηκαν με συγκρατημένη ορμή οι ατέλειωτοι λεγεώνες. Χαίτες, δόρατα, μαστίγια. Ανεμίσματα μεγάλων φτερών στον αέρα. Οι χαλκόστομες φαμφάρες αντήχησαν πάλι, σέρνοντας πίσω τους τα φτερωτά κοπάδια των ήχων. Ο αέρας έτρεμε φοβισμένος. Ωσαννά! Ένας ύμνος υψώθηκε από την τρεμάμενη χτίση:
   «Ωσαννά!...»  
   Είχε περάσει.
 
   Τα μάτια μου είχαν θαμπώσει. Δεν έβλεπα τίποτα. Ένιωθα μόνο μια γαλήνη, που στάλαζε μέσα στην ψυχή μου από τα ύψη. Το μεγάλο όραμα ήτανε κλεισμένο μέσα μου. Η ουράνια πομπή περνούσε, περνούσε αδιάκοπα μέσα στα μάτια μου. Ο νους μου σταμάτησε μια στιγμή. Παράξενο! Μέσα στο αφάνταστο πέρασμα, ένα κεφάλι κατάλευκο με ανεμισμένα μαλλιά είχε φανερωθεί μπροστά μου. Ήτανε ο φτωχός μου, ο εκατόχρονος σύντροφος. Τα δυο σβησμένα μάτια που κοίταζαν τον ουρανό. Πώς ήτανε δυνατό; Θυμήθηκα τότε πως κατέβασα το λεπίδι απάνω στα γυμνωμένα στήθη του. Δεν τον σκότωσα όμως. Αυτό το θυμούμαι καλά. Δεν πρόφθασα να τον σκοτώσω. Τον άφησα απάνω στο στρώμα του, κοιμισμένο βαθιά. Ώρμησα στο καλύβι. Ήθελα να δω το γέρο σύντροφο, να βεβαιωθώ πως ήτανε εκεί...
   Σαν να είχε αναλυθεί όλη η πλάση σ' ένα ατέλειωτο κλάμα άρχισε να βρέχει, να βρέχει αδιάκοπα. Μεγάλες σταλαγματιές πέφτανε από τον ουρανό. Τα φύλλα των δέντρων στάζανε. Μικρά ποταμάκια κυλούσαν απάνω στο χορτάρι. Η ξερή γη ρουφούσε το νερό με χίλια στόματα.
   Ένα κλάμα ήσυχο, γλυκό - γλυκό, σαν παρηγοριά. Τα μάτια μου άρχισαν κι αυτά να τρέχουν ποτάμι. Έκλαιγα από ευτυχία μαζί με όλη την πλάση. Ένα αόρατο χέρι μού φαινότανε τώρα πως μού χάιδευε τα μαλλιά. Κι έκλαιγα.
   Ένα σχήμα λευκό, με ωραία ορμή, πέρασε άξαφνα, κάτω από τα δένδρα. Ήτανε μια κοπέλα φορτωμένη με κλαδιά από έλατα. Το σώμα της λύγιζε χαριτωμένα κάτω από το χλωρό βάρος. Τα φορέματά της μουσκεμένα, δείχνανε όλους τους θησαυρούς του κορμιού της, η δροσερή επιδερμίδα ρόδιζε κάτω από το ψιλό πανί.
   «Πού πας, καλή μου κοπέλα;»
   «Πάω στο σπίτι μου».
   Ένα γέλιο ασημένιο πλημμύρισε τον αέρα.
   «Το σπίτι σου είναι μακριά», τής είπα με το γλυκύτερο τρόπο που μπόρεσα. «Το καλύβι μας είναι κοντά. Έλα να στεγνώσεις. Ο παππούς είν' εκεί και μάς περιμένει».
   Η κοπέλα κοντοστάθηκε. Έπειτα με σιγαλά, αλαφριά βήματα ήρθε κοντά μου. Ψηλή κι ευλύγιστη μ' ένα κίνημα ευγενικό και ρυθμικό, κατάλευκη με τ' ανοιχτά ξανθά της μαλλιά, έμοιαζε σα λευκός κρίνος, που χρυσοκιτρίνιζε στην κορφή του.
   Ένας κρίνος λουσμένος στη βροχή. Σταλαγματιές δροσιάς στάζανε από το γλυκό της πρόσωπο.
   «Εσύ 'σαι, που ήρθες να ιδείς την υγειά σου στο βουνό;» μού είπε μ' ένα λυπητερό ύφος.
   Σήκωσε τα μάτια της απάνω μου. Ποτέ μου δεν είχα ιδεί πιο φωτερά μάτια. Μού φάνηκε πως ένα φως δροσερό χύθηκε τριγύρω, που έφτανε ως τα βάθη της ψυχής μου. 
   Η θλιβερή μου φήμη φαίνεται είχε φτάσει σε όλα τα γειτονικά χωριά.
   «Εγώ είμαι, καλή μου κοπέλα».
   Με κοίταξε παράξενα και ήρθε κοντά μου. Ένας άρρωστος γεννάει την εμπιστοσύνη.
   «Και τι έχεις;» είπε πάλι με μια παιδιάτικη περιέργεια.
   «Αγάπησα ένα όμορφο κορίτσι κι αυτό δε με θέλει. Από τότε με πονεί η καρδιά μου, βαθιά εδώ μέσα, και περιμένω το θάνατο».
   Έσκασε κάτι γέλια παράξενα, τρελά, ατέλειωτα.
   «Αυτή την αρρώστια δεν τη γιατρεύει το βουνό μας!» είπε.
   Και σε λίγο με μια ωραία σοβαρότητα:
   «Αυτή την αρρώστια τη γιατρεύει ο Θεός. Να ταχθείς στο Θεό».
   Είχαν τόση γλύκα και τόση αθωότητα τα λόγια της.
   «Αυτό έκανα κι εγώ, ωραία μου κοπέλα. Παρακάλεσα τον Θεό κι ο Θεός μού 'στειλ' εσένα».
   Τα μάτια μου, φαίνεται, είχαν κάτι που τη φόβισαν. Έκανε δυο βήματα πίσω, σαν τρομασμένο ζαρκάδι.
   Την άρπαξα στην αγκαλιά μου.
   Έβαλε μια φωνή πνιγμένη. Έπειτα τίποτε. Ένιωσα το κεφάλι της που ακουμπούσε στον ώμο μου. Αισθάνθηκα την πυράδα του προσώπου της απάνω στο μάγουλό μου. Τής φίλησα τα κλειστά της μάτια, με μια δίψα τρελή. Θαρρούσα πως έπινα φως. Είδα τότε τα μικρά, τρεμουλιαστά της χειλάκια να φιλούν τον αέρα. Να φιλούν τρελά τον αέρα. Πόσα φιλιά χαμένα! Κόλλησα τα χείλια μου να τής τα πάρω. Ήτανε σαν όνειρο.
   Είχα γίνει καλά, το στήθος μου πλημμυρούσε από ευτυχία, δε θυμόμουνα πια τίποτε, δε συλλογιζόμουνα τίποτε.
   Η βροχή είχε πάψει. Ένας Ήλιος, λουσμένος στη δροσιά τ' ουρανού, περνούσε από τα κλαδιά των ελάτων, έπαιζε με τις σταλαγματιές του νερού, χρύσωνε τα μικρά ποταμάκια, έπαιζε με τα φύλλα, σα να ζητούσε κάτι. Ύστερα πέρασε ανάμεσ' από δυο κλαδιά κι έπλεξ' ένα στεφάνι χρυσό απάνω από το ξανθό κεφάλι, που ακουμπούσε στον ώμο μου. Όλο το δροσερό αυτό φως περνούσε στο στήθος μου, έμπαινε στην ψυχή μου, μια ημέρα ξανθή ξημέρωνε μέσα μου.
   «Ξύπνα, ωραία μου κοπέλα, ξημέρωσε», τής είπα σιγά - σιγά στο μικρό της αυτάκι, ρόδινο σα μικρό κοχύλι της ακροποταμιάς.
    «Είσαι πολύ άρρωστος;»
    «Όχι, τώρα είμαι καλά. Εντελώς καλά. Δεν έχω τίποτε. Ο Θεός έκανε το θαύμα. Είμαι καλά. Δεν έχω τίποτε, τίποτε».
   «Ήταν όμορφη η κοπέλα που αγαπούσες;» είπε με μια φωνή πνιγμένη, σα να παραμιλούσε.
   «Όμορφη; Ποια; Καμιά δεν ήτανε όμορφη. Καμιά δεν αγαπούσα. Δε θυμούμαι τίποτα. Είμαι καλά, εντελώς καλά. Δεν έχω τίποτε».
   Δεν ήξερα τι έλεγα, δε θυμόμουνα τίποτε, δε συλλογιζόμουνα τίποτε. Νόμιζα πως είχα γεννηθεί αυτή τη στιγμή.
   Την έπιασα από τη μέση και προχωρήσαμε κάτω από τα πυκνά δέντρα. Οι πρασινάδες μάς έρραιναν με διαμάντια.
   Ανεβήκαμε τον ανήφορο κατά το καλύβι. Τα παράθυρα ήτανε ακόμη κλειστά, η πόρτα μισανοιγμένη, όπως την άφησα.
   «Πάμε να ιδούμε τον παππού!» μου είπε.  
   Μπήκαμε αγκαλιασμένοι μέσα στο καλύβι. Ο παππούς ήτανε ξαπλωμένος ακόμα στο στρώμα του. Δε ροχάλιζε πια, είχε τα μάτια του κλειστά -τα μάτια που κοίταζαν πάντα τον ουρανό- ένα χαμόγελο ευτυχίας έδενε τα χλωμά του χείλια.
   «Ξύπνα, παππού! Βγήκε ο ήλιος».
   Ο παππούς δεν ξύπνησε. Τα χείλια του μόνο χαμογελούσαν σαν να μάς έλεγε:
  «Αφήστε με να κοιμηθώ. Κοιμούμαι τόσο γλυκά. Αφήστε με να κοιμηθώ».
    Τον αφήσαμε να κοιμηθεί για πάντα.
    Το φτωχικό καλύβι ήτανε γεμάτο από ευτυχία.
 
Νιρβάνας Παύλος
Το πέρασμα του Θεού και άλλα διηγήματα, 
 Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1922
 
Σημειώσεις:
(1) φηκάρι: ποιητικά το θηκάρι 
(2) φαμφάρα: τρομπέτα, σάλπιγγα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου