Τι άσκημα, τι βαριά, που έχει νυχτώσει απόψε! Το κρύο τσουχτερό. Θαρρείς και ξεσκίζει τη σάρκα. Και βρέχει. Μια ψιλή βροχή, μονότονη, σαν τραγούδι λατέρνας. Χτυπάει στα τζάμια των σπιτιών και στα πεζοδρόμια τα έρημα από διαβάτες. Και κάπου - κάπου μουρμουρίζει. Στο σπίτι του γερο - Πιάση δειπνάνε αμίλητα. Τόσα χρόνια που ζούνε κι οι τρεις μαζί δεν έχουνε πια τίποτε να πούνε. Μια ματιά, μια κίνηση, ένας στεναγμός πόνου ή ανακούφισης κι η συνεννόηση γίνηκε.
Ογδόντα χρόνων ο γέρος, καμιά εβδομηνταριά η γρια - Πιάσαινα και πενηντάρα η θυγατέρα τους, το Δεσποινιώ. Κορμιά σκελετωμένα, πρόσωπα ζαρωμένα, άσπρα κι αριά μαλλιά, χέρια που σιγοτρέμουν, στόματα ξεχαρβαλωμένα, ροζιασμένα πόδια, μάτια με δίχως πια καμιάν έκφραση. Κι η κυρά Κατερίνα, η αφοσιωμένη σαν σκυλί υπηρέτρια του σπιτιού, γριά κι αυτή, μα με ακαθόριστα χρόνια, αργοσέρνει, μέσα στα ξεμποχειλιασμένα της τα παπούτσια, τα ξεβιδωμένα, αρρωστημένα, με τις φουσκωμένες φλέβες πονεμένα της πόδια και κουβαλεί τα χρειαζούμενα στο τραπέζι, αμίλητη κι εκείνη.
Έξω μπουμπουνίζει. Και τι κρύο!
Ο γέρος του κάκου προσπαθεί να ζεστάνει τα παγωμένα του τα χέρια στο πήλινο μαγκάλι, που η γριά Κατερίνα του το 'χει βάλει στο πλάι του. Του κάκου ζυγώνει στα κάρβουνα τις ανοιχτές του παλάμες. Η γρια - Πιάσαινα αγκαλιάζει με τις δυο της φούχτες τη ζεστή σουπιέρα με τα βραστά χόρτα, και το Δεσποινιώ τραβώντας το προσπαθεί να μακρύνει το σάλι, που τής σκεπάζει τις πλάτες και τα στήθια. Μα το κρύο δε χωρατεύει.
Οχτώ η ώρα κι έχουν αποφάει.
«Δεν τραβάτε για τα κρεβάτια σας;» μουρμουρίζει η γριά Κατερίνα. «Παρά να τρεμουλιάζετε ορθοί, κάλλιο να ξαπλώσετε και να ζεσταθείτε».
Ο γέρος, που βαριακούει χρόνια τώρα, δεν αποκρίνεται.
Η γρια - Πιάσαινα κοιτάει το κρεμαστό ρολόι του τοίχου.
«Οχτώ ώρες μονάχα! Αν τον πάρω από τώρα, τα μεσάνυχτα θα 'μαι πάλε ξυπνή».
Το Δεσποινιώ έχει κιόλας διπλώσει προσεχτικά, με πολύχρονη αποχτημένη ρυθμική κίνηση των χεριών, την πετσέτα της και σηκώνεται να φύγει.
«Εγώ πάω να πέσω. Δεν είναι προκοπή μ' αυτό το κρύο!»
«Δημήτρη, πες καληνύχτα του κοριτσιού», φωνάζει στο αυτί του γέρου η γριά! «Πάει να ξαπλώσει».
Ο γέρος κουνάει το κεφάλι κι ανοίγει το ξεδοντιασμένο του το στόμα.
«Να πάμε κι εμείς. Καληνύχτα, Δεσποινιώ μου, και καλοξημέρωμά σου. Την ευχή μου, παιδί μου, και της Παναγιάς».
«Κοίταξε να καλοσκεπαστείς, Δεσποινιώ», της φωνάζει η γριά.
Τα ίδια λόγια, με μικρές ασήμαντες παραλλαγές, χρόνια και χρόνια έχουν ακουστεί στη μικρή τραπεζαριούλα. Θαρρείς που πια τα νιώθουν κι οι τοίχοι.
Δεν πέρασε μισή ώρα κι όλο το σπίτι ησυχάζει. Αιστάνεσαι μια βαριά, πνιγερή ανάσα γεροντικού χνώτου.
Τα μεσάνυχτα η γρια - Πιάσαινα σαλεύει. Τεντώνει τα χέρια κι αφήνει ένα βαρύ στεναγμό να τής ξεφύγει.
Η βροχή όξω χτυπάει τα παντζούρια.
«Μητέρα είσαι ξυπνή;»
Είναι η φωνή της Δεσποινιώς, που έρχεται από τη μισάνοιχτη θύρα της κάμαράς της και φτάνει σαν ήχος καλαμοσφυρίχτρας στης γριας - Πιάσαινας τ' αυτιά.
«Θέλεις τίποτα Δεσποινιώ μου; Μπας και δεν ακούεσαι καλά;»
Ο γέρος ούτε σαλεύει. Αιστάνεσαι μόνο τη βαριά του ανάσα, που του συχνοσηκώνει το στήθος.
«Όχι. Είδα ένα όνειρο, μητέρα, και θα 'θελα να μού το ξηγήσεις».
Η γριά κάθεται τώρα στο κρεβάτι, έτοιμη ν' ακούσει.
«Λέγε, λέγε παιδί μου».
«Είδα τον Άη - Γιώργη στον ύπνο μου...»
Η γριά σταυροκοπιέται.
«Βοήθειά σου, παιδί μου, βοήθειά σου».
«Ήτανε νέος, όμορφος, ψηλός, καλοκαμωμένος. Ξανθός σαν ήλιος. Κρατούσε από το χέρι ένα μεγάλο κόκκινο άλογο με μακριά ουρά και με πυκνή χαίτη. Με ζύγωσε. Αμίλητα χαμογελούσε και μού 'δινε το άλογό του. Εγώ τέντωσα τα χέρια για να το πιάσω από τα χαλινάρια, αλλά με κυρίεψε ο τρόμος. Άπλωνα το χέρι μου και πάλι το τραβούσα. Και πάλι άπλωνα τρεμάμενη το χέρι και πάλε ξανά το τραβούσα. Ήθελα να το πιάσω, μα δεν κοτούσα. Ω μάνα!...»
«Και δεν το καβαλλίκεψες, Δεσποινιώ μου; Δεν το καβαλλίκεψες;»
«Όχι, μάνα, γιατί; Έπρεπε;»
«Γαμπρός ήταν, παιδί μου, γαμπρός! Γιατί να μην το καβαλλικέψεις;»
«Αλήθεια, γαμπρός είναι στ' όνειρο το άλογο μάνα;»
«Γαμπρός, παιδί μου. Γιατί έτσι, Δεσποινιώ μου; Άφησες την τύχη σου να χαθεί. Ξανακοιμήσου, κόρη μου, ξανακοιμήσου. Προσπάθησε να ξαναδείς το ίδιο τ' όνειρο. Βάλε το καλά στο νου σου. Τίποτ' άλλο να μη συλλογιέσαι. Κι αυτή τη φορά να μη φοβηθείς. Να το καβαλλικέψεις, άκουσες; Να καβαλλικέψεις. Με θάρρος!»
Η βροχή τώρα χτυπάει δαιμονισμένα τα παντζούρια. Ο άνεμος σφυρίζει.
Ίσως γι' αυτό δε φτάνει στ' αυτιά της γριάς ένα κακά συγκρατημένο κλάμα, που αντηχάει σπαραχτικό με όλη του τη σιγαλιά και που ανασηκώνει τα ατροφικά, ζαρωμένα, σαν πεταμένες, πολυκαιρνές λεμονόκουπες στήθια της γεροντοκόρης, ενώ τα χείλη της αφήνουν να τής ξεφύγει το πικρό της ζωής της παράπονο:
«Γιατί... μα γιατί να μην το καβαλλικέψω;»
Δεντρινού Ειρήνη
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», τεύχος 9
Ιανουάριος 1928

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου